Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2016

Ένας πύργος στη Γερμανία-Ζιγκμαρίνγκεν

Pierre Assuline
Ένας Πύργος στη Γερμανία
Ζιγκμαρίνγκεν
Πόλις, 2016
Μετ. Μαρίζα Ντεκάστρο
 Πόλις, 2016
Είναι το τρίτο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που διαβάζω και το βρίσκω εξίσου συναρπαστικό με τα δυο που προηγήθηκαν. Το πρώτο, Ξενοδοχείο Lutetia, το δεύτερο, Οι προσκεκλημένοι . Και τώρα το "Ζιγκμαρίνγκεν".
Δεν θα ήταν υπερβολή, νομίζω, αν χαρακτηρίζαμε τον Assuline "συγγραφέα του κλειστού χώρου". Και τα τρία έργα διαδραματίζονται σ' έναν περίκλειστο χώρο. Το πρώτο σ' ένα ξενοδοχείο, το δεύτερο σ' ένα αριστοκρατικό διαμέρισμα του Παρισιού, το τρίτο σ' έναν πύργο στη Γερμανία. Αυτός ο περιορισμένος χώρος στον οποίο κινούνται οι ήρωές του δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να αναπτύξει τους χαρακτήρες σε βάθος, να καταδυθεί στα μύχια της ψυχοσύνθεσής τους, να διερευνήσει τις μεταξύ τους σχέσεις.
Άλλη μία ομοιότητα συνδέει το "Ξενοδοχείο Lutetia" με τον "Πύργο στη Γερμανία": Το πρόσωπο του αφηγητή. Στο πρώτο αφηγητής είναι ένας φρουρός ασφαλείας του ξενοδοχείου, καθόλου συνηθισμένος, με σπουδές νομικής, που έχει μεγαλώσει στο αριστοκρατικό περιβάλλον ενός μαρκησίου. Στο "Ζιγκμαρίνγκεν" πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο αρχιοικονόμος Γιούλιους Στάιν, που όχι μόνο έχει πάρει μια αγωγή υψηλού επιπέδου, αλλά και σπουδές στη μουσική, για την οποία τρέφει ιδιαίτερη αγάπη. Τέλος, και στα δυο μυθιστορήματα η Ιστορία συναντά τη μυθοπλασία σ' ένα τέλειο συνδυασμό.
Βρισκόμαστε προς το τέλος του Β'  Παγκοσμίου Πολέμου. Τους τελευταίους μήνες του 1944 οι δωσίλογοι Γάλλοι της κυβέρνησης του Βισύ, ο Στρατάρχης Πετέν, ο Πρόεδρος Λαβάλ, οι υπουργοί του κι ένα πλήθος άλλο καταφεύγουν στη Γερμανία. Ανάμεσά τους και ο γιατρός-συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν που εμφανίζεται αρκετές φορές στο μυθιστόρημα.  Εγκαθίστανται σε μια μικρή πόλη, το Ζιγκμαρίνγκεν, ενώ για την κυβέρνηση και τους πιο επιφανείς παραχωρείται κατά διαταγή του Χίτλερ ένας πύργος που από τον 11ο αιώνα ανήκε στην αριστοκρατική οικογένεια των Χοεντζόλλερν. Οι ιδιοκτήτες του πύργου εκδιώκονται για να εγκατασταθούν οι Γάλλοι, αλλά ο αρχιοικονόμος Γιούλιους και το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό παραμένουν για την εξυπηρέτηση των ξένων.
Σιωπηλός, απόμακρος, κλειστός στον εαυτό του ο Γιούλιους συνεχίζει άψογα τα καθήκοντά του, ενώ τίποτα δεν ξεφεύγει από την παρατηρητική ματιά του. Κάτω από την αυστηρή, τυπική παρουσία του κρύβεται ένας συναισθηματισμός και μια ευαισθησία που εκδηλώνεται με την αγάπη του για τη μουσική και τον έρωτά του για την οικονόμο του Πετέν, την Ζαν Βόλφερμαν.
Ο πόλεμος ακόμα μαίνεται, αλλά το τέλος του αρχίζει να διαφαίνεται. Οι κλεισμένοι στα 383 (!) δωμάτια του πύργου στο Ζιγκαρίνγκεν, "ειρηνική νησίδα σ' έναν ταραγμένο ωκεανό", ζουν στο δικό τους κόσμο. Άλλοι αποδέχονται την κατάσταση, άλλοι ονειρεύονται ακόμα την επικράτηση του Χίτλερ και τη θριαμβευτική τους επάνοδο. Αντιζηλίες, αντιπαλότητες, φήμες για την ύπαρξη μυστικών όπλων που θα έδιναν τη νίκη στη Γερμανία, υποψία για κατασκοπία χαρακτηρίζουν τις σχέσεις των εξορίστων. 
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος τον οποίο ο συγγραφέας επινοεί για να εξηγήσει τη στάση του Στάιν απέναντι στον πόλεμο και τη Γερμανία. Υπήρξε εξαρχής αντίθετος στο ναζιστικό καθεστώς, όμως δεν παύει να είναι Γερμανός και ξέρει πως μια ήττα της Γερμανίας θα σημάνει ολοκληρωτική καταστροφή για τη χώρα του. Ο Assuline τον παρουσιάζει να μην ταυτίζεται με κανένα καθεστώς. "Όταν έχουμε την τύχη να υπηρετούμε σ' ένα τέτοιο Σπίτι, με όσα παραμένουν ανέγγιχτα από την Ιστορία, δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση να εμπιστευθούμε τα καθεστώτα. Γιατί είναι παροδικά ενώ μια αρχοντική οικογένεια εγγράφεται στη μακρά διάρκεια. Ο άνθρωπος είναι πιο δυνατός από τις ιδεολογίες". Η δική του αντίσταση στον ναζισμό υπήρξε η παραίτησή του από τη μουσική του σταδιοδρομία όσο θα διαρκούσε το καθεστώς αυτό.
Μετά από οχτώ μήνες εγκλεισμού στον πύργο ο πόλεμος φτάνει στο τέλος του. Οι έγκλειστοι τον εγκαταλείπουν βιαστικά, οι παλιοί ιδιοκτήτες επανέρχονται. Με μια ανατροπή, έκπληξη και για τον Γιούλιους και για τον αναγνώστη τελειώνει το βιβλίο.
Πολύ βοηθητικές οι επεξηγηματικές σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου. Ενδιαφέρον και το επίμετρο  στο οποίο ο συγγραφέας παραθέτει το τι απέγινε το καθένα από τα ιστορικά πρόσωπα του βιβλίου.

Τετάρτη, Ιουνίου 22, 2016

Δέκα χρόνια blogger

Χθες, 21 Ιουνίου 2016, έκλεισαν ακριβώς δέκα χρόνια από τότε που ξεκίνησα αυτό το blog. Η λέξη μόλις είχε αρχίσει να ακούγεται, δεν ήξερα καλά-καλά τι είναι. Γρήγορα έμαθα. Η επιθυμία να αποκτήσω μια σελίδα όπου να καταγράφω τα βιβλία που διάβασα, τις σκέψεις μου γι' αυτά, αν μου άρεσαν ή όχι, η επιθυμία ακόμα να θυμάμαι καταγράφοντας ό, τι διάβαζα και να ανταλλάσσω απόψεις με άλλους, βρήκε την ικανοποίησή της στη δημιουργία του blog, που το ονόμασα anagnostria. Μέσω της ιστοσελίδας αυτής γνώρισα ανθρώπους, επικοινώνησα με φίλους, ήρθα σε επαφή με άλλους bloggers, ανταλλάξαμε απόψεις, συμφωνήσαμε ή διαφωνήσαμε. Τα σχόλια των αναγνωστών υπήρξαν αφορμή για γόνιμες συζητήσεις γύρω από το βιβλίο.
Ρίχνοντας μια ματιά προς τα πίσω βλέπω ότι στα δέκα χρόνια έχω κάνει 543 αναρτήσεις. Η συτντριπτική πλειοψηφία αφορά βέβαια τις παρουσιάσεις βιβλίων. Υπάρχουν μερικές σελίδες που αφορούν τα ταξίδια μου ή κάποια άλλα προσωπικά γεγονότα που ήθελα να θυμάμαι. Όμως αυτά είναι ελάχιστα, πάνω και πρώτα απ' όλα το βιβλίο.
Σήμερα, δέκα χρόνια μετά, τα blogs φαίνεται να λιγοστεύουν, να μην έχουν την άνθηση που είχαν  κάποτε, λόγω ίσως και της πιο ευρείας διάδοσης των άλλων διαδικτυακών μέσων, του facebook, tuitter κ.λπ., γι' αυτό και τα σχόλια έχουν μειωθεί πολύ. Η δική μου όμως αγάπη για το blog παραμένει αμείωτη και "όσο ζω και αναπνέω" δεν θα πάψω να γράφω σ' αυτό, κατά κανόνα μια ανάρτηση την εβδομάδα, δημοσιεύοντας ταυτόχρονα την ανάρτηση και στο fb.
Σημ. Ένα πολύ προσφιλές μου blog που όλως συμπτωματικά έχει τα γενέθλιά του την ίδια μέρα με μένα, 21/6/2006, είναι το αξιολογότατο blog με το όνομα ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ. Χρόνια πολλά "Πατριάρχη Φώτιε". Υγεία, μακροημέρευση και πολλές-πολλές αναγνώσεις και αναρτήσεις.
Έτσι θα ήθελα να ζω, αν ξαναγεννιόμουν...

Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2016

Το χνάρι που δεν έσβησε

Νοέλ Μπάξερ
Το χνάρι που δεν έσβησε
Διόπτρα, 2016
Παρακολουθώ τη συγγραφική πορεία της Νοέλ Μπάξερ από το πρώτο της βιβλίο, "Από δρυ παλιά και από πέτρα", για το οποίο η αρνητική μου ματιά προκάλεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση με 32 (!) σχόλια. Στη συνέχεια ήρθε το "Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος" που τα θετικά, αυτή τη φορά, σχόλιά μου, θεωρήθηκε ότι ήταν σαν "να έβαλα νερό στο κρασί μου", όπως γράφτηκε σ' ένα σχόλιο. Το τρίτο της βιβλίο, "Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας" το βρήκα ακόμα καλύτερο (αυτή τη φορά ελάχιστα και αμελητέα σχόλια). και τώρα το τέταρτο βιβλίο, "Το χνάρι που δεν έσβησε".
Η γραφή της Μπάξερ ωριμάζει ολοένα και περισσότερο. Παρ' όλο που διατηρεί το σταθερό χαρακτηριστικό της τοποθέτησης του έργου σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, με αναφορές στην περίοδο αυτή, εντούτοις καινούρια στοιχεία εισχωρούν στο στυλ της. Στοιχεία, για παράδειγμα, που προσεγγίζουν τον μαγικό ρεαλισμό και που η ανάπτυξή τους θα μπορούσε να δώσει μια διαφοετική όψη στη νεοελληνική λογοτεχνία.
Ο πρόλογος μας εισάγει ήδη, αν και δεν το ξέρουμε ακόμα, σ' αυτό που θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σ' όλο το μυθιστόρημα. Ένας νέος άντρας αναζητά στο υπόγειο του σπιτιού το πανωφόρι του νεκρού από χρόνια πατέρα του. Η ρεαλιστική αναζήτηση του πανωφοριού γίνεται το σύμβολο της αναζήτησης της προσωπικότητας, του χαρακτήρα, της φυσιογνωμίας του πατέρα. Η κατάληξη της αναζήτησης θ' αργήσει πολύ και μόνο στο τέλος του μυθιστορήματος θα γίνει η σύνδεση με την αρχή.
Καθώς  τελειώνω το βιβλίο και το ξαναφέρνω στη μνήμη προσπαθώντας να καταγράψω τις εντυπώσεις μου, διερωτώμαι αν υπάρχει πρωταγωνιστικός χαρακτήρας σ' αυτό το πολυπρόσωπο έργο. Νομίζω δεν  υπάρχει. Οι ρόλοι επιμερίζονται εξίσου σε πολλά πρόσωπα. Είναι ο νεαρός Άγης που ψάχνοντας το πανωφόρι του πατέρα του ψάχνει ουσιαστικά τον ίδιο τον πατέρα που δεν γνώρισε. Είναι η παράξενη μορφή της μοναχής Ευθαλίας που τριγυρίζει στα χωριά προσφέροντας παντός είδους βοήθεια και ζώντας με τη συνδρομή των άλλων. Η Υπατία, που η απόρριψη την οποία γνώρισε αμέσως με τη γέννησή της καθόρισε και τη μελλοντική της πορεία. Η Λεώνη, άλλη μια μικρή ορφανή, για την οποία όχι η απόρριψη αλλά η αγάπη που την περιβάλλει προσδιορίζει τον παράξενο χαρακτήρα της. Ο Σύλας. Ο Σπάρτακος. Η Σαβέλα. Η Μαργαρίτα. Όλα τα πρόσωπα του έργου είναι σημαντικά, όλα επηρεάζονται από τις συνθήκες της ζωής κι όλα με τη σειρά τους επηρεάζουν άλλους.
Τα πρόσωπα δεν κινούνται βέβαια σ' ένα κενό χώρου και χρόνου. Ο χώρος δεν καθορίζεται ονομαστικά. Πότε είναι ένα ανώνυμο χωριό, άλλοτε "το στρόγγυλο βουνό" ή "Η πόλη που ακούμπησε τη θάλασσα", πράγμα που επιτρέπει στη φαντασία να τα τοποθετήσει οπουδήποτε στον ελλαδικό χώρο. Ο χρόνος καθορίζεται μέσα από τα ιστορικά γεγονότα, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον Εμφύλιο, τη Χούντα, γεγονότα ποτ επηρεάζουν και τις τύχες των ηρώων.
Ο ρεαλισμός σμίγει αρμονικά με τη φαντασία σ' αυτό το ενδιαφέρον μυθιστόρημα της Μπάξερ. Το λογικό με το εξωλογικό στοιχείο. Όταν στην κούνια ενός νεογέννητου παιδιού βρίσκεται, αντί του βρέφους ένα κουνέλι, όταν μια γυναίκα ζει τον μοναχικό βίο τριγυρνώντας στο βουνό, όταν μια νέα χορεύει τον χορό της Σαλώμης με τα επτά πέπλα, μεταφερόμαστε σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας. Που όμως δεν ακυρώνει τη ρεαλιστική όψη της ζωής, την αλληλεπίδραση και τον καθορισμό της πορείας των ηρώων.
Αν έχω μια επιφύλαξη είναι αυτή που και στο παρελθόν διαετύπωσα. Ο όγκος του μυθιστορήματος. Έτσι όπως απλώνεται σε 644 σελίδες χαλαρώνει, η συνεκτικότητα μειώνεται, η προσοχή του αναγνώστη διασπάται. Νομίζω το βιβλίο θα είχε πολλά να κερδίσει αν περιοριζόταν ο όγκος του.

Τρίτη, Μαΐου 31, 2016

Η υπέροχη φίλη μου

Έλενα Φερράντε
Η υπέροχη φίλη μου
Πατάκης, 2016
Μετ. Δήμητρα Δότση
[L' amica geniale, 2011]
Κλείνω την τελευταία σελίδα και ξαναφέρνω στη σκέψη μου όλο αυτόν τον κόσμο με τον οποίο έζησα τρεις μέρες. Τα κορίτσια και τ' αγόρια, τους γονείς και τους δασκάλους, τους δρόμους και τις φτωχογειτονιές της Νάπολης, την εφηβεία και τα όνειρά της. Διερωτώμαι γιατί μου  άρεσε ένα βιβλίο που δεν νομίζω ότι διακρίνεται για την πρωτοτυπία του θέματος. Η αναπόληση της παιδικής ηλικίας και της πορείας προς την ενηλικίωση, η περιγραφή του τόπου και του χρόνου που μας διαμόρφωσαν, είναι θέματα πολύ συνήθη στη μυθιστορηματική συγγραφή. Κι όμως σ' αυτά τα κοινά, τετριμμένα θέματα η άγνωστη αυτή Ιταλίδα συγγραφέας (άγνωστη γιατί τίποτα δεν είναι γνωστό για την ταυτότητά της και το Έλενα Φερράντε θεωρείται ψευδώνυμο) κατορθώνει να φυσήσει μια καινούρια πνοή, να τους χαρίσει με τον τρόπο και το ύφος της μια πρωτοτυπία που αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη.
 Ίσως πάλι αυτή η σαγήνη που ασκεί  να οφείλεται στο ότι κατορθώνει να μας κάνει να ταυτιστούμε με τους ήρωές της, να διαβάζουμε δικές μας εμπειρίες. "Δεν νοσταλγώ την παιδική μας ηλικία, ήταν γεμάτη βία. Ζούσαμε λογιών λογιών καταστάσεις μέσα κι έξω από τα σπίτια μας, αν και δε θυμάμαι να σκέφτηκα ποτέ  ότι η ζωή που μας έλαχε ήταν τόσο άσχημη. Έτσι ήταν η ζωή, τελεία και παύλα", γράφει. Δεν μπορώ να πω ότι η γενιά μου γνώρισε τη βία όπως την περιγράφει η Φερράντε. Όμως όσοι βιώσαμε την παιδική και νεανική μας ζωή τη δεκαετία του '50 γνωρίσαμε τη φτώχεια, τη στέρηση, την αυστηρότητα των ηθών, τη γονική απόλυτη κυριαρχία. Πολλοί δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν το σχολείο, όμως γνωρίσαμε τη φιλία και διαβάσαμε βιβλία που μας έμαθαν να ονειρευόμαστε, έστω κι αν συχνά τα όνειρα έμειναν για πάντα όνειρα...
Η συγγραφέας-αφηγήτρια Έλενα Γκρέκο, άλλως Λενούτσα ή Λενού, πληροφορείται ότι η αχώριστη φίλη της και συνομήλική της Λίλα Τσερούλλο, στα εξήντα έξι της τώρα χρόνια, έχει εξαφανιστεί. "Εξοργίστηκα", γράφει. "Για να δούμε ποια θα νικήσει αυτή τη φορά, μονολόγησα. Άνοιξα τον υπολογιστή και βάλθηκα να γράφω κάθε λεπτομέρεια της ιστορίας μας, ό,τι είχε εντυπωθεί στο μυαλό μου".
 Μ' αυτή την προλογική εισαγωγή μπαίνουμε αμέσως στο ύφος και στο είδος της σχέσης των δυο κοριτσιών. Είναι μια σχέση φιλίας-έχθρας, αγάπης-ζήλειας, σύμπλευσης-ανταγωνισμού, κοινών οραμάτων-διαφορετικής πορείας. Παρακολουθούμε τη ζωή τους από τα χρόνια του δημοτικού ως το τέλος της εφηβείας. Η Λίλα, κόρη τσαγγάρη, είναι πανέξυπνη, τα καταφέρνει σ' ό,τι κι αν καταπιαστεί, αυτή φαίνεται να ηγείται στη σχέση της με τη Λενού. Αργεί περισσότερο να ωριμάσει σωματικά κι όμως αυτή είναι που τραβάει την προσοχή, αυτή που ελκύει τα αγόρια. Ο πατέρας της δεν της επιτρέπει να συνεχίσει το σχολείο μετά το δημοτικό, αυτή όμως δανείζεται βιβλία και μπόρεσε να βοηθήσει τη Λενού, που συνεχίζει στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο, στα Αρχαία και τα Λατινικά. Ζουν στην ίδια γειτονιά, έχουν τους ίδιους γνωστούς και φίλους, μαζί ωριμάζουν κι έχουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα.
Πλήθος πρόσωπα, πλήθος ονόματα κυκλοφορούν στο βιβλίο,  όσα θα ήταν και σε μια πραγματική γειτονιά. Τόσα που μέχρι το τέλος δεν μπόρεσα να τα μάθω όλα και συχνά επέστρεφα στις πρώτες σελίδες, όπου, πολύ προνοητικά η συγγραφέας παραθέτει "Κατάλογο ονομάτων".
Ανάμεσα στα όνειρα των δυο κοριτσιών είναι και το να γίνουν πλούσιες. Έχοντας ως αγαπημένο το βιβλίο "Μικρές κυρίες" ονειρεύονται να γράψουν κάτι ανάλογο που, όπως πιστεύουν, θα τις κάνει πλούσιες. Δεν ξέρουμε αν θα τα καταφέρουν και πώς, μια και "Η υπέροχη φίλη μου" είναι μόνο ο πρώτος τόμος της "Τετραλογίας της Νάπολης", όπως έχει ονομαστεί το τετράτομο έργο. Ομολογώ ότι πολύ σπάνια μπόρεσα να διαβάσω ολόκληρο έργο όταν αυτό ξεδιπλώνεται σε περισσότερους από ένα τόμους. Αυτό όμως οπωσδήποτε θα το παρακολουθήσω στη συνέχειά του.

Σημ. Την Έλενα Φερράντε είχα γνωρίσει κι από ένα προηγούμενό της βιβλίο, το 
"Μέρες εγκατάλειψης". Μου είχε αρέσει κι αναζήτησα ακόμα ένα δικό της, το "Βάναυση αγάπη". Στάθηκε αδύνατο να το βρω. Πιθανότατα είναι εξαντλημένο.

Δευτέρα, Μαΐου 23, 2016

Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια

Harper Lee
Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια
(To kill a Mockingbird)
Εκδόσεις Bell, 2016 (ΙΒ΄ Έκδ.)
Μετ. Βικτώρια Τράπαλη
Κλασικό βιβλίο της Αμερικανικής λογοτεχνίας, πολυδιαβασμένο, πολυμεταφρασμένο, γυρισμένο σε ταινία (1962, με τον Γκρέκορυ Πεκ στον πρωταγωνιστικό ρόλο), μπορεί να μην προκαλεί σήμερα την ίδια αίσθηση που είχε όταν πρωτοεκδόθηκε (1960), δεν παύει όμως να έχει και σήμερα την επικαιρότητα και τη σημασία του. Το χρώμα του δέρματος μπορεί να μην είναι πια αυτό που καθορίζει τις διακρίσεις μεταξύ των ανθρώπων, αλλά υπάρχουν τόσα άλλα: οι ξένοι και οι γηγενείς, οι πρόσφυγες και οι μη πρόσφυγες, οι πλούσιοι και οι φτωχοί, οι κατακτητές και οι κατακτημένοι...
Τα πράγματα ασφαλώς έχουν βελτιωθεί από τότε που συνέβησαν όσα μυθιστορηματικά αφηγείται η Χάρπερ Λη (πέθανε φέτος τον Φεβρουάριο). Όλοι σήμερα υποτίθεται είναι ίσοι απέναντι του νόμου, στην πράξη όμως πόσο αυτό ισχύει;
Το έργο χρονικά τοποθετείται στα μέσα περίπου της δεκαετίας του '30. Σε μια μικρή (φανταστική) πόλη του αμερικανικού Νότου, το Μέικομπ της Αλαμπάμα, ζει η οικογένεια του Άττικους Φιντς. Ο Άττικους είναι δικηγόρος, έχει δυο παιδιά, τον Τζεμ και τη Σκάουτ (χαϊδευτικό του Ζαν Λουίζ), τα οποία, έχοντας χάσει τη γυναίκα του μεγαλώνει μόνος με τη βοήθεια της μαύρης υπηρέτριας Καλπούρνια και αργότερα και της αδελφής του Αλεξάνδρας, που έρχεται να ζήσει μαζί τους.
Όλο το βιβλίο μας δίνεται μέσα από τα μάτια και την αφήγηση της οχτάχρονης Σκαόυτ. Η μικρή πόλη όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, οι δρόμοι της, το σχολείο και οι πρώτες σχολικές εμπειρίες, τα ζεστά καλοκαίρια, οι παιδικές περιπέτειες, τα παιγνίδια, οι παιδικοί φόβοι και τα "γιατί" του κόσμου, δίνονται μέσα από την αθώα, παιδική ματιά.
Αυτή την ήσυχη, σαν κοιμισμένη ατμόσφαιρα, όπου η καθημερινότητα κυλάει ομοιόμορφα χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο να συμβαίνει, έρχεται να διακόψει μια δίκη. Μια νεαρή λευκή κατηγορεί άδικα έναν μαύρο ότι της επιτέθηκε και την βίασε. Στη δίκη που θα ακολουθήσει την υπεράσπιση του μαύρου κατηγορούμενου αναλαμβάνει ο Άττικους, αδιαφορώντας για την εχθρότητα και το μίσος που μπορεί να αντιμετωπίσει σ' αυτή τη βαθιά ρατσιστική, μικρή πόλη.
Η έκβαση της δίκης δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτήν που προδιαγράφει ο άκρατος ρατσισμός της μικρής πόλης. Όμως το μυθιστόρημα πάει πιο πέρα από το θέμα του ρατσισμού. αγγίζει γενικότερα τις σχέσεις των ανθρώπων. Οι συμβουλές που ο Άττικους δίνει στα παιδιά του όχι μόνο με τα λόγια αλλά και με τις πράξεις του είναι κανόνες ζωής για μια ιδανική κοινωνία. Πιστεύει στην καλοσύνη των ανθρώπων, τα συμβουλεύει να μπαίνουν στη θέση του άλλου πριν τον κρίνουν. Γι' αυτό και η Σκάουτ σε μια συζήτηση με τον αδερφό της καταλήγει: "Εγώ λέω πως υπάρχει μόνο ένα είδος ανθρώπων: Άνθρωποι".
Ο τίτλος του έργου είναι συμβολικός. Σημαίνει να μη σκοτώνεις την καλοσύνη, να μη σκοτώνεις την αθωότητα. "Είναι αμαρτία να σκοτώνεις τα κοτσύφια", λέει ο Άττικους. "Δεν μας βλάπτουν σε τίποτα, κελαηδάνε μονάχα για να τ' ακούμε και να χαιρόμαστε".
Μπορεί να είναι πολύ "αμερικανικό" μυθιστόρημα, εξού και αποτελεί σχολικό λογοτεχνικό ανάγνωσμα στα αμερικανικά σχολεία, όμως είναι κι ένα μυθιστόρημα μαθητείας,  κι ένα μυθιστόρημα εναντίον της μισαλλοδοξίας και του ρατσισμού, προσδίνοντάς του έτσι παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα.


Δευτέρα, Μαΐου 16, 2016

Πάσχα στη γλυκιά Σύρο




Το λιμάνι της Σύρου


 Είναι όμορφη η Σύρος; Μας ρωτούν φίλοι που δεν έτυχε να την επισκεφθούν. Ναι, είναι όμορφη, παρ’ όλο ότι είναι το πιο βραχώδες, το πιο άδεντρο ελληνικό νησί που έχω δει. Έχει όμως τη δική της ιδιαιτερότητα, κι ας κουραστήκαμε να ανεβοκατεβαίνουμε τα ανηφορικά της δρομάκια και τα αναρίθμητα σκαλοπάτια της. 
Περπατώντας στα δρομάκια της Σύρου
Η εμφάνισή της δεν φαίνεται να έχει αλλάξει και πολύ από τότε, χρόνια πριν, που ο λογοτέχνης-ταξιδευτής Κώστας Ουράνης μας άφησε την περιγραφή και τις εντυπώσεις του: «Η Σύρος, από τη θάλασσα, είναι σαν μια εξαίσια ακουαρέλα. Δυο ψηλοί κωνικοί λόφοι, σκεπασμένοι από τη ρίζα τους ως την κορφή με άσπρα, ρόδινα και γαλάζια σπίτια, καθρεφτίζονται πάνω στα γαλήνια νερά. Οι δυο αυτοί λόφοι είναι δυο κόσμοι. Ο ένας είναι η νέα πόλη, η Ερμούπολη, που φάνηκε μια εποχή να δικαιολογεί την ονομασία της, γιατί είχε γίνει ένα μεγάλο εμπορικό και ναυτικό κέντρο.
[…] Στον άλλο λόφο-αριστερά σ’ όποιον μπαίνει στο λιμάνι-είναι η παλιά πόλη. Τη στεφανώνει μια πανάρχαια καθολική μητρόπολη, που χρονολογείται, όπως λένε, από τον καιρό του Λουδοβίκου ΙΒ΄» (Κώστας Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα, 1949).
Η Άνω Σύρος
Ήδη από μακριά, διασχίζοντας μια ακύμαντη, ήρεμη θάλασσα, αντικρίζουμε τους δυο λόφους. Δεν διακρίνω την καθολική μητρόπολη που αναφέρει ο Ουράνης. Δεσπόζει ο γαλάζιος τρούλος του Αγίου Νικολάου, της πανέμορφης εκκλησιάς, στην οποία και θα παρακολουθήσουμε τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας.
Θα περιηγηθούμε πρώτα τη νέα πόλη, που τα γενέθλιά της ανάγονται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Τότε που Χιώτες και Ψαριανοί, φεύγοντας τους διωγμούς των Τούρκων, βρήκαν καταφύγιο σε τούτο το νησί που απολάμβανε ειδικά προνόμια από τον Σουλτάνο. Μαζί τους έφεραν το ναυτικό και εμπορικό τους πνεύμα, την πόλη την ονόμασαν πόλη του Ερμή-Ερμούπολη και μια περίοδος μεγάλης ανάπτυξης ξεκίνησε για το νησί.
Μα ο Ερμής είναι δισυπόστατη θεότητα. Είναι ο Κερδώος Ερμής, αλλά είναι και ο Λόγιος. Πουθενά αλλού ίσως δεν συνδυάστηκαν τόσο αρμονικά οι δυο αυτές ιδιότητες όσο στη Σύρο. Παράλληλα με την οικονομική δραστηριότητα και ευημερία η Σύρος γνώρισε μια πνευματική ακτινοβολία μοναδική και πρωτόγνωρη για την εποχή. Όταν ακόμα η υπόλοιπη Ελλάδα αγωνιζόταν για να ολοκληρώσει την ελευθερία της ή να ξεπληρώσει τα χρέη της, οι Ερμουπολίτες είχαν δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, είχαν ένα Δημοτικό Μέγαρο που θα ζήλευαν ακόμα και σήμερα πολλές πόλεις κι ένα Δημοτικό θέατρο, το περίφημο θέατρο Απόλλων, που λειτούργησε ήδη το 1864!
Η πλατεία Μιαούλη
 Είναι πραγματική απόλαυση να διασχίζεις την απέραντη πλατεία της πόλης, την πλατεία Μιαούλη, όπου κόσμος πηγαινοέρχεται ή κάθεται στις γύρω καφετέριες, παιδιά τρέχουν παίζοντας και μια μαρμάρινη εξέδρα με ανάγλυφες παραστάσεις του Απόλλωνα και των Μουσών φιλοξενεί τη φιλαρμονική της πόλης.
Το Δημαρχείο
Στη μια πλευρά της πλατείας υψώνεται το Δημαρχείο, πραγματικό κόσμημα της πλατείας και της πόλης, έργο του τέλους του 19ου αι. σε σχέδια του Τσίλλερ. Με τη φαρδιά, μαρμάρινη σκάλα στην πρόσοψη, με δωρικούς και ιωνικούς κίονες, έχει μια απλότητα και μια αρχοντιά τόσο εξωτερικά όσο κι εσωτερικά, που συναρπάζει.
Δίπλα η Βιβλιοθήκη. Στο μικρό κηπάκι μπροστά από την είσοδό της οι προτομές του Ροΐδη, του Βικέλα, του Σουρή, φόρος τιμής των Συριανών στα μεγάλα τέκνα του νησιού τους.
Η Βιβλιοθήκη της Σύρου
Το πραγματικό στολίδι όμως της Σύρου, μοναδικό στον Ελληνισμό για την εποχή που χτίστηκε, είναι το θέατρο Απόλλων. Κτισμένο με βάση ιταλικά πρότυπα (κάποιοι ισχυρίζονται με βάση τη Σκάλα του Μιλάνου), με θεωρεία και εξώστη, με οροφογραφήματα που απεικονίζουν συνθέτες και ποιητές, με χώρο για ορχήστρα… Μας λένε πως κάποτε είχε παραμεληθεί το θέατρο, είχε γίνει κινηματογράφος, μια φορά θέλησαν να το γκρεμίσουν. Μα οι κάτοικοι οργανώθηκαν, έκαναν διαδήλωση, το θέατρο σώθηκε, ανακαινίστηκε, φιλοξενεί παραστάσεις και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Δεν μπορώ να διανοηθώ στον τόπο μας διαδήλωση για να σωθεί ένα έργο πολιτισμού! Ζηλεύω. Ζηλεύω για  όλα αυτά τα πνευματικά δημιουργήματα ενός νησιού μόλις 20 χιλιάδων κατοίκων και με θλίψη συγκρίνω με το δικό μας απαράδεχτο καινούριο θέατρο και τον αρχοντοχωριατισμό που μας διακρίνει.
Στο θέατρο Απόλλων
Σαν μια ξεχωριστή πολιτεία φαντάζει η Άνω Σύρος και η επίσκεψή μας σ’ αυτήν ήταν το πιο κουραστικό αλλά ίσως και το πιο όμορφο μέρος του ταξιδιού μας. Κατοικημένη συνεχώς από τις αρχές του 13ου αι. μοιάζει σαν συνοικία μιας άλλης, περασμένης εποχής. Αμέτρητα σκαλοπάτια, στενά δρομάκια, σπίτια τόσο πυκνά κτισμένα που η ταράτσα του ενός αποτελεί την αυλή του άλλου χαρίζει μοναδική απόλαυση, σ’ όσους βέβαια αντέχουν ν’ ανεβούν. Εννοείται πως κανένα τροχοφόρο δεν μπορεί να κινηθεί εδώ. Στην κορυφή δεσπόζει η  Καθολική Μητρόπολη, ο Άγιος Γεώργιος, Σα Τζώρτζης για τους ντόπιους. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Σύρου είναι η ύπαρξη της καθολικής κοινότητας. Περίπου οι μισοί κάτοικοι της Σύρου είναι Καθολικοί, ζώντας σε απόλυτη και ειρηνική αρμονία με τους Ορθοδόξους, γιορτάζοντας ταυτόχρονα το Πάσχα. Ζήσαμε την αρμονική αυτή συνύπαρξη το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Στην πλατεία Μιαούλη πρώτα βγήκε ο Επιτάφιος των Καθολικών. Εξαιρετικοί ύμνοι στα Λατινικά δημιούργησαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, την οποία σε λίγο διαδέχτηκαν οι βυζαντινοί ύμνοι των ορθόδοξων επιταφίων.
Ανηφορίζοντας στην Άνω Σύρο
Οι πιο πολλοί από όσους ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια της Άνω Σύρου δεν τολμήσαμε (ή δεν αντέξαμε!) να φτάσουμε ως την κορυφή. Σταματήσαμε λίγο πιο κάτω, σε μια άλλη καθολική εκκλησία, του Αγίου Ιωάννη. Ο Επιτάφιος ακόμα στολισμένος, το νεκρό σώμα του Χριστού καλυμμένο με λουλούδια, περιμένει την Ανάσταση.
Καθολικός Επιτάφιος

Από τα αξιοθέατα της Άνω Σύρου ξεχωρίζει το μικρό μουσείο του μεγάλου ρεμπέτη, του Μάρκου Βαμβακάρη. Το μπουζούκι, ένα κομπολόι, μια τραγιάσκα, ένα παλιό γραμμόφωνο, ενθυμήματα του δημιουργού της «Φραγκοσυριανής», εκτίθενται στο μουσείο.
Δρομάκι στην Άνω Σύρο

Στο Μουσείο Βαμβακάρη
Αμέτρητες οι εκκλησιές της Σύρου, τόσες που νομίζω θα αρκούσαν για να γίνει η Σύρος από μόνη της θρησκευτικός, τουριστικός προορισμός. Αδύνατο, φυσικά, να τις επισκεφθούμε όλες. Αλλά σίγουρα δεν μπορούμε να παραλείψουμε τον Άγιο Νικόλαο (των πλουσίων, όπως λέγεται, για να ξεχωρίζει από τον άλλο Άγιο Νικόλαο, των φτωχών). 
"Δεύτε λάβετε φως"-Στον Άγιο Νικόλαο
 Έργο του 1848, εγκαινιάστηκε το 1870. Με έντονο τον συνδυασμό δυτικότροπων και βυζαντινών στοιχείων δεσπόζει στην  αριστοκρατική συνοικία Βαπόρια με τα παλιά αρχοντικά. Κυριαρχεί σ’ αυτόν  το χρώμα και το μάρμαρο. Μαρμάρινοι κίονες με  κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα, μαρμάρινο το τέμπλο, ο άμβωνας, ο δεσποτικός θρόνος. Ακόμα πιο παλιά η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1828). 
Η Κοίμηση της Θεοτόκου του Θεοτοκόπουλου
Από τα πρώτα κτίσματα των Ψαριανών που κατέφυγαν εδώ, που μαζί τους έφεραν και το πιο πολύτιμο απόκτημα του ναού αυτού. Ένα αυθεντικό έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρώιμο έργο του μεγάλου ζωγράφου, χωρίς ακόμα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τέχνης του που ανέπτυξε αργότερα, αλλά χωρίς αμφιβολία δικό του έργο. Όχι μόνο η φράση στην εικόνα «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας» αλλά και η εξέταση του μικρού πίνακα από ειδικούς, έδειξε την αυθεντικότητά του.
Όλως παραδόξως, στο κτήριο πλάι στην εκκλησιά διακρίνουμε την επιγραφή «Καζίνο»! Ναι, είναι το καζίνο της Σύρου που λειτουργεί από το 1997. Φυσικά για κάποιους από μας μια επίσκεψη ήταν κι εδώ επιβεβλημένη! Μικρό, συμπαθητικό, με πολύ πρόθυμο και εξυπηρετικό προσωπικό, υπήρξε κι αυτό μια από τις Συριανές μας εμπειρίες.
Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε η ύπαιθρος της Σύρου. Πολύ μικρά χωριά, οικισμοί καλύτερα, διανθίζουν το άδεντρο, συριανό τοπίο και μόνο όπου συναντάμε το γαλάζιο της θάλασσας η ατμόσφαιρα ομορφαίνει. Μ’ αρέσει όταν τοπία γίνονται σκηνικά για έργα της φαντασίας. Όπως εδώ που με ενθουσιάζει ένα παλιό, κόκκινο σπίτι σ’ ένα ύψωμα, που κατά τον ξεναγό μας ήταν το σπίτι της Γαλλίδας από το μυθιστόρημα του Καραγάτση «Μεγάλη Χίμαιρα». «Απ’ αυτό το μονοπάτι», μας λέει, «κατέβαινε η Γαλλίδα στη θάλασσα». Άραγε τι προηγήθηκε, η πραγματικότητα ή η φαντασία; Σκέφτομαι πως πρέπει δίχως άλλο να ξαναδιαβάσω το βιβλίο που πρωτοδιάβασα… μερικές δεκαετίες πριν.
Αντικρίζοντας την Τήνο
Σύρος. "Άξιον εστί το κύμα που αγριεύει"-Ελύτης



Μονοήμερη επίσκεψη στην Τήνο.

Δεν νομίζω να είναι πολλοί οι Έλληνες που δεν έχουν επισκεφθεί το ιερό νησί, την Τήνο. Όμως, τόσο κοντά στη Σύρο, μόνο μισή ώρα με το καράβι, δεν μπορούμε να την παραλείψουμε. Ιδιαιτερότητα αυτή τη φορά, εκτός από το προσκύνημα στη γνωστή εκκλησία, και  η περιήγησή μας στο υπόλοιπο νησί. Στενοί, γεμάτοι στροφές δρόμοι, όμως τα χωριουδάκια που απροειδοποίητα μας αποκαλύπτονται σε κάθε στροφή ομορφαίνουν τη διαδρομή. Πρώτος μας σταθμός η Μονή Κεχροβουνίου, συνδεδεμένη με την εκκλησία της Τήνου. 
Το ησυχαστήριο της Αγίας Πελαγίας
 Εδώ μόνασε η Αγία Πελαγία (1752-1834), στην οποία σε όραμα αποκάλυψε η Παναγία το μέρος όπου βρέθηκε η γνωστή, θαυματουργή εικόνα του Ευαγγελισμού. Καμιά από τις πενήντα μοναχές που ζουν εδώ δεν βλέπουμε, όμως οι κάτασπρες αυλές, η αστραφτερή καθαριότητα, τα φροντισμένα λουλούδια, μαρτυρούν τη γυναικεία παρουσία. Το κελί της Αγίας, μικρό, απέριττο, με την πέτρα για μαξιλάρι, προκαλεί το δέος ακόμα και σ’ αυτούς που δεν πιστεύουν.
"Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες" (Ελύτης)

 
Το χωριό Πύργος

Κάτασπρο φαντάζει από μακριά το χωριό των Τηνίων καλλιτεχνών, το μεγαλύτερο χωριό της Τήνου, ο Πύργος. Οι προσδοκίες μας για μια επίσκεψη στο μουσείο τους ματαιώνονται. Δευτέρα, τα μουσεία κλειστά. Όμως αυτό δεν εμποδίζει τη σκέψη να ανατρέξει, καθώς βλέπουμε την προτομή του σημαντικότερου γλύπτη της νεότερης Ελλάδας, του Γιαννούλη Χαλεπά, στη βασανισμένη ζωή και στο σπουδαίο έργο του. Για άλλη μια φορά αναλογιζόμαστε πόσο κοντά είναι τα όρια της τρέλας με τη μεγαλοφυΐα! 
Στο Μουσείο του Γιαννούλη Χαλεπά

Μικρή αποζημίωση το παραθαλάσσιο χωριό, ο Πάνορμος, όπου στο μικρό, γραφικό λιμάνι, απολαμβάνουμε το φρέσκο ψάρι.
Πάνορμος

Τελευταίος, απαραίτητος σταθμός πριν αποχαιρετήσουμε την Τήνο και επιστρέψουμε στη Σύρο, το προσκύνημα στην Παναγία. Ψιλοβρέχει. Ερημιά. Πουθενά τα πλήθη που συρρέουν εδώ στη γιορτή της. Μια γυναίκα ανεβαίνει γονατιστή τα σκαλοπάτια. Ποιος ξέρει ποιο απελπισμένο τάμα εκπληρώνει… Τα αφιερώματα καλύπτουν την εικόνα, πνίγουν ολόκληρο τον ναό. Λαμπάδες, κεριά, λαδάκι, αγίασμα, ύστατη καταφυγή της ανθρώπινης αδυναμίας… 


Στην Παναγία της Τήνου

Την επομένη αναχωρούμε από τη Σύρο. Μαζί με τη γλυκιά γεύση του πιο παραδοσιακού της προϊόντος, των λουκουμιών, κουβαλάμε και τις όμορφες αναμνήσεις που μας χάρισε. Καθώς το πλοίο εγκαταλείπει το λιμάνι κι εμείς με την αδιόρατη θλίψη του αποχωρισμού την αποχαιρετούμε, η σκέψη στρέφεται πίσω, στις τέσσερις μέρες που ζήσαμε στο όμορφο, κυκλαδίτικο νησί. Αναλογίζομαι την περιήγησή μας στην Ερμούπολη, το κοπιαστικό ανέβασμα στην Άνω Σύρο, την περιδιάβαση στα γραφικά χωριουδάκια της υπαίθρου, τις θλιμμένες καμπάνες της Μ. Παρασκευής, τη χαρμόσυνη νύχτα του Χριστός Ανέστη και για άλλη μια φορά ψιθυρίζω: Ελλάδα, αγαπημένη Ελλάδα…






"Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε" (Ελύτης)



Ηλιοβασίλεμα στο Αιγαίο. Ελλάδα...αγαπημένη Ελλάδα...



Τρίτη, Μαΐου 10, 2016

Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ

Γκαϊτό Γκαζντάνοφ
Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ
Αντίποδες, 2015
Μετάφραση:Ελένη Μπακοπούλου
Επίμετρο: Χρήστος Αστερίου
Όταν, παρακινημένη από τις ευμενείς κριτικές bloggers που πολύ εκτιμώ (π.χ. Διαβάζοντας, Librofilo, ΒΙΛΒΛΙΟΚΑΦΕ) αναζήτησα στο βιβλιοπωλείο "Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ", η υπάλληλος, αν και αρκετά ενημερωμένη, δυσκολεύτηκε να το εντοπίσει. Το αναζητούσε στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, ενώ αυτό είχε ταξινομηθεί στους Ρώσους κλασικούς. Ρώσος κλασικός ο άγνωστος αυτός συγγραφέας; Κι όμως η σύντομη αυτή νουβέλα νομίζω δικαιολογεί πλήρως τον χαρακτηρισμό. Ένα μικρό βιβλίο που βυθίζει τον αναγνώστη σε σκέψεις για τον πόλεμο, για τον έρωτα, τη ζωή και τον θάνατο, για το τυχαίο και τη μοίρα. 
Αρχίζει μ' ένα εντυπωσιακό επεισόδιο. Ένας νεαρός, έφηβος, που πολεμά με το μέρος των Λευκών στα χρόνια του Ρωσικού εμφυλίου, συναντά έναν αντίπαλο καβαλάρη, ο οποίος τον πυροβολεί, αλλά πετυχαίνει μόνο το άλογο του νεαρού. Αυτός ανταποδίδοντας πυροβολεί και σκοτώνει τον άγνωστο καβαλάρη. Ο πόλεμος τελειώνει, ο νεαρός χρόνια αργότερα, ενώ βρίσκεται στο Παρίσι εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, διαβάζει τυχαία μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο "Θα έρθω αύριο", ενός άγνωστου Άγγλου συγγραφέα, ονόματι Αλεξάντρ Βολφ. Το τρίτο διήγημα της συλλογής με τίτλο "Περιπέτεια στη στέπα" τον συγκλονίζει. Σ' αυτό περιγραφόταν με κάθε λεπτομέρεια το παλιό εκείνο επεισόδιο του εμφυλίου, αλλά από την πλευρά του άγνωστου καβαλάρη, τον οποίο νόμιζε ότι είχε σκοτώσει. Αρχίζει να αναζητά τον άγνωστο συγγραφέα, μια αναζήτηση που θα κρατήσει ολόκληρο το βιβλίο. Στο μεταξύ παρεμβάλλονται επεισόδια που δίνουν την εντύπωση του ασύνδετου, του άσχετου με το κεντρικό θέμα. Για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή ενός αγώνα πυγμαχίας, ο έρωτας του αφηγητή με την Γιελένα Νικολάγιεβνα, η εκτενής εξιστόρηση της Γιελένα για μια περασμένη της σχέση, η συνάντηση και γνωριμία με έναν άλλο Ρώσο, τον Βοσνιεσένσκι και η δική του αφήγηση κ. ά. όλα έχουν μια πολύ χαλαρή σύνδεση. Όμως στην πορεία όλα δένονται για την τελική σκηνή, για το τέλος της αναζήτησης του Βολφ.
Έχω την άποψη πως η υπόθεση, ο μύθος, είναι το τελευταίο που πρέπει να απασχολεί τον αναγνώστη ενός τέτοιου βιβλίου. Η αξία του έγκειται στις σκέψεις, στον προβληματισμό που δημιουργεί για θέματα που έχουν επανειλημμένα τεθεί, αλλά που πάντα τίθενται και θα τίθενται ως φιλοσοφικά ερωτήματα. Γιατί ο άνθρωπος δεν θα πάψει ποτέ να αναρωτιέται για το "τι" και το "γιατί" αυτού του κόσμου.
Σημ.1. Χρησιμότατο το επίμετρο του Χρήστου Αστερίου  στο οποίο, μεταξύ άλλων, υποδεικνύεται και η επίδραση που άσκησαν στον Γκαϊτάνοφ ο Πόε και ο Προυστ.
2. Ωραιότατη και η μετάφραση της Μπακοπούλου. Λέξεις όπως "ακηδία" ή "δυσπερίγραπτος" και άλλες ανάλογες, δεν είναι συνήθεις στις μεταφράσεις.

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2016

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Γιάννης Μακριδάκης
Η δεξιά τσέπη του ράσου
Εστία, 2010
Διερωτώμαι γιατί άργησα τόσο να ανακαλύψω αυτό το εξαιρετικό, μικρό βιβλίο (νουβέλα κατά τους εκδότες), ούτε θυμάμαι τώρα σε ποιο blog ή άλλη δημοσίευση το εντόπισα, για να ευχαριστήσω αυτόν που με την παρουσίασή του μ' έκανε να το αναζητήσω.
Το βιβλίο με αιχμαλώτισε από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη αράδα που καρφώνεται στη σκέψη όπως περίφημες, εναρκτήριες φράσεις από γνωστά έργα ("Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς"-Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, "Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους"-Άννα Καρένινα κ.λπ.).
"Τη νύχτα που πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ. Έκανε τρία κουτάβια σαν θρεμμένα ποντικάκια". Δεν μπορείς να μην συνεχίσεις μετά από μια τέτοια φράση, μετά από μια τέτοια αντίθεση. Μια αντίθεση που θα κρατήσει σ' όλο το βιβλίο, που χωρίς να περιγράφεται, χωρίς να αναλύεται, απλώς σου υποβάλλεται μέσα από τις εικόνες και την εξέλιξη της ιστορίας.
Βρισκόμαστε σ' ένα μικρομονάστηρο, στην Παναγιά τ' Ακρωτηριού, χτισμένο πάνω σ' ένα απόκρημνο βράχο, πάνω από τη θάλασσα, σ' ένα νησί που δεν κατονομάζεται. Όμως τόσο η τοποθεσία όσο και η καταγωγή του συγγραφέα δεν αφήνουν αμφιβολία ότι πρόκειται για τη Χίο. Σ' αυτό το απομονωμένο και ρημαγμένο απ' τον χρόνο μοναστήρι ζει ο Βικέντιος, ο μόνος από τους μοναχούς που έχει απομείνει. Εξακολουθεί να τελεί τα μοναστικά του καθήκοντα, τις προσευχές, τις λειτουργίες, τις νηστείες, φροντίζει τα ζωντανά του μοναστηριού (μου άρεσε το "όρνιθες" που χρησιμοποιούμε κι εμείς στην Κύπρο αντί του "κότες"), δέχεται πότε-πότε κόσμο που έρχεται να επισκεφθεί το μοναστήρι, αλλά η μοναξιά, ακόμα και για έναν καλόγερο, είναι αφόρητη. Αυτή τη μοναξιά έρχεται να συντροφέψει μια σκυλίτσα που του χάρισαν και που την ονόμασε Σίσσυ. Πόση τρυφερότητα και πόση αγνότητα κρύβει ο μοναδικός ερωτικός υπαινιγμός ότι το όνομα αυτό το είχε ένα κορίτσι που του άρεσε στα δεκαπέντε του χρόνια-δεκαεφτά χρονών μπήκε στο μοναστήρι! Η σκυλίτσα μένει έγκυος, ο Βικέντιος με αγωνία παρακολουθεί τον επώδυνο τοκετό, μετά από τον οποίο η Σίσσυ πεθαίνει, το ίδιο βράδυ που από το ραδιόφωνο ο Βικέντιος ακούει ότι πέθανε και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Η σελίδα (σ. 28) στην οποία αφενός ο εκφωνητής αναγγέλλει την άφιξη των επισήμων στο σπίτι του αποβιώσαντος Χριστόδουλου, οι οποίοι με θλιμμένο ύφος ετοιμάζονται να κάνουν δηλώσεις και από την άλλη τα ειλικρινή δάκρυα και η σπαρακτική κραυγή του Βικέντιου καθώς αντικρίζει νεκρή τη σκυλίτσα, είναι από τις πιο ωραίες σελίδες που έχω διαβάσει εδώ και καιρό. Λίγο αργότερα κι ενώ αρχίζουν οι καυγάδες και οι ίντριγκες για τη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου, ο Βικέντιος βάζει στη δεξιά τσέπη του ράσου του και κουβαλάει μαζί του τα κουτάβια, αγωνιζόμενος να τα κρατήσει ζεστά και ζωντανά, ταΐζοντάς τα με σύριγγα. Τελικά θα κατορθώσει να σώσει μόνο το ένα.
Ο χαρακτήρας του μοναχού, απλός, αγαθός, γνήσια πιστός, η γλώσσα του Μακριδάκη που συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ποιητικότητα, το  τοπίο του μοναστηριού που θυμίζει τόσα ερημικά, ελληνικά ξωκλήσια, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτέχνημα. Νομίζω δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός γι' αυτό το ευσύνοπτο βιβλίο από την καταληκτήρια φράση του: "Όμορφα πράγματα".

Παρασκευή, Απριλίου 08, 2016

Ελλάδα και Μάης μαζί!

Βιρτζίνια Γουλφ
Ελλάδα και Μάης μαζί!
Μετ. Μαρία Τσάτσου
Επιμέλεια, Άρης Μπερλής
ύψιλον/βιβλία, 1996 (β΄ έκδοση)
Αν θέλει κανείς σήμερα να ξεφύγει, για λίγο έστω, από τη δυσοσμία των σκανδάλων που μας πνίγει, από την Ελλάδα-Κύπρο των χρεών, της ανεργίας, της διαφθοράς, του άγχους, της καταστροφής του περιβάλλοντος, ας ρίξει μια ματιά στο μικρό αυτό βιβλιαράκι των 63 μόλις σελίδων. Περιέχει αποσπάσματα από το ημερολόγιο και από επιστολές που έγραψε σε συγγενείς ή φίλους η Βιρτζίνια Γουλφ, όταν για δεύτερη φορά επισκέφθηκε την Ελλάδα. Η πρώτη φορά ήταν το 1906. Ήταν τότε 24 χρονών και συνταξίδεψε με τρία αδέλφια της και μια φίλη. Η δεύτερη  επίσκεψη, με τον άντρα της κι ένα φίλο κριτικό με την αδερφή του, διάρκεσε από τις 15 Απριλίου ως τις 12 Μαΐου του 1932.  Είναι πια 50 χρονών, μια καταξιωμένη συγγραφέας.
 Μέσα από τα μεταφρασμενα αποσπάσματα προβάλλει η εικόνα μιας άλλης Ελλάδας. Όχι ότι τότε η Ελλάδα ήταν χωρίς προβλήματα. Και τότε υπήρχε φτώχεια και χρέη και πολιτικές αναταραχές. (Είναι χαρακτηριστικό ότι διανύοντας το μέρος του ταξιδιού από την Ιταλία προς την Ελλάδα με το ατμόπλοιο "Τέβερε", συνταξίδεψε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν εκείνος επέστρεφε από την Ελβετία. Είχε προσφωνήσει την Κοινωνία των Εθνώνν, όπου ζήτησε δάνειο 50 εκατομμυρίων  δολαρίων και την άρση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας-κούρεμα δηλαδή!) Όμως τουλάχιστον ήταν ακόμα η Ελλάδα με ανόθευτη τη φύση, με πιο απλή ζωή, με πιο ευπροσήγορους ανθρώπους. 
Ελάχιστα μόνο αποσπάσματα θα παραθέσω που μας βοηθούν, όπως γράφει και ο επιμελητής της έκδοσης Άρης Μπερλής, "να διαβάσουμε τη ζωντανή περιγραφή μιας όμορφης χώρας, μιας ουτοπίας, που μια μεγάλη συγγραφεύς κάποτε επισκέφθηκε. Μιας χώρας παραμυθένιας τόσο για κείνη όσο και για μας". Και η μεταφράστρια συνοψίζει: "Γοητευτικότερη εικόνα της Ελλάδας δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ούτε πιο ενθουσιαστική, ή πιο καλόπιστα χιουμοριστική".
Γράφει η Γουλφ:
-"Αλλά τι μορώ να πω για τον Παρθενώνα (...) οι κίτρινοι κίονες-πώς να το πω; όλοι μαζί, σαν σύνολο, ακτινοβολούσαν πάνω στο βράχο, με φόντο τον πιο βίαιο ουρανό, χτυπητό ψυχρό γαλάζιο, κι ύστερα μαύρο του ανθρακίτη (...) Ο ναός σαν πλοίο, δονείται, τεντώνεται, πλέει, αν και ακίνητος, διασχίζοντας τους αιώνες"
-Τώρα ξεκινάμε για τον Υμηττό, και χτες πήγαμε με το καράβι στην Αίγινα, και είδαμε τον ωραιότερο ναό που υπάρχει, κι ένα νησί γεμάτο πεζούλες με ελιές και αγριολούλουδα, κι η θάλασσα να χύνεται ορμητικά μέσα στους κόλπους (...) Πήγαμε στο Δαφνί και περπατήσαμε μέσα στους ελαιώνες, και στο Σούνιο, ο ναός σ' ένα βράχο απόκρημνο, αλλά απαλό από τα λουλούδια, όλα πάλι όχι μεγαλύτερα από μαργαριτάρια ή τοπάζια".
- Στ' αλήθεια είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολύ πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα, όπου μπορείς να ζήσεις.
-Γιατί δεν μου είπες ποτέ ότι η Ελλάδα είναι όμορφη; Γιατί δεν ανέφερες ποτέ τη θάλασσα και τους λόφους, τις κοιλάδες και τα λουλούδια; Μόνον εγώ έχω μάτια και βλέπω; Έθελ, σου το αναγγέλλω επισήμως: η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Ο Μάης είναι η πιο όμορφη εποχή του χρόνου. Ελλάδα και Μάης μαζί!" 

Κυριακή, Μαρτίου 27, 2016

Ο αχός της εποχής

Julian Barns
Ο αχός της εποχής
Μεταίχμιο 2016
Μετ. Θωμάς Σκάσσης
(ebook) 
Δεν ξέρω αν ο Τζούλιαν Μπαρνς έχει στερέψει από έμπνευση ή αν εξαρχής είχε υπερτιμηθεί, αν είχε προβληθεί περισσότερο από όσο άξιζε. Τα δυο τελευταία βιβλία του, "Τα τρία επίπεδα της ζωής" και τώρα "Ο αχός της σιωπής", στερούνται έμπνευσης. Και τα δυο στηρίζονται και αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Το πρώτο, στην ιστορία της αεροναυτικής και της φωτογραφίας, καθώς και στην προσωπική του εμπειρία από τον θάνατο της γυναίκας του, το δεύτερο, στη βιογραφία του Σοστακόβιτς. Καλογραμμένα βέβαια βιβλία, ελκυστικά και ενδιαφέροντα για τον αναγνώστη, χωρίς όμως πρωτοτυπία, χωρίς το ευχάριστο ξάφνιασμα που μας έδωσε το "Ένα κάποιο τέλος".
"Ο αχός" είναι ο αχός της Σοβιετικής εποχής του Στάλιν, που ως ένα βαθμό συνεχίστηκε και στην εποχή του Χρουστσόφ. Αυτή η εποχή φαίνεται να ενδιαφέρει τον συγγραφέα και πώς αυτή επηρέαασε έναν καταξιωμένο συνθέτη, τον Ντμίτρι Ντμιετρίεβιτς Σοστακόβιτς. Δεν είναι ούτε καθαρή ούτε μυθιστορηματική βιογραφία. Τα γεγονότα της ζωής του μουσουργού αναφέρονται βέβαια, αλλά σύντομα, δεν τους δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Η γέννηση (1906), οι τρεις γάμοι, τα δυο παιδιά του, ο θάνατός του (1975) σηματοδοτούν κάποιους σταθμούς, αλλά δεν είναι αυτά το κύριο θέμα. Θέμα είναι η μουσική δημιουργία του συνθέτη και η σχέση του με το ανελεύθερο, τρομοκρατικό, προσωποπαγές καθεστώς της Σταλινοκρατίας. Ένα καθεστώς (που ξέρουμε βέβαια από πληθώρα άλλων έργων), που τη μια στιγμή αποκηρύσσει ένα έργο ή ένα πρόσωπο και την άλλη στιγμή μπορεί να το αποθεώνει ή το αντίθετο. Για παράδειγμα, η όπερα του Σοστακόβιτς "Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ" γνώρισε μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Έφτασε όμως μια απαξίωση από τον Στάλιν για να αρχίσει μια σειρά άρθρων στην "Πράβδα" που αποκήρυσσε το έργο και δυσφημούσε τον συνθέτη. Φοβούμενος τότε ο Σοστακόβιτς μήπως συλληφθεί, ετοίμασε ένα βαλιτσάκι με τα απαραίτητα και για πολλές νύχτες καθόταν πλάι στο ασανσέρ και περίμενε, μη θέλοντας να τον συλλάβουν μέσα στο σπίτι, για να μην ταραχτεί η οικογένειά του.
Χιούμορ και ειρωνεία διατρέχουν το βιβλίο και είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να απολαύσει ο αναγνώστης. Άλλωστε, "το μασκάρεμα της αλήθειας είναι η ειρωνεία", λέει κάπου. Το 1937, ο Σοστακόβιτς καλείται για ανάκριση. Την επομένη όμως, όταν επρόκειτο να συνεχιστεί η ανάκριση, ο ανακριτής του, κάποιος Ζακρέφσκι, είχε ο ίδιος εξαφανιστεί! Πιθανότατα εκκαθαριστεί!
Ωραίος και ειρωνικός είναι κι  ένας τηλεφωνικός διάλογος μεταξύ του Σοστακόβιτς και του Στάλιν, όταν ο δικτάτορας προσπαθεί να πείσει τον μουσουργό να συμμετάσχει το 1949 σ' ένα συνέδριο για την ειρήνη στις Η.Π.Α., όπου τελικά αναγκάζεται να πάει.  Και βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση όταν τον ρωτούν για το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. 
Και πόση ειρωνεία κρύβει η φράση, "Πόσο εύκολο ήταν να είσαι κομμουνιστής όταν δεν ζούσες σε κομμουνιστική χώρα", φράση που λέγεται για τον Πικάσο, για τον οποίο ο Σοστακόβιτς εκφράζεται με απαξίωση, γιατί ζωγράφιζε παντού το περιστέρι της ειρήνης, δεν έλεγε όμως τίποτα για όσους υπέφεραν από το καθεστώς. 
Ο Σοστακόβιτς άργησε να γίνει μέλος του κόμματος, έλεγε μάλιστα ότι αναγκάστηκε να γίνει για να μπορέσει να προεδρεύσει της Ένωσης Συνθετών. Η στάση του απέναντι στο κόμμα δεν διευκρινίζεται. Γεγονός όμως είναι, όπως αναφέρει ο Μπαρνς, ότι απολάμβανε ό,τι μπορούσε να του προσφερθεί. Είχε αυτοκίνητο, υπηρέτες, ντάτσα, τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Συμμορφώθηκε άραγε από φόβο; Από δειλία; Ή πράγματι συμφωνούσε; Ο Μπαρνς καταθέτει γεγονότα. Από κει και πέρα τα συμπεράσματα δικά μας.