Παρασκευή, Αυγούστου 28, 2009

Η έπαυλη των ανδρών

Δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι κατάλαβα πλήρως τον ορισμό του συνεχούς, τη δημιουργία άπειρων αριθμών ή την έννοια του συνόλου (αν και αυτή μου θύμισε τη θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα), όμως το βιβλίο του Ντενί Γκετζ (Ψυχογιός, 2008, μετ. Γιώργος Παρλαλόγλου, πρόλογος Τεύκρος
Μιχαηλίδης) το χάρηκα, γιατί οι θεωρίες αυτές πολύ μικρό μέρος καταλαμβάνουν. Περισσότερο βλέπουμε στο μυθιστόρημα την αγάπη για τα Μαθηματικά, το πάθος ενός ανθρώπου για την επιστήμη του, την επιθυμία να μεταγγίσει τη γνώση σ' ένα νέο, την οικουμενικότητα των Μαθηματικών, το φιλειρηνικό πνεύμα σε αντιδιαστολή με τον πόλεμο κ.ά.
Βρισκόμαστε στα 1917, στη δίνη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην ψυχιατρική κλινική μιας μικρής Γερμανικής πόλης, το Λούφσταντ, εισάγεται, όχι για πρώτη φορά, ο 72χρονος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της πόλης, Χανς Σίγκερ. Ο λόγος για τον οποίο οδηγείται εκεί είναι ότι συχνά απομονώνεται, κλείνεται στον εαυτό του, δεν επικοινωνεί, πάσχει από κατάθλιψη. Βέβαια, παρακολουθώντας τους μακρούς μονολόγους του, τους έξυπνους διαλόγους με το συγκάτοικό του, την καταπληκτική του μνήμη, διερωτόμαστε αν πράγματι είναι τρελός.
Στο ίδιο δωμάτιο, στον αριθμό 14 της πτέρυγας που ονομάζεται Έπαυλη των Ανδρών, τοποθετείται ένας άλλος ψυχολογικά διαταραγμένος, ο Ματτίας Ντιτούρ. Είναι ένας νεαρός Γάλλος στρατιώτης, προφανώς αιχμάλωτος πολέμου. Τίποτα κοινό δεν υπάρχει μεταξύ τους. Γέρος ο ένας, νέος ο άλλος, καθηγητής πανεπιστημίου-μηχανοδηγός τρένου, Γερμανός- Γάλλος, ευγενικής καταγωγής-αγνώστων γονέων υιοθετημένο παιδί. Κι όμως ανάμεσα σ' αυτές τις δυο τόσο αντίθετες φύσεις θα αναπτυχθεί μια σχέση δασκάλου-μαθητή που λίγο διαφέρει από τη σχέση πατέρα-γιου.
Στις μεταξύ τους ατέλειωτες συζητήσεις αυτοαποκαλύπτονται. Ο Σίγκερ μιλάει για τις θεωρίες του, προσπαθεί να τις εξηγήσει στον Ντιτούρ, εκφράζει την απογοήτευσή του για την απόρριψή τους από τους συντηρητικούς της εποχής του. Με την ίδια προσοχή ακούει το νέο μηχανοδηγό να μιλάει για την αγάπη του για τα τρένα, για τη ζωή του, για τη δίψα του για μάθηση. Ο Ντιτούρ υπήρξε οπαδός του ειρηνιστή, σοσιαλιστή Ζορές, είχε συνδικαλιστική δράση και η αγάπη του για μόρφωση τον είχε οδηγήσει σε διαλέξεις μορφωτικών συλλόγων. Αγαπημένο του βιβλίο που το είχε μαζί του ακόμη και στα χαρακώματα του πολέμου, ήταν "Το ανθρώπινο κτήνος" του Ζολά, που η μνεία του επανέρχεται συχνά στο μυθιστόρημα. (Σκέφτομαι πως πρέπει οπωσδήποτε να βρω και να διαβάσω αυτό το βιβλίο).
Συχνά η συζήτησή τους περιστρέφεται γύρω από τον πόλεμο και η αντιπολεμική πνοή του βιβλίου είναι καταφανής, σε αντιδιαστολή με την οικουμενικότητα των μαθηματικών που ενώνει τους ανθρώπους.
"Στα μαθηματικά δεν τίθεται θέμα ούτε χρώματος του δέρματος, ούτε γεωγραφικών συνόρων. Για τους μαθηματικούς, ο κόσμος αποτελείται από μία και μοναδική χώρα. Τα σύνορα αντίκεινται στη φύση τους (305).
"Στα μαθηματικά όμως ούτε εντεύθεν ούτε εκείθεν. Τα μαθηματικά είναι, μαζί με το χρυσό, τα μόνα πράγματα που διατηρούν την αξία τους όπου κι αν βρίσκονται" (280)
" Η αγάπη για μια γυναίκα και η αγάπη για τα μαθηματικά δεν είναι της ίδιας τάξης-αλλά μπορούν να είναι εξίσου έντονες, να προσφέρουν την ίδια ευτυχία, να προκαλούν την ίδια δυστυχία" (240).
Αντιγράφω ακόμα μερικές σκέψεις, ενδεικτικές του πνεύματος του βιβλίου.
"Πρέπει να μπορεί ο εργάτης να συμμετέχει στις ανθρώπινες απολαύσεις για να αποδιώχνει τον πειρασμό των ηδονών του κτήνους" (268).
"Κανένας δεν θα μάθει ποτέ αν εκείνος ο στρατιώτης ήταν Γάλλος ή Γερμανός. Όταν το κρανίο γίνεται σμπαράλια, δεν είναι χρωματισμένη η φαιά ουσία" (218).
"Τα τείχη που καταρρίπτονται δυσκολότερα είναι αυτά που υψώνονται μες στα μυαλά μας. Έχουν τη στερεότητα των προσκολλήσεών μας σ' αυτό που φοβόμαστε" (176)
Το βιβλίο του Ντενί Γκετζ, που έρχεται να προστεθεί στα άλλα έργα του, ανάμεσα στα οποία το πασίγνωστο "Θεώρημα του παπαγάλου", είναι ένας ύμνος στην καθαρή επιστήμη, στην ειρήνη, στην κατανόηση μεταξύ των λαών.

Παρασκευή, Αυγούστου 21, 2009

Χαρταετοί πάνω απ' την πόλη

Διαβάζεται σαν ανατολίτικο παραμύθι αλλά αντικατοπτρίζει μια σκληρή πραγματικότητα που δύσκολα μπορούμε να συλλάβουμε το μέγεθός της. Ο Αφγανός συγγραφέας Κάλεντ Χοσεϊνί, γεννημένος στην Καμπούλ το 1965, ζει από το 1980 στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το μυθιστόρημά του "Χαρτετοί πάνω από την πόλη" που εκδόθηκε το 2003 (Ψυχογιός, 2005, μετ. Βαγγέλης Κατσάνης) όχι μόνο έκανε τον ίδιο παγκόσμια γνωστό με την τρομερή απήχηση που είχε και την κυκλοφορία του σε 48 χώρες, αλλά μας γνώρισε και μια χώρα για την οποία ελάχιστα ξέρουμε, έστω κι αν απασχολεί από καιρού εις καιρόν τα δελτία ειδήσεων. Μέσα από το μυθιστόρημα, που χωρίς αμφιβολία περιλαμβάνει και αυτοβιογραφικά στοιχεία, προβάλλει το Αφγανιστάν όπως το βλέπει ένας Αφγανός που αγαπά τη χώρα του κι όμως οι συνθήκες του επέβαλαν να ζει μακριά της. Δεν είναι πολιτικό ούτε ιστορικό βιβλίο, η μυθοπλασία όμως και οι περιπέτειες των ηρώων του τοποθετούνται με φόντο το Αφγανιστάν των τελευταίων περίπου 40 χρόνων. Ο κεντρικός ήρωας και πρωτοπρόσωπος αφηγητής Αμίρ ανήκει στη φυλή των Παστούν, που ήταν η άρχουσα τάξη. Δεν γνώρισε τη μητέρα του που πέθανε στη γέννα της και μεγαλώνει με τον πατέρα του, εναν πλούσιο επιχειρηματία, σ' ένα ωραίο σπίτι σε μια αριστοκρατική, όμορφη γειτονιά της Καμπούλ. Αχώριστος σύντροφος στα παιγνίδια του είναι ο συνομήλικός του Χασάν, γιος του υπηρέτη τους Αλή, υπηρέτης κι ο ίδιος. Τους χωρίζουν οι φυλές τους (Παστούν-Χάζαροι), τους χωρίζει η θρησκεία τους (Σουνίτες-Σιίτες), τους χωρίζει η μόρφωση, τους χωρίζει η τάξη τους. Όμως τα δυο παιδιά ενώνονται με μια άδολη παιδική φιλία. Απ' τα αγαπημένα τους παιγνίδια ήταν το πέταγμα του χαρταετού, ένα πολύ διαδεδομένο παιγνίδι στο Αφγανιστάν, για το οποίο και οργανώνονται ειδικοί αγώνες. Ωραίος χαρακτήρας ο πατέρας του Αμίρ που σ' όλο το βιβλίο αποκαλείται Μπάμπα, ένας προοδευτικός ορθολογιστής, προσπαθεί να δώσει μια σωστή διαπαιδαγώγηση στο γιο του που από μικρός έδειξε την κλίση του στο γράψιμο.
Η ωραία, ανέμελη, ευτυχισμένη ζωή τους θα διακοπεί με την εισβολή των Ρώσων και οι δυο, πατέρας και γιος, θα καταλήξουν στην Αμερική, αφού στο μεταξύ κάποια γεγονότα διέρρηξαν με οδυνηρό τρόπο τους δεσμούς της παιδικής φιλίας Αμίρ-Χασάν. Γι' αυτό το γεγονός ο Αμίρ θα βασανίζεται από τύψεις σ' όλη του τη ζωή. Αναζητώντας τη λύτρωση θα ξαναγυρίσει μεγάλος πια στο Αφγανιστάν, όταν είχαν επικρατήσει οι Ταλιμπάν. Η εικόνα της καταστρεμμένης Καμπούλ, της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της μισαλλοδοξίας προβάλλει μέσα από το μυθιστόρημα πολύ πιο έντονα απ' τις εικόνες που κατά καιρούς βλέπουμε στις ειδήσεις. Υπάρχει μια σκηνή λιθοβολισμού ενός ζευγαριού μοιχών που δύσκολα αντέχεται, έστω και να τη διαβάζει κάποιος. Διακινδυνεύοντας τη ζωή του ο Αμίρ προσπαθεί να βγάλει από την κόλαση τον μικρό γιο του Χασάν, τον Σοχράμπ, ως ένα είδος εξιλέωσης γι΄αυτά που βαραίνουν τη συνείδησή του.
Ξεκίνησα το βιβλίο του Χοσεϊνί με πολλή επιφύλαξη και μόνο αφού έμεινε καιρό στη στοίβα με τα αδιάβαστα βιβλία. Όταν όμως το άρχισα δεν μπορούσα να το αφήσω. Γραμμένο με απλότητα (θα μπορούσα να πω απλοϊκότητα) φέρνει κοντά μας μια χώρα κι ένα λαό. Τη φύση της χώρας, τους παγωμένους χειμώνες και την όμορφη εξοχή της, τις παραδόσεις, τα έθιμα, τη θρησκεία, τους μύθους της, τις συνήθειες, αλλά και τα δεινά του πολέμου και της προσφυγιάς. Πάνω απ' όλα όμως είναι ένα βιβλίο εξύμνησης της φιλίας, ένα βιβλίο ενοχής και εξιλέωσης, ένα βιβλίο αγάπης στον άνθρωπο όπου κι αν αυτός ανήκει.

Πέμπτη, Αυγούστου 13, 2009

Το πάθος χιλιάδες φορές

Σκέφτομαι, καθώς γοητευμένη για άλλη μια φορά από τη Ζυράννα Ζατέλη, κλείνω την 765η σελίδα του τελευταίου της μυθιστορήματος "Το πάθος χιλιάδες φορές" (Καστανιώτης, 2009), πως η Ζατέλη μοιάζει με κάποια ιστορικά πρόσωπα που από κάποιους αποθεώθηκαν και λατρεύτηκαν, ενώ κάποιοι άλλοι αποπειράθηκαν (ή και κατάφεραν) να τους δολοφονήσουν. Υπάρχουν οι φανατικοί αναγνώστες της που με αδημονία περιμένουν κάθε καινούριο της βιβλίο κι υπάρχουν άλλοι που "ούτε δεμένοι στην καρέκλα" (κατά την έκφραση ενός γνωστού μου) δεν μπορούν να την αντέξουν.
Ανήκω στην πρώτη κατηγορία. Πιστεύω πως η Ζατέλη είναι μια από τις καλύτερες (αν όχι η καλύτερη) σύγχρονές μας πεζογράφους. Τα βιβλία της δεν είναι από τα βιβλία που "θέλεις να δεις τι θα γίνει παρακάτω". Είναι για να διαβάζονται αργά, απολαυστικά, για να επανέρχεσαι σε σελίδες τους, για να απολαμβάνεις τη γλώσσα, συχνά να στέκεσαι, να ανασηκώνεις το βλέμμα και να συλλογίζεσαι πάνω σε μια φράση της.
Αρχίζει σαν μ' ένα προσκλητήριο νεκρών. Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε στο προηγούμενό της βιβλίο, "Ο θάνατος ήρθε τελευταίος", συντρώγουν, παραμονή Πρωτοχρονιάς με όσους ακόμα ζουν, μια νύχτα όπου "τα πιθανά και τα απίθανα, τα τεκμαρτά και τα ανείκαστα", όλα μπορούν να συμβούν. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο, νομίζω, που συναντάμε στο βιβλίο σκόρπιους στίχους από το "Τραγούδι του νεκρού αδελφού": Να συντυχούν οι ζωντανοί με τους αποθαμένους (σ. 170), "Κάνει το σύννεφο άλογο και τ' άστρο χαλινάρι (σ.401), Για δες θάμα κι αντίθαμα (σ. 347).
Οικοδέσποινα σ' αυτή την παράξενη, εξωλογική σύναξη είναι η Λεύκα, η δεκατριάχρονη εγγονή του Τριαντάφυλλου ή Ντάφκου, βασικού προσώπου και στο προηγούμενο βιβλίο της Ζατέλη. Μια ιδιόμορφη σχέση ενώνει παππού και εγγονή, μια σχέση που δεν απέχει από έρωτα. Αυτά είναι τα δυο κύρια πρόσωπα γύρω από τα οποία, πολυπρόσωπος χορός, συνωστίζονται πλήθος άλλα. Ο Ντάφκος, σιδεράς, καλοστεκούμενος εξηντάρης, ολιγόλογος, μ' ένα τσεκούρι διαρκώς στο χέρι, ξεθυμαίνει κόβοντας ξύλα, ενώ με μια κρυμμένη τρυφερότητα αγκαλιάζει ανθρώπους και ζώα.
Η μικρή με το πρωτότυπο όνομα Λεύκα ("στην αρχαιότητα η λεύκα συμβόλιζε με την διχρωμία των φύλλων της την χθόνια και την επίγεια λατρεία: η σκούρα πλευρά τους ήταν ο Κάτω Κόσμος και η ανοιχτόχρωμη πλευρά ο πάνω", θα της πει ο φαρμακοποιός, βοηθός του οποίου θα γίνει στα 20 της) είναι μια μυστήρια ύπαρξη. Απόμακρη, ενδοστρεφής, γράφει κλεισμένη στο δωμάτιό της με μια ανάποδη, δεξιόστροφη γραφή, που μόνο μέσα σε καθρέφτη διαβάζεται. Με πυρωμένα σιδεράκια χαράζει πληγές στο πρόσωπό της, θυμίζοντας ασκητές ή αγίους που βασάνιζαν το σώμα για να σώσουν την ψυχή τους. Η αγωνία της γραφής, οι ιστορίες του θανάτου που συνήθως γράφει οδηγούν στη σκέψη πως στο πρόσωπό της κρύβεται η ίδια η συγγραφέας. Η Λεύκα έχει μια παράξενη σχέση με το θάνατο, καθώς το χάδι του χεριού της χαρίζει ανακούφιση και βοηθά αυτούς που πάνε για την άλλη όχθη να τη διαβούν γαλήνια.
Ας μη ζητήσουμε μια ευθύγραμμη πορεία στην αφήγηση της Ζατέλη. Γνωρίζουμε τη Λεύκα δεκατριάχρονη, αλλά με αναδρομές πάμε σε επεισόδια της παιδικής της ηλικίας κι ύστερα τη βλέπουμε μέχρι τα 20 της. Ιστορίες πολύ χαλαρά συνδεδεμένες στον κύριο κορμό, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ξεχωριστά αφηγήματα. Η πολυσέλιδη ιστορία της Ωραιοζήλης, ο τυφλός Σαράντης, οι δυο αδελφές που χρόνια τις ταλαιπωρούσε η κατάκοιτη θεία, η Μάργω και τα βότανά της, ο Άνθιμος ο φαρμακοποιός, ο Νικόλας-Ιωσήφ ο ξυλουργός, ο αδελφός της Ωραιοζήλης και η μνηστή του η Κάσση, άντρες και γυναίκες, γέροι και παιδιά, ένα ολόκληρο σύμπαν δημιουργεί η συγγραφέας, μέσα στο οποίο περιδινούμαστε κι εμείς σαν μαγεμένοι, έστω κι αν θλιβερές είναι κατά κανόνα οι τύχες όλων αυτών των προσώπων.
Για τη γλώσσα της Ζατέλη θα μπορούσε να γίνει διατριβή. Λέξεις της αρχαίας σε αγαστή συνύπαρξη με την ωραία, στρωτή, ενίοτε διαλεκτική, δημοτική. Οσάκις, ενεά, ακκίστηκε, ίνα μη, υπό την χθόνα, έτι πλέον, ιχθύς, εν ακαρεί, γέρων, της ρινός και πολλά άλλα σε ξαφνιάζουν ευχάριστα. Αν προσθέσουμε σ'αυτά και το πολυτονικό σύστημα που ακολουθείται στην έκδοση, εμείς οι παλαιοί ευφραινόμαστε "έτι πλέον" . Πρωτότυπες δικές της γλωσσικές δημιουργίες, όπως: θελξικάρδιο (κορίτσι), υπνοβόρα (μάτια), ασωπασιά (του ραδιοφώνου), δυσλαλία, ιοβόλες (αυγές) κ.λπ. αγκιστρώνουν τη ματιά και την προσοχή μας.
Παροιμίες, γλωσσοδέτες, αινίγματα, παιδικά παιγνίδια, στίχοι τραγουδιών, λαϊκά δίστιχα, λαϊκοί θρύλοι, αποφθεγματικές ρήσεις που δεν ξεχνιούνται (Το αύριο είναι σαν ποτέ, Καρπούζι και γυναίκα η τύχη τα διαλέγει όχι εμείς, Μόνο οι πεθαμένοι δεν γυρνούν, κι αυτό γιατί περνούν καλά φαίνεται κ.ά.), τοπικές συνήθειες και γιορτές, διασώζουν με τη λογοτεχνική τους καταγραφή στοιχεία του λαϊκού μας πολιτισμού.
Ελάχιστες, για ένα τόσο πολυσέλιδο βιβλίο, αλλά πολύ χαρακτηριστικές και στο πνεύμα του βιβλίου οι λογοτεχνικές αναφορές: Η Φόνισσα, Η Παναγία των Παρισίων, η βιογραφία του βαν Γκογκ, ο Σινούε ο Αιγύπτιος, ο Σολωμός βεβαίως και... μισό ημιστίχιο του Καβάφη.
Δεν ολοκληρώνονται οι τύχες όλων των ηρώων της Ζατέλη, όσων τουλάχιστον έμειναν ζωντανοί, ανάμεσά τους η Λεύκα και ο Ντάφκος. Θα αναμένουμε τη συνέχεια.

Τετάρτη, Αυγούστου 05, 2009

Το φάντασμα φεύγει

Ενώ του Ροθ "Το φάντασμα φεύγει" εγώ ξαναγυρίζω έπειτα από τριών σχεδόν εβδομάδων απουσία, "πλούσια με όσα κέρδισα στο δρόμο", έχοντας για άλλη μια φορά καταλάβει "οι Ιθάκες τι σημαίνουν". Οι εμπειρίες του ταξιδιού σίγουρα θα βρουν κάποια στιγμή την καταγραφή τους, όμως για την ώρα περιορίζομαι στο σχολιασμό του τελευταίου μου αναγνώσματος.

Διερωτώμαι, καθώς διαβάζω ακόμα ένα Philip Roth, πώς γίνεται ένας συγγραφέας να μπορεί να κρατήσει το ενδιαφέρον, συχνά να γοητεύσει τον αναγνώστη, στριφογυρίζοντας διαρκώς σχεδόν στα ίδια θέματα. Κι όμως αυτό συμβαίνει με τα βιβλία του γνωστού, Αμερικανού συγγραφέα. Η εβραϊκή του ταυτότητα, η σύγχρονη Αμερική, η έκπτωση του ανθρώπινου σώματος και τα γηρατειά (στα τελευταία του τουλάχιστον βιβλία) έρχονται και επανέρχονται. Κι όμως κάθε φορά βρίσκει τον τρόπο να τα χειρίζεται διαφορετικά, κάθε βιβλίο του είναι κι ένα καινούριο ελκυστικό ανάγνωσμα.
Από τον κανόνα δεν ξεφεύγει ούτε το πιο πρόσφατα μεταφρασμένο στα Ελληνικά βιβλίο του "Φεύγει το φάντασμα" (Πόλις, 2009, μετ. Κατερίνα Σχινά). Στην πρώτη κιόλας παράγραφο μας δίνονται καίριες πληροφορίες: ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που σε λίγο μαθαίνουμε ότι είναι ο συγγραφέας Νέιθαν Ζούκερμαν (λογοτεχνική persona του Roth), ξαναγυρίζει στη Ν. Υόρκη έπειτα από 11 χρόνια πλήρους απομόνωσης σ' ένα σπιτάκι στο βουνό, διακόσια δέκα χιλιόμερα μακριά. Έχει ήδη υποστεί αφαίρεση καρκινωματώδους προστάτη και τώρα επιστρέφει για να δοκιμάσει μια θεραπεία που πιθανόν να τον απαλλάξει από την ακράτεια, εξαιρετικά δυσάρεστη και ενοχλητική συνέπεια της εγχείρησης. Βρισκόμαστε τρία χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, δηλ. στο 2004.
Στην πόλη κάποιες συναντήσεις θα τον επηρεάσουν σε βαθμό να σκέφτεται να μην επιστρέψει στην απομόνωση του βουνού του. Τυχαία συναντά την Έιμη Μπελέτ, που υπήρξε σύντροφος του Λόνοφ, ενός συγγραφέα που υπήρξε κάποτε πρότυπο για τον νεαρό τότε Ζούκερμαν και που εξακολουθεί να τον θαυμάζει και να τον μελετά. Η Μπελέτ είναι τώρα γερασμένη κι έχει κι αυτή υποστεί εγχείρηση για αφαίρεση όγκου στον εγκέφαλο. Η δεύτερη συνάντηση είναι μ' ένα νεαρό ζευγάρι, τον Μπίλι και την Τζέιμι, που σε μια αγγελία τους στην εφημερίδα ζητούσαν να ανταλλάξουν για ένα χρόνο το διαμέρισμά τους στη Ν. Υόρκη μ' ένα εξοχικό σπίτι στο βουνό. Στην αγγελία απαντά ο Ζούκερμαν κι έτσι γνωρίζονται. Η νεαρή γυναίκα ασκεί μια ακαταμάχητη έλξη στον ηλικιωμένο και ανίκανο πια σεξουαλικά συγγραφέα. Μια τρίτη συνάντηση γίνεται αφορμή για να εμπλέξει ο Roth και άλλα θέματα στη μυθοπλασία του. Ένας νεαρός επίδοξος συγγραφέας, ο Κλάιμαν, επίμονα πολιορκεί και ενοχλεί τον Ζούκερμαν. Θέλοντας να γράψει μια βιογραφία για τον αγαπημένο συγγραφέα του Ζούκερμαν, τον Λόνοφ, προσπαθεί να του αποσπάσει πληροφορίες για ένα μυστικό στη ζωή του νεκρού πια Λόνοφ.
Όλα αυτά τα πρόσωπα με έντεχνο τρόπο συνδέονται και γίνονται οι φορείς των θεμάτων που απασχολούν τον Roth: οι συνέπειες της 11ης Σεπτεμβρίου, η απαξίωση της Κυβέρνησης Μπους, η σχέση ζωής και συγγραφής, η ερωτική επιθυμία που δεν μπορεί να ικανοποιηθεί, οι ανθρώπινες σχέσεις, η σωματική αδυναμία, ο αδυσώπητος χρόνος, είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγονται. Στο μυθιστόρημα επίσης παρεμβάλλονται θεατρικοί διάλογοι, έργο που υποτίθεται γράφει ο Ζούκερμαν. Ακριβώς εδώ βλέπουμε πώς οι πρσωπικές εμπειρίες μετατρέποντια σε τέχνη.
Το μυθιστόρημα βρίθει λογοτεχνικών και άλλων αναφορών που καθιστούν αναγκαίες τις επεξηγηματικές σημειώσεις της μεταφράστριας στο τέλος του βιβλίου.
Άλλος ένας λοιπόν κλασικός Roth. Για τους εθισμένους στον τρόπο γραφής του, πάντα ενδιαφέρων και ελκυστικός.

Σάββατο, Ιουλίου 11, 2009

..."θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους"...


Αγαπητοί φίλοι "συμπλόγκερς" γεια σας. Αναχωρώ αύριο για μια περιήγηση που χρόνια ονειρευόμουν. Εκεί που έφτασαν οι Αργοναύτες αναζητώντας το χρυσόμαλλο δέρας. Εκεί όπου ο Ορέστης ξαναβρήκε τη χαμένη του αδελφή. Εκεί όπου Έλληνες οραματιστές έβαλαν το σπόρο για την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού. Εκεί όπου ο Ελληνισμός άνθησε για αιώνες πριν ξεριζωθεί. Μια 15ήμερη κρουαζιέρα στη Μαύρη Θάλασσα. Ελπίζω η πραγματικότητα να μη διαψεύσει τη φαντασία. Σας χαιρετώ και εύχομαι καλό καλοκαίρι σε όλους.


Παρασκευή, Ιουλίου 03, 2009

Νίκος Καββαδίας-Ο δαίμονας χόρευε μέσα του



Πριν από λίγες μέρες στο blog του Πατριάρχη διεξήχθη μια συζήτηση σχετικά με τις βιογραφίες. Εκεί εξεδήλωσα την αγάπη μου γι' αυτό το λογοτεχνικό είδος. Λόγω αυτής της αγάπης αγόρασα και το βιβλίο του Μήτσου Κασόλα "Νίκος Καββαδίας-Ο δαίμονας χόρευε μέσα του" (Καστανιώτης 2009), που όμως τελικά δεν με ικανοποίησε, γιατί δεν ήταν αυτό που φαντάστηκα και περίμενα.
Το βιβλίο αποτελεί καταγραφή αφηγήσεων ναυτικών και γενικότερα ανθρώπων που γνώρισαν τον ποιητή. Οι αφηγήσεις αυτές, όπως λέει ο συγγραφέας, συγκεντρωμένες σε διάστημα μιας τριετίας, δεν μαγνητοφωνούνταν. Γι' αυτό, πιστεύω, διαμορφώθηκαν με το λογοτεχνικό ύφος του Κασόλα και γίνονται έτσι ιδιαίτερα ελκυστικές. Μέσα απ' όλες τις αφηγήσεις προβάλλει ο άνθρωπος-Καββαδίας. Ο χαρακτήρας, οι συνήθειες, οι προτιμήσεις, ο τρόπος ζωής του, οι σχέσεις του με τους ανθρώπους, με τις γυναίκες ιδιαίτερα, η μεγάλη αγάπη του για τη θάλασσα και το ταξίδι κ.λπ. Όμως τίποτα που να έχει σχέση με την ποίησή του, που να φωτίζει το έργο του. Οι περισσότεροι απ' αυτούς που μιλούν δεν ήξεραν καν ότι είναι ποιητής, το 'μαθαν μετά το θάνατό του. Αυτός είναι ο λόγος που το βιβλίο δεν με ικανοποίησε. Μπορεί να 'ναι καλογραμμένο, να διαβάζεται άνετα, να εμπλουτίζεται με φωτογραφίες, αλλά εκείνο που ήθελα και (λανθασμένα) περίμενα ήταν η σχέση ζωής και έργου. Γι' αυτό ξεχώρισα το παρακάτω απόσπασμα και λέω, τι καλά θα ήταν αν το βιβλίο περιλάμβανε κι άλλα τέτοια:
................................................
Γέρο, σου πρέπει μοναχά το σίδερο στα πόδια
δυο μέτρα καραβόπανο, και αριστερά τιμόνι.
Μια μέδουσα σε αντίκρισε γαλάζια και σιμώνει
κι ένα; βυθός που βόσκουνε σαλάχια και χταπόδια
.....................................................
"Ξέρεις τι θα πει "το σίδερο στα πόδια, δυο μέτρα καραβόπανο, κι αριστερά τιμόνι"; "Όχι". Του λέω: "Όταν πεθαίνει κάποιος στη θάλασσα, τον ράβουνε σε δυο μέτρα καραβόπανο και του δένουνε ένα σίδερο στα πόδια, για να βουλιάξει. "...κι αριστερά τιμόνι", για να μην τον πάρει η προπέλα. Γιατί το πλοίο κάνει ένα γύρο εκεί που έπεσε ο νεκρός ως αποχαιρετισμό".
Αν όλο το βιβλίο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους αγαπούν την ποίηση του Καββαδία, ακόμα λιγότερο ενδιαφέρον νομίζω υπάρχει στο "Παράρτημα", στο οποίο ο συγγραφέας εξιστορεί τα της διένεξης και της δίκης που υποκινήθηκε από τους κληρονόμους του ποιητή σχετικά με τα πνευματικά διακιώματα του προηγούμενου βιβλίου του Κασόλα "Νίκος Καββαδίας-Γυναίκα-Θάλασσα-Ζωή".
Όμως οφείλω να ομολογήσω κι ένα κέρδος που είχα. Με αφορμή το βιβλίο και θέλοντας να ξαναδιαβάσω Καββαδία "ανακάλυψα" το ωραίο αφιέρωμα σ' αυτόν, στο οποίο μπορεί να διαβάσει κανείς ηλεκτρονικά όλη την ποίηση και τα πεζά του.

Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2009

Μετά τα μεσάνυχτα



Στον αγαπητό Librofilo οφείλω πολλά από τα ωραία βιβλία που έχω διαβάσει. Το πιο πρόσφατο, μια ευσύνοπτη νουβέλα μόλις 128 σελίδων. Τίτλος, "Μετά τα μεσάνυχτα" (Μελάνι, 2008, μετ. Γωγώ Αρβανίτη, τίτλος πρωτοτύπου Don't Look Now). Συγγραφέας η αγαπημένη μου Δάφνη Ντι Μωριέ (Στα χρόνια της εφηβείας μου τη "Ρεβέκκα" της τη ξαναδιάβαζα κάθε καλοκαίρι, την είχα μάθει σχεδόν απ' έξω).
Η Βενετία υπήρξε (και είναι ακόμη) προσφιλής λογοτεχνικός τόπος. "Ο έμπορος της Βενετίας", του Σέξπηρ, "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν, "Γιατί όχι στη Βενετία;" της Μισέλ Μανσό, "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" του δικού μας Μαμαλούκα, είναι λίγα μόνο από τα έργα που μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Φαίνεται ότι η σκοτεινή γοητεία των καναλιών της, τα ερειπωμένα αρχοντικά της, τα αδιέξοδα δρομάκια της, η όλη ατμόσφαιρα που έχει κάτι το ρομαντικό και μυστηριώδες ταυτόχρονα, εμπνέουν πολλούς λογοτέχνες (κι ας μη ξεχνάμε ότι κάποτε εθεωρείτο must για μήνα του μέλιτος!).
Σ' αυτή την ατμόσφαιρα μας σεριανάει η Δάφνη ντι Μωριέ με την καταπληκτική αυτή νουβέλα, της οποίας η κινηματογραφική μεταφορά το 1973 θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες του βρετανικόυ κινηματογράφου (Να αναφέρω εδώ ότι ο Librofilo, εκτός από την ωραία παρουσίαση του βιβλίου κάνει και μια πολύ κατατοπιστική σύγκριση βιβλίου-ταινίας).
"Μην κοιτάξεις" είπε ο Τζον στη γυναίκα του, "αλλά δυο τραπέζια πιο πέρα κάθονται δύο γεροντοκόρες που προσπαθούν να με υπνωτίσουν". Και μόνο αυτή η εναρκτήρια πρόταση είναι αρκετή για να κάνει τον αναγνώστη να θέλει να προχωρήσει. (Έχουν λεχθεί πολλά για τις εναρκτήριες φράσεις διάσημων λογοτεχνικών έργων. Κάτι που πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς νομίζω θα 'πρεπε να μελετήσουν).
Ένα νεαρό ζευγάρι, ο Τζον και η Λόρα έρχονται για διακοπές στη Βενετία, στην προσπάθειά τους να συνέλθουν από το πένθος στο οποίο τους βύθισε ο θάνατος της μικρής τους κόρης. Το ζευγάρι έχει ακόμη ένα γιο, που τον έχουν αφήσει στο οικοτροφείο του σχολείου του. Καθώς τριγυρίζουν στη Βενετία, κάνουν τον περίπατό τους ή τρώνε σε ρομαντικά ταβερνάκια, συναντούν σε κάθε τους βήμα αυτό το παράξενο ζευγάρι των ηλικιωμένων δίδυμων αδελφών. Η μια απ' αυτές, παρ' όλο που είναι τυφλή, ισχυρίζεται ότι βλέπει κοντά στο ζευγάρι τη μικρή, νεκρή τους κόρη. Η Λόρα νιώθει μια χαρά, μια παρηγοριά μέσα στο πένθος της, ενώ ο άντρας της, σκεπτικιστής, δεν πιστεύει σ' αυτά. Όταν η τυφλή προειδοποιεί το ζευγάρι για μια επικείμενη συμφορά, τότε η μεταφυσική συγκρούεται άμεσα με τη λογική. Ποια θα υπερισχύσει; Δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο. Η νουβέλα κρατάει αιχμάλωτο τον αναγνώστη ως το απρόσμενο τέλος, που έρχεται στην τελευταία σελίδα.
Όσοι αναγνώστες πιστεύουν στα μεταφυσικά φαινόμενα θα ενθουσιαστούν. Όσοι είναι ορθολογιστές και λογικοκρατούμενοι (αναμεσά τους κι εγώ) θα απολαύσουν ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο.

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

Τα τρίτα μου γενέθλια

Να πω "Πόσο γρήγορα περνά ο καιρός" θα ήταν μεγάλη κοινοτοπία (αλίμονο, όσο μεγαλώνεις τόσο πιο γήγορα περνάει). Το "μου φαίνεται σαν χτες" επίσης χιλιοειπωμένο. Κι όμως συχνά δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να καταφύγουμε σ΄αυτές τις τόσο κοινότοπες εκφράσεις. Σ' αυτές καταφεύγω κι εγώ για να γιορτάσω την τρίτη επέτειο των γενεθλίων του blog μου.
Αισθάνομαι πολύ ευτυχής που συμπλήρωσα προχθές ακόμα ένα χρόνο "μπλογκικής" ζωής. Γυρίζω πίσω. Ξαναδιαβάζω και θυμάμαι. Βιβλία που με μάγεψαν και βιβλία που με απογοήτευσαν. Σχόλια κι επικοινωνία με φίλους, γνωστούς και αγνώστους. Στιγμές της ζωής μου που συνδέθηκαν με τα διαβάσματά μου. Και καταφεύγω και πάλι στην ευχή που πάει να γίνει κι αυτή κλισέ: "Του χρόνου και πάλι εδώ".

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2009

Κόκκινο στην πράσινη γραμμή



"Μια απέραντη ξεγνοιασιά επικρατεί-οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους". Φράση που ακούγεται στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη "Κόκκινο στην πράσινη γραμμή" (Μεταίχμιο, 2009). Μια φράση που μοιάζει να μας χαρακτηρίζει ως Κυπρίους για όποιον, ερχόμενος στην Κύπρο τώρα για πρώτη φορά, βλέπει τις πολυπληθείς παραλίες, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τις γεμάτες νεολαία καφετέριες. Μοιάζει σαν να έχουμε ξεχάσει τα δεινά μας, σαν να μην έχουμε κανένα πρόβλημα. Αν κρίνω από τον εαυτό μου, ναι, θέλω να ξεχάσω. Κι ας ήταν για χρόνια μετά την εισβολή αναρτημένο παντού το σύνθημα "δεν ξεχνώ" κι ας το βλέπουμε ακόμα πότε-πότε να προβάλλει μισοσβησμένο. Θέλω να ξεχάσω επιτέλους, γιατί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έζησα μέσα στο θάνατο και τις συγκρούσεις. Πότε με τους Άγγλους, πότε με τους Τούρκους, πότε μεταξύ μας. Κι έρχονται βιβλία σαν αυτό του Γκουρογιάννη να ανασκαλίσουν τη μνήμη, να θυμίσουν "οικεία κακά", να μας ξυπνήσουν "πόνους παλιούς που μέσα μας κοιμούνται".
Ο άγνωστος κι αγνοημένος πόλεμος του 1974 (μα έγινε πόλεμος τότε;) και η συμμετοχή των Ελλαδιτών στρατιωτών σ' αυτόν, είναι το κεντρικό μοτίβο του βιβλίου. Αφορμή έδωσε το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄Δημοτικού που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων πριν από μερικά χρόνια. Οι βετεράνοι του '74 ζητούν να προστεθεί στις ελάχιστες γραμμές που το βιβλίο αφιερώνει σ' αυτόν τον πόλεμο, ακόμα μιάμιση γραμμή για τη δική τους συμμετοχή. Ο πρόεδρος της οργάνωσης ΝΟΜΕ (Νέα Οργάνωση Ελλήνων Μαχητών), που είναι και το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, έρχεται στην Κύπρο επικεφαλής μιας ομάδας βετεράνων που διοργανώνουν ένα συνέδριο, με σκοπό μέσα από τις αναμνήσεις, τις αφηγήσεις, τις μαρτυρίες τους, να μπορέσουν να συνοψίσουν τη μιάμιση γραμμή για να προστεθεί στο βιβλίο της Ιστορίας.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί τους συνέδρους από την πρώτη μέρα της τριήμερης παραμονής τους στο νησί, που αρχίζει με κατάθεση στεφάνου στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, όπου είναι θαμμένοι οι πεσόντες Ελλαδίτες, μέχρι την αναχώρησή τους από την Κύπρο. Ήδη από την πρώτη στιγμή, με το βαριεστημένο τρόπο που γίνεται η κατάθεση, που ψάλλεται ο Εθνικός Ύμνος, ενώ η σκέψη μέσα στο αυγουστιάτικο λιοπύρι της Λευκωσίας πετά προς μια ανακουφιστική παγωμένη μπίρα που τους περιμένει στο ξενοδοχείο, φαίνεται η ματιά με την οποία θα κοιτάξει το θέμα του ο συγγραφέας. Οι αναμνήσεις, όπως αυτές θα ξεδιπλωθούν μέσα από τις μαρτυρίες στο συνέδριο ή μέσα από τις ενδόμυχες σκέψεις και φαντασιώσεις του προέδρου, δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Αναμνήσεις που σχετίζονται με εγκλήματα πολέμου, με εκτελέσεις αιχμαλώτων, με την έλλειψη όπλων, με την απουσία οργανωμένης άμυνας, αλλά και με τη μάχη που έδωσε η ΕΛΔΥΚ και "έσωσε την τιμή της Ελλάδας". Οι αναμνήσεις και αφηγήσεις αγκαλιάζουν και το πραξικόπημα που, οργανωμένο από τη χούντα, ανέτρεψε τον πρόεδρο Μακάριο κι έγινε αφορμή για την Τουρκική εισβολή. Πότε τραυματίστηκε στο πόδι ο πρόεδρος των βετεράνων; Στην επίθεση εναντίον του ΡΙΚ (Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου), ήταν επομένως με το μέρος των πραξικοπηματιών ή κατά την τουρκική εισβολή πολεμώντας στο ύψωμα Κοτζάκαγια; Γιατί αμφισβητείται η γνησιότητα του τραυματισμού του; Τι τον βασανίζει και καταναλώνει συνεχώς αγχολυτικά; Στο κάτω-κάτω κι αν πήγε με τους πραξικοπηματίες τι έφταιγε αφού εκτελούσε διαταγές;
Με έξαιρετική περιγραφική ικανότητα και με συγκίνηση θα έλεγα (ή μήπως εγώ το βλέπω έτσι;) δίνεται η μετάβαση των συνέδρων στα Κατεχόμενα και η συνάντησή τους με Τούρκους βετεράνους του ίδιου πολέμου. "Οι αλήθειες των άλλων" προβάλλουν συχνά στο βιβλίο κι είναι βέβαιο πως στη δική μας πλευρά θα προκαλέσουν αντιδράσεις. "Ας όψονται οι αίτιοι" είναι μια φράση που ακούγεται συχνά στην Κύπρο, όταν σκεφτόμαστε την κατάστασή μας. Ποιοι όμως είναι οι αίτιοι; "Η συγκεκριμένη φράση είναι δίκοπο μαχαίρι όταν ακούγεται από Κυπρίους αυτής της ηλικίας και πάνω. Αίτιος μπορεί να είναι ή ο Μακάριος ή ο Γρίβας ή η χούντα των Αθηνών ή οι Εγγλέζοι ή η ΕΟΚΑ Β΄ κτλ."
Δυσκολεύεται να πιστέψει κανείς ότι ο Γκουρογιάννης δεν πολέμησε στην Κύπρο τότε. Είναι τόση η γνώση τόπων, γεγονότων, λεπτομερειών που μόνο η μελέτη των πηγών τις οποίες και παραθέτει δεν θα μπορούσε από μόνη της να κάνει τόσο πειστική την αφήγησή του. (Από τις ελάχιστες ανακρίβειες που επεσήμανα είναι το χωριό όπου έγιναν σφαγές Τούρκων, που λέγεται Τόχνη και όχι Πόχνη, καθώς και η προσπάθεια απόδοσης της κυπριακής προφοράς που ασφαλώς δεν ήταν εύκολο να αποδοθεί σωστά).
Η μυθιστορηματική εκμετάλλευση του '74 στην Κύπρο χρειαζόταν μεγάλη τόλμη. Μια καυτή πατάτα στα χέρια του συγγραφέα, όμως ο Γκουρογιάννης κατάφερε να μην τον τσουρουφλίσει. Αν κάτι μένει στο τέλος στον αναγνώστη, είναι η καταδίκη του πολέμου, του κάθε πολέμου. Όσο για την Κύπρο..."τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε...Δε φελά να μιλάμε".

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2009

Της ζωής και της αγάπης



Μπορεί το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Τσαμαδού "Της ζωής και της αγάπης" (Ψυχογιός 2009) να είναι το λιγότερο ιστορικό ανάμεσα στα τέσσερα μυθιστορήματα που έχει γράψει ως τώρα, χωρίς αμφιβολία όμως είναι το πιο "διαβαστερό". Η συγγραφέας έχει δώσει στο μυθιστόρημά της μια χροιά μυστηρίου, θα έλεγα ένα άρωμα αστυνομικής ιστορίας, χωρίς δολοφονίες και εγκλήματα (αν και υπάρχει κι ένας θάνατος που καλύπτεται από μυστήριο), που κρατάει τον αναγνώστη αιχμάλωτο στις σελίδες του βιβλίου.
Στο αδιάπτωτο ενδιαφέρον που προκαλεί η υπόθεση του μυθιστορήματος, συμβάλλει όχι λιγότερο και η τεχνική. Το μυθιστόρημα "ανοίγει" μ' ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται "1944-Οι γυναίκες". Μεταφερόμαστε στον τελευταίο χρόνο της Γερμανικής Κατοχής. Ένα καμένο χωριό, νεκροί όλοι οι άντρες. Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο "2005-Το τηλεφώνημα". Τα κύρια πρόσωπα του έργου μπαίνουν στη σκηνή. Είναι η Νάσια, μια νέα δημοσιογράφος, που φαίνεται να διατηρεί μια προβληματική ερωτική σχέση με τον Μάνο, που είναι αρχιτέκτονας, και ο άγνωστός της δικηγόρος Νίκος θεοδώρου, που την ειδοποιεί να περάσει από το γραφείο του για κάτι που την αφορά. Το βιβλίο προχωρεί έτσι, με κάποια κεφάλαια να αναφέρονται στο παρελθόν, ενώ τα περισσότερα διαδραματίζονται στο παρόν του 2005-2006. Τι συνδέει τα πρόσωπα και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν 60 τόσα χρόνια πριν, με το σήμερα; Και τι σημαίνει η κληρονομιά που ο δικηγόρος Θεοδώρου της παραδίδει εκ μέρους ενός πελάτη του που πέθανε και που η νεαρή δημοσιογράφος καθόλου δεν γνώριζε;
Η ¨κληρονομιά" ήταν ένα δέμα με φωτογραφίες μιας περασμένης εποχής. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Με διεγερμένο το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον η Νάσια αρχίζει να ερευνά το παρελθόν διερωτώμενη τι σχέση μπορεί να έχει με την ίδια. Βοηθός πολύτιμος στην έρευνα ο δικηγόρος με τον οποίο σιγά-σιγά αναπτύσσεται μια αρμονική φιλική σχέση. Παράλληλα παρακολουθούμε και τα διλήμματα της νέας κοπέλας από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αργά-αργά, μεθοδικά, το πέπλο του μυστηρίου διαλύεται, τα σκοτάδια του παρελθόντος φωτίζονται, οι χαμένοι κρίκοι που συνδέουν το πριν με το τώρα ανακαλύπτονται.
Τα χαρακτηριστικά του ιστορικού μυθιστορήματος δεν εγκαταλέιπουν τη γραφή της Τσαμαδού, δημιουργώντας το κατάλληλο πλαίσιο δράσης, θυμίζοντας στους πιο ηλικιωμένους αναγνώστες γεγονότα, πρόσωπα, καταστάσεις και διασώζοντάς τα για τους νεότερους. Όχι μόνο τα καθαρά ιστορικά στοιχεία, η Κατοχή, οι δωσίλογοι, ο εμφύλιος, οι παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, τα Ιουλιανά, η χούντα, οι εξορίες κ. ά. αλλά και πάρα πολλά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας περνούν μέσα από την αφήγηση: η φυματίωση και οι βίλες στην Εκάλη, τα καλοκαίρια στις Σπέτσες, γνωστά στέκια της Αθήνας, η Αλάσκα στο Κεφαλάρι, η Αρζεντίνα, η Αθηναία, χοροί στο Μ. Βρετανία, το σινεμά Παλάς, ηθοποιοί της εποχής, πλήθος προσωπικές, όπως φαίνεται αναμνήσεις της συγγραφέως, συνείρονται αρμονικά δημιουργώντας πειστικά την ατμόσφαιρα της εποχής. Δεν λείπει ούτε ο προβληματισμός πάνω σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα, όπως για παράδειγμα το θέμα των εκτρώσεων.
"Το να γράψεις ένα βιβλίο που αναφέρεται στην πρόσφατη ιστορία, ακόμη κι αν πρόκειται για μυθιστόρημα, είναι σαν να παίρνεις εν γνώσει σου ένα επικίνδυνο μονοπάτι. Προσπάθησα να προσεγγίσω τα γεγονότα με σεβασμό και όσο γινόταν αντικειμενικά. Αν δεν το κατάφερα, ζητώ την συγγνώμη και την επιείκειά σας", γράφει προλογικά η συγγραφέας. Να είναι όμως βέβαιη ότι δεν χρειάζεται ούτε την επιείκεια ούτε τη συγγνώμη μας. Μας έδωσε ένα μυθιστόρημα με σοβαρότητα, με ευγένεια ήθους, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες, με γλώσσα πλούσια, χωρίς τις συνήθεις στη σύγχρονη λογοτεχνία χυδαιότητες και κατόρθωσε με την πλοκή του έργου να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία, 512η σελίδα.

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2009

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα



Δεν ξέρω γιατί καθυστέρησα τόσο να διαβάσω αυτό το εξαιρετικό βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά, παρ' όλο που η πρώτη του έκδοση έγινε το 1988 και ακολούθησαν πολλές ανατυπώσεις. Το διάβασα τώρα, σε έκδοση Άγρα, 2005. Ποιος ξέρει, ίσως οι συγκυρίες το φέρνουν έτσι, ώστε η συνάντησή μας με κάποια βιβλία να γίνεται την κατάλληλη στιγμή, τότε που είμαστε έτοιμοι και ώριμοι να τα συναντήσουμε.
"Αυτό το βιβλίο", γράφει η συγγραφέας, "είναι ένα ταξίδι και μια βιογραφία. Αρχίζει με την περιγραφή του χώρου μέσα στον οποίο κινήθηκε ο ήρωας της ιστορίας μας και, παρακολουθώντας τη ζωή του, περιγράφει το τέλος του ταξιδιού στον δυτικό, τον βόρειο και τον ανατολικό Εύξεινο Πόντο. Όμως, όπως κάθε βιβλίο, έτσι κι αυτό έχει τη δική του ιστορία και εξελίσσεται μαζί του".
Το "μια ζωή σαν μυθιστόρημα" μου φαίνεται πολύ κοινότοπο για να χαρακτηρίσει μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, μια ζωή με εμπειρίες πλουσιότερες κι απ' αυτές του ομηρικού Οδυσσέα, μια ζωή που συνοψίζει τη ζωή άλλων τριών εκατομμυρίων Ελλήνων του Πόντου.
Ο Γιάνκος Δανιηλόπουλος γεννήθηκε το 1899 σ' ένα χωριό της Ανατολικής Θράκης, στα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Βουλγαρία. Έχοντας άλλα 11 αδέλφια, με πατέρα προύχοντα του τόπου, πέρασε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων βρίσκει το χωριό του να έχει δοθεί στη Βουλγαρία. Οι περιπέτειες αρχίζουν. Θα γίνει εφτά φορές πρόσφυγας, θ' αλλάξει ποικίλα επαγγέλματα, θα ζήσει μέσα σε πλούτη και ωραία ζωή, θα γνωρίσει πολέμους και διωγμούς, θα τα χάνει όλα και θα ξαναρχίζει απ' την αρχή και θα καταλήξει σε μια γωνιά της Αττικής, ξεριζωμένος για πάντα από το Μαυροθαλασσίτικο τοπίο. Πριν πεθάνει, το 1987, έγραψε το ιστορικό της ζωής του. Η μικρότερη κόρη του, Ντέπη Αθανασίου, τακτοποίησε το υλικό και το εξέδωσε σε 200 αντίτυπα. Ένα απ' αυτά στάληκε στη Μαριάννα Κορομηλά. Η εξαίρετη ιστορικός, ερευνήτρια και συγγραφέας το αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο και μας έδωσε το υπέροχο αυτό βιβλίο.
Βιογραφία και ταξιδιωτικό, ιστορία, μυθολογία, γεωγραφία, λογοτεχνία, μυθιστόρημα με μύθο μια πραγματικότητα, λυρισμός και ρεαλισμός, τραγικές στιγμές αλλά συχνά και χιούμορ, συνθέτουν ένα ανάγνωσμα που δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου, που το τελειώνεις και το ξαναρχίζεις και πάλι. Εμπλουτισμένο με φωτογραφίες της εποχής, σε μεταφέρει σ' ένα κόσμο όχι και τόσο μακρινό, χαμένο όμως πια για πάντα.
Τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσονται. Υπάρχουν τα κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο, η αφήγηση του Δανιηλόπουλου, οπωσδήποτε επεξεργασμένη από τη συγγραφέα, και παρεμβάλλονται κεφάλαια με τίτλο "Ιστορικά", στα οποία η Κορομηλά μας εισάγει στο ιστορικό περιβάλλον της εποχής, μιας εποχής που άλλαξε την όψη της νοτιοανατολικής Ευρώπης: Βαλκανικοί, Α΄ Παγκόσμιος, Σοβιετική Επανάσταση, το Νέο Τουρκικό Εθνικό Κράτος, Β΄Παγκόσμιος. Χώρες στις οποίες ο Δανιηλόπουλος αναγκαστικά μετακινήθηκε: Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία, Τουρκία, Ελλάδα...
"Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα", στίχος παρμένος από το ποίημα του Σεφέρη "Πάνω σ' ένα ξένο στίχο". Δεν υπήρχε νομίζω καταλληλότερος τίτλος γι' αυτό το "γεμάτο περιπέτειες γεμάτο γνώσεις" ταξίδι.

Τρίτη, Μαΐου 26, 2009

Η Χάλκινη Εποχή



Ένα από τα ωραιότερα (αν όχι το ωραιότερο) μυθιστορήματα τα εμπνευσμένα από τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου (1955-59) είναι "Η Χάλκινη Εποχή" του Ρόδη Ρούφου (Εστία, α΄ έκδοση 1960-αφού εκδόθηκε πρώτα στα Αγγλικά: "The age of Bronze"). Γραμμένο σχεδόν ταυτόχρονα με τα γεγονότα, αποτυπώνει με ενάργεια και πειστικότητα όχι μόνο αυτούσια επεισόδια, αλλά προπάντων το πνεύμα και το ήθος του μεγαλειώδους εκείνου αγώνα.
Ο Δίων (persona πιστεύω του συγγραφέα), που είχε υπηρετήσει στο Ελληνικό Προξενείο στη Λευκωσία το 1954-56 όπως και ο Ρούφος, ζώντας πια στην Αθήνα, παραλαμβάνει ταχυδρομικώς ένα δέμα από τον Αλέξη Μπαλαφάρα, ένα φίλο του από την Κύπρο, έναν αγωνιστή που, καταδικασμένος σε θάνατο από τους Άγγλους, πρόκειται το ίδιο εκείνο βράδυ να εκτελεστεί. Ο Δίων τηλεφωνεί σε μια κοινή τους φίλη, τη Νταίζη και μαζί αρχίζουν να διαβάζουν τις χειρόγραφες σελίδες που περιείχε το δέμα και που είναι η αφήγηση του Αλέξη. Όλο το βράδυ ο Δίων και η Νταίζη διαβάζουν το χειρόγραφο, υπό τη σκιά της επίγνωσης ότι το πρωί ο Αλέξης θα οδηγηθεί στην αγχόνη. Όλο το μυθιστόρημα, εκτός από τον πρόλογο και τον επίλογο του Δίωνα, καθώς και δυο σύντομα "ιντερμέδια" στα οποία, διακόπτοντας την ανάγνωση του χειρογράφου, σχολιάζουν τα γεγονότα, αποτελεί την σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση του Αλέξη Μπαλαφάρα.
Ο Αλέξης, Κύπριος, αφού σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα, έζησε τη Γερμανική Κατοχή και πήρε μέρος στην Αντίσταση, συνέχισε στην Ευρώπη τις μελέτες του, μαζεύοντας υλικό για μια διατριβή πάνω στη μυστικιστική φιλοσοφία του Μεσαίωνα. Αφού έζησε χρόνια ξεκομμένος από το νησί του, πείθεται τελικά να γυρίσει στη Λευκωσία και να αναλάβει θέση καθηγητή στο Ελληνικό Γυμνάσιο της πόλης. Ο πρώτος καιρός περνάει ήσυχα. Απολαμβάνει το ειδυλλιακό περιβάλλον του νησιού, τη διδασκαλία του, ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τους δεσμούς του μ' ένα κόσμο από τον οποίο είχε απομακρυνθεί. Αγαπά τους μαθητες του κι ευχαριστιέται με τη συντροφιά εξίσου Ελλήνων και Άγγλων με τους οποίους γνωρίζεται. Ανάμεσα στους τελευταίους ξεχωρίζει ο Χάρρυ (πιστεύω πλασμένος στ' αχνάρια του Λώρενς Ντάρρελ) καθώς και το ζεύγος Μπλάκγουντ, διοιηκητή της Κερύνειας, του οποίου την ελληνίδα σύζυγο Σύλβια ο Αλέξης ερωτεύται παράφορα.
Με τη νέα σχολική χρονιά τα πρώτα μηνύματα του ξεσηκωμού βρίσκουν τον Αλέξη μετέωρο ανάμεσα στις παναθρώπινες τάσεις του, στο οικουμενικό πνεύμα του "πολίτη του κόσμου" και την αγάπη για τον τόπο του και την ελευθερία. Τελικά θα μπει κι αυτός στον αγώνα. Παίρνει μέρος σε επιθέσεις και ενέδρες, συλλαμβάνεται, βασανίζεται, δραπετεύει κι ανεβαίνει στο βουνό, χωρίς να πάψει να είναι ο διανοούμενος που δρα, αλλά ταυτόχρονα διαλογίζεται και προβληματίζεται. Συλλαμβάνεται ξανά και καταδικάζεται σε θάνατο, αφού προηγουμένως, σ' ένα χωριό στο οποίο βρισκόταν κρυμμένος, κατέγραψε όλη την ιστορία και την έστειλε στον φίλο του Δίωνα στην Αθήνα.
Ο Αλέξης Μπαλαφάρας είναι ο τύπος του ήρωα-στοχαστή, αυτού που μπαίνει συνειδητά στον αγώνα και στο κίνδυνο, όχι με τον αυθορμητισμό της άσκεφτης συχνά νιότης, γι' αυτό και πιο πολύ αξίζει η προσφορά και η θυσία του. Παραμένει πάντα ένας στοχαστής, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει κανένα, ούτε κι αυτούς τους Άγγλους που πολεμά, που αποδοκιμάζει πολλές από τις ακρότητες των δικών του. Κι όμως, σταθερά και ψύχραιμα, παρόλους τους ενδοιασμούς του, πιστεύοντας στο ύψιστο αγαθό της ελευθερίας, μένει πιστός στον αγώνα ως το τέλος. Κι ας του δόθηκε η ευκαιρία, ακόμα κι όταν είχε καταδικαστεί, να γλιτώσει το θάνατο. Η προσπάθεια του Φιτζγκίμπονς, του πανίσχυρου συμβούλου του Κυβερνήτη, να προσεταιριστεί τον Αλέξη, που ενώ είναι καταδικασμένος, τον καλεί στο γραφείο του και στο άνετο, πολιτισμένο περιβάλλον του ακούνε μουσική πίνοντας το ποτό τους και συζητώντας ήρεμα, πέφτει στο κενό. Είναι πραγματικά εκπληκτικό πώς, κάποιες από τις απόψεις του Φιτζγκίμπονς, που προσπαθεί να πείσει τον Αλέξη για το μάταιο του αγώνα, θα αποδειχτούν προφητικές για το μέλλον του νησιού μας. Είναι ένας διάλογος που μου θύμισε ανάλογους διαλόγους, όπως αυτόν στο "Μηδέν και το Άπειρο" του Άρθρουρ Καίσλερ, μεταξύ των δύο πρώην ιδεολογικών συντρόφων. Ο Αλέξης όμως απορρίπτει κι αυτή την ύστατη διέξοδο διαφυγής του θανάτου.
Αυτούσια γεγονότα της Κυπριακής εξέγερσης μετουσιώνονται λογοτεχνικά από τον συγγραφέα. Όπως, για παράδειγμα, η αυθόρμητη, γεμάτη ενθουσιασμό συμμετοχή της μαθητικής νεολαίας και οι διαδηλώσεις, σε μια από τις οποίες ο θάνατος του σημαιοφόρου μαθητή εξεικονίζει το θάνατο του Πέτρου Γιάλλουρου. Ή ο αποκλεισμός σε μια σπηλιά ενός από τους ωραιότερους τύπους ήρωα στο βιβλίο, του Κώστα Λεβέντη που αναπαριστά το ηρωικό τέλος του Γρηγόρη Αυξεντίου. Πλήθος άλλα επεισόδια του Κυπριακού αγώνα, η όλη ατμόσφαιρα της εποχής, βρίσκουν στο μυθιστόρημα του Ρούφου τη λογοτεχνική καταξίωσή τους.
"Η Χάλκινη Εποχή", τίτλος παρμένος από το ομότιτλο άγαλμα του Ροντέν, είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα βαμμένο με το πύρωμα και το αίμα της ψυχής της Κύπρου. Μιας καθαρά ελληνικής ψυχής κι όχι "εν μέρει ελληνίζουσας".

Δευτέρα, Μαΐου 18, 2009

Όταν πρωταγωνιστεί η ρουλέτα





Αγόρασα το "Όλα στο μηδέν" της Αργυρώς Μαντόγλου (Ελληνικά Γράμματα 2009) γιατί μου αρέσουν τα καζίνα, μου αρέσει η ρουλέτα (όσο κι αν τα οικονομικά μου δεν μου επιτρέπουν βέβαια το ρίσκο και τη συγκίνηση που μπορεί να σου προσφέρει) και γιατί ήλπιζα να διαβάσω μια καινούρια εκδοχή (και από τη γυνακεία μάλιστα σκοπιά) του "Χορού των ρόδων" του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης, 1995) που με είχε ενθουσιάσει όταν το πρωτοδιάβασα. Έστω κι αν πολλοί λένε πως δεν πρέπει να κάνουμε συγκρίσεις, πως το κάθε βιβλίο έχει τη δική του αυτόνομη ύπαρξη και σαν τέτοιο πρέπει να κρίνεται, η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η πλάστιγγα θα γέρνει κατ' ανάγκην στη μια ή την άλλη πλευρά.
Αν και το τοπικό πλαίσο είναι σε μεγάλο μέρος το ίδιο, τα καζίνα, τα δυο βιβλία διαφέρουν και ως προς το περιεχόμενο και ως προς την τεχνική. Το βιβλίο της Μαντόγλου, πολύ αξιόλογο, αλλά πολύ διαφορετικό από εκείνο του Σουρούνη. Είναι πιο ενδοστρεφές και ακολουθεί, θα έλεγα, ένα μεταμοντέρνο στυλ γραφής. Του Σουρούνη χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και ακολουθεί μια κλασική μυθιστορηματική μορφή, με ένα παντεπόπτη αφηγητή και μια ευθύγραμμη χρονολογική πορεία.
Ας γίνω πιο συγκεκριμένη. Στο "Όλα στο μηδέν" κεντρική ηρωίδα είναι η Αυγή. Ανύπαντρη στα 36 της χρόνια, προβληματισμένη και ανασφαλής, έρχεται στην Ελλάδα από την Αγγλία όπου ζει η υπόλοιπη οικογένεια (μητέρα και αδερφή, αφού ο πατέρας, διπλωμάτης, είχε αυτοκτονήσει πέντε χρόνια πριν). Προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, τα κεφάλαια του οποίου με τίτλο "Περιπέτεια εσωτερικού χώρου", γραμμένα σε δεύτερο πρόσωπο, εναλλάσσονται με κεφάλαια με τίτλο "Περιπέτεια του μηδενός" και που είναι η ζωή της Αυγής αφηγημένη σε τρίτο πρόσωπο. Το περίεργο είναι ότι το πρόσωπο του μυθιστορήματος που γράφει η Αυγή είναι το ίδιο με το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί και στη ζωή της. Είναι ο Σταύρος, γκρουπιέρης αλλά και παίκτης ο ίδιος. Μια έντονη ερωτική σχέση αρχίζει μεταξύ τους, αλλά ο Σταύρος διατηρεί και μια παράλληλη σχέση με τη Σίλβια, σύζυγο ενός πλούσιου ανάπηρου άντρα, η οποία τον χρηματοδοτεί για να παίζει στο καζίνο.
Τα καζίνα της Πάρνηθας, της Ρόδου, του Λουτρακίου γίνονται το σκηνικό των σχέσεων αλλά και του παθιασμένου κυνηγητού της τύχης. Νικήτρια στο παιγνίδι της ζωής και της τύχης θα αναδειχτεί στο τέλος η Αυγή. Θα τη συναντήσουμε μερικά χρόνια αργότερα, ήρεμη και κατασταλαγμένη. "Στο παιγνίδι, όπως και στον έρωτα, πρέπει να ξέρεις πότε να φεύγεις". Η Αυγή φαίνεται πως έμαθε πότε να φεύγει. Ο Σταύρος όχι.
Ένα εντελώς διαφορετικό μυθιστόρημα μας έδωσε ο Αντώνης Σουρούνης, που με πολλή ευχαρίστηση διάβασα τώρα για δεύτερη φορά. Εδώ πρωταγωνίστρια είναι η ρουλέτα. Τόπος η Γερμανία. Ένας Έλληνας μετανάστης, ο Νούσης, που συχνάζει στο καζίνο, γνωρίζεται μ' έναν Καθηγητή που εμπνέεται ένα σύστημα για να κερδίζει στη ρουλέτα. Κοντά σ' αυτούς και τρεις άλλοι σχηματίζουν μια νικηφόρα πεντάδα που εφαρμόζει στη συνέχεια κι άλλα συστήματα, τριγυρίζοντας στα καζίνα της Γερμανίας. Αποκορύφωμα της κερδοφόρας "συμμαχίας" τους είναι η πρόσκλησή τους στον ετήσιο "Χορό των ρόδων" στο καζίνο του Μονακό, στον οποίο χορό προσκαλούνται οι μεγιστάνες του πλούτου, σταρ, βασιλιάδες και ξεχωριστοί παίχτες.
Καζίνο, ωραίες γυναίκες, μεγάλη ζωή, η χαρά του κέρδους, η χαρά της ζωής, πλημμυρίζει το βιβλίο. Πολλές είναι οι πολυσέλιδες παρεκβάσεις που σχετίζονται με τη ζωή των ηρώων του βιβλίου, όχι απαραίτητα και με το κεντρικό θέμα. Και παρ' όλο που κάποιες πτυχές των ιστοριών δεν είναι και τόσο εύθυμες, το όλο βιβλίο πλημμυρίζει από μια αισιόδοξη αντίκριση της ζωής. Το παιγνίδι στη ρουλέτα φαίνεται να γίνεται μόνο και μόνο για τη χαρά του ίδιου του παιγνιδιού, όχι για το κέρδος ως αυτοσκοπό (τότε μόνο κερδίζεις, όπως λέει κι ο Καθηγητής).
Και τα δυο βιβλία κινούνται με το γύρισμα της μπίλιας στη ρουλέτα. Όμως το "Όλα στο μηδέν" είναι γεμάτο ενδοσκόπηση και σκέψεις. Η συγγραφέας συχνά καταφεύγει σε αφορισμούς της Βιρτζίνια Γουλφ, του Ντοστογιέφσκι (από τον "Παίκτη") ή άλλων συγγραφέων. Ενώ "Ο χορός των ρόδων" είναι μια κεφάτη παρέα που διασκεδάζοντας ξετινάζει τα καζίνα της Ευρώπης. Μήπως τελικά θα 'πρεπε να δούμε και την ίδια τη ζωή σαν ένα παιγνίδι;

Τρίτη, Μαΐου 12, 2009

Εν μέρει ελληνίζων

Και μόνο το ότι ένας μη Κύπριος συγγραφέας εμπνέεται και γράφει ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο τοπικά στην Κύπρο και χρονικά στη δεκαετία του '50 και στον απελευθερωτικό μας αγώνα, αποτελεί ένα αξιοσημείωτο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον γεγονός.
Ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος είναι ιστορικός με πλήθος ιστορικών έργων στο ενεργητικό του, τιμημένος με το χαλκό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά το "Εν μέρει ελληνίζων" (Εστία, 2009) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Η ιστορική του ιδιότητα και παιδεία κυριαρχεί στο βιβλίο. Έχοντας μελετήσει πλήθος πηγές, έχοντας συνομιλήσει με πρόσωπα-γνώστες της Κύπρου, έχοντας επισκεφθεί την Κύπρο τόσο το 1973 όσο και μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, κατορθώνει να αναστήσει έναν ολόκληρο κόσμο και μια ολόκληρη εποχή.
Έχει λεχθεί πως με τον "Οδυσσέα" του Τζόις θα μπορούσε κάποιος να χαρτογραφήσει το Δουβλίνο. Κάτι ανάλογο, πιστεύω, θα μπορούσε να γίνει με το μυθιστόρημα του Χατζόπουλου όσον αφορά την Κύπρο του '50, προπάντων την Κερύνεια, την Αμμόχωστο και ειδικότερα τη Λευκωσία. Ξεχωριστή έμφαση δίνεται στα μνημεία, τα οποία δεν έχουν αλλάξει ίσαμε σήμερα. Αλλά και οι δρόμοι, τουλάχιστον της Λευκωσίας που μπορούμε να επισκεφθούμε, παραμένουν αναλλοίωτοι: Πάφου, Λήδρας, Ονασαγόρου, Ερμού, Τρικούπη, Σούτσου, Πατριάρχου Γρηγορίου κ. ά. μπορεί και σήμερα κανείς να τους ακολουθήσει στην παλιά πόλη.
Κεντρικός μυθιστορηματικός ήρωας του βιβλίου είναι ο έφηβος Δημήτρης Δωρίδης. Μαζί με τον πατέρα του και την άρρωστη μητέρα του ζει σ' ένα λιθόκτιστο αρχοντικό στην οδό Γλάδστονος, ένα δρόμο με ωραία, παλιά αρχοντικά και μεγάλους κήπους, που και σήμερα μπορεί κανείς να δει, να περπατήσει και να θαυμάσει. Η μητέρα του Δημήτρη πεθαίνει. Μια τρυφερή σχέση του πατέρα του που είχε αρχίσει πριν ακόμη πεθάνει η γυναίκα του, διακόπτεται από μια άλλη γνωριμία, η οποία τελικά και θα καταλήξει σε γάμο.
Τα πρώτα σύννεφα της επερχόμενης θύελλας του κυπριακού αγώνα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στον ορίζοντα. Φοβούμενος τις ταραχές, ο πατέρας του Δημήτρη τον μετακινεί από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και τον εγγράφει στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Εκεί ο Δημήτρης αρχίζει να συναναστρέφεται περισσότερο με τους Άγγλους συμμαθητές του, αλλά και με Τουρκοκύπριους. Πιο πολύ όμως τον κύκλο των φίλων του αποτελούν νεαρές Αγγλίδες. Με τη Σάρα θα γνωρίσει τον έρωτα σε ένα ωραίο εξοχικό στην Κερύνεια, αλλά θα ερωτευτεί την Άννα, κόρη Άγγλου πάστορα, που για χάρη της θα παρακολουθήσει πολλές ακολουθίες στην Αγγλικανική εκκλησία (παρεμπιπτόντως κι αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια θέση). Ο αγώνας αρχίζει. Οι μαθητικές διαδηλώσεις, η σύλληψη και η πρώτη καταδίκη σε θάνατο, του Καραολή, περιγράφονται πολύ ζωντανά από τον συγγραφέα. Ο ήρωάς του όμως τα βλέπει όλα από απόσταση, καμιά ουσιαστική ανάμειξη δεν έχει στα γεγονότα, παρ' όλο που από μια παρεξήγηση συλλαμβάνεται και κρατείται για λίγο από τις δυνάμεις ασφαλείας. Κι αν τελικά φεύγει κρυφά και κρύβεται στην Αμμόχωστο και τελικά φυγαδεύεται από την Κύπρο, δεν είναι εξαιτίας της συμμετοχής του στον αγώνα, αλλά λόγω ενός άλλου, εντελώς άσχετου επεισοδίου.
Ο τύπος του Δημήτρη είναι ο τύπος του έφηβου που στέκεται μετέωρος. Συμπαθεί τον αγώνα, αλλά δεν συμμετέχει. Γενικά η οπτική του συγγραφέα είναι η οπτική μιας μεγαλοαστικής τάξης της Κύπρου που σχετιζόταν με τους Άγγλους και που αγαπούσε την αγγλική λογοτεχνία, δείγματα της οποίας αφθονούν στο βιβλίο. Η κυπριακή φωνή που ακούγεται, μεταφορικά και κυριολεκτικά, αφού καταγράφει και την κυπριακή λαλιά, είναι η φωνή της Φροσούς, μιας νεαρής "κοπελλούδας" στην υπηρεσία της οικογένειας Δωρίδη, που χαρίζει πολλές ερωτικές στιγμές στον Δημήτρη.
Βρήκα το βιβλίο ενδιαφέρον, αλλά σχημάτισα την εντύπωση μιας "τεχνικής κατασκευής". Χρησιμότατος οδηγός για να περιηγηθεί κάποιος τα μνημεία της Λευκωσίας, όχι μόνο της ελεύθερης αλλά και της τουρκοκρατούμενης, όπως και της Κερύνειας και της παλιάς Αμμοχώστου, περίκλειστης και απαγορευμένης για μας ήδη από το 1964. Η προσπάθεια του συγγραφέα να αναστήσει με αληθοφάνεια μια εποχή, πράγμα που επιτυγχάνει, αφαιρεί από το έργο θέρμη και πνοή, το καθιστά κάπως εγκεφαλικό και ψυχρό. Διαβάζοντάς το θέλησα να ξαναζήσω την εποχή αυτή μέσα από ένα άλλο, καταπληκτικό μυθιστόρημα, γραμμένο με "πύρωμα ψυχής", σχεδόν ταυτόχρονα με τα γεγονότα. Είναι η "ΧΑΛΚΙΝΗ ΕΠΟΧΗ" του Ρόδη Ρούφου. Και το ξαναδιάβασα. Η διαφορά είναι αυτή που υπάρχει στην απεικόνιση του ίδιου τοπίου με φωτογραφία ή ζωγραφικό πίνακα. Είναι η διαφορά μεταξύ γεγονότων που περιγράφονται από έναν αμέτοχο, εξωτερικό παρατηρητή κι έναν που είναι ζυμωμένος ο ίδιος μ' αυτά, έστω κι αν ούτε ο Ρούφος ήταν Κύπριος. Δεν θέλω να επεκταθώ τώρα σ' αυτό το μυθιστόρημα, θα επανέλθω όμως.
Και κάτι τελευταίο για τον τίτλο. Ελπίζω με το "Εν μέρει ελληνίζων" ο συγγραφέας να υπονοεί την αμφιταλάντευση και τους διασταγμούς των ηρώων του κι όχι την Κύπρο την ίδια. Γιατί η Κύπρος είναι ίσως πιο Ελλάδα από την Ελλάδα.






Δευτέρα, Μαΐου 04, 2009

Πρόζα σαν ποίηση και ποίηση σαν πρόζα





Δυο ευσύνοπτα βιβλία, ένα πεζό κι ένα ποιητικό, που οι δημιουργοί τους είχαν την καλοσύνη να μου στείλουν, μου χάρισαν όμορφες στιγμές αναγνωστικής ηρεμίας, γαλήνης και αναπολήσεων κοινών βιωμάτων.
Το πεζό ανήκει στη Ρίκα Σεϊζάνη κι έχει τίτλο "Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια" (Μαΐστρος, 2007) και το ποιητικό, με τίτλο "Το γαλάζιο μου σακκίδιο" (Πλανόδιον, 2006) στη Λητώ Σεϊζάνη.
Θα ξεκινήσω από το πεζό. Είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, μια καταγραφή της ζωής της συγραφέως που, όπως γράφει, ξεκίνησε το 1933 σ' ένα σπίτι στα Πατήσια και, μένοντας πάντα στο ίδιο σπίτι, είδε όλες τις αλλαγές που έγιναν στα Πατήσια και στην Αθήνα. Ανέμελα παιδικά χρόνια, οι εκκλησιές της περιοχής, συμμαθητές και φίλοι, το σχολείο της γειτονιάς στο οποίο φυσικά πήγαιναν με τα πόδια, ανοιχτά παράθυρα απ' τα οποία ξεχείλιζε η μουσική, ανοιχτές πόρτες να μπαινοβγαίνουν οι γείτονες, κι ύστερα ο Πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, πάντα ιδωμένα μέσα από τη ματιά του κοριτσιού που ήταν τότε η συγγραφέας.
Η αφήγηση δεν ακολουθεί αυστηρή χρονολογική σειρά. Τα κεφάλαια επικεντρώνονται σ' ένα θέμα, όπως αυτό προβάλλει στις αναμνήσεις της. Για παράδειγμα, το σχολείο, το συσσίτιο της κατοχής, η οσία Ξένη, οι βεγγέρες, η συνάντησή της με τον Κόντογλου (ενδιαφέρουσα η πληροφορία ότι αγιογράφησε τον Άγιο Νικόλαο), ονόματα δρόμων που δεν άλλαξαν ίσαμε σήμερα, πρόσωπα της οικογένειας, προπάντων η μορφή της γιαγιάς και του πατέρα, γείτονες που έρχονταν ή έφευγαν, στιγμιότυπα από την επαφή με ηθοποιούς-μύθους, όπως ο Μυράτ ή ο Λογοθετίδης, οι αλλαγές που σταδιακά συμβαίνουν στα Πατήσια κ. ά. Γύρω από το κεντρικό θέμα κάθε κεφαλαίου υφαίνονται οι ποικίλες αναμνήσεις που συνειρμικά ανακαλούνται.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Ρίκας Σεϊζάνη είναι σαν να ξεφυλλίζεις τις σελίδες ενός άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες (μερικές πράγματι κοσμούν το βιβλίο). Σε ελκύει και σε γοητεύει αυτή η ευγενική φωνή που ζωντανεύοντας το προσωπικό της παρελθόν ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή.
Σε αντίθεση με την αισιοδοξία της μνήμης που υπαγορεύει τη γραφή της Ρίκας, η ποιητική συλλογή της Λητώς αποπνέει μια μελαγχολία. Η ποιήτρια θυμάται κι αυτή. θυμάται την πορεία της ζωής της που την έφερε ως εδώ. Θυμάται ταξίδια της, στη Λισσαβώνα, στην Ελλάδα ή στην Ιταλία. Όμως αυτή η ανάμνηση είναι ακόμα μια αιτία μελαγχολίας.
Δεν ήμουνα πια είκοσι χρονών
δεν κουβαλούσα τον υπνόσακκο στην πλάτη
................................................................
ένα αδιαμφισβήτητο σημάδι γερατειών
Αφετηρία της ποιητικής έκφρασης γίνονται σκέψεις και συναισθήματα που της προκαλεί ένα τοπίο, μια μουσική, ένα κείμενο, μια ανάμνηση. Όμως η μελαγχολία δεν παύει να σταλάζει. Τις βραδινές ώρες
Μια-μια αρχίζουνε οι ήττες οι προσωπικές να παρελαύνουν
.............................................................................................
και σε μια τέτοια ώρα βραδινή και βροχερή
το μέλλον μου κοιτάζω μελαγχολική
Άλλοτε αναζητάει παρηγοριά στην ποίηση, αλλά κι εκεί
δεν με σώζει ούτ' ένα διάβασμα καβαφικό
Ιδιαίτερα με σταμάτησε το ποίημα "Ένα γνωστό μου πρόσωπο". Νόμιζα πως διάβαζα τη δική μου προσωπογραφία. Κι εμένα μ' άρεσαν μικρή τα παζλ, κι εγώ έσκυψα ώρες ατέλειωτες πάνω σε κεντήματα κι εγώ είχα τα ίδια αγαπημένα διαβάσματα. Αχ, αυτό το Μάντερλεϊ (φαντάζομαι της αγαπημένης μου "Ρεβέκκας") κι αυτό το Μπρούκλιν, άλλο πολύτιμο ανάγνωσμα της εφηβείας και τα "Ανεμοδαρμένα ύψη" (λιγότερο αγαπητό όμως, ίσως λόγω της σκοτεινότητας του πάθους του).
Η μελαγχολία της ποίησης της Λητώς δεν είναι η πεισιθάνατη απαισιοδοξία του Καρυωτάκη, για παράδειγμα. Είναι η ήρεμη μελαγχολία που μας διαπερνά καθώς νιώθουμε το πέρασμα του χρόνου κι αναπολούμε την περασμένη μας νιότη. Μια μελαγχολία κοινή, σ' όσους τουλάχιστον...έχουμε κάποια ηλικία, γι' αυτό και η ποιητική της απόδοση μας συγκινεί και με αμεσότητα μας μεταγγίζει τα συναισθήματά της.

Τρίτη, Απριλίου 28, 2009

Πάσχα στη Λέσβο-Ένα οδοιπορικό


Απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης. Μόλις έχουμε φτάσει στη Μυτιλήνη. Ανοίγω τις κουρτίνες. «Ο ήλιος του απογεύματος» καθρεφτίζεται στα ήρεμα νερά του λιμανιού μπροστά μου. Ολόγυρα, αμφιθεατρικά η όμορφη πόλη. Στέκομαι άφωνη και θαυμάζω τη γαλήνια ομορφιά. «Πολύ όμορφη η Μυτιλήνη», στέλλω ένα SMS στο γιο μου. Απάντηση: «Πες μου ένα μέρος της Ελλάδας που πήγες και δεν ήταν όμορφο».
Χαμογέλασα με το πείραγμα. Χρόνια τώρα το Πάσχα το περνάω με φίλους στην Ελλάδα. Από το Γύθειο και τη Μονεμβασιά, στην Καστοριά ή στην Καβάλα, στα Γιάννενα ή στη Θάσο, στα Ζαγοροχώρια ή στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη Λευκάδα, στην Κρήτη, στη Σάμο… τι να πρωτοθυμηθώ, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή φυσιογνωμία και ομορφιά. Δεν ξέρω αν είναι η εποχή, η αναγεννημένη φύση, η ελπίδα κι αισιοδοξία που σκορπά η μεγάλη γιορτή που κάνουν τον κάθε τόπο που πέρασα το Πάσχα τόσο μοναδικό. Ή μήπως, υποψιάζομαι, η κάθε γωνιά της Ελλάδας είναι μπλεγμένη μ’ εκείνο το γαλάζιο όνειρο που μας έθρεψε γενιές γενιών εδώ στην Κύπρο. Δεν ξέρω αν αυτή η λατρεία για κάθε τι ελληνικό δεν προέρχεται από το ανέφικτο πια όνειρο για μας, της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό.
Την περπατήσαμε πολύ την πόλη της Μυτιλήνης. Ξανά και ξανά τριγύρω στο λιμάνι, είναι μια απόλαυση να περιδιαβάζει κανείς, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή με τα φώτα της νύχτας να αντανακλώνται στα ήρεμα νερά. Λίγο πιο μέσα, στη μια πλευρά του λιμανιού, σειρά τα καφέ της πόλης σφύζουν από την πολύβουη νεολαία. Στην άλλη πλευρά, ψαροταβέρνες προκαλούν τις μεγαλύτερες ηλικίες. Η εμπορική οδός Ερμού με τα μαγαζάκια της σε παρασύρει να χαζεύεις δεξιά κι αριστερά.
Παλιά αρχοντικά, όμορφες παλιές κατοικίες ή νεοκλασικά κτίρια δίνουν ένα αέρα αρχοντιάς κι αφηγούνται το λαμπρό παρελθόν του νησιού. Στη Μυτιλήνη δεν θα δει κανείς ψηλά κτίρια. Μας λένε πως απαγορεύεται η ανέγερση πολυκατοικιών πάνω από τρεις ορόφους.
Πλήθος και οι εκκλησιές της πόλης, αδύνατο να τις επισκεφθούμε όλες. Οπωσδήποτε βλέπουμε τον Άγιο Αθανάσιο, τη Μητρόπολη, που είναι γνωστή και ως Άγιος Θεόδωρος, γιατί εκεί βρίσκεται το σκήνωμα του Αγίου. Από τις πιο παράξενες εκκλησιές που έχω δει, ο Άγιος Θεράπων, που υπήρξε και Επίσκοπος Κύπρου. Ο πανύψηλος τρούλος του δεσπόζει στην προκυμαία, ενώ ο ναός συνδυάζει στοιχεία κλασικής, βυζαντινής και μπαρόκ αρχιτεκτονικής.
Όμως η Λέσβος δεν είναι μόνο η Μυτιλήνη. Κι εμείς βιαζόμαστε να τη γνωρίσουμε.
Ξεκινάμε την περιήγησή μας από το φημισμένο μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ. Μεγάλη Παρασκευή πρωί. Το καταστόλιστο επιτάφιο έτοιμο να δεχτεί τον αποκαθηλωμένο Χριστό. Παρακολουθούμε για λίγο την Ακολουθία των Ωρών, προσκυνάμε, ακούμε τη μαρτυρική ιστορία των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης. Στον κάτω ναό, το πιθάρι όπου οι Τούρκοι έκαψαν τη μικρή Ειρήνη ξαναφέρνει στο νου τα μαρτύρια, τους διωγμούς, τις σφαγές. Ακόμα κι αν δεν είσαι πολύ πιστός, ακόμα κι αν σου φαίνονται εξωπραγματικές όλες αυτές οι αφηγήσεις για τα μαρτύρια, για την εμφάνιση του Αγίου στα όνειρα ευσεβών γυναικών, για το θαυματουργό τρόπο εύρεσης των οστών, είναι τόσο πυκνός ο αέρας από τις άπειρες δεήσεις, από τις προσευχές, από την πίστη των ανθρώπων που έρχονται εδώ να ζητήσουν ένα θαύμα, που άθελά σου επηρεάζεσαι.
Απέναντι τα βουνά της Τουρκίας, το θρυλικό Αϊβαλί, τόσο κοντά που αν φωνάξεις νομίζεις θ’ ακουστείς ως εκεί. Η σκέψη μελαγχολεί. Τόσο κοντά κι όμως αυτοί κατάφεραν να ελευθερωθούν. Κι εμείς, στον εικοστό πρώτο αιώνα, ακόμα στο μαρτύριο της σκλαβιάς…
Επόμενος σταθμός μας η Αγιάσος. Τα καλντερίμια στα στενά δρομάκια είναι αρκετά κουραστικά καθώς ανηφορίζουμε για να φτάσουμε στο κέντρο της μικρής πολίχνης που είναι η εκκλησία ης Παναγιάς της Αγιάσου. Η παλιά, φθαρμένη εικόνα, βρήκε εδώ καταφύγιο στην εποχή της εικονομαχίας, φερμένη από έναν ευσεβή καλόγηρο. Γύρω από την εκκλησία γραφικά, παραδοσιακά καφενεδάκια δέχονται τους πιστούς που μόλις έχουν βγει από την εκκλησία. Πλήθος και τα τουριστικά καταστήματα, γεμάτα από είδη λαϊκής τέχνης, που φαίνεται, δυστυχώς, να έχει υποκύψει κι αυτή στη βιομηχανοποίηση.
«Την ώρα που άρχισε να σουρουπώνει, περπατήσαμε ως τη Βαρειά, την εξοχική τοποθεσία όπου είχε ζήσει η οικογένεια του ζωγράφου, ανάμεσα σε μαλακές κατηφοριές γεμάτες λιόδεντρα και ανοίγματα απ’ όπου, ξαφνικά, έβλεπες τη θάλασσα και πιο βαθιά, καθαρογραμμένα τα βουνά της Ανατολής».
Έτσι περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης (μεγάλος και αθεράπευτος εραστής της Λέσβου) την πρώτη επίσκεψη στη γειτονιά του Θεόφιλου, για τον οποίο και έχει γράψει μια εξαιρετική μονογραφία. Η δική μας επίσκεψη στη Βαρειά και στο Μουσείο Θεόφιλου έγινε μέσα στο πρωινό, ανοιξιάτικο φως του Απρίλη. Προχωρούμε αργά στο γαλήνιο τοπίο και νιώθουμε πως δεν υπήρχε καταλληλότερο μέρος για να δημιουργηθεί αυτό το μουσείο, χάρις στην έμπνευση και την αγάπη του τεχνοκριτικού, συλλέκτη και εκδότη Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ για το μεγάλο λαϊκό ζωγράφο. Δεκάδες έργα του Θεόφιλου συγκεντρωμένα σ’ αυτό το απέριττο κτίσμα αιχμαλωτίζουν τη ματιά και τη σκέψη για ώρα πολλή.
Οι ανορθόγραφες λεζάντες που συνοδεύουν τα έργα, χαρακτηριστικές της αθωότητας και αυθεντικότητας του ζωγράφου: «Η Κυρία με τον κύνα της», «Διά σκοινίου σκάλας αναβιβαζόμενος ο Ερωτόκριτος χαιρετών την Αρετούσαν», «Παλαιός Μιτυληναίος». Ήρωες του ’21, σκηνές της καθημερινής ζωής της Λέσβου, μυθολογία, όλη η ζωή και η παράδοση του Έθνους, θα ‘λεγε κανείς, διυλισμένη μέσα από τη γνήσια λαϊκή ματιά.
Πίσω από το Μουσείο Θεόφιλου, το Μουσείο Τεριάντ. Οι πρωτότυπες εκδόσεις του, συνδυασμός ποίησης και ζωγραφικής, περιλαμβάνουν ζωγράφους όπως ο Ματίς, ο Πικάσο, ο Τζιακομέτι.
Η διαδρομή των 42 χμ. από τη Μυτιλήνη στο Πλωμάρι, όπου θα έχουμε το πασχαλινό μας γεύμα, μας χαρίζει σπάνιο θέαμα φυσικής ομορφιάς. Ο κλειστός κόλπος της Γέρας, ακύμαντος, μια γαλάζια επιφάνεια που λες πως θα μπορούσες να περπατήσεις επάνω. Και πίσω τα βουνά, ήμερα βουνά, φορτωμένα με το πράσινο της ελιάς που καλύπτει απ’ άκρη σ’ άκρη το νησί. «Τα τριανταφυλλένια βουνά που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο και καμπυλώνονται με τη χάρη γυναίκας ηδονικής», η ποιητική περιγραφή του Ελύτη θα επανέρχεται πολύ συχνά στη σκέψη. Η φύση όλη στην πιο καλή, στην πιο οργιαστική της ώρα. Ο Άδωνις ξαναγυρίζει στην Αφροδίτη, η Περσεφόνη ανεβαίνει από τον Άδη, ο Χριστός ανασταίνεται νικώντας το θάνατο. Η νεκρή φύση ξαναζωντανεύει. Καθώς τα μάτια μου γεμίζουν από φως κι ομορφιά σκέφτομαι τι κρίμα που είναι μια τέτοια χώρα όπως η Ελλάδα να έχει περάσει τόσα δεινά. Κι ύστερα λέω πως ίσως να ΄ναι το τίμημα που πληρώνει για την ομορφιά της.
Δροσερό πρωινό στη Σκάλα Καλλονής. Οι ψαράδες «ξεψαρίζουν». Καλή σοδειά φαίνεται. Βέβαια, δεν είναι εποχή της σαρδέλας, της περίφημης σαρδέλας Καλλονής, για την οποία τον Αύγουστο γίνεται γιορτή με σειρά εκδηλώσεων. Θα μάθουμε όμως πολλά για τον ιδιαίτερο τρόπο που παρασκευάζονται οι σαρδέλες εδώ στη Λέσβο, ψημένες μόνο σε αλάτι και θα τις βρούμε συσκευασμένες στα καταστήματα. Μαζί με το λαδοτύρι και το πασίγνωστο πια ούζο, αποτελούν χαρακτηριστικά προϊόντα της Λέσβου και αρκετοί από μας θα πάρουν μαζί τους, για δώρα σε φίλους ή για να παρατείνουν για λίγο την ανάμνηση του ωραίου νησιού.
Από τη Σκάλα Καλλονής ανηφορίζουμε για την Μονή Λειμώνος. Ανδρικό μοναστήρι, ιδρυμένο το 1526 από τον Άγιο Ιγνάτιο. Έχουμε ακούσει πολλά για το μοναστήρι αυτό, αλλά τίποτα απ’ όσα έχουμε ακούσει δεν μας προετοιμάζει γι’ αυτό που αντικρίζουμε. Ένας τεράστιος χώρος, με σκορπισμένα τριγύρω 34 εκκλησάκια, αφιερώματα των πιστών. Σε λίγο θ’ ακούσουμε για την ιστορία της μονής, για τον τεράστιο ρόλο που διαδραμάτισε ως μορφωτικό και πολιτιστικό κέντρο με τη Λειμωνιάδα Σχολή, αλλά και τη σημερινή κοινωνική της προσφορά που συνεχίζεται με τη λειτουργία γηροκομείου, οικοτροφείου και ιερατικής σχολής. Γύρω από δυο μεγάλες εσωτερικές αυλές αναπτύσσονται διώροφα και τριώροφα κτίρια. Το Καθολικό της μονής, δηλ. η κεντρική εκκλησία, είναι άβατο για τις γυναίκες. Μας αποζημιώνουν όμως τα μουσεία, εκκλησιαστικό, λαογραφικό κ.λπ. Χιλιάδες τόμους φιλοξενεί η βιβλιοθήκη, πολύτιμες μεμβράνες και χειρόγραφα από τον 9ο αι. Περιδιαβάζοντας βιαστικά, προσπαθώντας να δούμε όσο περισσότερα μπορούμε στο λίγο χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας, μια εντοιχισμένη επιγραφή σταματά το βλέμμα και τη σκέψη: «Εδώ, εις το κτίριον τούτο υπεγράφη η παράδοσις της Λέσβου εις τον Ελληνικόν Στρατόν. Ημέραν Σάββατον 8 Δεκεμβρίου 1912». Και στο πλάι μια τουρκική σημαία, λάφυρο του ελληνικού στρατού». Συγκίνηση, αγιάτρευτος καημός για τη δική μας μοίρα…
Ξανά κατηφορίζουμε προς τη θάλασσα, στη βορειοδυτική τώρα Λέσβο. Από μακριά αντικρίζουμε ήδη τις κόκκινες κεραμιδοσκεπές του χωριού Πέτρα. Πέτρινα καλντερίμια, αρχοντικά, λιθόστρωτα δρομάκια, μια αμμουδερή παραλία, όμορφη φύση, ταβέρνες και εστιατόρια, τα πιο πολλά σήμερα (Δευτέρα του Πάσχα) κλειστά, αλλά με τη φαντασία μπορούμε να σκεφτούμε τι θα γίνεται εδώ το καλοκαίρι.
Σημαντικότερο αξιοθέατο της Πέτρας, ο βράχος στην κορυφή του οποίου δεσπόζει η εκκλησία της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας. 114 σκαλοπάτια μας οδηγούν ως εκεί, όχι μόνο για να προσκυνήσουμε, αλλά και για να απολαύσουμε την πανοραμική θέα. Άλλος ένας παλιός θρύλος συνοδεύει την ίδρυση του ναού εδώ. Γύρω στα 1600 ένα πλοίο στο οποίο ένας ναυτικός μετέφερε μια εικόνα της Παναγίας, αγκυροβόλησε στον όρμο της Πέτρας. Ένα βράδυ η εικόνα εξαφανίστηκε και βρέθηκε στην κορυφή του βράχου. Ο καπετάνιος τη μετέφερε στο πλοίο, αλλά και πάλι η εικόνα χάθηκε. Τότε θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι, ότι η εικόνα ήθελε να παραμείνει εκεί, κι έτσι χτίστηκε η εκκλησία.
Την Ευθαλού ή Εφταλού θα τη φανταστούμε μονάχα. Ο χρόνος δεν μας παίρνει για να επισκεφθούμε το σπίτι του Ηλία Βενέζη, εδώ όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πέθανε το 1973. Ούτε και τον τάφο του Αργύρη Εφταλιώτη, άλλου μεγάλου τέκνου της Λέσβου. Συνεχίζουμε για το Μόλυβο ή Μήθυμνα, την τουριστική πρωτεύουσα της Λέσβου.
Σκαρφαλωμένη στην απότομη πλαγιά ενός λόφου η κωμόπολη φαίνεται να έχει μείνει αναλλοίωτη αιώνες τώρα, έχοντας χαρακτηριστεί ως διατηρητέος οικισμός. Στην κορυφή του λόφου το άπαρτο κάστρο της με άλλον ένα μύθο να συνοδεύει το πάρσιμό του από τον Αχιλλέα (η Λέσβος, λόγω γειτονίας και εμπορικών σχέσεων ήταν σύμμαχος των Τρώων). Μύθος και ιστορία, παρελθόν και παρόν έρχονται στο νου καθώς κατηφορίζουμε τα φιδογυριστά, γραφικά, λιθόστρωτα μονοπάτια του Μόλυβου, που μοσκομυρίζουν απ’ τις ανθισμένες πασχαλιές. Κάτω στο βάθος λαμπυρίζει η θάλασσα, το παλιό λιμάνι και αχνά προβάλλουν τα βουνά της Τουρκίας.
«Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπονέντη, ορθώνεται πάνω σε θεόρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας».
Πλημμυρισμένη από ανυπόμονη προσμονή, με τη σκέψη στην περιγραφή του Μυριβήλη, τρέχω σχεδόν ν’ ανέβω «της Παναγιάς τα Ράχτα». Βρίσκω το μικρό εκκλησάκι, έτσι όπως το περιγράφει στο μυθιστόρημά του, κι ας είναι γύρω εστιατόρια, καφετέριες, αυτοκίνητα, κόσμος που χαίρεται τη γιορτή του Πάσχα. Όμως κάποτε, όταν τα διαβάσματα μας έχουν πολύ συνοδέψει στη ζωή, βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής περισσότερο. Έτσι κι εγώ, περιμένω να δω την παράξενη ζωγραφιά που «στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ’ αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης». Άδικα. Τέτοια Παναγιά δεν υπάρχει. Ασβεστώθηκε το εκκλησάκι κι η παράξενη εικόνα χάθηκε.
Στέκομαι για λίγο γεμάτη απογοήτευση. Φαντάζομαι την εικόνα, φαντάζομαι το γέρο-Αυγουστή που ανεβασμένος στα ράχτα ονομάτιζε ένα-ένα τα μέρη απέναντι, στο Αϊβαλί, σίγουρος πως όπου να ‘ναι θα ξαναγυρίσουν οι πρόσφυγες στους τόπους τους, φαντάζομαι το Φόρτη να λέει τις ιστορίες του στον καφενέ του, κάτω απ’ τη μουριά που στέκεται ακόμα εκεί, στο «Καφενείον η Συκαμινιά». Ίσως, όπως λέει κάπου και ο Ουράνης, είναι καλύτερα να μην επισκεπτόμαστε τα μέρη που έχουμε ζήσει με τη φαντασία μας.
Ολοκληρώνουμε την περιδιάβασή μας στο νησί με προσκύνημα στον προστάτη Άγιο όλης της Λέσβου, τον Ταξιάρχη, στο χωριό Μανταμάδος. Μεγάλο μοναστήρι, γνωστό κυρίως για τη μοναδική ανάγλυφη εικόνα σ’ όλη την ορθοδοξία. Η παράδοση θέλει τη σκουρόχρωμη εικόνα να έχει γίνει από λάσπη και το αίμα των μοναχών που σφαγιάστηκαν από Σαρακηνούς πειρατές. Πλήθος οι προσκυνητές στη στρωμένη ακόμα με τα βαγιόφυλλα της Λαμπρής εκκλησία, σωρός τα πολύτιμα τάματα γύρω από την εικόνα, δίπλα στον Άγιο τα σιδερένια παπούτσια με τα οποία διατρέχει όλο το νησί. Ένας νέος άντρας προχωρεί γονατιστός προς την εικόνα. Ποιος ξέρει από πού ξεκίνησε, ποιος ξέρει ποιο τάμα τον φέρνει γονατιστό στον Ταξιάρχη…
Η Λέσβος μας καλωσόρισε με το γλυκό φως του δειλινού. Την αποχαιρετούμε ρίχνοντας μια ματιά από ψηλά στο αχνό φως του πρωινού κι η ποιητική περιγραφή του Ελύτη στριφογυρνάει στη σκέψη: «Πουθενά, σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου, ο Ήλιος και η Σελήνη δε συμβασιλεύουν τόσο αρμονικά, δε μοιράζονται τόσο ακριβοδίκαια την ισχύ τους όσο επάνω σ’ αυτό το κομμάτι γης που κάποτε, ποιος ξέρει σε τι καιρούς απίθανους, ποιος θεός, για να κάνει το κέφι του, έκοψε και φύσηξε μακριά, ίδιο πλατανόφυλλο καταμεσής του πελάγους».

[Ακολουθούν φωτογραφίες, που δυστυχώς δεν μπόρεσα να εντάξω στο κείμενο]


Ανθισμένη πασχαλιά στην αυλή της Μονής Λειμώνος




















Κατηφορίζοντας σε δρομάκι στο Μόλυβο





Υπεραιωνόβιος (1813) πλάτανος στο Πλωμάρι



Το λιμάνι της Μυτιλήνης (δεξιά στην άκρη ο τρούλος του Αγίου Θεράποντα) Ψαράδες στη Σκάλα Καλλονής
















Δευτέρα, Απριλίου 27, 2009

Ένας σύγχρονος δεκαεξάχρονος

Η τάση των εφήβων-πρωταγωνιστών στη λογοτεχνία φαίνεται να περνάει και στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Όχι με την έννοια των αναμνήσεων των ενηλίκων πια συγγραφέων, αλλά με αυτούσια τη φωνή των δεκαεξάχρονων, όπως τη δανείζεται και την αναπαράγει ο συγγραφέας.
Μετά από δυο πρόσφατα μυθιστορήματα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, "Υποβρύχιο" και "Μαύρος Κύκνος", να τώρα και η ελληνική εκδοχή. Μας έρχεται από την Τατιάνα Αβέρωφ με το μυθιστόρημά της "Θράσος" (Κέδρος, 2009). Ο Θράσος, όνομα που ευθέως παραπέμπει στη θρασύτητα της ηλικίας, είναι ένα μοναχοπαίδι που, σαν χιλιάδες άλλους νέους της εποχής μας, περνάει το χρόνο του ανάμεσα στο σχολείο, το σπίτι και τον υπολογιστή. Κρατάει ένα ηλεκτρονικό ημερολόγιο που διαρκεί περίπου όσο μια σχολική χρονιά. Καταγράφει τις σκέψεις του, την προσπάθειά του για επικοινωνία μέσω του διαδικτύου, την απόπειρά του να γίνει συγγραφέας, βρίσκοντας υλικό στις αφηγήσεις του παππού του, παλιού ηθοποιού. Ο σκύλος του, οι γονείς του, ο φίλος του Κλάξος, η άγνωστη με την οποία αλληλογραφεί διαδικτυακά, η καθηγήτριά του, η Μαυρίδου, που τον ενθαρρύνει και τον καθοδηγεί στο γράψιμό του, γεμίζουν τις σελίδες του. Γλώσσα κοφτή, αγχώδης, γεμάτη από τις σύγχρονες εκφράσεις της νεολαίας, το διαδίκτυο καθημερινός σύντροφος.
Η αφήγηση αρχίζει μ' ένα "geia sou" που πληκτρολογεί στον υπολογιστή. Μια άλλη νεανική φωνή του απαντά. Αυτοσυστήνεται ως δικηγόρος 28 χρονών και φυσικά δεν του περνάει απ' το μυαλό πως κι η συνομιλήτριά του που συστήνεται ως Μαριάννα 21 ετών, μπορεί να λέει ψέματα, όπως κι αυτός. Η προσπάθεια εντοπισμού της Μαριάννας είναι ο συνεκτικός δεσμός που κρατάει το βάρος της ιστορίας, ενώ επάνω σ' αυτόν σχεδιάζεται η ζωή του, η μητέρα του που έχει εξωσυζυγική σχέση, ο απόμακρος πατέρας, ο ενοχλητικός παππούς, η όλη προσπάθεια του νέου να βρει στόχο και νόημα στη ζωή του.
Η συγγραφέας δηλώνει πως για μια σχολική χρονιά (2005-06) παρακολούθησε από κοντά τη σχολική ατμόσφαιρα της Α1 Λυκείου και "γνώρισε" τους ήρωές της Θράσο και Κλάξο. Ίσως γι' αυτό οι ήρωές της είναι τόσο πειστικοί, αν και μερικές φορές εκφράζουν σκέψεις ενδεικτικές μιας μεγαλύτερης ωριμότητας, για παράδειγμα όταν ο Θράσος αναλύει το ημιτελές έργο του Μιχαήλ Αγγέλου "Οι σκλάβοι", έστω κι αν υποτίθεται ότι μεταφέρει λόγια της καθηγήτριάς του.
Τα greenglish του βιβλίου, ενοχλητικά κάπως στην αρχή, μας μεταφέρουν πειστικά στον τρόπο της γραπτής επικοινωνίας της νεολαίας. Κι η φωνή του Θράσου, που συνοψίζει τη φωνή της γενιάς του, αντηχεί στ' αυτιά μας κι όταν ακόμη έχουμε κλείσει το βιβλίο: "Εμείς οι νέοι...Ήρωες, και μας βρίζουν. Τι ξέρουν οι μεγάλοι; Ας άντεχαν αυτοί για δέκα λεπτά μόνο τα μαρτύρια που τραβάμε εμείς κάθε μέρα. Όλη μέρα. Και όλη νύχτα. Ένα πράγμα σαν γκρίζο. Απαράλλαχτα όλα, στάσιμα. Μια βαρεμάρα"


Τρίτη, Απριλίου 14, 2009

Slumdog Millionaire (Ποιος θέλει να γίνει δισεκατομμυριούχος;)

Πρωτότυπο, ευρηματικό, ενδιαφέρον, συγκινητικό, καταθλιπτικό, αισιόδοξο, ευχάριστο, όλοι οι χαρακτηρισμοί μπορούν να αποδοθούν στο βιβλίο του Ινδού διπλωμάτη Vikas Swarup (Μίνωας, 2009, μετ. Αλέξης Καλοφωλιάς). Είναι ένα μεγάλο, ή μάλλον πολλά εκτενή παραμύθια που διαδραματίζονται στη σύγχρονη Ινδία, παραμύθια όμως που δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Το διαβάζεις με αμείωτο ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, πότε λυπάσαι με την απίστευτη φτώχεια και τη σκληρότητα και πότε χαμογελάς με το λεπτό χιούμορ, την ευαισθησία, την καλοσύνη.
Το θέμα, λόγω της πολυβραβευμένης ταινίας που στηρίχτηκε στο βιβλίο (αρκεί να αναφέρουμε τα οχτώ Όσκαρ) και στα όσα σχετικά δημοσιεύτηκαν, είναι πολύ γνωστό. Ένα δεκαοχτάχρονο, αμόρφωτο παιδί, που εργάζεται ως σερβιτόρος, παίρνει μέρος στο γνωστό τηλεοπτικό παιγνίδι "Ποιος θέλει να γίνει δισεκατομμυριούχος". Απροσδόκητα απαντάει σωστά και στις δώδεκα ερωτήσεις, αλλά οι διοργανωτές του παιγνιδιού, μη έχοντας τόσα χρήματα, τον κατηγορούν για απάτη και η αστυνομία τον συλλαμβάνει. Τότε όμως εμφανίζεται μια νέα κοπέλα, δηλώνει ότι είναι η δικηγόρος του, τον παίρνει σπίτι της και ζητάει να μάθει πώς κατάφερε να κερδίσει, πώς ήξερε όλες αυτές τις απαντήσεις. Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου αντιστοιχεί και σε μια περίοδο της περιπετειώδους ζωής του νεαρού Ραμ Μοχάμαντ Τόμας. Και είναι πολύ έξυπνο από μέρους του συγγραφέα το ότι δεν μας δηλώνει εξαρχής την ερώτηση. Προηγείται η αφήγηση και στο τέλος του κεφαλαίου έρχεται η ερώτηση.
Δεν είναι απλώς δύσκολο, είναι αδύνατο να αποδοθούν έστω και περιληπτικά όλες οι περιπέτειες του νεαρού Ραμ. Και πρέπει ασφαλώς να δεχτούμε τη λογοτεχνική σύμβαση τόσο πολλών συμπτώσεων, αλλά και τόσο μεγάλης τύχης, να του υποβληθούν ερωτήσεις που σχετίζονται με τις εμπειρίες του. Όμως, είναι, πιστεύω, το τέχνασμα του συγγραφέα για να μας οδηγήσει από τη Βομβάη στο Δελχί, από το Δελχί στην Άγκρα, από τις παραγκουπόλεις στα πορνεία και στα ορφανοτροφεία, στις θρησκευτικές διαφορές και στον πόλεμο Ινδίας-Πακιστάν, στη διαφθορά της αστυνομίας, στον ινδικό κινηματογράφο, σε τοπικά φαγητά, σε παραδόσεις και βουντού, στο έγκλημα, στη φτώχεια, στην κακοποίηση παιδιών, αλλά και στη σταθερή φιλία, στην άδολη αγάπη, στην καλοσύνη των ανθρώπων. Να μας περιγράψει τις παραγκουπόλεις αλλά και το υπέροχο Ταζ Μαχάλ.
Ήδη το όνομα του πρωταγωνιστή δηλώνει τις τρεις θρησκευτικές ομάδες της Ινδίας: Ραμ (ινδουιστικό), Μοχάμαντ (μουσουλμανικό), Τόμας (χριστιανικό). Αφημένος έκθετο βρέφος έξω από ένα χριστιανικό ορφανοτροφείο, μεγάλωσε με τη φροντίδα ενός ιερέα που τον δίδαξε και Αγγλικά. Θα ζήσει σε αναμορφωτήριο, θα συνδεθεί με μια δυνατή φιλία με ένα άλλο ορφανό παιδί, τον Σελίμ, θα εργαστεί άλλοτε ως υπηρέτης, άλλοτε ως παράνομος ξεναγός, θα πέσει θύμα ληστείας, θα ερωτευτεί μια κοπέλα σ' ένα πορνείο, θα βοηθήσει ανθρώπους, θα εκδικηθεί κακούς. Μοιάζουν όλες αυτές οι περιπέτειες σαν τα παραμύθια της Χαλιμάς που μας κρατάνε άγρυπνους, αγωνιώντας για το τέλος.
Ποιες ήταν οι ερωτήσεις; Δεν νομίζω ότι πρέπει να τις αποκαλύψω, μια και ο συγγραφέας θέλησε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τοποθετώντας κάθε ρώτηση στο τέλος του σχετικού κεφαλαίου.
Νομίζω δεν υπήρχε προσφυέστερος τρόπος για να γνωρίσουμε αυτή την αχανή, πολύπαθη και μυστηριώδη χώρα που είναι η Ινδία, έστω κι αν η έμφαση δίνεται στις φτωχογειτονιές και στις παραγκουπόλεις. Εμπεδωμένη στη συνείδηση η διάκριση των τάξεων συνοψίζεται στη συμβουλή των γερόντων: "Ποτέ μην περνάς τη γραμμή που χωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς". Ο Ραμ όμως τόλμησε και τα κατάφερε. Τα δεινά μιας ζωής εξουδετερώνονται από την αισιοδοξία του τέλους του βιβλίου και της καταληκτήριας φράσης: "Επειδή η τύχη έρχεται από μέσα σου".


Πέμπτη, Απριλίου 09, 2009

Βίλλα Αμάλια

Όσοι στο βιβλίο "Βίλλα Αμάλια" (Άγρα, 2008, μετ. Βάνα Χατζάκη) θα αναζητήσουν μια ιστορία που θα τους σπρώχνει με ανυπομονησία να γυρίζουν σελίδα για να δουν "τι θα γίνει παρακάτω", θα απογοητευτούν από το μυθιστόρημα του Pascal Quignard, παρ' όλο που η αρχή σε προδιαθέτει για κάτι τέτοιο.
Μια 47χρονη γυναίκα, η Ανν Χίντεν, μουσικός, πιανίστρια και συνθέτις, βλέπει τον άντρα της σε μια στιγμή απιστίας του. Η απογοήτευση και η θλίψη που την πλημμυρίζει, εκτονώνεται κάπως όταν συναντά ένα παλιό συμμαθητή και φίλο, τον Ζωρζ, με τη βοήθεια του οποίου αποφασίζει να εξαφανιστεί. Να κόψει όλους τους δεσμούς κι όλες τις γέφυρες που την ενώνουν με το παρελθόν. Είναι φανερό πως η απιστία του άντρα της ήταν μόνο η αφορμή, πως η απόφαση ν' αλλάξει τον εαυτό της, να αναζητήσει μιαν άλλη ταυτότητα υπόβοσκε από καιρό μέσα της. Πουλάει σπίτι, έπιπλα, τα τρία πιάνα της, καίει το παρελθόν και φεύγει. Αλλάζει επίσης την εξωτερική της εμφάνιση, πράγμα που γίνεται όχι μόνο μια φορά στο βιβλίο. Τελευταία συμβολική κίνηση η διάλυση του κινητού της τηλεφώνου καθώς παίρνει το τρένο της φυγής.
Η σύντομη περιπλάνησή της στην Ευρώπη καταλήγει στην Ιταλία και πιο συγκεκριμένα, στο νησάκι Ίσκια, στον Κόλπο της Νάπολης. Κολυμπάει, ακούει ή συνθέτει μουσική κι ερωτεύεται ένα έρημο, εγκαταλελειμμένο σπίτι. "Είδε το σπίτι πάνω από είκοσι φορές πριν σκεφτεί ότι θα μπορούσε να το κατοικήσει μια μέρα. Το αγάπησε πριν σκεφτεί ότι μπορεί κανείς να αγαπήσει ερωτικά έναν τόπο μέσα στο σύμπαν. Το σπίτι πάνω στον απόκρημνο βράχο στην πραγματικότητα ήταν ένα σπίτι σχεδόν αόρατο. Ούτε από την παραλία ούτε απ' το τραπέζι της ταβέρνας όπου έτρωγε μια σαλάτα το μεσημέρι, ούτε κι απ' το δρόμο ακόμη, δεν μπορούσες να δεις πολύ περισσότερο από το μισό της γαλάζιας σκεπής, στα μισά της πλαγιάς, απ' την πλευρά που έβλεπε τη θάλασσα. Η ταράτσα κι ολόκληρο το σπίτι ήταν σκαμμένα κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους μέσα στον ίδιο το βράχο".
Η περιγραφή του σπιτιού και του τοπίου θυμίζει έντονα "Το χρονικό του Σαν Μικέλε" και το σπίτι του Άξελ Μούντε στο Κάπρι. Κι αυτό είχα συνεχώς στο νου μου, καθώς διάβαζα τη "Βίλλα Αμέλια", έτσι όπως το είδα ένα καλοκαίρι, τουρίστρια κι εγώ, ανάμεσα στο πλήθος των τουριστών που πλημμύριζε το νησί και το διάσημο σπίτι του γιατρού. Η Ανν θα ζήσει εκεί ευτυχισμένες στιγμές, η μοναξιά της όμως θα σπάσει από καινούριες γνωριμίες. Ένα θλιβερό περιστατικό την οδηγεί μακριά από το ειδυλλιακό περιβάλλον, ξανά πίσω στη Γαλλία. Το βιβλίο θα τελειώσει μερικά χρόνια αργότερα, με την Ανν μόνη και πάλι, με συντροφιά τις αναμνήσεις, αλλά έχοντας επιτέλους κατακτήσει την ηρεμία.
Η "Βίλλα Αμάλια" είναι βιβλίο αποσπασματικό. Δουλεύει περισσότερο με εικόνες, παρά με μια συνεχή ροή αφήγησης. Ο φακός του συγγραφέα παρακολουθεί διαρκώς την ηρωίδα του, τόσο στις εξωτερικές όσο και στις εσωτερικές της αναζητήσεις. Οι οικογενειακές της σχέσεις με το σύζυγο, τη μητέρα, τον πατέρα (που είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του όταν η Ανν ήταν πολύ μικρή) μοιάζουν προβληματικές. Ωραίες εικόνες της φύσης, της βροχής (πολλή βροχή συνοδεύει την αφήγηση), προπάντων της θάλασσας, ζωντανεύουν το τοπίο και ομορφαίνουν την αφήγηση.
Αν ήθελα να συνοψίσω το θεματικό κέντρο του βιβλίου, θα το εντόπιζα στην εξής παράγραφο:"Αν πεπρωμένο είναι αυτή η παρόρμηση που, ερχόμενη από κάπου αλλού και όχι απ' τον εαυτό μας, μας κυριεύει και μας ωθεί να την ακολουθήσουμε, χωρίς ποτέ να καταλαβαίνουμε τη φύση της, τότε η Ανν ακολουθούσε το πεπρωμένο της. Έλεγε μέσα της:"Δεν ξέρω πού πηγαίνω, αλλά τρέχω αποφασισμένη προς τα εκεί. Κάτι μου λείπει που μέσα του θα μου άρεσε να χαθώ".