Δευτέρα, Μαΐου 16, 2016

Πάσχα στη γλυκιά Σύρο




Το λιμάνι της Σύρου


 Είναι όμορφη η Σύρος; Μας ρωτούν φίλοι που δεν έτυχε να την επισκεφθούν. Ναι, είναι όμορφη, παρ’ όλο ότι είναι το πιο βραχώδες, το πιο άδεντρο ελληνικό νησί που έχω δει. Έχει όμως τη δική της ιδιαιτερότητα, κι ας κουραστήκαμε να ανεβοκατεβαίνουμε τα ανηφορικά της δρομάκια και τα αναρίθμητα σκαλοπάτια της. 
Περπατώντας στα δρομάκια της Σύρου
Η εμφάνισή της δεν φαίνεται να έχει αλλάξει και πολύ από τότε, χρόνια πριν, που ο λογοτέχνης-ταξιδευτής Κώστας Ουράνης μας άφησε την περιγραφή και τις εντυπώσεις του: «Η Σύρος, από τη θάλασσα, είναι σαν μια εξαίσια ακουαρέλα. Δυο ψηλοί κωνικοί λόφοι, σκεπασμένοι από τη ρίζα τους ως την κορφή με άσπρα, ρόδινα και γαλάζια σπίτια, καθρεφτίζονται πάνω στα γαλήνια νερά. Οι δυο αυτοί λόφοι είναι δυο κόσμοι. Ο ένας είναι η νέα πόλη, η Ερμούπολη, που φάνηκε μια εποχή να δικαιολογεί την ονομασία της, γιατί είχε γίνει ένα μεγάλο εμπορικό και ναυτικό κέντρο.
[…] Στον άλλο λόφο-αριστερά σ’ όποιον μπαίνει στο λιμάνι-είναι η παλιά πόλη. Τη στεφανώνει μια πανάρχαια καθολική μητρόπολη, που χρονολογείται, όπως λένε, από τον καιρό του Λουδοβίκου ΙΒ΄» (Κώστας Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα, 1949).
Η Άνω Σύρος
Ήδη από μακριά, διασχίζοντας μια ακύμαντη, ήρεμη θάλασσα, αντικρίζουμε τους δυο λόφους. Δεν διακρίνω την καθολική μητρόπολη που αναφέρει ο Ουράνης. Δεσπόζει ο γαλάζιος τρούλος του Αγίου Νικολάου, της πανέμορφης εκκλησιάς, στην οποία και θα παρακολουθήσουμε τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας.
Θα περιηγηθούμε πρώτα τη νέα πόλη, που τα γενέθλιά της ανάγονται στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Τότε που Χιώτες και Ψαριανοί, φεύγοντας τους διωγμούς των Τούρκων, βρήκαν καταφύγιο σε τούτο το νησί που απολάμβανε ειδικά προνόμια από τον Σουλτάνο. Μαζί τους έφεραν το ναυτικό και εμπορικό τους πνεύμα, την πόλη την ονόμασαν πόλη του Ερμή-Ερμούπολη και μια περίοδος μεγάλης ανάπτυξης ξεκίνησε για το νησί.
Μα ο Ερμής είναι δισυπόστατη θεότητα. Είναι ο Κερδώος Ερμής, αλλά είναι και ο Λόγιος. Πουθενά αλλού ίσως δεν συνδυάστηκαν τόσο αρμονικά οι δυο αυτές ιδιότητες όσο στη Σύρο. Παράλληλα με την οικονομική δραστηριότητα και ευημερία η Σύρος γνώρισε μια πνευματική ακτινοβολία μοναδική και πρωτόγνωρη για την εποχή. Όταν ακόμα η υπόλοιπη Ελλάδα αγωνιζόταν για να ολοκληρώσει την ελευθερία της ή να ξεπληρώσει τα χρέη της, οι Ερμουπολίτες είχαν δημόσια και ιδιωτικά σχολεία, είχαν ένα Δημοτικό Μέγαρο που θα ζήλευαν ακόμα και σήμερα πολλές πόλεις κι ένα Δημοτικό θέατρο, το περίφημο θέατρο Απόλλων, που λειτούργησε ήδη το 1864!
Η πλατεία Μιαούλη
 Είναι πραγματική απόλαυση να διασχίζεις την απέραντη πλατεία της πόλης, την πλατεία Μιαούλη, όπου κόσμος πηγαινοέρχεται ή κάθεται στις γύρω καφετέριες, παιδιά τρέχουν παίζοντας και μια μαρμάρινη εξέδρα με ανάγλυφες παραστάσεις του Απόλλωνα και των Μουσών φιλοξενεί τη φιλαρμονική της πόλης.
Το Δημαρχείο
Στη μια πλευρά της πλατείας υψώνεται το Δημαρχείο, πραγματικό κόσμημα της πλατείας και της πόλης, έργο του τέλους του 19ου αι. σε σχέδια του Τσίλλερ. Με τη φαρδιά, μαρμάρινη σκάλα στην πρόσοψη, με δωρικούς και ιωνικούς κίονες, έχει μια απλότητα και μια αρχοντιά τόσο εξωτερικά όσο κι εσωτερικά, που συναρπάζει.
Δίπλα η Βιβλιοθήκη. Στο μικρό κηπάκι μπροστά από την είσοδό της οι προτομές του Ροΐδη, του Βικέλα, του Σουρή, φόρος τιμής των Συριανών στα μεγάλα τέκνα του νησιού τους.
Η Βιβλιοθήκη της Σύρου
Το πραγματικό στολίδι όμως της Σύρου, μοναδικό στον Ελληνισμό για την εποχή που χτίστηκε, είναι το θέατρο Απόλλων. Κτισμένο με βάση ιταλικά πρότυπα (κάποιοι ισχυρίζονται με βάση τη Σκάλα του Μιλάνου), με θεωρεία και εξώστη, με οροφογραφήματα που απεικονίζουν συνθέτες και ποιητές, με χώρο για ορχήστρα… Μας λένε πως κάποτε είχε παραμεληθεί το θέατρο, είχε γίνει κινηματογράφος, μια φορά θέλησαν να το γκρεμίσουν. Μα οι κάτοικοι οργανώθηκαν, έκαναν διαδήλωση, το θέατρο σώθηκε, ανακαινίστηκε, φιλοξενεί παραστάσεις και άλλες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Δεν μπορώ να διανοηθώ στον τόπο μας διαδήλωση για να σωθεί ένα έργο πολιτισμού! Ζηλεύω. Ζηλεύω για  όλα αυτά τα πνευματικά δημιουργήματα ενός νησιού μόλις 20 χιλιάδων κατοίκων και με θλίψη συγκρίνω με το δικό μας απαράδεχτο καινούριο θέατρο και τον αρχοντοχωριατισμό που μας διακρίνει.
Στο θέατρο Απόλλων
Σαν μια ξεχωριστή πολιτεία φαντάζει η Άνω Σύρος και η επίσκεψή μας σ’ αυτήν ήταν το πιο κουραστικό αλλά ίσως και το πιο όμορφο μέρος του ταξιδιού μας. Κατοικημένη συνεχώς από τις αρχές του 13ου αι. μοιάζει σαν συνοικία μιας άλλης, περασμένης εποχής. Αμέτρητα σκαλοπάτια, στενά δρομάκια, σπίτια τόσο πυκνά κτισμένα που η ταράτσα του ενός αποτελεί την αυλή του άλλου χαρίζει μοναδική απόλαυση, σ’ όσους βέβαια αντέχουν ν’ ανεβούν. Εννοείται πως κανένα τροχοφόρο δεν μπορεί να κινηθεί εδώ. Στην κορυφή δεσπόζει η  Καθολική Μητρόπολη, ο Άγιος Γεώργιος, Σα Τζώρτζης για τους ντόπιους. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Σύρου είναι η ύπαρξη της καθολικής κοινότητας. Περίπου οι μισοί κάτοικοι της Σύρου είναι Καθολικοί, ζώντας σε απόλυτη και ειρηνική αρμονία με τους Ορθοδόξους, γιορτάζοντας ταυτόχρονα το Πάσχα. Ζήσαμε την αρμονική αυτή συνύπαρξη το βράδυ της Μ. Παρασκευής. Στην πλατεία Μιαούλη πρώτα βγήκε ο Επιτάφιος των Καθολικών. Εξαιρετικοί ύμνοι στα Λατινικά δημιούργησαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, την οποία σε λίγο διαδέχτηκαν οι βυζαντινοί ύμνοι των ορθόδοξων επιταφίων.
Ανηφορίζοντας στην Άνω Σύρο
Οι πιο πολλοί από όσους ανεβήκαμε τα σκαλοπάτια της Άνω Σύρου δεν τολμήσαμε (ή δεν αντέξαμε!) να φτάσουμε ως την κορυφή. Σταματήσαμε λίγο πιο κάτω, σε μια άλλη καθολική εκκλησία, του Αγίου Ιωάννη. Ο Επιτάφιος ακόμα στολισμένος, το νεκρό σώμα του Χριστού καλυμμένο με λουλούδια, περιμένει την Ανάσταση.
Καθολικός Επιτάφιος

Από τα αξιοθέατα της Άνω Σύρου ξεχωρίζει το μικρό μουσείο του μεγάλου ρεμπέτη, του Μάρκου Βαμβακάρη. Το μπουζούκι, ένα κομπολόι, μια τραγιάσκα, ένα παλιό γραμμόφωνο, ενθυμήματα του δημιουργού της «Φραγκοσυριανής», εκτίθενται στο μουσείο.
Δρομάκι στην Άνω Σύρο

Στο Μουσείο Βαμβακάρη
Αμέτρητες οι εκκλησιές της Σύρου, τόσες που νομίζω θα αρκούσαν για να γίνει η Σύρος από μόνη της θρησκευτικός, τουριστικός προορισμός. Αδύνατο, φυσικά, να τις επισκεφθούμε όλες. Αλλά σίγουρα δεν μπορούμε να παραλείψουμε τον Άγιο Νικόλαο (των πλουσίων, όπως λέγεται, για να ξεχωρίζει από τον άλλο Άγιο Νικόλαο, των φτωχών). 
"Δεύτε λάβετε φως"-Στον Άγιο Νικόλαο
 Έργο του 1848, εγκαινιάστηκε το 1870. Με έντονο τον συνδυασμό δυτικότροπων και βυζαντινών στοιχείων δεσπόζει στην  αριστοκρατική συνοικία Βαπόρια με τα παλιά αρχοντικά. Κυριαρχεί σ’ αυτόν  το χρώμα και το μάρμαρο. Μαρμάρινοι κίονες με  κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα, μαρμάρινο το τέμπλο, ο άμβωνας, ο δεσποτικός θρόνος. Ακόμα πιο παλιά η εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου (1828). 
Η Κοίμηση της Θεοτόκου του Θεοτοκόπουλου
Από τα πρώτα κτίσματα των Ψαριανών που κατέφυγαν εδώ, που μαζί τους έφεραν και το πιο πολύτιμο απόκτημα του ναού αυτού. Ένα αυθεντικό έργο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, την Κοίμηση της Θεοτόκου. Πρώιμο έργο του μεγάλου ζωγράφου, χωρίς ακόμα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της τέχνης του που ανέπτυξε αργότερα, αλλά χωρίς αμφιβολία δικό του έργο. Όχι μόνο η φράση στην εικόνα «Δομήνικος Θεοτοκόπουλος ο δείξας» αλλά και η εξέταση του μικρού πίνακα από ειδικούς, έδειξε την αυθεντικότητά του.
Όλως παραδόξως, στο κτήριο πλάι στην εκκλησιά διακρίνουμε την επιγραφή «Καζίνο»! Ναι, είναι το καζίνο της Σύρου που λειτουργεί από το 1997. Φυσικά για κάποιους από μας μια επίσκεψη ήταν κι εδώ επιβεβλημένη! Μικρό, συμπαθητικό, με πολύ πρόθυμο και εξυπηρετικό προσωπικό, υπήρξε κι αυτό μια από τις Συριανές μας εμπειρίες.
Δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε η ύπαιθρος της Σύρου. Πολύ μικρά χωριά, οικισμοί καλύτερα, διανθίζουν το άδεντρο, συριανό τοπίο και μόνο όπου συναντάμε το γαλάζιο της θάλασσας η ατμόσφαιρα ομορφαίνει. Μ’ αρέσει όταν τοπία γίνονται σκηνικά για έργα της φαντασίας. Όπως εδώ που με ενθουσιάζει ένα παλιό, κόκκινο σπίτι σ’ ένα ύψωμα, που κατά τον ξεναγό μας ήταν το σπίτι της Γαλλίδας από το μυθιστόρημα του Καραγάτση «Μεγάλη Χίμαιρα». «Απ’ αυτό το μονοπάτι», μας λέει, «κατέβαινε η Γαλλίδα στη θάλασσα». Άραγε τι προηγήθηκε, η πραγματικότητα ή η φαντασία; Σκέφτομαι πως πρέπει δίχως άλλο να ξαναδιαβάσω το βιβλίο που πρωτοδιάβασα… μερικές δεκαετίες πριν.
Αντικρίζοντας την Τήνο
Σύρος. "Άξιον εστί το κύμα που αγριεύει"-Ελύτης



Μονοήμερη επίσκεψη στην Τήνο.

Δεν νομίζω να είναι πολλοί οι Έλληνες που δεν έχουν επισκεφθεί το ιερό νησί, την Τήνο. Όμως, τόσο κοντά στη Σύρο, μόνο μισή ώρα με το καράβι, δεν μπορούμε να την παραλείψουμε. Ιδιαιτερότητα αυτή τη φορά, εκτός από το προσκύνημα στη γνωστή εκκλησία, και  η περιήγησή μας στο υπόλοιπο νησί. Στενοί, γεμάτοι στροφές δρόμοι, όμως τα χωριουδάκια που απροειδοποίητα μας αποκαλύπτονται σε κάθε στροφή ομορφαίνουν τη διαδρομή. Πρώτος μας σταθμός η Μονή Κεχροβουνίου, συνδεδεμένη με την εκκλησία της Τήνου. 
Το ησυχαστήριο της Αγίας Πελαγίας
 Εδώ μόνασε η Αγία Πελαγία (1752-1834), στην οποία σε όραμα αποκάλυψε η Παναγία το μέρος όπου βρέθηκε η γνωστή, θαυματουργή εικόνα του Ευαγγελισμού. Καμιά από τις πενήντα μοναχές που ζουν εδώ δεν βλέπουμε, όμως οι κάτασπρες αυλές, η αστραφτερή καθαριότητα, τα φροντισμένα λουλούδια, μαρτυρούν τη γυναικεία παρουσία. Το κελί της Αγίας, μικρό, απέριττο, με την πέτρα για μαξιλάρι, προκαλεί το δέος ακόμα και σ’ αυτούς που δεν πιστεύουν.
"Σ' αυτές τις κάτασπρες αυλές όπου φυσά ο νοτιάς σφυρίζοντας σε θολωτές καμάρες" (Ελύτης)

 
Το χωριό Πύργος

Κάτασπρο φαντάζει από μακριά το χωριό των Τηνίων καλλιτεχνών, το μεγαλύτερο χωριό της Τήνου, ο Πύργος. Οι προσδοκίες μας για μια επίσκεψη στο μουσείο τους ματαιώνονται. Δευτέρα, τα μουσεία κλειστά. Όμως αυτό δεν εμποδίζει τη σκέψη να ανατρέξει, καθώς βλέπουμε την προτομή του σημαντικότερου γλύπτη της νεότερης Ελλάδας, του Γιαννούλη Χαλεπά, στη βασανισμένη ζωή και στο σπουδαίο έργο του. Για άλλη μια φορά αναλογιζόμαστε πόσο κοντά είναι τα όρια της τρέλας με τη μεγαλοφυΐα! 
Στο Μουσείο του Γιαννούλη Χαλεπά

Μικρή αποζημίωση το παραθαλάσσιο χωριό, ο Πάνορμος, όπου στο μικρό, γραφικό λιμάνι, απολαμβάνουμε το φρέσκο ψάρι.
Πάνορμος

Τελευταίος, απαραίτητος σταθμός πριν αποχαιρετήσουμε την Τήνο και επιστρέψουμε στη Σύρο, το προσκύνημα στην Παναγία. Ψιλοβρέχει. Ερημιά. Πουθενά τα πλήθη που συρρέουν εδώ στη γιορτή της. Μια γυναίκα ανεβαίνει γονατιστή τα σκαλοπάτια. Ποιος ξέρει ποιο απελπισμένο τάμα εκπληρώνει… Τα αφιερώματα καλύπτουν την εικόνα, πνίγουν ολόκληρο τον ναό. Λαμπάδες, κεριά, λαδάκι, αγίασμα, ύστατη καταφυγή της ανθρώπινης αδυναμίας… 


Στην Παναγία της Τήνου

Την επομένη αναχωρούμε από τη Σύρο. Μαζί με τη γλυκιά γεύση του πιο παραδοσιακού της προϊόντος, των λουκουμιών, κουβαλάμε και τις όμορφες αναμνήσεις που μας χάρισε. Καθώς το πλοίο εγκαταλείπει το λιμάνι κι εμείς με την αδιόρατη θλίψη του αποχωρισμού την αποχαιρετούμε, η σκέψη στρέφεται πίσω, στις τέσσερις μέρες που ζήσαμε στο όμορφο, κυκλαδίτικο νησί. Αναλογίζομαι την περιήγησή μας στην Ερμούπολη, το κοπιαστικό ανέβασμα στην Άνω Σύρο, την περιδιάβαση στα γραφικά χωριουδάκια της υπαίθρου, τις θλιμμένες καμπάνες της Μ. Παρασκευής, τη χαρμόσυνη νύχτα του Χριστός Ανέστη και για άλλη μια φορά ψιθυρίζω: Ελλάδα, αγαπημένη Ελλάδα…






"Θεέ μου, τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε" (Ελύτης)



Ηλιοβασίλεμα στο Αιγαίο. Ελλάδα...αγαπημένη Ελλάδα...



Τρίτη, Μαΐου 10, 2016

Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ

Γκαϊτό Γκαζντάνοφ
Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ
Αντίποδες, 2015
Μετάφραση:Ελένη Μπακοπούλου
Επίμετρο: Χρήστος Αστερίου
Όταν, παρακινημένη από τις ευμενείς κριτικές bloggers που πολύ εκτιμώ (π.χ. Διαβάζοντας, Librofilo, ΒΙΛΒΛΙΟΚΑΦΕ) αναζήτησα στο βιβλιοπωλείο "Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ", η υπάλληλος, αν και αρκετά ενημερωμένη, δυσκολεύτηκε να το εντοπίσει. Το αναζητούσε στη μεταφρασμένη λογοτεχνία, ενώ αυτό είχε ταξινομηθεί στους Ρώσους κλασικούς. Ρώσος κλασικός ο άγνωστος αυτός συγγραφέας; Κι όμως η σύντομη αυτή νουβέλα νομίζω δικαιολογεί πλήρως τον χαρακτηρισμό. Ένα μικρό βιβλίο που βυθίζει τον αναγνώστη σε σκέψεις για τον πόλεμο, για τον έρωτα, τη ζωή και τον θάνατο, για το τυχαίο και τη μοίρα. 
Αρχίζει μ' ένα εντυπωσιακό επεισόδιο. Ένας νεαρός, έφηβος, που πολεμά με το μέρος των Λευκών στα χρόνια του Ρωσικού εμφυλίου, συναντά έναν αντίπαλο καβαλάρη, ο οποίος τον πυροβολεί, αλλά πετυχαίνει μόνο το άλογο του νεαρού. Αυτός ανταποδίδοντας πυροβολεί και σκοτώνει τον άγνωστο καβαλάρη. Ο πόλεμος τελειώνει, ο νεαρός χρόνια αργότερα, ενώ βρίσκεται στο Παρίσι εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, διαβάζει τυχαία μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο "Θα έρθω αύριο", ενός άγνωστου Άγγλου συγγραφέα, ονόματι Αλεξάντρ Βολφ. Το τρίτο διήγημα της συλλογής με τίτλο "Περιπέτεια στη στέπα" τον συγκλονίζει. Σ' αυτό περιγραφόταν με κάθε λεπτομέρεια το παλιό εκείνο επεισόδιο του εμφυλίου, αλλά από την πλευρά του άγνωστου καβαλάρη, τον οποίο νόμιζε ότι είχε σκοτώσει. Αρχίζει να αναζητά τον άγνωστο συγγραφέα, μια αναζήτηση που θα κρατήσει ολόκληρο το βιβλίο. Στο μεταξύ παρεμβάλλονται επεισόδια που δίνουν την εντύπωση του ασύνδετου, του άσχετου με το κεντρικό θέμα. Για παράδειγμα, η λεπτομερής περιγραφή ενός αγώνα πυγμαχίας, ο έρωτας του αφηγητή με την Γιελένα Νικολάγιεβνα, η εκτενής εξιστόρηση της Γιελένα για μια περασμένη της σχέση, η συνάντηση και γνωριμία με έναν άλλο Ρώσο, τον Βοσνιεσένσκι και η δική του αφήγηση κ. ά. όλα έχουν μια πολύ χαλαρή σύνδεση. Όμως στην πορεία όλα δένονται για την τελική σκηνή, για το τέλος της αναζήτησης του Βολφ.
Έχω την άποψη πως η υπόθεση, ο μύθος, είναι το τελευταίο που πρέπει να απασχολεί τον αναγνώστη ενός τέτοιου βιβλίου. Η αξία του έγκειται στις σκέψεις, στον προβληματισμό που δημιουργεί για θέματα που έχουν επανειλημμένα τεθεί, αλλά που πάντα τίθενται και θα τίθενται ως φιλοσοφικά ερωτήματα. Γιατί ο άνθρωπος δεν θα πάψει ποτέ να αναρωτιέται για το "τι" και το "γιατί" αυτού του κόσμου.
Σημ.1. Χρησιμότατο το επίμετρο του Χρήστου Αστερίου  στο οποίο, μεταξύ άλλων, υποδεικνύεται και η επίδραση που άσκησαν στον Γκαϊτάνοφ ο Πόε και ο Προυστ.
2. Ωραιότατη και η μετάφραση της Μπακοπούλου. Λέξεις όπως "ακηδία" ή "δυσπερίγραπτος" και άλλες ανάλογες, δεν είναι συνήθεις στις μεταφράσεις.

Δευτέρα, Απριλίου 18, 2016

Η δεξιά τσέπη του ράσου

Γιάννης Μακριδάκης
Η δεξιά τσέπη του ράσου
Εστία, 2010
Διερωτώμαι γιατί άργησα τόσο να ανακαλύψω αυτό το εξαιρετικό, μικρό βιβλίο (νουβέλα κατά τους εκδότες), ούτε θυμάμαι τώρα σε ποιο blog ή άλλη δημοσίευση το εντόπισα, για να ευχαριστήσω αυτόν που με την παρουσίασή του μ' έκανε να το αναζητήσω.
Το βιβλίο με αιχμαλώτισε από την πρώτη σελίδα, από την πρώτη αράδα που καρφώνεται στη σκέψη όπως περίφημες, εναρκτήριες φράσεις από γνωστά έργα ("Για χρόνια πλάγιαζα νωρίς"-Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, "Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους"-Άννα Καρένινα κ.λπ.).
"Τη νύχτα που πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος γέννησε η Σίσσυ. Έκανε τρία κουτάβια σαν θρεμμένα ποντικάκια". Δεν μπορείς να μην συνεχίσεις μετά από μια τέτοια φράση, μετά από μια τέτοια αντίθεση. Μια αντίθεση που θα κρατήσει σ' όλο το βιβλίο, που χωρίς να περιγράφεται, χωρίς να αναλύεται, απλώς σου υποβάλλεται μέσα από τις εικόνες και την εξέλιξη της ιστορίας.
Βρισκόμαστε σ' ένα μικρομονάστηρο, στην Παναγιά τ' Ακρωτηριού, χτισμένο πάνω σ' ένα απόκρημνο βράχο, πάνω από τη θάλασσα, σ' ένα νησί που δεν κατονομάζεται. Όμως τόσο η τοποθεσία όσο και η καταγωγή του συγγραφέα δεν αφήνουν αμφιβολία ότι πρόκειται για τη Χίο. Σ' αυτό το απομονωμένο και ρημαγμένο απ' τον χρόνο μοναστήρι ζει ο Βικέντιος, ο μόνος από τους μοναχούς που έχει απομείνει. Εξακολουθεί να τελεί τα μοναστικά του καθήκοντα, τις προσευχές, τις λειτουργίες, τις νηστείες, φροντίζει τα ζωντανά του μοναστηριού (μου άρεσε το "όρνιθες" που χρησιμοποιούμε κι εμείς στην Κύπρο αντί του "κότες"), δέχεται πότε-πότε κόσμο που έρχεται να επισκεφθεί το μοναστήρι, αλλά η μοναξιά, ακόμα και για έναν καλόγερο, είναι αφόρητη. Αυτή τη μοναξιά έρχεται να συντροφέψει μια σκυλίτσα που του χάρισαν και που την ονόμασε Σίσσυ. Πόση τρυφερότητα και πόση αγνότητα κρύβει ο μοναδικός ερωτικός υπαινιγμός ότι το όνομα αυτό το είχε ένα κορίτσι που του άρεσε στα δεκαπέντε του χρόνια-δεκαεφτά χρονών μπήκε στο μοναστήρι! Η σκυλίτσα μένει έγκυος, ο Βικέντιος με αγωνία παρακολουθεί τον επώδυνο τοκετό, μετά από τον οποίο η Σίσσυ πεθαίνει, το ίδιο βράδυ που από το ραδιόφωνο ο Βικέντιος ακούει ότι πέθανε και ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος. Η σελίδα (σ. 28) στην οποία αφενός ο εκφωνητής αναγγέλλει την άφιξη των επισήμων στο σπίτι του αποβιώσαντος Χριστόδουλου, οι οποίοι με θλιμμένο ύφος ετοιμάζονται να κάνουν δηλώσεις και από την άλλη τα ειλικρινή δάκρυα και η σπαρακτική κραυγή του Βικέντιου καθώς αντικρίζει νεκρή τη σκυλίτσα, είναι από τις πιο ωραίες σελίδες που έχω διαβάσει εδώ και καιρό. Λίγο αργότερα κι ενώ αρχίζουν οι καυγάδες και οι ίντριγκες για τη διαδοχή του Αρχιεπισκόπου, ο Βικέντιος βάζει στη δεξιά τσέπη του ράσου του και κουβαλάει μαζί του τα κουτάβια, αγωνιζόμενος να τα κρατήσει ζεστά και ζωντανά, ταΐζοντάς τα με σύριγγα. Τελικά θα κατορθώσει να σώσει μόνο το ένα.
Ο χαρακτήρας του μοναχού, απλός, αγαθός, γνήσια πιστός, η γλώσσα του Μακριδάκη που συνδυάζει τον ρεαλισμό με την ποιητικότητα, το  τοπίο του μοναστηριού που θυμίζει τόσα ερημικά, ελληνικά ξωκλήσια, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτέχνημα. Νομίζω δεν υπάρχει πιο ταιριαστός χαρακτηρισμός γι' αυτό το ευσύνοπτο βιβλίο από την καταληκτήρια φράση του: "Όμορφα πράγματα".

Παρασκευή, Απριλίου 08, 2016

Ελλάδα και Μάης μαζί!

Βιρτζίνια Γουλφ
Ελλάδα και Μάης μαζί!
Μετ. Μαρία Τσάτσου
Επιμέλεια, Άρης Μπερλής
ύψιλον/βιβλία, 1996 (β΄ έκδοση)
Αν θέλει κανείς σήμερα να ξεφύγει, για λίγο έστω, από τη δυσοσμία των σκανδάλων που μας πνίγει, από την Ελλάδα-Κύπρο των χρεών, της ανεργίας, της διαφθοράς, του άγχους, της καταστροφής του περιβάλλοντος, ας ρίξει μια ματιά στο μικρό αυτό βιβλιαράκι των 63 μόλις σελίδων. Περιέχει αποσπάσματα από το ημερολόγιο και από επιστολές που έγραψε σε συγγενείς ή φίλους η Βιρτζίνια Γουλφ, όταν για δεύτερη φορά επισκέφθηκε την Ελλάδα. Η πρώτη φορά ήταν το 1906. Ήταν τότε 24 χρονών και συνταξίδεψε με τρία αδέλφια της και μια φίλη. Η δεύτερη  επίσκεψη, με τον άντρα της κι ένα φίλο κριτικό με την αδερφή του, διάρκεσε από τις 15 Απριλίου ως τις 12 Μαΐου του 1932.  Είναι πια 50 χρονών, μια καταξιωμένη συγγραφέας.
 Μέσα από τα μεταφρασμενα αποσπάσματα προβάλλει η εικόνα μιας άλλης Ελλάδας. Όχι ότι τότε η Ελλάδα ήταν χωρίς προβλήματα. Και τότε υπήρχε φτώχεια και χρέη και πολιτικές αναταραχές. (Είναι χαρακτηριστικό ότι διανύοντας το μέρος του ταξιδιού από την Ιταλία προς την Ελλάδα με το ατμόπλοιο "Τέβερε", συνταξίδεψε με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, όταν εκείνος επέστρεφε από την Ελβετία. Είχε προσφωνήσει την Κοινωνία των Εθνώνν, όπου ζήτησε δάνειο 50 εκατομμυρίων  δολαρίων και την άρση του εξωτερικού χρέους της Ελλάδας-κούρεμα δηλαδή!) Όμως τουλάχιστον ήταν ακόμα η Ελλάδα με ανόθευτη τη φύση, με πιο απλή ζωή, με πιο ευπροσήγορους ανθρώπους. 
Ελάχιστα μόνο αποσπάσματα θα παραθέσω που μας βοηθούν, όπως γράφει και ο επιμελητής της έκδοσης Άρης Μπερλής, "να διαβάσουμε τη ζωντανή περιγραφή μιας όμορφης χώρας, μιας ουτοπίας, που μια μεγάλη συγγραφεύς κάποτε επισκέφθηκε. Μιας χώρας παραμυθένιας τόσο για κείνη όσο και για μας". Και η μεταφράστρια συνοψίζει: "Γοητευτικότερη εικόνα της Ελλάδας δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, ούτε πιο ενθουσιαστική, ή πιο καλόπιστα χιουμοριστική".
Γράφει η Γουλφ:
-"Αλλά τι μορώ να πω για τον Παρθενώνα (...) οι κίτρινοι κίονες-πώς να το πω; όλοι μαζί, σαν σύνολο, ακτινοβολούσαν πάνω στο βράχο, με φόντο τον πιο βίαιο ουρανό, χτυπητό ψυχρό γαλάζιο, κι ύστερα μαύρο του ανθρακίτη (...) Ο ναός σαν πλοίο, δονείται, τεντώνεται, πλέει, αν και ακίνητος, διασχίζοντας τους αιώνες"
-Τώρα ξεκινάμε για τον Υμηττό, και χτες πήγαμε με το καράβι στην Αίγινα, και είδαμε τον ωραιότερο ναό που υπάρχει, κι ένα νησί γεμάτο πεζούλες με ελιές και αγριολούλουδα, κι η θάλασσα να χύνεται ορμητικά μέσα στους κόλπους (...) Πήγαμε στο Δαφνί και περπατήσαμε μέσα στους ελαιώνες, και στο Σούνιο, ο ναός σ' ένα βράχο απόκρημνο, αλλά απαλό από τα λουλούδια, όλα πάλι όχι μεγαλύτερα από μαργαριτάρια ή τοπάζια".
- Στ' αλήθεια είναι τρέλα να χάνει κανείς τα καλύτερά του χρόνια πασχίζοντας να πλουτίσει, όταν υπάρχει αυτή η άγρια αλλά πολύ πολιτισμένη και πανέμορφη χώρα, όπου μπορείς να ζήσεις.
-Γιατί δεν μου είπες ποτέ ότι η Ελλάδα είναι όμορφη; Γιατί δεν ανέφερες ποτέ τη θάλασσα και τους λόφους, τις κοιλάδες και τα λουλούδια; Μόνον εγώ έχω μάτια και βλέπω; Έθελ, σου το αναγγέλλω επισήμως: η Ελλάδα είναι η πιο όμορφη χώρα του κόσμου. Ο Μάης είναι η πιο όμορφη εποχή του χρόνου. Ελλάδα και Μάης μαζί!" 

Κυριακή, Μαρτίου 27, 2016

Ο αχός της εποχής

Julian Barns
Ο αχός της εποχής
Μεταίχμιο 2016
Μετ. Θωμάς Σκάσσης
(ebook) 
Δεν ξέρω αν ο Τζούλιαν Μπαρνς έχει στερέψει από έμπνευση ή αν εξαρχής είχε υπερτιμηθεί, αν είχε προβληθεί περισσότερο από όσο άξιζε. Τα δυο τελευταία βιβλία του, "Τα τρία επίπεδα της ζωής" και τώρα "Ο αχός της σιωπής", στερούνται έμπνευσης. Και τα δυο στηρίζονται και αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Το πρώτο, στην ιστορία της αεροναυτικής και της φωτογραφίας, καθώς και στην προσωπική του εμπειρία από τον θάνατο της γυναίκας του, το δεύτερο, στη βιογραφία του Σοστακόβιτς. Καλογραμμένα βέβαια βιβλία, ελκυστικά και ενδιαφέροντα για τον αναγνώστη, χωρίς όμως πρωτοτυπία, χωρίς το ευχάριστο ξάφνιασμα που μας έδωσε το "Ένα κάποιο τέλος".
"Ο αχός" είναι ο αχός της Σοβιετικής εποχής του Στάλιν, που ως ένα βαθμό συνεχίστηκε και στην εποχή του Χρουστσόφ. Αυτή η εποχή φαίνεται να ενδιαφέρει τον συγγραφέα και πώς αυτή επηρέαασε έναν καταξιωμένο συνθέτη, τον Ντμίτρι Ντμιετρίεβιτς Σοστακόβιτς. Δεν είναι ούτε καθαρή ούτε μυθιστορηματική βιογραφία. Τα γεγονότα της ζωής του μουσουργού αναφέρονται βέβαια, αλλά σύντομα, δεν τους δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Η γέννηση (1906), οι τρεις γάμοι, τα δυο παιδιά του, ο θάνατός του (1975) σηματοδοτούν κάποιους σταθμούς, αλλά δεν είναι αυτά το κύριο θέμα. Θέμα είναι η μουσική δημιουργία του συνθέτη και η σχέση του με το ανελεύθερο, τρομοκρατικό, προσωποπαγές καθεστώς της Σταλινοκρατίας. Ένα καθεστώς (που ξέρουμε βέβαια από πληθώρα άλλων έργων), που τη μια στιγμή αποκηρύσσει ένα έργο ή ένα πρόσωπο και την άλλη στιγμή μπορεί να το αποθεώνει ή το αντίθετο. Για παράδειγμα, η όπερα του Σοστακόβιτς "Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ" γνώρισε μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Έφτασε όμως μια απαξίωση από τον Στάλιν για να αρχίσει μια σειρά άρθρων στην "Πράβδα" που αποκήρυσσε το έργο και δυσφημούσε τον συνθέτη. Φοβούμενος τότε ο Σοστακόβιτς μήπως συλληφθεί, ετοίμασε ένα βαλιτσάκι με τα απαραίτητα και για πολλές νύχτες καθόταν πλάι στο ασανσέρ και περίμενε, μη θέλοντας να τον συλλάβουν μέσα στο σπίτι, για να μην ταραχτεί η οικογένειά του.
Χιούμορ και ειρωνεία διατρέχουν το βιβλίο και είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να απολαύσει ο αναγνώστης. Άλλωστε, "το μασκάρεμα της αλήθειας είναι η ειρωνεία", λέει κάπου. Το 1937, ο Σοστακόβιτς καλείται για ανάκριση. Την επομένη όμως, όταν επρόκειτο να συνεχιστεί η ανάκριση, ο ανακριτής του, κάποιος Ζακρέφσκι, είχε ο ίδιος εξαφανιστεί! Πιθανότατα εκκαθαριστεί!
Ωραίος και ειρωνικός είναι κι  ένας τηλεφωνικός διάλογος μεταξύ του Σοστακόβιτς και του Στάλιν, όταν ο δικτάτορας προσπαθεί να πείσει τον μουσουργό να συμμετάσχει το 1949 σ' ένα συνέδριο για την ειρήνη στις Η.Π.Α., όπου τελικά αναγκάζεται να πάει.  Και βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση όταν τον ρωτούν για το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. 
Και πόση ειρωνεία κρύβει η φράση, "Πόσο εύκολο ήταν να είσαι κομμουνιστής όταν δεν ζούσες σε κομμουνιστική χώρα", φράση που λέγεται για τον Πικάσο, για τον οποίο ο Σοστακόβιτς εκφράζεται με απαξίωση, γιατί ζωγράφιζε παντού το περιστέρι της ειρήνης, δεν έλεγε όμως τίποτα για όσους υπέφεραν από το καθεστώς. 
Ο Σοστακόβιτς άργησε να γίνει μέλος του κόμματος, έλεγε μάλιστα ότι αναγκάστηκε να γίνει για να μπορέσει να προεδρεύσει της Ένωσης Συνθετών. Η στάση του απέναντι στο κόμμα δεν διευκρινίζεται. Γεγονός όμως είναι, όπως αναφέρει ο Μπαρνς, ότι απολάμβανε ό,τι μπορούσε να του προσφερθεί. Είχε αυτοκίνητο, υπηρέτες, ντάτσα, τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Συμμορφώθηκε άραγε από φόβο; Από δειλία; Ή πράγματι συμφωνούσε; Ο Μπαρνς καταθέτει γεγονότα. Από κει και πέρα τα συμπεράσματα δικά μας.

Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2016

Ρουά Ματ

John Donoghue
Ρουά Ματ (The death's Head Chess Club)
Λιβάνης, 2015
Μετ. Ευάγγελος Κεφαλλονίτης 
 Είναι κάποια βιβλία που σου δημιουργούν την αίσθηση πως ό,τι και να πεις γι' αυτά θα τα προδώσεις. Αυτό μου συμβαίνει όχι μόνο γιατί ένα βιβλίο είναι πολύ καλό, αλλά και γιατί είναι τέτοια η δομή του, η εξέλιξη του μύθου, η πολύπλευρη οπτική από την οποία μπορεί να το δει κανείς, που είναι πολύ δύσκολο να αποδοθεί στις σωστές του διαστάσεις. Αυτές οι σκέψεις με πλημύριζαν καθώς έκλεινα την τελευταία (437η) σελίδα του βιβλίου του Ντόνοχιου. Οπωσδήποτε, θα προσπαθήσω να το παρουσιάσω, έστω και σαν προσωπική υπόμνηση ενός ακόμα αναγνώσματος.
Έχουν γραφτεί τόσα για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για το ναζιστικό καθεστώς, για τους διωγμούς των Εβραίων, για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που δύσκολα, θα νόμιζε κανείς, θα μπορούσε να βρεθεί μια καινούρια σκοπιά, από την οποία να αντικρίσει όλα αυτά. Κι όμως να που υπάρχει. 
Το έργο διαδραματίζεται σε δυο διαφορετικά χρονικά επίπεδα και δυο διαφορετικά τοπικά σημεία: Τους τελευταίους μήνες του 1944, στο στρατόπεδο του Άουσβιτς το ένα και το 1962 στο Άμστερνταμ το άλλο. Το 1962 διεξάγεται στο Άμστερνταμ ένα διεθνές τουρνουά σκακιού. Σ' αυτό παίρνει μέρος ο Εμίλ Κλεμάν, ένας Γαλλο-εβραίος που είχε επιζήσει από το στρατόπεδο του Άουσβιτς. Κληρώνεται να παίξει με έναν πρώην ναζί, τον Βίλχελμ Σβένιγκερ. Τυχαία (;) εδώ θα συναντήσουν τον Πάουλ Μάισνερ, έναν πρώην αξιωματικό των Ες-Ες, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο Άουσβιτς. Μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε σε έξι χρόνια καταναγκαστικά έργα και, αφού εξέτισε την ποινή του, έγινε ιερέας, υπηρέτησε ως επίσκοπος στην Αφρική και τώρα, άρρωστος, ετοιμοθάνατος σχεδόν, βρίσκεται στο Άμστερνταμ. Οι τρεις θα εμπλακούν σε μια συνάντηση αναμνήσεων. Μπορεί να υπάρξει συγχώρεση για τα δεινά που αντιμετώπισε ο Εμίλ; Όλη η φρίκη του Άουσβιτς, η πείνα, η εξόντωση, οι θάλαμοι αερίων αναβιώνουν στη μνήμη του Εμίλ, που εκτός από όσα πέρασε ο ίδιος, είχε χάσει σύζυγο, μητέρα και τα δυο παιδιά του.
Αν ο Εμίλ επέζησε, αυτό το όφειλε σε μεγάλο βαθμό στην αγάπη του για το σκάκι. Γι' αυτόν το σκάκι "είναι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι. Είναι ένας σύνδεσμος με την άυλη Σοφία της Δημιουργίας. Εξαίσιο. Με δυνατότητες απεριόριστες. Είναι το παιχνίδι που δημιούργησαν τα Οφανείμ (τάγμα αγγέλων) για να ευχαριστήσουν το Θεό".
Τότε, στο στρατόπεδο του Άουσβιτς, ο αξιωματικός Μάισνερ για να αναπτερώσει το ηθικό των ανδρών που υπηρετούσαν εκεί, οργανώνει μια σκακιστική λέσχη. Όταν μαθαίνει ότι ένας Εβραίος κρατούμενος είναι εξαιρετικός σκακιστής, τον καλεί να αναμετρηθεί με τους καλύτερους σκακιστές των Ες-Ες. Η αρχική άρνηση του Εμίλ κάμπτεται, όταν του προτείνεται ότι για κάθε νίκη του θα χαρίζεται η ζωή σ' έναν κρατούμενο.
Στο Άμστερνταμ τώρα, καθένας από τους τρεις, ο πρώην ναζί Σβένιγκερ, ο Εβραίος Εμίλ και ο πρώην αξιωματικός των Ες-Ες Μάισνερ, θυμάται από τη δική του πλευρά το παρελθόν που τους είχε φέρει κοντά, από τόσο διαφορετική θέση τον καθένα.
 Το μυθιστόρημα τελειώνει, αλλά οι φωνές που ακούγονται μέσα απ' αυτό δεν παύουν να αντηχούν μέσα μας. Φωνές και ερωτήματα. Πώς ο Χίτλερ παρέσυρε έναν ολόκληρο λαό στα εγκλήματά του; Ανάμεσα σ' όλους δεν υπήρξε ποτέ έστω κι ένας καλός Γερμανός, όπως υποστηρίζει ο Εμίλ σ' ένα βιβλίο που έγραψε μετά τον πόλεμο; Και η φιλία; Τι δύναμη μπορούσε να έχει η φιλία στο στρατόπεδο της φρίκης; Μπορεί να δημιουργηθεί φιλία μεταξύ ενός ναζί κι ενός επιζήσαντος Εβραίου; Και η συγχώρεση; "Αν οι νεκροί μπορούσαν να μιλήσουν θα συγχωρούσαν;"
Ο Εμίλ, είκοσι χρόνια μετά τον πόλεμο , δεν μπορεί ακόμα να ξεχάσει. "Έχει για συντροφιά και τους νεκρούς και τους ζωντανούς, φωνές που δεν μπορεί να τις κάνει να σωπάσουν, λόγια που ουρλιάζουν στη συνείδησή του".
Βασανιζόμενος από όσα πέρασε κι όσα ακόμα τον κατατρύχουν, καταφεύγει κάποια στιγμή σ' ένα ραβίνο. "Δεν υπάρχει συγχώρεση. Δεν μπορώ να συγχωρέσω", ακούγεται η φωνή του Εμίλ. Αλλά και η φωνή του Μάισνερ: "Η συγχώρεσή σου δεν μπορεί να με βοηθήσει, ρολογά".
Μας  προβληματίζει η φωνή του συγγραφέα: "Υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι πέρα από τη συγχώρεση, κάποια πράγματα που είναι πέρα από κάθε λύτρωση. Μερικές φορές χρειάζεται θάρρος για να μη συγχωρέσεις, γιατί είναι πιο εύκολο να συγχωρείς, αλλά δεν είναι πάντα το σωστό".

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2016

Φιλοσοφικά εγκλήματα

 Philip Kerr
Φιλοσοφικά εγκλήματα 
Κέδρος, 2015 (α΄έκδ. πρωτοτύπου 1992)
Μετ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου

Μετεωριζόμενη  ανάμεσα στην επιφύλαξη μιας έκδοσης του 1992, που τώρα μεταφράστηκε στα ελληνικά και της απόλαυσης που τα μεταγενέστερα βιβλία του Philip Kerr μου χάρισαν, πήρα τα "Φιλοσοφικά εγκλήματα". Και η διαπίστωσή μου, αφού τελείωσα τις 404 σελίδες μέσα σε δυο μέρες, ήταν πως ο Philip Kerr είναι ένας τεχνίτης της γραφής. Μιας γραφής που σε αιχμαλωτίζει, που σε ελκύει ακαταμάχητα, ακόμα κι όταν το θέμα του δεν είναι οι περιπέτειες του ατρόμητου, ιδιόρρυθμου ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ, πρωταγωνιστή των προηγούμενων ιστοριών του Kerr, που διαδραματίζονταν κυρίως στη ναζιστική Γερμανία. Ελκυστικός συγγραφέας, ακόμα κι όταν στην υπόθεση αναμιγνύεται και η φιλοσοφία, που δεν είναι και ό,τι ευκολότερα κατανοητό.
Το έργο, γραμμένο το 1992, τοποθετεί το θέμα του στο 2013 ως ένα είδος επιστημονικής φαντασίας. Τα όσα βέβαια γράφει για τους υπολογιστές, δεν μας εκπλήττουν πια. Υπάρχουν όμως και άλλα  στοιχεία που εξακολουθούν να ανήκουν στη σφαίρα του φανταστικού. (Ποιος ξέρει αν κάποια μέρα δεν υλοποιηθούν;)
Σ' ένα τέτοιο στοιχείο στηρίζεται όλο το μυθιστόρημα. Στο Λονδίνο, όπου έχουν αυξηθεί οι κατά συρροήν δολοφονίες, ένας νευρολόγος γιατρός έχει επινοήσει μια μέθοδο εξέτασης του εγκεφάλου, με την οποία ανιχνεύεται η προδιάθεση κάποιου άνδρα για δολοφονική δράση. Είναι η λεγόμενη μέθοδος Λομπρόζο. Όσοι βρεθούν ότι έχουν αυτή την τάση χαρακτηρίζονται ως "αρνητικοί" και υποβάλλονται σε ψυχοθεραπεία. Για να διαφυλαχτεί η ανωνυμία τους, το σύστημα τους δίνει ψευδώνυμα, ονόματα φιλοσόφων, λογοτεχνών, επιστημόνων κ.λπ. Για παράδειγμα Δαρβίνος, Βύρωνας, Σωκράτης, Καντ, Σπινόζα κ.λπ. Ένας από αυτούς με το ψευδώνυμο Βίνγκενσταϊν, αν και έχει χαρακτηριστεί και ο ίδιος ως αρνητικός, αναλαμβάνει να εμποδίσει μελλοντικά εγκλήματα, δολοφονώντας τους υπόλοιπους "αρνητικούς". Τους εντοπίζει αφού, διαθέτοντας εξαιρετική γνώση των υπολογιστών, χακάρει τους κωδικούς της αστυνομίας.
Στοιχείο του φανταστικού αποτελεί και η ποινή που έχει αντικαταστήσει τη θανατική. Δηλαδή οι ένοχοι καταδικάζονται όχι σε θάνατο, αλλά στο λεγόμενο "ποινικό κώμα". Με μια ένεση βυθίζονται σε κώμα για χρόνια ή και για πάντα. Αυτή η μέθοδος, εκτός του ότι στοιχίζει (!) πολύ λιγότερο από την καταδίκη σε ισόβια, παρέχει τη δυνατότητα επαναφοράς στη ζωή, αν κάποτε αποδειχτεί η αθωότητα αυτών που καταδικάστηκαν.
Τον εντοπισμό του Βίνγκενσταϊν αναλαμβάνει ως επικεφαλής των ερευνών η ωραία και ικανότατη ντετέκτιβ, Ιζαντόρα Τζέικ Τζέικοβιτς, η οποία όμως έχει να αντιμετωπίσει και τα δικά της ψυχολογικά προβλήματα, λόγω παιδικών ψυχικών τραυμάτων. Το μυθιστόρημα εξελίσσεται ως ένα κυνήγι, από το οποίο δεν λείπει η επικοινωνία μεταξύ κυνηγού και θηράματος. Η τριτοπρόσωπη γραφή χρησιμοποιείται στα κεφάλαια όπου περιγράφεται η πορεία της Τζέικ για την ανεύρεση του δολοφόνου, ενώ σε κεφάλαια με πρωτοπρόσωπη γραφή εκτίθενται σαν σε ημερολόγιο οι σκέψεις και η δράση του άγνωστου Βίνγκενσταϊν. Το τέλος προσλαμβάνει μια ασυνήθιστη συναισθηματική χροιά.
Εντυπωσιάζει πραγματικά ο Φίλιπ Κερ με τις γνώσεις του γύρω από φιλοσοφικά, λογοτεχνικά και άλλα θέματα, που ενσπείρει στο έργο σε τέτοιο βαθμό σαν να θέλει να μας εντυπωσιάσει με την υπερβολική παράθεση φιλοσοφικών αποφθεγμάτων, θεωριών, ασφαλώς και του Βίγκενσταϊν, ρήσεων  από λογοτεχνικά έργα, σε σημείο που η μεταφράστρια συχνά καταφεύγει σε υποσημειώσεις για να διευκολύνει τον αναγνώστη.
Απολαυστικό βιβλίο για όσους αναζητούν κάτι περισσότερο από ακόμα μια συνήθη αστυνομική ιστορία.

Τετάρτη, Μαρτίου 02, 2016

Τα τρία επίπεδα της ζωής

Τζούλιαν Μπαρνς
Τα τρία επίπεδα της ζωής
Μεταίχμιο, 2013 (Ψηφιακή έκδ. 2014)
Μετ. Θωμάς Σκάσσης
(ebook)
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Τζούλιαν Μπαρνς είναι ένας εξαίρετος συγγραφέας, από τους σημαντικότερους σήμερα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Όμως το τελευταίο του βιβλίο πολύ με προβλημάτισε. Τονίζεται γενικά ότι είναι ένα βιβλίο γεννημένο από τη θλίψη του για τον θάνατο της γυναίκας του. Και είναι πράγματι, τουλάχιστον το τρίτο μέρος του βιβλίου, μια καταγραφή των συναισθημάτων της θλίψης, αλλά και πολλών άλλων σκέψεων και γεγονότων που συνοδεύουν την απώλεια συζύγου, προπάντων όταν το ζευγάρι έχει ζήσει μια μακρά, ευτυχισμένη, κοινή ζωή.
Δεν μπόρεσα όμως να καταλάβω τη σύνδεση αυτού του μέρους με τα δύο πρώτα μέρη που προηγήθηκαν. Το πρώτο, τιτλοφορούμενο "Το αμάρτημα του ύψους", ασχολείται με την ιστορία της αεροναυτικής, με τις πρώτες προσπάθειες του ανθρώπου να πετάξει με αερόστατο και με έναν πρωτοπόρο, τολμηρό αεροναύτη, τον Τουρνασσόν ή Ναντάρ και την προσπάθεια συνδυασμού του αερόστατου με τη φωτογράφιση από ψηλά. Το δεύτερο μέρος, με τίτλο "Στην επιφάνεια", έχει ως κεντρικό πρόσωπο τον Άγγλο Φρεντ Μπάρναμπι και τον έρωτά του με τη διάσημη ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ. Και μόνο στο τρίτο μέρος, "Η απώλεια του βάθους", ασχολείται με τον θάνατο της γυναίκας του.
 Μια χαλαρή σύνδεση των τριών μερών επιχειρείται από τον συγγραφέα όταν γράφει: "Συνδυάζεις δυο ανθρώπους που δεν είχαν συνυπάρξει προηγουμένως. Κάποιες φορές το αποτέλεσμα μοιάζει με εκείνη την πρώτη απόπειρα του ανθρώπου να  προσδέσει ένα μπαλόνι με  υδρογόνο πάνω από ένα μπαλόνι αερόστατου με  θερμό αέρα. Τι προτιμάτε: να συντριβείτε και μετά να καείτε ή να καείτε και μετά να συντριβείτε; Άλλοτε όμως ο συνδυασμός λειτουργεί καλά και τότε δημιουργείται κάτι νέο και ο κόσμος αλλάζει. Έπειτα, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, ο ένας τους χάνεται. Κι αυτό που χάνεται είανι περισσότερο από το άθροισμα όσων υπήρχαν προηγουμένως. Κάτι τέτοιο μπορεί να μην ισχύει από μαθηματική άποψη, ισχύει όμως από συναισθηματική".
Ακόμα όμως κι έτσι, δηλαδή αν ισχύει ο παραλληλισμός του πετάγματος και της πτώσης από αερόστατο με τον μετεωρισμό και τη συντριβή της ένωσης δυο ανθρώπων, εξακολουθεί να μου είναι ακατανόητο γιατί θα έπρεπε να δοθεί τόση έκταση στα δυο πρώτα μέρη, αν σκεφτούμε ότι  αποτελούν το μισό περίπου βιβλίο.
Στο τρίτο μέρος έρχεται επιτέλους στο θέμα του, πώς βιώνει τον θάνατο της γυναίκας του. Έτσι, ίσως τα δυο πρώτα μέρη μπορούν να πάρουν τώρα και μια άλλη σημασία που δικαιολογεί ως ένα βαθμό τη χαλαρή σύνδεση (αν και εξακολουθώ να έχω τις επιφυλάξεις μου). Μου φαίνεται πως λειτουργούν ως ένα στοιχείο επιβράδυνσης. Σαν να δίσταζε, σαν να μην τολμούσε να αγγίξει αυτό που τον πονούσε κι όλο ανέβαλλε κι όλο εύρισκε υπεκφυγές. Τώρα όμως δεν μπορεί πια να αναβάλει άλλο. Τώρα θα μιλήσει για τη θλίψη του. Η σκέψη του πάει σε παραδείγματα άλλων ("καθένας πενθεί με τον τρόπο του", θα πει), στις λέξεις ή καταστάσεις που τον ενοχλούν, στη συμπεριφορά γνωστών απέναντί του, στο τι είναι αυτό που αισθάνεται να του λείπει πιο πολύ, στη διαφορετική αίσθηση του χρόνου...
Παρ' όλο ότι βρήκα το τρίτο αυτό μέρος σαφώς καλύτερο από τα δύο πρώτα (ίσως γιατί αυτό κυρίως ανέμενα ως θέμα του βιβλίου), εντούτοις σε σύγκριση με άλλα ανάλογης έμπνευσης βιβλία, το βρήκα πολύ "εγκεφαλικό". Δεν αφήνεται το συναίσθημα να εκφραστεί ελεύθερα. Ο συγγραφέας μοιάζει να λειτουργεί ως ένας εξωτερικός παρατηρητής του εαυτού του. Πόσο πιο κοντά στη βίωση της θλίψης είναι βιβλία σαν το σπαρακτικό "Όσο κρατάει ένας στεναγμός" της Ανν Φιλίπ (συζύγου του αξέχαστου Ζεράρ Φιλίπ), δυστυχώς εξαντλημένο. Ακόμα τα πιο πρόσφατα, το "Η χρονιά της μαγικής σκέψης" της Τζόαν Ντιντιόν, το "Ζήσαμε την ευτυχία" της Λίλι Τακ, το "Γράμμα στον Κωστή" της Ξένιας Καλογεροπούλου και πολλά άλλα.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 21, 2016

Νόμος περί τέκνων

Γιαν ΜακΓιούαν
Νόμος περί τέκνων
Πατάκης, 2015
Μετ. Κατερίνα Σχινά

Γνωστός, βραβευμένος, αγαπημένος συγγραφέας για πολλούς βιβλιόφιλους, ο Γιαν ΜακΓιούαν μας χάρισε πρόσφατα ακόμα ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, το "Νόμος περί τέκνων", όπως μεταφράζεται το "Chlidren's act/1989" του Αγγλικού Δικαίου. Είναι ο νόμος που προνεί ότι κύριος σκοπός του, όταν αυτός αφορά ανήλικα παιδιά, είναι η ευημερία του παιδιού. Αυτόν τον νόμο καλείται να εφαρμόζει η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, η Φιόνα Μέι, ανώτερη δικαστικός του Οικογενειακού Δικαίου.
Στα πενηνταεννιά της χρόνια, ευσυνείδητη δικαστικός, επιτυχημένη επαγγελματικά, αφοσιωμένη στη δουλειά της, παντρεμένη μ' έναν εξίσου επιτυχημένο Καθηγητή Πανεπιστημίου, βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπη με περιπτώσεις που απαιτούν όλη την ενέργεια, όλη την ευθυκρισία και την αμεροληψία για την εφαρμογή του "Νόμου περί τέκνων". Έχει να αντιμετωπίσει τη διαμάχη για τη φύλαξη των παιδιών σε περιπτώσεις διαζυγίου, αλλά και πιο δύσκολες περιπτώσεις, στις οποίες αντιπαρατίθενται θρησκευτικές ή πολιτισμικές διαφορές διαπληκτιζομένων γονιών. 
Η περίπτωση που θα αποτελέσει το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι μια τέτοια περίπτωση και μάλιστα περίπτωση ζωής και θανάτου. Ένας νεαρός, ο Άνταμ Χένρι, πάσχει από λευχαιμία. Είναι απαραίτητη η μετάγγιση αίματος για να κρατηθεί στη ζωή, αλλά τόσο οι γονείς του όσο και ο ίδιος είναι Μάρτυρες του Ιεχωβά, των οποίων η θρησκεία  απαγορεύει τη μετάγγιση. Οι γιατροί προσφεύγουν στη δικαιοσύνη ζητώντας έγκριση για τη μετάγγιση, αφού ο νεαρός, αν και χρειάζεται μόνο τρεις μήνες για να κλείσει τα δεκαοκτώ, οπότε θα μπορεί ο ίδιος να αποφασίσει για τον εαυτό του, για τον νόμο είναι ακόμα ανήλικος. Η υπόθεση εξελίσσεται σε πραγματικό δικαστικό θρίλερ. Μετά την ακρόαση και πριν η δικαστής εκδώσει την ετυμηγορία της, αποφασίζει να επισκεφθεί τον νεαρό στο νοσοκομείο. Είναι μια επίσκεψη που θα αποβεί μοιραία τόσο για την απόφαση της δικαστού όσο και για την εξέλιξη της ιστορίας.
Παράλληλα με όσα συμβαίνουν στην επαγγελαμτική της ζωή, η Φιόνα έχει να αντιμετωπίσει και τα προσωπικά της προβλήματα. Ενώ μια καθυστερημένη μεταμέλεια για την εν μέρει εκούσια ατεκνία της την απασχολεί, ο γάμος της κινδυνεύει με διάλυση.
Έργο γεμάτο εσωτερικότητα. Όλα τα γεγονότα μας δίνονται μέσα από την εσωτερική, ψυχολογική διεργασία της ηρωίδας. Όχι μόνο τα πρόσωπα ή οι υποθέσεις τις οποίες χειρίζεται, αλλά και οι δρόμοι του Λονδίνου στους οποίους κινείται, η βροχή που τη συνοδεύει, η μουσική που ακούγεται (και ακούγεται πολλή μουσική), τα πάντα μας παρουσιάζονται μέσα από τη δική της ματιά. Αυτή η εσωτερικότητα είναι χαρακτηριστικό της γραφής του ΜακΓιούαν, ταυτόχρονα με ένα άλλο βασικό γνώρισμα της γραφής του: Τη λεπτομέρεια, τον προβληματισμό, τα ερωτηματικά που εγείρει. Κατορθώνει να δίνει τις λεπτότατες αποχρώσεις μιας κίνησης, μιας εικόνας, χωρίς να γίνεται φλύαρος ή ανιαρός. Να μας προκαλεί σκέψεις που γεννούν μέσα μας  ερωτηματικά χωρίς να γίνεται βαρύς ή δυσνόητος. Είναι τέτοια η τεχνική του που, ενώ 40-50 σελίδες πριν το τέλος αρχίζεις να το μαντεύεις, εντούτοις το ενδιαφέρον δεν μειώνεται ούτε κατ' ελάχιστον ως την τελευταία σελίδα. Εν ολίγοις ο ΜακΓιούαν  αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά μαέστρος της γραφής.

Σημ. Αναρτήσεις για άλλα βιβλία του στο Σάββατο, Στην ακτή, Χαμένο παιδί

Τρίτη, Φεβρουαρίου 16, 2016

Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ
Ψυχογιός, 2016

Αν ακούσεις κάτι αργά τη νύχτα
κάποια φασαρία, κάποιον καβγά
σε παρακαλώ μη με ρωτήσεις τι ήταν
σε παρακαλώ μη με ρωτήσεις τι ήταν

Αυτοί οι στίχοι από το τραγούδι "Λούκα" της Αμερικανίδας τραγουδίστριας Σούζαν Βέγκα, που τους συναντάμε στη μέση περίπου του βιβλίου, θα ταίριαζαν, νομίζω, για μότο του μυθιστορήματος. Ενός μυθιστορήματος πλούσιου σε νοήματα, μηνύματα, εικόνες της πανέμορφης ελληνικής φύσης, πλημμυρισμένου από τα νιάτα και τα όνειρά τους, από τη φιλία, την αγάπη, τους οικογενειακούς δεσμούς, θλίψεις και χαρές, θανάτους και γεννήσεις, περιπέτειες και ανατροπές. Ενός μυθιστορήματος ώριμης γραφής, όπου η φαντασία στέρεα ακουμπά στην πραγματικότητα.
Το βιβλίο αρχίζει με μια ανώνυμη, για την ώρα, γυναίκα να οδηγείται στη φυλακή. Δεν ξέρουμε ποια είναι ούτε και γιατί οδηγείται εκεί. Όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας στο εισαγωγικό της σημείωμα, βρισκόμαστε στο 2006-2007. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο μεταφερόμαστε λίγα χρόνια πίσω, σ' ένα ολόχαρο, φωτεινό σκηνικό, σ' ένα ελληνικό καλοκαίρι, σ' ένα ευτυχισμένο σπιτικό, μια χαρούμενη, νεανική συντροφιά. Βρισκόμααστε στον Βόλο, στο ωραίο, πλούσιο, φιλόξενο σπίτι της οικογένειας Θεοδωρίδη, ιδιοκτήτριας μιας ακμάζουσας επιχείρησης και εργοστασίων λαδιού και των προϊόντων του. Αυτή η εναλλαγή μεταξύ των κεφαλαίων στη φυλακή και της ξένοιαστης ζωής, άλλοτε μέσα στην όμορφη φύση του Βόλου και των ελληνικών νησιών, άλλοτε στην πορεία ζωής της ηρωίδας και των φίλων της, κάποτε ακόμα, σε μια αναδρομή, και στον ξεριζωμό του ελληνισμού από τη Μ. Ασία και την προσφυγιά, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Μοναδική κληρονόμος της επιχείρησης και της εταιρείας είναι μια νέα κοπέλα, η Γιολάντα, που ο πατέρας και ο παππούς της ήλπιζαν πως θα συνέχιζε την οικογενειακή παράδοση στη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας. Η Γιολάντα όμως έχει άλλη κλίση κι άλλα όνειρα. Η αγάπη της για τη μουσική και τον χορό θα την οδηγήσει στις σχετικές σπουδές στο Λονδίνο, και το άνοιγμα μιας Σχολής στην Αθήνα θα είναι η πραγματοποίηση του ονείρου της.
Όμως στο μεταξύ ο έρωτας έχει κάνει την εμφάνισή του στο πρόσωπο ενός νέου, του Νίκου Αστεριάδη, που μπαίνει ξαφνικά σαν σίφουνας στη ζωή της. Είναι άραγε μια σωστή επιλογή; Τα σημάδια των αντενδείξεων είναι εκεί, οι φίλες, και ειδικά ο παιδικός φίλος της Γιολάντας, ο Στέφανος, τα βλέπουν. Έρχονται στιγμές που και η ίδια έχει αμφιβολίες, όμως ο έρωτας είναι πάνω απ' όλα αυτά. Γιολάντα και Νίκος παντρεύονται, αποκτούν ένα παιδί. Ο Νίκος κατορθώνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πενθερού του και  διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εταιρεία. Και τότε ο πραγματικός, μέχρι να πετύχει τον σκοπό του εαυτός του, αποκαλύπτεται. Η λεκτική και βαθμηδόν η ψυχολογική και σωματική βία κάνει την εμφάνισή της. Κι όμως, όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, το θύμα σιωπά. Χάνει την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, ντρέπεται κι έρχονται στιγμές που ο θύτης κάνει το θύμα να πιστεύει πως το ίδιο φταίει για την κακοποίησή του. Ώσπου τελικά μια συγκλονιστική, δραματική εξέλιξη θα  οδηγήσει τα πράγματα σ' ένα καθαρτικό τέλος.
"Είμαι σίγουρη πως σ' αυτό το μυθιστόρημα πολλές γυναίκες θα βρουν κάτι που αγγίζει και τη δική τους ζωή. Εύχομαι μόνο να βρουν τη δύναμη να ελευθερώσουν το πνεύμα και την ψυχή τους", λέει η συγγραφέας. Κι έχει απόλυτο δίκαιο.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Βερονάλ

Τάκης Θεοδωρόπουλος
Βερονάλ
Μεταίχμιο, 2015
(ebook)
Αν και πέθανε πριν εγώ γεννηθώ, πολλά είναι τα αόρατα νήματα που νιώθω να με συνδέουν με τον Ιωάννη Συκουτρή, τον διακεκριμένο φιλόλογο που αυτοκτόνησε το 1937, σε ηλικία μόλις 36 χρονών. Τον φαντάζομαι ως υφηγητή να περπατά στους πανεπιστημιακούς διαδρόμους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τους ίδιους που κι εγώ περπάτησα χρόνια αργότερα. Τον σκέφτομαι να έχει ανάμεσα στους φοιτητές του τον Ν. Τωμαδάκη, που υπήρξε της δικής μου γενιάς καθηγητής (φοβερός και τρομερός!). Τον βλέπω να διδάσκει σ' ένα σχολείο της Κύπρου (1922-1924), τον ακούω να μεταφράζει το "Συμπόσιο" του Πλάτωνα ( έργο που υπήρξε ίσως και αφορμή, ή ένας από τους λόγους της αυτοκτονίας του) κι είναι σαν ν' ακούω την ανεπανάληπτη διδασκαλία του Θεοδωρακόπουλου των φοιτητικών μου χρόνων.
Γι' αυτό, αλλά και για τον προβληματισμό που μου δημιουργεί πάντα η αυτοκτονία, έσπευσα να διαβάσω το "Βερονάλ" του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ένα ακόμα κείμενο κοντά σε πολλά άλλα που γράφτηκαν για τον Συκουτρή. "Στόχος του παρόντος αφηγήματος", γράφει ο Θεοδωρόπουλος, "δεν είναι η αποτίμηση του φιλολογικού έργου του πρωταγωνιστή του. Άλλοι, αρμοδιότεροι εμού το έχουν κρίνει επαρκώς. Στόχος είναι η περιγραφή μιας προσωπικότητας η οποία ανέδειξε σε υπαρξιακή περιπέτεια το πνευματικό δράμα του νέου ελληνισμού, τους δεσμούς του με τον κλασικό πολιτισμό σε όλα τα επίπεδα, δράμα το οποίο αποτέλεσε και τον κεντρικό πυρήνα των δεσμών του με το ευρωπαϊκό πνεύμα. Στόχος είναι η καταγραφή των εσωτερικών του αντιφάσεων, οι προσπάθειές του να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιθυμία του να διαπρέψει ως επιστήμονας για να βρει την αξιοπρέπεια που του στερούσε η βιολογική του ζωή, και την επιθυμία του να υπερβεί τα όρια της επιστημονικής του δραστηριότητας-να βγει από τον περίκλειστο χώρο του φιλολογικού εργαστηρίου για να μεταμορφωθεί σε ρήτορα, αναμορφωτή της πνευματικής ζωής, άγγελο της νέας αναγέννησης".
Ούτε ακόμα, θα πρόσθετα, είναι βιογραφία το έργο αυτό, αν και στοιχεία της ζωής του δίνονται βέβαια. Γεννημένος στη Σμύρνη, παιδί μιας πολυμελούς, φτωχής οικογένειας, πρόσφυγας στην Αθήνα, παθιασμένος με τη μελέτη ήδη από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης στην οποία είχε φοιτήσει, με φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαίδευση στη Γερμανία, έφερνε ένα καινούριο πνεύμα στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η οποία "διαθέτει συνοριοφύλακες που επιβάλλουν φόρους και δασμούς σε όσους προσπαθούν να περάσουν στα εδάφη της".
Του αρνούνται τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, παρ' όλα τα προσόντα, την αγάπη και την αποδοχή που απολαμβάνει από τους φοιτητές του, τις δημοσιεύσεις, το πλήθος που γεμίζει τις αίθουσες όταν δίνει διαλέξεις. Αλλά η σφοδρότερη δίωξη που του ασκείται είναι για την εισαγωγή του στη μετάφραση του "Συμποσίου", έργο που του ανέθεσε η Ακαδημία Αθηνών. Συντεχνίες κουλουροπωλών, φθαρτοπωλών, θρησκευτικές οργανώσεις αλλά και ομότεχνοι ξεσηκώθηκαν διαμαρτυρόμενοι ότι με τον πρόλογό του στο "Συμπόσιο" προάγει την ομοφυλοφιλία και ειδικά την παιδεραστία.
Την 21η Σεπτεμβρίου 1937 ο Συκουτρής φτάνει στην Κόρινθο. Με κάθε λεπτομέρεια ο Θεοδωρόπουλος καταγράφει τις κινήσεις του την τελευταία αυτή μέρα της ζωής του. Ο Συκουτρής ανεβαίνει στον Ακροκόρινθο. Γράφει δυο σημειώματα. Στο ένα αναφέρεται στα έργα που δεν μπόρεσε να τελειώσει, στο άλλο δίνει οδηγίες σ' ένα φίλο του για πρακτικά ζητήματα. Κι ανάμεσα στο κείμενο προβάλλει η φράση: "ο έρως του θανάτου είναι ισχυρότερος από κάθε έρωτα: έρωτα ανθρώπων, έρωτα παιδείας, έρωτα γης και φωτός". Την επομένη βρίσκεται νεκρός στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο οποίο είχε καταλύσει. Πλάι του ένα άδειο μπουκαλάκι του βαρβιτουρικού σκευάσματος Βερονάλ (εξού και ο τίτλος του βιβλίου), που συνήθιζε να παίρνει για να αντιμετωπίζει τις βασανιστικές του αϋπνίες.
Σ' ένα τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας προσπαθεί να ανιχνεύσει τις αιτίες της αυτοκτονίας του Συκουτρή. Όμως, όσες υποθέσεις κι αν έχουν διατυπωθεί "δεν μπορούν", λέει ο Θεοδωρόπουλος, "να ερμηνεύσουν τον "έρωτα θανάτου", με τον οποίο ο ίδιος κλείνει το τελευταίο κείμενο της ζωής του".
Η αυτοκτονία ήταν και εξακολουθεί να είναι (εκτός βεβαίως των παθολογικών περιπτώσεων) ένα μεγάλο φιλοσοφικό πρόβλημα.
Σημ. Με το θέμα της αυτοκτονίας ασχολείται και ο Πέτρος Χαρτοκόλλης στο βιβλίο του "Ιδανικοί αυτόχειρες" (Εστία, 2003), στο οποίο εξετάζονται οι αυτοκτονίες πέντε νεοελλήνων λογοτεχνών. Ανάμεσά τους βέβαια και ο Συκουτρής.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 02, 2016

Η αγάπη είναι δύναμη

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη
Η αγάπη είναι δύναμη
(2ο βιβλίο της τριλογίας "Η Μάχρια της λήθης")
Λιβάνης, 2015
Όσοι είχαν διαβάσει και απολαύσει τη "Μάχρια της λήθης", το πρώτο βιβλίο της τριλογίας της Ρένας Πετροπούλου, σίγουρα θα θελήσουν να δουν τη συνέχεια της ιστορίας και της τύχης της ηρωίδας και των άλλων προσώπων.
Τα ιστορικά μυθιστορήματα μπορούν αδρομερώς να καταταγούν σε δυο κατηγορίες. Είναι εκείνα που έχουν ως βασικούς χαρακτήρες ιστορικά πρόσωπα (τον Μ. Αλέξανδρο, τον Μ. Ναπολέοντα, τον Χίτλερ, έναν λογοτέχνη, εφευρέτη κ.λπ.) και εκείνα που ενώ τα πρόσωπα, οι ήρωες είναι φανταστικά, τοποθετούνται σε ένα παρελθόντα χρόνο, η ατμόσφαιρα του οποίου περιγράφεται με ακρίβεια και φυσικότητα. Με αυτή τη δεύτερη έννοια τα δυο μυθιστορήματα της Πετροπούλου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ιστορικά.
Το έργο άρχισε το 1867, όταν γεννήθηκε η Μάχρια, η βασική ηρωίδα, και διάρκεσε περίπου ως το 1889. Η χρονική διάρκεια του δευτέρου μέρους είναι το 1889-1893. Η εποχή, το τέλος του 19ου αι., αναπαριστάται με αληθοφάνεια, ρεαλισμό, ζωντάνια. Η περιγραφή, για παράδειγμα, του περίφημου τρένου Οριάντ Εξπρές, ή της ατμόσφαορας σε μια διάλεξη του Φρόιντ στη Βιένη, ή ενός μοναστηριού στη Σαρδηνία, ή μιας αγοράς στην Ιαπωνία είναι τόσο πειστικές που ο αναγνώστης να νομίζει ότι ζει εκεί και τότε.
Όμως η ιστορική πλευρά του μυθιστορήματος δεν είναι η μόνη. Η φαντασία έχει κι αυτή τον ρόλο της. Η Μάχρια, όπως και τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου, είναι φανταστικά. Η Μάχρια είναι  μια εξαίρεση στον κανόνα της εποχής της. Τον κανόνα που ήθελε τη γυναίκα αμόρφωτη, καταπιεσμένη, εξαρτημένη από τον άντρα. Η Μάχρια ξεφεύγει απ' αυτόν τον κανόνα. Έχει μορφωθεί, έχει δραπετεύσει από το χαρέμι του σουλτάνου (στο πρώτο βιβλίο) και τώρα, το 1889, τη συναντάμε στη Μασσαλία με τους θετούς γονείς της και τον αγαπημένο της Ζακ, που την είχε βοηθήσει να δραπετεύσει. Όμως η συνέχεια δεν ήταν όσο ρόδινη τη φαντάστηκε με τον αγαπημένο της. Μια ξέφρενη ελευθερία στο Παρίσι, όπιο και ναρκωτικά την οδηγούν κάποια στιγμή, με τη στοργική φροντίδα των γονιών της και του Φρανσουά, αδελφικού φίλου του Ζακ, σε μια ειδική για αποτοξίνωση κλινική στην Αυστρία. Ο Ζακ, για άλλους λόγους, οδεύει προς την Αίγυπτο, όπου όμως δεν θα φτάσει ποτέ.
Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω περισσότερα ούτε για τον Ζακ ούτε για τη Μάχρια, γιατί θα χανόταν το ενδιαφέρον που τα απρόοπτα και οι ανατροπές δημιουργούν για τον αναγνώστη. Σημειώνω μόνο πως η δράση απλώνεται από τη Μασσαλία ως τη Σαρδηνία, την Αυστρία και την Ιαπωνία. Η συγγραφέας κατορθώνει όχι μόνο να δώσει πειστικότατη περιγραφή χώρου και χρόνου, αλλά και να στήσει ολοζώντανους χαρακτήρες. Συναντάμε γεννήσεις και θανάτους, προκαταλήψεις αλλά και καινοτόμες ιδέες, τη δύναμη της φιλίας, της αγάπης (όπως και ο τίτλος δηλώνει), αλλά και τον θρησκευτικό φανατισμό και το μίσος που μας θυμίζει ανάλογες ιδέες της εποχής μας.
Η τεχνική της Πετροπούλου εξακολουθεί να είναι η ίδια με του πρώτου βιβλίου. Δηλαδή τα διάφορα πρόσωπα του έργου μιλούν εναλλάξ σε πρωτοπρόσωπη γραφή. Σε ελάχιστα μόνο κεφάλαια, δηλωμένα με κυρτά γράμματα, υπάρχει η παρέμβαση του παντογνώστη-αφηγητή.
Η ιστορία δεν τελειώνει βέβαια ακόμη. Το τέλος του δευτέρου μέρους της τριλογίας μας προϊδεάζει για τη συνέχεια. Η Κρήτη, πατρίδα της Μάχρια αλλά και της συγγραφέως, φαίνεται να είναι ο επόμενος σταθμός του έργου.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τη συγγραφέα που αποδέχτηκε την εισήγησή μου και παραθέτει στην αρχή του βιβλίου κατάλογο των προσώπων του έργου και την ιδιότητα του καθενός, πράγμα που διευκολύνει πολύ τον αναγνώστη.