Τετάρτη, Νοεμβρίου 12, 2008

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας

"Κοντολογίς, η μεγάλη κούραση της ύπαρξης μπορεί να μην είναι τίποτε άλλο απ' τον τεράστιο μόχθο μας να παραμείνουμε εχέφρονες επί είκοσι, σαράντα χρόνια και βάλε, να μην είμαστε απλά, βαθιά ο εαυτός μας, δηλαδή σιχαμεροί, φρικαλέοι, παράλογοι. Είναι εφιάλτης να πρέπει πάντα να παρουσιάζουμε ως ένα μικρό παγκόσμιο ιδεώδες, ως έναν υπεράνθρωπο απ' το πρωί ίσαμε το βράδυ, τον χωλό υπάνθρωπο που μας δόθηκε". (σ. 486).
Μου φαίνεται πως ολόκληρο το μυθιστόρημα του Λουί-Φερντινάν-Ωγκύστ Ντετούς (1894-1961), γνωστού ως Σελίν (Εστία, 2007, μετ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, α΄ έκδ. στα Γαλλικά 1932) δεν είναι τίποτε άλλο παρά η επιβεβαίωση της άποψής του πως δεν είμαστε τίποτ' άλλο παρά "χωλοί υπάνθρωποι".
Διερωτώμαι γιατί ο Σελίν μας ήταν τόσο άγνωστος ως τώρα. Ακόμα και συγγραφέων που δεν κατορθώσαμε να διαβάσουμε ως το τέλος, π.χ. Προυστ ή Τζόυς, στα ονόματα σκοντάφτουμε σχεδόν σε κάθε βήμα της αναγνωστικής μας περιδιάβασης. Όχι όμως του Σελίν. Να είναι άραγε ο αντισημιτισμός και ο φιλοναζισμός του για τον οποίο και δικάστηκε για εσχάτη προδοσία που τον "έθαψαν" ως συγγραφέα; Πολύ πιθανόν, αν και τίποτε απ' αυτά δεν διαφαίνεται τουλάχιστον σ' αυτό το μυθιστόρημα. Εγώ ομολογώ ότι παρακινήθηκα στο διάβασμά του από τα μπλογκς της Χριστίνας και της Άννας. Ανέτρεξα ύστερα στις δικές τους παραπομπές, μπήκα σε αφιερώματα εφημερίδων, διάβασα ό,τι μπόρεσα να βρω. Τίποτα όμως, ούτε το επίμετρο της μεταφράστριας, που φαίνεται να έκανε ένα πραγματικό μεταφραστικό άθλο, δεν με έβαλε στην ουσία του βιβλίου. Όλα ήταν γύρω από και όχι το βιβλίο. Πιο βοηθητικά μπορώ να πω πως ήταν τα ποστ των μπλόγκερς, ίσως γιατί είναι γραμμένα από απλούς αναγνώστες και όχι από "ειδικούς", που συχνά προβάλλουν περισσότερο το δικό τους λόγο παρά το ίδιο το έργο.
Καιρός όμως να καταθέσω και τη δική μου άποψη γι' αυτό το μυθιστόρημα που ξεσήκωσε θύελλα συζητήσεων και αντιπαραθέσεων το 1932, όταν πρωτοεκδόθηκε στη Γαλλία. Το "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" είναι ένα ογκώδες έργο 586 σελίδων για το οποίο νομίζω θα χρειαζόταν ένα βιβλίο "Οδηγίες προς ναυτιλλομένους", όπως αυτό του Άρη Μαραγκόπουλου για τον "Οδυσσέα" του Τζόυς. Δύσκολα βγαίνεις από μέσα. Όταν έφτασα στο τέλος ένιωσα την ανάγκη να το ξαναπιάσω από την αρχή. Και το 'κανα για αρκετά κομμάτια του. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ο Μπαρνταμού, φοιτητής ιατρικής στο Παρίσι. Βρισκόμαστε στις αρχές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενώ κάθεται σ' ένα καφενείο με κάποιο φίλο του, βλέπει να περνά μπροστά τους ένα σύνταγμα. Με μια αυθόρμητη κίνηση ενθουσιασμού τους ακολουθεί και πάει εθελοντής στον πόλεμο. Εκεί βέβαια γρήγορα ο ενθουσιασμός του εξαφανίζεται. Ο Μπαρνταμού δεν πιστεύει στον πόλεμο, στον ηρωισμό, στην παράλογη ανθρωποσφαγή. Οι περιγραφές του είναι περιγραφές των δεινών, γεμάτες αποδοκιμασία και ειρωνεία, μια ειρωνεία που διαπερνά ολόκληρο το βιβλίο, όλη την ανθρώπινη ύπαρξη. Νομίζω πως τα διάφορα περιστατικά του ήρωά του, του Μπαρνταμού, χρησιμεύουν στον Σελίν μόνο και μόνο για να εκφράσει τις δικές του ιδέες και απόψεις για τα ανθρώπινα. Πόσο μοιάζουν όλοι οι πόλεμοι! Πόση ομοιότητα της περιγραφής του Σελίν και του "Πορεία προς το μέτωπο" του Ελύτη: "Παρ' όλα αυτά ξαναπαίρναμε δρόμο. Ήταν μεγάλος μπελάς να τα βάλεις σε πηλάλα τα ψωράλογα. Φοβόνταν να κουνήσουν εξαιτίας των πληγών πρώτα απ' όλα, κι έπειτα φοβόνταν εμάς και τη νύχτα επίσης, όλα τα φοβόνταν τέλος πάντων! (...) Α! η όρεξη να φύγεις! Για να κοιμηθείς! Πρώτα απ' όλα! Κι όταν δεν υπάρχει πια στ' αλήθεια τρόπος να πας κάπου να κοιμηθείς, τότε η όρεξη να ζήσεις σου φεύγει από μόνη της" (σ.39).
Ο Μπαρνταμού χάνεται σε μια αποστολή. Συναντά έναν άλλο χαμένο στρατιώτη, τον Ροβινσώνα, τραυματίζεται και γυρίζει στο Παρίσι, όπου παρασημοφορείται, αλλά και νοσηλεύται σ' ένα νοσοκομείο, γιατί δεν είναι καλά στο μυαλό. Ζει για λίγο στο Παρίσι ενώ ο πόλεμος διαρκεί ακόμη. Η περιγραφή των μετόπισθεν είναι μια εξίσου απομυθοποιητική και εικονοκλαστική εικόνα όπως αυτή του πολέμου. "Κληρονομούσαν τους φαντάρους στα μετόπισθεν, είχαν γρήγορα εξοικειωθεί με τη δόξα και με τον σωστό τρόπο να την υπομένουν θαρραλέα κι ανώδυνα (...)Στις κηδείες πολυτελείας, είσαι βέβαια περίλυπος, μα σκέφτεσαι όσο να' ναι την κληρονομιά, τις επόμενες διακοπές, τη χήρα που 'ναι νοστιμούλα κι έχει φλογερό ταμπεραμέντο, καταπώς λένε, κι επίσης σκέφτεσαι να ζήσεις εσύ, εν αντιθέσει, πάρα πού καιρό, να μην ψοφήσεις ποτέ σου ίσως...ποιος ξέρει..." (σ. 64).
Ο Ροβινσώνας είναι το μόνο πρόσωπο που συνοδεύει τον Μπαρνταμού από την αρχή ως το τέλος του βιβλίου. Όχι μόνιμα. Χάνεται κι εμφανίζεται ξαφνικά, χωρίς να μας δίνονται πολλές εξηγήσεις για το πώς. Συναντιούνται για πρώτη φορά στον πόλεμο. Θα συναντηθούν στις αφρικανικές αποικίες, θα ξαναβρεθούν στη Ν. Υόρκη, θα είναι μαζί στο Παρίσι, όταν ο Μπαρνταμού θα επιστρέψει κάνοντας όλο αυτό τον κύκλο ζωής και με το τραγικό του τέλος θα τελειώσει το βιβλίο.
Ένα άλλο πλήθος προσώπων εμφανίζονται για λίγο κι ύστερα χάνονται από τη ζωή του Μπαρνταμού, τόσα που αποκλείεται να τα θυνάται ο αναγνώστης. Ο συμφοιτητής Γκανάτ, ο Βουαρέζ με τον οποίο δουλεύουν μετά τον πόλεμο στο Παρίσι, ο λοχίας Αλσίντ στις αποικίες, ο λοχαγός Γκραπά, ο καθηγητής Παραπίν, ένας ιερέας, μια θυρωρίνα, ο μικρός Μπεμπέρ, το ζεύγος Ανρούιγ, η γριά Ανρούιγ, για να αναφέρω ελάχιστα μόνο απ' όσα θυμάμαι, κάνουν την εμφάνισή τους και φεύγουν, όπως ένας ηθοποιός εμφανίζεται μόνο σε μια σκηνή του έργου και μετά χάνεται, χωρίς καν να βγει για την υπόκλιση του τέλους.
Κι όσο για τις γυναίκες...κι αυτές παίζουν το μικρό ή μεγάλο ρόλο τους στο έργο του Σελίν. Θα χρειαζόταν ίσως μια ειδική μελέτη μόνο για τη γυνακεία παρουσία στο έργο. Η Μαντάμ Ερώτ, η Μαντάμ Πουτά περνούν για λίγο και χάνονται, το ίδιο η Μουζίν, η Λόλα, Η Μόλλυ, η Μανταλένα, η Σοφία...
Μετά τη νοσηλεία του ο Μπαρνταμού φεύγει για την Αφρική. "¨Οσο μακρύτερα τόσο καλύτερα", λέει. Οι κάπου εκατό σελίδες της ζωής στις αποικίες περιλαμβάνουν μερικές πολύ δυνατές σκηνές. Έμποροι, στρατιωτικοί, διοικητές, εκμεταλλεύονται και τη θέση τους και τον ντόπιο πληθυσμό. Μια σκηνή όπου μια οικογένεια φτωχών μαύρων πάει να πουλήσει λίγο ακατέργαστο καουτσούκ που' χε με κόπο μαζέψει για μήνες και φεύγει μ' ένα χρωματιστό πανί και...μια κλωτσιά, ή ένας γέρος που προσφεύγει στη δικαστική εξουσία του διοικητή και τιμωρείται με 20 βουρδουλιές, είναι σκηνές που σε ταράζουν και μόλο που 'ναι αφηγημένες με τον ανάλαφρο, αποστασιοποιημένο τρόπο όλου του βιβλίου, σε κάνουν να εξανίστασαι.
Ταλαιπωρημένος από χίλιες δυο στερήσεις και προπάντων από τους πυρετούς, μπαρκάρει σ' ένα πλοίο, στον καπετάνιο του οποίου τον είχε...πουλήσει ένας παπάς και φτάνει στη Ν. Υόρκη. Προσπαθώντας να επιβιώσει πάει στο Ντητρόιτ και πιάνει δουλειά στο εργοστάσιο Φορντ. Σε μια εποχή που η μηχανοποίηση της εργασίας δεν είχε φτάσει στα σημερινά επίπεδα, ο λόγος του Σελίν γίνεται προφητικός: "Δεν θα σου χρησιμεύσουν σε τίποτα εδώ οι σπουδές σου, λεβέντη! δεν ήρθες εδώ για να σκέφτεσαι, αλλά για να κάνεις τις κινήσεις που θα σε διατάξουν να εκτελέσεις...Δεν έχουμε ανάγκη από ευφάνταστους στο εργοστάσιό μας. Από χιμπαντζήδες έχουμε ανάγκη...Μια συμβουλή ακόμα. Μη μας ξαναμιλήσεις ποτέ για την εξυπνάδα σου! Θα σκεφτόμαστε εμείς για λογαριασμό σου, φίλε μου! Βαλ 'το καλά στο μυαλό σου" (σ. 270). Και λίγο παρακάτω θα πει το καταπληκτικό: "Άλλο τίποτα δεν μετρούσε πέρα απ' την εκκωφαντική εμμονή των χιλιάδων εργαλείων που χειρίζονταν τους ανθώπους".
Σύντομα εγκαταλείπει και αυτή την πόλη κι αυτή την ήπειρο. Ξαναγυρίζει στο Παρίσι, τελειώνει τις σπουδές του, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη έμφαση σ' αυτές, προσπερνώντας τις με μια φράση. Είναι πια γιατρός. Ούτε όμως η κοινωνική του θέση ούτε η ματιά με την οποία βλέπει τον κόσμο αλλάζει σε τίποτα. Είναι ένας γιατρός στις φτωχογειτονιές του Παρισιού, που με δυσκολία βγάζει τα προς το ζην. "Επί μήνες δανειζόμουνα χρήματα από δω και από κει. Ήταν τόσο φτωχοί και τόσο δύσπιστοι οι άνθρωποι στη συνοικία μου, που 'πρεπε να νυχτώσει για να με καλέσουν εμένα, τον φτηνό,παρ' όλα αυτά, γιατρό. Διέσχισα έτσι νύχτες και νύχτες, για δέκα και δεκαπέντε φράγκα, μέσα από αφέγγαρες αυλίτσες" (σ. 290).
Αρρώστιες, θάνατοι, θλιβερές ιστορίες των φτωχοδιάβολων που αποτελούν τον περίγυρό του κι ανάμεσα σ' αυτά οι απόψεις του, τόσο απαξιωτικές για όλα τα ανθρώπινα. Αποφθεγματικές ρήσεις που θα μπορούσαν από μόνες τους να αποτελέσουν ιδιαίτερη πραγματεία. Να μερικές:
-"Ίσως να 'ναι αυτό που ψάχνεις στη ζωή, την πιο μεγάλη δυνατή θλίψη, για να γίνεις ο εαυτός σου προτού πεθάνεις".
-"Χειρότερος τύραννος απ' το μυαλό δεν υπάρχει".
-"Δεν σου κακοφαίνεται ποτέ ιδιαίτερα να φεύγει ένας ενήλικας, είναι ένα καθίκι λιγότερο επί της γης, αυτό λες, ενώ μ' ένα παιδί δεν είναι και τόσο σίγουρο. Υπάρχει το μέλλον".
-"Γέρος" σημαίνει να μη βρίσκεις φλογερό ρόλο να παίξεις, να ξεπέφτεις στο ανούσιο τίποτα, όπου το μόνο που περιμένεις πια είναι ο θάνατος".
Την αστική τάξη την περιφρονεί και την γελοιοποιεί. Σε κάποιες σελίδες περιγράφει μια εκδρομή που έκανε με τον Ροβινσώνα και τη φίλη του Μανταλένα, με την οποία όμως και ο Μπαρνταμού είχε σχέσεις. Εκεί προσκαλούνται από τον ιδιοκτήτη ενός ποταμόπλοιου που γιόρταζε με την παρέα του. Τρώνε, πίνουν, διασκεδάζουν, μα κάτω από την επιφανειακή ικανοποίηση της συμμετοχής σ' αυτή την αριστοκρατική συντροφιά προβάλλει πάλι η δηκτική ειρωνεία του: "Είχα καιρό ν' ακούσω τόσο αριστοκρατικές φωνές. Έχουν ένα κάποιο τρόπο να μιλάν οι αριστοκράτες που σε κάνει να νιώθεις άσχημα και που εμένα με τρομάζει, απλούστατα, προπαντός οι γυναίκες τους, κι όμως τα λόγια τους δεν είναι παρά ασουλούπωτες και επιτηδευμένες φράσεις, καλοστιλβωμένες όμως σαν παλιά έπιπλα" (σ. 469).
Δεν θέλω να μακρηγορήσω άλλο, αν και ξέρω πόσο ελλιπές είναι αυτό το ποστ για ένα τόσο μεγάλο (από κάθε άποψη) έργο. Οι αντιφατικοί χαρακτηρισμοί που το συνόδευσαν στην πορεία του μέσα στο χρόνο (¨"αριστούργημα", "ανοσιούργημα" κ.λπ.) είναι όλοι ακριβείς. Εξαρτάται από ποια οπτική το αντικρίζει κανείς.


Τετάρτη, Οκτωβρίου 29, 2008

Ένα "διδακτικό" μυθιστόρημα

"Το μυθιστόρημα αυτό δε θέλει να δρέψει λογοτεχνικές δάφνες, αλλά να αποδεικτεί ένα διδακτικό κείμενο. Στόχος του δηλαδή είναι η αλλαγή τρόπου σκέψης, συμπεριφοράς, γνώμης και αντίληψης. Συνεπώς, η ανάγνωσή του πρέπει να γίνει κυρίως με σκοπό ν' αντλήσει συγκεκριμένα διδάγματα που πρακτικά θ' αποδειχτούν χρήσιμα για σας".
Κρινόμενο το βιβλίο του Δημήτρη Μπουραντά "Όλα σου τα 'μαθα μα ξέχασα μια λέξη" (Πατάκης, 2008) σύμφωνα με την "προγραμματική" δήλωση του ιδίου, όπως αυτή εκτίθεται στον πρόλογό του, θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχημένο. Όμως μέσα στη δήλωση αυτή ενυπάρχει μια αντίφαση. Πώς μπορεί ένα λογοτεχνικό κείμενο, ένα μυθιστόρημα, όπως το χαρακτηρίζει και ο ίδιος και οι εκδότες του να έχει σκοπό "να διδάξει"; Τέτοιο σκοπό έχουν τα θρησκευτικά κηρύγματα ή τα βιβλία αυτοβοήθειας που τόσο αφθονούν στην εποχή μας. Η λογοτεχνία δεν θέλει να διδάξει τίποτα, όπως δεν θέλει να διδάξει καμιά άλλη μορφή τέχνης, ούτε η μουσική, ούτε η ζωγραφική, ούτε η αρχιτεκτονική κ.λπ. Αν ο κοινωνός μιας μορφής τέχνης γίνει καλύτερος άνθρωπος, αν καλλιεργήσει και αναπτύξει τον εαυτό του, αυτό γίνεται έμμεσα και όχι με την προσχεδιασμένη διδασκαλία.
Ο Δημήτρης Μπουραντάς, γνωστός και καταξιωμένος καθηγητής του Μάνατζμεντ και της Ηγεσίας, προσπάθησε να "ντύσει" λογοτεχνικά τις ιδέες και τις απόψεις του που αφορούν τους ηγέτες και τα στελέχη επιχειρήσεων, για να τις κάνει έτσι πιο ελκυστικές. Το βιβλίο, επομένως, παραπαίει ανάμεσα στη λογοτεχνία και στο δοκίμιο, ανάμεσα στη μυθοπλασία και στις θεωρίες περί ηγεσίας και μάνατζμεντ με τη ζυγαριά να βαραίνει προς το δεύτερο σκέλος και να αποτυγχάνει ως λογοτεχνικό κείμενο.
Χρονικά η υπόθεση αρχίζει και τελειώνει το 2003, αφού με πολύ σύντομες αναφορές καλυφθεί η χρονική περίοδος από το 1930 και με κάπως εκτενέστερες αναφορές από το 1971 και μετά. Κύρια πρόσωπα του έργου είναι ένας καθηγητής του μάνατζμεντ, ο Νίκος Αλεξίου, και η φοιτήτριά του, Άννα. Μέντορας, καθοδηγητής, σύμβουλος και εμψυχωτής της, τη βοηθά και την ενθαρρύνει όχι μόνο για να πάρει το πρώτο πτυχίο, αλλά και για να βρει ταυτόχρονα με τις σπουδές της δουλειά, να πάρει ύστερα υποτροφία για τη Γαλλία, να κάνει διδακτορικό και αφού περάσει από εμπόδια, δυσκολίες, απογοητεύσεις να γίνει τελικά μια καταξιωμένη πρωτοβάθμια καθηγήτρια. Παράλληλα, μέσα από ένα κείμενο που ο Αλεξίου της δίνει να διαβάσει όταν εκείνη ήταν ακόμη δευτεροετής φοιτήτρια, μαθαίνουμε και τη δική του πορεία ζωής, την καταγωγή του από μια εργατική οικογένεια, τις επιλογές του, τον αγώνα του, τη θέλησή του να επιτύχει και τελικά την καταξίωσή του.
Φυσικά απαραίτητη η ερωτική μεταξύ τους έλξη που όμως δεν καταλήγει σε σχέση, παρά μόνο μετά από χρόνια, χωρίς η εξήγηση που δίνει γι' αυτό ο συγγραφέας να είναι κατά τη γνώμη μου επαρκής. Το βιβλίο γενικά κινείται σ' ένα πολύ ιδεαλιστικό επίπεδο. Θέση που προβάλλεται είναι ότι όλα είναι κατορθωτά, ότι τα πάντα εξαρτώνται από μας κι ότι ο εργατικός, ο τίμιος, ο ακέραιος, ο άξιος και ικανός, όσα εμπόδια κι αν παρεμβληθούν στο δρόμο του στο τέλος δικαιώνεται. Δεν θα ήθελα να επεκταθώ περισσότερο στις αδυναμίες του βιβλίου ως λογοτεχνικού κειμένου, χάριν οικονομίας χρόνου, δικού μου και πιθανών αναγνωστών του ποστ, παρά μόνο στο τέλος, όπου οι περί ηγεσίας και μάνατζμεντ διδαχές αποκορυφώνονται. Διαβάζοντας τις μακροσκελείς ομιλίες σ΄ ένα εργαστήρι που ίδρυσαν οι δυο τους, Νίκος και Άννα, το CLI (Circle of the Lost Ideas) έπιασα τον εαυτό μου να πρέπει να προσέχει σαν να επρόκειτο να διάβαζα πανεπιστημιακό σύγγραμμα στο οποίο θα εξεταζόμουν! Δεν ξέρω όμως αν τελικά ήμουν απρόσεχτη, γιατί δεν θυμάμαι τι ήταν η μοναδική λέξη που ο δάσκαλος ξέχασε να μάθει στη μαθήτριά του!
Παραμένει όμως η απορία. Γιατί ένα τέτοιο βιβλίο βρίσκεται συνεχώς στα ευπώλητα; Νομίζω αυτό οφείλεται σε τρεις κυρίως λόγους: Στο ωραίο εξώφυλλο, στον "πιασάρικο" τίτλο και στις καλές κριτικές. Γι' αυτό το τελευταίο αδυνατώ να δώσω εξήγηση.
Άλλες απόψεις για το ίδιο βιβλίο:


Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2008

Δυο ζευγάρια στο Μανχάτταν




Αν διάβαζα αυτό το βιβλίο χωρίς να ξέρω τον συγγραφέα, θα ήταν αδύνατο να πιστέψω πως αυτή την ωραία, ρομαντική ιστορία του 1946, τη γυρισμένη σε μια εξίσου ωραία ταινία το 1965, την έγραψε ένας πασίγνωστος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, ο Ζωρζ Σιμενόν (1903-1989).
Αγόρασα το βιβλίο "Τρία δωμάτια στο Μανχάτταν" (Άγρα 2007, μετ. Αργυρώ Μαντόγλου, α΄ έκδ.1946) όχι για άλλο λόγο παρά μόνο για το "Μανχάτταν" του τίτλου. Ένα έργο που διαδραματίζεται στην καρδιά της Νέας Υόρκης ασκεί πάνω μου μια ιδιαίτερη έλξη και γοητεία. Και, ω, τι σύμπτωση! Το βιβλίο που άρχισα αμέσως μετά, πριν ακόμα προλάβω να γράψω τις σκέψεις μου για τον Σιμενόν, ήταν κι αυτό ένα βιβλίο που στο μεγαλύτερο μέρος του διαδραματιζόταν στο Μανχάτταν. Ήταν το βιβλίο του Fabio Volo "Το κορίτσι του τραμ" (Λιβάνης 2008, μετ. Μάτα Σαλογιάννη, τίτλος πρωτοτύπου Il giorno in piu). Τα δυο βιβλιά δεν τα ενώνει μόνο ο χώρος αλλά και πολλά άλλα πράγματα. Να πήρε άραγε ο νεαρός Ιταλός (γεν. 1972) την ιδέα από τον Σιμενόν;
Και στα δυο βιβλία έχουμε ένα ζευγάρι, έναν άτρα και μια γυναίκα, που τριγυρίζουν στους δρόμους και τις γειτονιές, στα μπαρ και στα εστιατόρια του Μανχάτταν, που κάνουν έρωτα, μιλούν για το παρελθόν τους, που αναζητούν τη συντροφικότητα και την αγάπη και που η ιστορία τους έχει ένα happy end. Όμως η εποχή δεν είναι ίδια. Το 2007 δεν είναι ίδιο με το 1946. Δεν είναι μόνο τα εξωτερικά στοιχεία, τα κινητά τηλέφωνα, το ίντερνετ και το ι-μέιλ, το i-pod και τα CD, έννοιες ανύπαρκτες στο παλιό μυθιστόρημα, όπου το ζευγάρι ακούει το αγαπημένο του τραγούδι στο "αυτόματο γραμμόφωνο" (τζουκ-μποξ) ενώ η κοπέλα καπνίζει το ένα τσιγάρο πίσω από το άλλο (πράγμα αδιανόητο σήμερα στην Αμερική, σε κλειστούς χώρους). Είναι και η όλη ατμόσφαιρα, η νοοτροπία, η ελευθερία στις σχέσεις και πολλά άλλα που χαρακτηρίζουν τη νεότερη εποχή. Κι όμως κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ.
Στο "Τρία δωμάτια" ένας πενηντάρης Γάλλος, παλιός ηθοποιός, ο Φρανσουά Κομπ, "χωίς δεσμούς οικογένειας, επαγγέλματος, πατρίδας ούτε καν κατοικίας", συναντά τυχαία ένα βράδυ σ΄ ένα μπαρ την Καίυ, ένα εξίσου μοναξιασμένο πλάσμα. Αυθόρμητα, χωρίς συνεννόηση, φεύγουν μαζί από το μπαρ. Καταλήγουν σ' ένα ξενοδοχείο, μια σχέση αρχίζει, σχέση στην οποία οδηγούνται πιο πολύ από απόγνωση, από την αναζήτηση μιας συντροφιάς. Εκείνη, όπως του λέει, είναι Βιεννέζα, είχε πολύ νέα παντρευτεί έναν Ούγγρο κόμη, απέκτησε μια κόρη, έζησε μαζί του στο Βερολίνο, όπου εκείνος ήταν ακόλουθος στην Ουγγρική πρεσβεία, στο Παρίσι, αλλά τώρα χωρισμένη μοιράζεται το δωμάτιο με μια φίλη. Διηγείται τη ζωή της, τις σχέσεις της κι ο Φρανσουά νιώθει να ζηλεύει το παρελθόν της, αν και δεν ξέρει τι απ' όσα του λέει είναι αλήθεια και τι ψέματα. Κι εκείνος κάποια στιγμή θα αφηγηθεί τη δική του πονεμένη ιστορία.
Το δωμάτιο του ξενοδοχείου θα διαδεχτεί το δωμάτιο που κρατάει εκείνος κι ύστερα το δικό της. Τα τρία δωμάτια. Μα πάνω απ' όλα όμως οι δρόμοι της Νέας Υόρκης στους οποίους περιπλανώνται, οι σκέψεις, τα συναισθήματα, η θλίψη για μια ζωή γεμάτη ψυχολογικά τραύματα, οι αμφιβολίες για το παρόν και το μέλλον γεμίζουν το βιβλίο. Γενικά, παρά το ευτυχισμένο (;) τέλος, ένα σύννεφο κατήφειας και θλίψης φαίνεται να σκιάζει όλο το μυθιστόρημα.
Κάπου 60 χρόνια αργότερα, στους ίδιους δρόμους τριγυρίζει το ζευγάρι του Τζιάκομο και της Μικέλας, στο μυθιστόρημα του Fabio Volo. Όμως η ιστορία τους έχει όχι μόνο μια πολύ διαφορετική έναρξη, αλλά και μια άλλη ατμόσφαιρα. Είναι μια ανάλφρη, διασκεδαστική, θα έλεγα, ατμόσφαιρα, που τη δημιουργεί τόσο το περιβάλλον και η εποχή, όσο και ο χαρακτήρας και η αφήγηση του πρωτοπρόσωπου αφηγητή.
Ο Τζιάκομο, ένας τριανταπεντάχρονος Ιταλός, συναντά κάθε μέρα στο πρωινό τραμ που παίρνει για τη δουλειά του, μια κοπέλα. Του αέσει. Την παρακολουθεί και οι λεπτομέρειες αυτής της παρατήρησης είναι απίθανα ρεαλιστικές και διασκεδαστικές. Ποτέ δεν τολμά όμως να της μιλήσει, όταν ξαφνικά μια μέρα εκείνη τον προσκαλεί για έναν καφέ και τον πληροφορεί ότι την επομένη φεύγει για τη Νέα Υόρκη. Ο Τζιάκομο συνεχίζει τη ζωή του. Μας μιλά για την οικογένειά του, για σκηνές από την παιδική του ηλικία, με ιδιαίτερη αγάπη και τρυφερότητα αναφέρεται στη γιαγιά του, μας αναφέρει τις ερωτικές του σχέσεις, όχι και λίγες και την αδιατάρακτη και σταθερή φιλία του με μια κοπέλα, τη Σίλβια. Όμως η Μικέλα δεν φεύγει από τη σκέψη του. Παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Πάει στη Νέα Υόρκη, τη βρίσκει (η σύγχρονη τεχνολογία έπαιξε όχι μικρό ρόλο σ' αυτό) κι αρχίζει μεταξύ τους μια όλο πάθος ερωτική σχέση. Κάποια στιγμή εκείνη του προτείνει να παίξουν ένα παιγνίδι. Τις λίγες μέρες που εκείνος θα μείνει στη Ν. Υόρκη να τις ζήσουν τελείως ελέυθερα, χωρίς το φόβο τι να κάνουν ή να μην κάνουν, τι να πουν και τι όχι, χωρίς φόβο μήπως απογοητεύσουν το σύντροφό τους, έχοντας συμφωνήσει ότι αυτή η σχέση έχει ημερομηνία λήξης. Πραγματικά ζουν πολύ όμορφα αυτές τις μέρες. Τριγυρίζουν στην πόλη, πέμπτη λεωφόρος, όγδοη λεωφόρος, Σέντραλ Παρκα, δρόμοι και δρομάκια με τα ονόματά τους, εστιατόρια και σινεμά γίνονται το περιβάλλον της σχέσης τους. Όμως μια μέρα πριν τελειώσει το παιγνίδι εκείνος αναγκάζεται να φύγει, γιατί η αγαπημένη του γιαγιά είναι ετοιμοθάνατη. Πώς θα τελειώσει αυτή η όμορφη σαν παραμύθι ιστορία, προπάντων που εκκρεμεί μια μέρα που δεν την έχουν ζήσει;
Εκ πρώτης όψεως το μυθιστόρημα του Ιταλού συγγραφέα δεν φαίνεται να έχει μεγάλη πρωτοτυπία. Το καθιστούν όμως ενδιαφέρον η γοργή, γεμάτη ανάλφρο χιούμορ αφήγηση και η λεπτομέρεια. Ο Fabio Volo φωτίζει κοινότοπες λεπτομέρειες της ζωής μας, λεπτομέρειες των σχέσεων, των συναισθημάτων, της καθημερινότητας, που όμως τις κάνει ελκυστικές ο τρόπος με τον οποίο τις απεικονίζει.
Δυο ωραία μυθιστορήματα που τα απόλαυσα και τα δυο εξίσου παρά τις διαφορές τους. Κι αναλογίζομαι πόσο πιο ωραίο θα ήταν να μπορούσε κανείς να γνωρίσει το Μανχάτταν μέσα από τις διαδρομές και τα στέκια των δυο ζευγαριών αντί μέσα από τις στερεότυπες τουριστικές περιηγήσεις. Η δύναμη και η γοητεία της λογοτεχνίας...










Τρίτη, Οκτωβρίου 14, 2008

Τι ζητούν οι βάρβαροι

"Τι ζητούν οι Βούλγαροι στη Μακεδονία, τι ζητούν οι βάρβαροι στα ελληνικά χωριά..." (τη συνέχεια δεν τη θυμάμαι) ήταν ένα τραγούδι που με πατριωτικό ενθουσιασμό τραγουδούσαμε μικροί στα κατηχητικά. Και την περασμένη ακόμα δεκαετία διαδηλώναμε εναντίον των διεκδικήσεων των Σκοπιανών φωνάζοντας "Το όνομά μας είναι η ψυχή μας".
Με όλη αυτή τη βαθιά μέσα μου χαραγμένη προϊστορία δυσκολεύομαι να δεχτώ τη θέση του βιβλίου του Κούρτοβικ "Τι ζητούν οι βάρβαροι" (Ελληνικά Γράμματα, 2008) που θέλει τη Μακεδονία και γενικά τα Βαλκάνια κοινή μήτρα και κοινή κληρονομιά των λαών που τα κατοικούν. Βεβαίως, αυτό δεν αναιρεί την άποψή μου ότι το βιβλίο αυτό είναι άκρως ενδιαφέρον, ένα από τα καλύτερα, πιστεύω, δείγματα της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής. Είναι ένα βιβλίο που "σηκώνει συζήτηση" για πάρα πολλά θέματα που θίγει. Η σχέση λογοτεχνίας-ιστορίας, οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί και τα βραβεία, οι κριτικές επιτροπές των οποίων τα μέλη συχνά δεν διαβάζουν τα βιβλία που κρίνουν, η ιστορική μνήμη και η ιστορική αλήθεια, οι σημερινές διακρατικές σχέσεις, θέματα τεχνικής του λογοτεχνικού κειμένου και άλλα ακόμα, μπορούν να δώσουν αφορμή για γόνιμες συζητήσεις σε λογοτεχνικές συντροφιές.
Ας έρθω όμως στην υπόθεση του βιβλίου. Σε μια κωμόπολη στη βόρειο Ελλάδα, την Τιρύμμεια, κάπου στη Μακεδονία, συγκεντρώνονται τα μέλη μιας κριτικής επιτροπής που θα αποφασίσει για το βραβείο του λογοτεχνικού διαγωνισμού Interbalkan, ένα διαγωνισμό τον οποίο θέλουν να αναβαθμίσουν για να λειτουργήσει ως μέσο κατανόησης και συνεργασίας των Βαλκανικών λαών. Οι επικρατέστερες υποψηφιότητες είναι τρεις: του Έλληνα συγγραφέα Αντώνη Ρωμανού (που δεν εμφανίζεται στο βιβλίο), της Βουλγάρας Νίνας Ντάνεβα, που όχι μόνο είναι διαρκώς παρούσα αλλά και λειτουργεί ως σεξουαλικό σύμβολο, και του Σέρβου Λιούμποφ Βρατσάνοβιτς. Οι υποψηφιότητες συζητούνται σε συνεδρίες της κριτικής επιτροπής που διαρκούν πέντε μέρες, ενώ διανθίζονται και με συζητήσεις που διεξάγονται εκτός των επισήμων συνεδριών, μια και τα μέλη της κριτικής επιτροπής, που και αυτά προέρχονται από τις Βαλκανικές χώρες, συνδέονται μεταξύ τους με γνωριμίες και φιλίες, αλλά και με εορταστικές εκδηλώσεις που οργανώνονται από το δήμαρχο της φιλοξενούσας πόλης.
Με έκπληξη η κριτική επιτροπή διαπιστώνει ότι και τα τρία επικρατέστερα μυθιστορήματα έχουν κοινό θέμα. Ένα παλιό επεισόδιο που συνέβη το 1913, μεταξύ Α΄ και Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, έναν άτυχο γάμο και το βομβαρδισμό ενός χωριού στα σύνορα μεταξύ Ελλάδας, Βουλγαρίας και Σερβίας, το οποίο όμως επεισόδιο ο καθένας επεξεργάζεται από τη δική του σκοπιά. Στις συνεδρίες διαβάζονται αποσπάσματα και γίνονται σχόλια και στα τρία μυθιστορήματα. Ομολογώ ότι δυσκολεύτηκα αρκετά να συγκρατήσω και να διαχωρίσω στη σκέψη μου τα μέλη της κριτικής επιτροπής, τους συγγραφείς των υπό κρίση έργων και τους μυθιστορηματικούς ήρωες, αφού όλοι προέρχονται από όλες τις Βαλκανικές χώρες. Ο καθένας απ' αυτούς υπερασπίζεται τη δική του αλήθεια, που έχει να κάνει με την ιστορική πορεία της ταραγμένης αυτής περιοχής της Ευρώπης, και που η Ευρώπη αδυνατεί να κατανοήσει. Χαρακτηριστική είναι η στάση της εκροσώπου ενός γαλλογερμανικού καναλιού, της Ούτα Ράουντερμπεργκ, που παρακολουθεί το συνέδριο, αλλά που κάποια στιγμή απηυδησμένη το εγκαταλείπει χαρακτηρίζοντας όλη αυτή τη σύναξη ως "τρελοκομείο".
Πού θα δοθεί τελικά το βραβείο; Δεν θα το αποκαλύψω. Μήπως άραγε υποβάλλεται η ιδέα μιας δύναμης που θα επικρατήσει τελικά στα Βαλκάνια;
Το μυθιστόρημα του Κούρτοβικ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον. Μήπως όμως θα ήταν προτιμότερο να μην εμπλέξει τόσα θέματα; Δηλαδή πέραν του κεντρικού στο οποίο έχω αναφερθεί, πλήθος άλλα θέματα και σκηνές παρεμβάλλονται. Π.χ. απεργία γεωργών και αποκλεισμός με τρακτέρ, μια έντονα χρωματισμένη σεξουαλική συνεύρεση, εικόνες που δεν έχουν άμεση σχέση με το θέμα, όπως όταν η Ούτα βλέπει κάποιον να ξύνει το αυτί του με το ξύλινο πόδι του ή όταν ο χορηγός του βραβείου, ο ισχυρός οινοβιομήχανος Ξινός χαϊδεύει στα γόνατά του έναν τεράστιο...αρουραίο. Σε δυο κεφάλαια μιλούν δυο νεκροί, ένας Έλληνας κι ένας Βούλγαρος (λογοτεχνική συγγένεια με τον "Σέργιο και Βάκχο" του Καραγάτση) ενώ ένας τρίτος νεκρός γέρος σαν να μας δίνει στο τέλος το διδαχτικό επιμύθιο: "Αχ, πώς αναγαλιάζει η ψυχή μου που σας βλέπω μονοιασμένους!"
Οπωσδήποτε όμως το "Τι ζητούν οι βάρβαροι" ξεχωρίζει μέσα στην πληθώρα της νεοελληνικής εκδοτικής παραγωγής.


Κυριακή, Οκτωβρίου 05, 2008

Ανάμεσα στους τοίχους

Για όλους εμάς τους εκπαιδευτικούς που αγαπάμε τη λογοτεχνία, είτε ανήκουμε στη "στρατευμένη" είτε στη "θριαμβεύουσα" εκπαιδευτική ζωή (για να δανειστώ δυο εκκλησιαστικούς όρους) τα βιβλία που έχουν θέμα το δάσκαλο και το σχολείο αποτελούν πόλο έλξης ακαταμάχητο. Είτε πρόκειται για την παλαιότερη "Κυρία Ντορεμί" της Λιλίκας Νάκου, είτε για το έξοχο "Η δασκάλα των Γαλλικών" του Άντονι Λιμπέρα, είτε για τον απολαυστικό "Δάσκαλο" του Φρανκ ΜακΚορτ, είτε για "Το παλιό σχολείο" του Tobias Wolff, όλα ασκούν την ίδια ακατανίκητη έλξη. Φυσικό λοιπόν να αναζητήσουμε και να διαβάσουμε μόλις εξεδόθη άλλο ένα βιβλίο σχολικής ζωής. Πρόκειται για το "Ανάμεσα στους τοίχους" του Φρανσουά Μπεγκοντό (Μεταίχμιο 2008), στο οποίο βασισμένη η ομότιτλη ταινία κέρδισε το Χρυσό Φοίνικα των Καννών. Πολύ διαφορετικό απ' όλα όσα διάβασα ως τώρα και ως περιεχόμενο και ως τεχνική, πολύ σύγχρονο, πολύ ρεαλιστικό, είναι πραγματικά απολαυστικό και διασκεδαστικό. Αποτυπώνει τη σύγχρονη πολυπολιτισμική κοινωνία της Γαλλίας, λίγο πολύ όμοιας με τη δική μας.
Σ' ένα Γυμνάσιο, σε μια εργατική συνοικία του Παρισιού, ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής-καθηγητής αγωνίζεται να διδάξει Γαλλικά σε μια τάξη δεκατετράχρονων παιδιών. Παιδιών προερχόμενων από ποικίλες χώρες και διαφορετικούς πολιτισμούς: την Κίνα, την Αλγερία, την Τυνησία, το Μαλί, το Μαρόκο...ο Μινγκ και ο Σουλεϊμάν, ο Ντζιμπρίλ και ο Ντικό, ο Μοχάμεντ, ο Κέβιν, η Κούμπα, η Ζιάζια...πιο λίγοι οι Γάλλοι από τους ξένους. Στο βιβλίο, εκτός από ελάχιστα υπαινικτικά ίχνη, δεν υπάρχει αφήγηση ή περιγραφή. Η ματιά του συγγραφέα μετατοπίζεται διαρκώς από την τάξη στην αίθουσα καθηγητών και προχωρεί μόνο με διαλόγους. Μέσα απ' αυτή τη συνεχή εναλλαγή διαλόγων μεταξύ του δασκάλου και των μαθητών ή μεταξύ των καθηγητών καλύπτεται μια σχολική χρονιά. Αρχίζει με την έναρξη της καινούριας χρονιάς και τη βαρεμάρα με την οποία επιστρέφουν. Στην ερώτηση του διευθυντή για τις καλοκαιρινές διακοπές "Το πλήθος μουρμούρισε ένα καλά ήταν, αλλά τέλειωσε, επιδεικτικά χρωματισμένο από τη μελαγχολία της επιστροφής".
Ο Μπεγκοντό δεν προσπαθεί καθόλου να εξωραϊσει ή να εξιδανικεύσει τα πράγματα. Οι καθηγητές παραπονιούνται όταν έχουν μάθημα την Παρασκευή το απόγευμα, ή για το χαλασμένο μηχάνημα του καφέ, ή για τη δυσκολία να βγάλουν φωτοτυπίες διπλής όψης και φυσικά για τα τμήματα που τους έτυχαν ή τις αδυναμίες των μαθητών τους. Καθυστερούν όσο μπορούν να πάνε στην τάξη, κάνουν πως δεν άκουσαν το κουδούνι "Χτύπησε;" ρωτούν δήθεν απορημένοι και πανηγυρίζουν όταν λογαριάζουν τις αργίες: "Με λίγα λόγια, δεν μένει πια καμιά εβδομάδα που να'ναι ολόκληρη(...) Λοιπόν εδώ κάνουμε σκάντζα αυτή την ημέρα, ανάμεσα στην αργία και το Σαββατοκύριακο, την άλλη εβδομάδα έχει προκηρυχτεί απεργία, τη μεθεπομένη η Δευτέρα είναι αργία, τέλος πάντων πάντα υπάρχει κάτι".
Οι μαθητές ζωηροί, αυθόρμητοι, με πειράγματα μεταξύ τους, που συχνά σχετίζονται και με τη διαφορετική τους καταγωγή, και επιπλέον με την άγνοια της γλώσσας που ο καθηγητής αγωνίζεται να τους διδάξει. Συχνά, ενώ διδάσκει ένα κανόνα γραμματικής ή της έκφρασης, τον διακόπτουν με μια άσχετη ερώτηση για μια λέξη που δεν καταλαβαίνουν:"Κύριε, τι σημαίνει προσυπογράφω, τι σημαίνει μοναδικότητα, πώς γράφεται η λέξη ισότητα;"
Ο δάσκαλος, καθόλου ιδανικός, σε τίποτα δεν μοιάζει με τον Σίτνεϊ Πουατιέ "Στον κύριό μας με αγάπη". Κάνει με ευσυνειδησία τη δουλειά του, δεν του λείπει μια οικειότητα και μια αγάπη για τους μαθητές του, αλλά δεν αποφεύγει την ειρωνεία ή να φωνάξει "σκασμός" ή με την παραμικρή αφορμή να καταγγείλει στο διεθυντή.
Από το βιβλίο, που αποδίδει ανάλαφρα, με χιούμορ, με πολλή φυσικότητα, κάποτε με κωμικοτραγικά επεισόδια την καθημερινή σχολική ζωή, αντλούμε πολλά στοιχεία για το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα. Για τη δομή της εκπαίδευσης, για τις σχέσεις των γονιών με το σχολείο, για το Σχολικό Σύμβουλο που οφείλει να είναι ενήμερος για ό,τι αφορά τους μαθητές πέραν των μαθημάτων (διαγωγή, απουσίες, οικογενειακά προβλήματα κ.λπ.,) για τη συζήτηση που γίνεται για να χαρακτηριστεί η διαγωγή ή η επίδοση ενός μαθητή, ή ακόμη αν θα τον ωφελούσε "η αλλαγή περιβάλλοντος" (εύσχημος τρόπος αποβολής), για συνεδρίες στις οποίες συμμετέχουν εκπρόσωποι των γονιών και των μαθητών, για τον καταμερισμό των ωρών διδασκαλίας της επόμενης σχολικής χρονιάς που γίνεται από την ομάδα των καθηγητών, όταν τους δίνονται 7 ώρες επιπλέον, δείγμα μιας μεγαλύτερης αυτονομίας του γαλλικού σχολείου και πολλά άλλα.
Ένα σύγχρονο γαλλικό σχολείο. Τόσο διαφοετικό αλλά και τόσο όμοιο με τα σχολεία όλου του κόσμου.


Παρασκευή, Σεπτεμβρίου 26, 2008

Πίσω από τους Καταρράκτες


Άρχισα να διαβάζω το μυθιστόρημα της Τζόις Κάρολ Όουτς (Μεταίχμιο, 2004) με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για δυο κυρίως λόγους: πρώτα, γιατί μ' αρέσει η γραφή της, οι παράξενοι χαρακτήρες της, κυρίως οι γυνακείοι, η ψυχολογική ανάλυση και εμβάθυνση των ηρώων της. Και δεύτερο, γιατί είχα πολύ νωπή, από ένα ταξίδι του καλοκαιριού, την εικόνα των Καταρρακτών του Νιαγάρα, που ουσιαστικά πρωταγωνιστούν στο βίβλίο (διερωτώμαι, γιατί στην ελληνική μετάφραση ο τίτλος του πρωτοτύπου "The Falls" αποδόθηκε ως "Πίσω από τους Καταρράκτες". Θεωρήθηκε άραγε πιο εμπορικός;) Και είναι, πράγματι πολύ χαρακτηριστική μια φράση που διάβασα σε μια κριτική για το βιβλίο, που όχι χωρίς κάποια λανθάνουσα ειρωνεία, μας παροτρύνει:"Διαβάστε το φορώντας το αδιάβροχό σας". Νομίζεις πως τους βλέπεις, πως ακούς αυτό το αδιάκοπο βουητό, πως βλέπεις το λευκό πέπλο της ομίχλης που δεν είναι τίποτε άλλο από τα σταγονίδια που πετιούνται από τα εκατομμύρια τους τόνους του νερού. Οι καταράκτες είναι το κομβικό σημείο και τοπικά αλλά και θεματικά, γύρω από το οποίο όλα διαδραματίζονται.
Όμως το ενδιαφέρον με το οποίο είχα αρχίσει την ανάγνωση του βιβλίου σταδιακά μειωνόταν, για να φτάσω τελικά στο τέλος των 609 σελίδων με πολύ κόπο. Προσπαθώ να εξηγήσω το γιατί. Νομίζω πως η Όουτς έγραψε περισσότερα απ' όσα χρειάζονταν. Μου φαίνεται πως σκόπιμα είχε αποφασίσει να γράψει ένα ογκώδες μυθιστόρημα και όχι γιατί το απαιτούσε το θέμα της. Πολλές άχρηστες λεπτομέρειες, για παράδειγμα η λεπτομερής αναφορά στην ενδυματολογία των ηρώων της, πολλές επαναλήψεις, πολλά γεγονότα που δεν συνδέονται άμεσα με το θέμα της, που μοιάζουν σαν τυφλές πάροδοι στο κύριο ρεύμα της αφήγησης και που δεν οδηγούν πουθενά.
Αρχίζει προϊδεάζοντάς μας με το να παραθέσει ένα απόσπασμα από το ημερολόγιο ενός γιατρού, που γύρω στο τέλος του 19ου αι. μιλούσε για τη νοσηρή επίδραση που ασκούν οι καταρράκτες, μια επίδραση που λέγεται "υδροψυχισμός", που αφαιρεί τη βούληση και οδηγεί στην αυτοκτονία.
Το μυθιστόρημα αρχίζει με μια αυτοκτονία. Ένας νέος άντρας, ο Γκιλ Έρσκιν, Πρεσβυτεριανός ιερέας, το πρωί μετά την πρώτη νύχα του γάμου του, ρίχνεται στους Καταρράκτες και αυτοκτονεί. Βέβαια, δεν τον οδήγησε σ' αυτό το σημείο μόνο η νοσηρή σαγήνη του νερού. Την πρώτη γαμήλια νύχτα (η περιγραφή της και η ψυχολογία των ηρώων θυμίζει έντονα το "Στην Ακτή" του ΜακΓιούαν) διαπιστώνει την απέχθειά του στο γυναικείο σώμα και τις ομοφυλοφυλικές του τάσεις. Η νεαρή γυναίκα του, η Αρία, κόρη και αυτή μιας αυστηρά θρησκευόμενης οικογένειας, "η νεόνυμφη χήρα των Καταρρακτών", όπως την αποκάλεσε ο Τύπος, για μια βδομάδα δεν κάνει τίποτε άλλο παρά άγρυπνη, αμίλητη, να παρακολουθεί τις έρευνες για ανεύρεση του πτώματος, θα 'λεγε κανείς για να βεβαιωθεί για το θάνατο του συζύγου της. Όλο αυτό το διάστημα ένας δικηγόρος, ο Ντερκ Μπάρναμπι, επιτυχημένος στη δουλειά του, από γνωστή και πλούσια οικογένεια της περιοχής, γοητεύεται από την παράξενη, κοκκινομάλλα γυναίκα, την ακολουθεί στην πατρίδα της και μεταξύ τους αρχίζει μια έντονη ερωτική ζωή, που μέσα σε λίγες μέρες καταλήγει στο γάμο τους. Ένα παιδί, ο Τσάντλερ, γεννιέται μια-δυο βδομάδες πρόωρα και η Αρία δεν θα πάψει ποτέ να βασανίζεται από την αμφιβολία μήπως είναι παιδί της μοναδικής νύχτας που πέρασε με τον πρώτο σύζυγο (κάπως παράξενο μια και η σχέση δεν ολοκληρώθηκε...κανονικά!). Στη συνέχεια αποκτώνται δυο ακόμα παιδιά, ο Ρόγιαλ και η Τζούλιετ.
Η συγγραφική ματιά της Όουτς μετατοπίζεται τώρα σε άλλο θέμα. Στη χρησιμοποίηση των Καταρρακτών για παραγωγή ενέργειας, στη δημιουργία εργοστασίων και στα χημικά απόβλητα που μόλυναν την περιοχή με αποτέλεσμα αρρώστιες και θανάτους. Ο Ντερκ, επηρεασμένος από μια γυναίκα της οποίας ένα παιδί είχε πεθάνει και δυο άλλα είναι άρρωστα, αρχίζει μια δικαστική διαμάχη εναντίον ισχυρών παραγόντων της περιοχής. Αυτό όχι μόνο θα οδηγήσει στη διάλυση του γάμου του αλλά και στο θάνατό του.
Παρεμβάλλεται η εξέλιξη της ζωής των τριών παιδιών αλλά και της παράξενης, εκκεντρικής Αρίας, που παραμένει κεντρική ηρωίδα του βιβλίου. Η Αρία δεν είχε πάψει ποτέ να πιστεύει ότι "είναι καταραμένη". Κλειστή στον εαυτό της, νευρωτική, μεγαλώνει μόνη τα παιδιά της διδάσκοντας πιάνο. Διακατέχεται από φοβίες, δεν θέλει να έχει καμιά σχέση με την οικογένεια του συζύγου της και απαγορεύει κάθε μνεία του ονόματός του. Τα παιδιά μεγαλώνουν με προβληματικές σχέσεις μεταξύ τους και με τη μητέρα τους και μόνο στο τέλος, το 1978, αφού διανύθηκε ένα διάστημα 28 χρόνων από τότε που ξεκίνησε η ιστορία, επέρχεται ένα είδος κάθαρσης και δικαίωσης, όταν όλοι παρακολουθούν μια τελετή που γίνεται για να τιμηθεί η μνήμη του Ντερκ Μπάρναμπι, του οποίου ο αγώνας και ο άδικος χαμός δικαιώνεται τελικά.
Η περίπτωση της Όουτς είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη. Η γεννημένη το 1938 συγγραφέας, θεωρούμενη από τις πιο καταξιωμένες σύγχρονες λογοτεχνικές φωνές της Αμερικής, γράφει πάνω από ένα βιβλία το χρόνο, κατορθώνοντας να είναι σχεδόν όλα επιτυχίες. Ενδιαφέρον βιβλίο "Οι Καταρράκτες", πιστεύω όμως ότι θα μπορούσε να είναι πιο σφιχτοδεμένο, λιγότερο φλύαρο.






Τρίτη, Σεπτεμβρίου 16, 2008

Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα

Για να εκτιμήσει και να απολαύσει κάποιος το βιβλίο του Ζιλ Λερουά "Ένα μπλουζ για τη Ζέλντα" (Μεταίχμιο, 2008), θα πρέπει έστω και στοιχειωδώς να έχει υπ' όψιν τη ζωή του διάσημου ζευγαριού, του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ και της Ζέλντα Σάιερ-Φιτζέραλντ. Ένα εμβληματικό ζευγάρι, ενσαρκωτές αυτού που αποκλήθηκε Χαμένη Γενιά, εκπρόσωποι της Τζαζ Εποχής. Εκείνος, θεωρούμενος σήμερα από τις σημαντικότερες λογοτεχνικές φυσιογνωμίες του 20ου αι., εκείνη, σύντροφος και μούσα του, με ένα μόνο βιβλίο στο ενεργητικό της (Save me the Waltz-από τον τίτλο του οποίου πιθανότατα εμπνεύστηκε το δικό του ο Λερουά).
Ο Ζιλ Λερουά θέλει να δούμε το βιβλίο του ως "μυθιστορηματική βιογραφία". Δεν είναι όμως καθόλου τέτοια με την κλασική έννοια του όρου. Είναι ένας μονόλογος-παραλήρημα της Ζέλντα, μέσα από τον οποίο με ακανόνιστη χρονολογική σειρά, μετατοπιζόμενη από το 1918 και τα χρόνια της γνωριμίας της με τον Σκοτ, στη δεκαετία του '40 και στα διάφορα νοσοκομεία όπου νοσηλευόταν για διανοητική διαταραχή, πηγαινοερχόμενη διαρκώς από το παρόν στο παρελθόν και αντίστροφα, αποκαλύπτει κυρίως τον εσωτερικό της κόσμο, τις σκέψεις, τα συναισθήματά και σκόρπια και ανάκατα επεισόδια της ζωής της που ο αναγνώστης θα πρέπει να συναρμολογήσει σε μια ενιαία χρονολογική σειρά.
Γεννημένη στο Μοντγκόμερι της Αλαμπάμα, κόρη δικαστή, εγγονή ενός Γερουσιαστή και ενός Κυβερνήτη, όπως επαναλαμβάνει στο βιβλίο, η Ζέλντα, μια καλλονή του Νότου, συναντά τον υπολοχαγό Σκοτ Φιτζέραλντ που βρίσκεται εκεί στα πλαίσια στρατιωτικής εκπαίδευσης, αλλά που το όνειρό του είναι να γίνει συγγραφέας. Ένας θυελλώδης και σκανδαλιστικός έρωτας θα ενώσει το ζευγάρι. Θα αρραβωνιαστούν, θα χωρίσουν, θα ξανασμίξουν και η ζωή τους θα γίνει για την εποχή τους μια πρόκληση κι ένα σκάνδαλο. Νέοι, πλούσιοι και ωραίοι, εκείνος ένα Είδωλο μετά την επιτυχία του πρώτου του κιόλας μυθιστορήματος, εκείνη το Ιδεώδες του. "Ήμασταν πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες, τα πορτρέτα μας κοσμούσαν τις προμετωπίδες των θεάτρων και των σινεμά στο Μανχάταν. Μας πλήρωναν ολόκληρες περιουσίες για διαφημιστικά όπου όλη η προσπάθεια συνίστατο στο να φτάσουμε στην ώρα μας, ξεμέθυστοι, χαμογελαστοί και καθαροί. Εμείς εφηύραμε της έννοια της διασημότητας, και κυρίως το εμπόριό της", γράφει ο Λερουά-Ζέλντα.
Έζησαν μια ταραγμένη ζωή, ταξιδεύοντας από την Αμερική στην Ευρώπη, με ξενύχτια, δοσμένοι στο ποτό και τη διασκέδαση, με ομοφυλοφιλικές τάσεις και οι δύο, με ακρότητες ασυνήθιστες για την εποχή τους. "Είχα χορέψει πάνω σ' όλα τα τραπέζια όλων των κλαμπ του Μανχάταν, με το φόρεμά μου σηκωμένο μέχρι τη μέση, σταύρωνα τα πόδια πολύ ψηλά, κάπνιζα δημόσια, μάσαγα τσίχλα και γινόμουν τόσο φέσι, που αλλού πατούσα κι αλλού βρισκόμουν. και του άρεσαν όλα αυτά, ενθάρρυνε μάλιστα τούτες τις ακρότητες, χάρη στις οποίες το όνομά μας έπαιρνε μυθικές διαστάσεις και κερδίζαμε επικερδή δημοσιότητα", θα πει πάλι η Ζέλντα.
Το έργο τους, για το οποίο αλληλοκατηγορούνταν ότι έκλεβε ο ένας τον άλλο και στο οποίο ενέπλεκαν κομμάτια από τη ζωή τους, κυρίως βέβαια το έργο εκείνου, αφού γνώρισε μια ύφεση, μεταθανάτια γνωρίζει μια τεράστια φήμη, εμπνέει λογοτέχνες, κινηματογραφικά έργα, διδάσκεται στα σχολεία.
Ο Φιτζέραλντ πέθανε το 1940, αλκοολικός, σε ηλικία μόλις 44 χρόνων κι εκείνη που "αγάπησε τόσο ώστε να τρελαθεί", το 1947 (47 χρόνων) σε μια πυρκαγιά που έκαψε το άσυλο στο οποίο νοσηλευτόταν.
Πιστεύω ότι ο Λερουά κατορθώνει με το βιβλίο του να γίνει η πειστική φωνή της Ζέλντα, η φωνή της τρέλας που διακόπτεται από διαλείμματα διαύγειας. Με αδιάπτωτο ενδιαφέρον παρακολουθούμε μια εποχή και μια ζωή, τη ζωή δυο ανθρώπων που γνώρισαν την ευτυχία και τη δυστυχία στην ακρότατή τους μορφή. Ίσως γι' αυτό δεν χρειαζόταν να ζήσουν πέρα από τα 44 και τα 47 τους χρόνια.


Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 10, 2008

Ο καινούριος Ίρβιν Γιάλομ και ο θάνατος

"Σε κάποια στιγμή της ζωής-μερικές φορές στα πρώτα μας χρόνια, άλλοτε όψιμα-είναι βέβαιο ότι όλοι μας θα ξυπνήσουμε και θ' αντιληφθούμε τη θνητότητά μας. Είναι τόσο πολλά αυτά που την πυροδοτούν: μια ματιά στον καθρέφτη που δείχνει το σαγόνι μας να κρεμάει, τα μαλλιά μας ν' ασπρίζουν, τους ώμους μας να καμπουριάζουν. Η παρέλαση των γενεθλίων, ιδίως όσων αφορούν στρογγυλές δεκαετίες-πενήντα, εξήντα, εβδομήντα. Η συνάντηση, μ' έναν φίλο που έχεις πολύ καιρό να τον δεις και σε σοκάρει το πόσο έχει γεράσει. Όταν βλέπεις παλιές φωτογραφίες του εαυτού σου και των ανθρώπων που γέμιζαν την παιδική σου ηλικία κι είναι πια από καιρό νεκροί. Μιά συνάντηση με τον Κύριο Θάνατο σ' ένα όνειρο".
Το τελευταίο βιβλίο του γνωστότατου και δημοφιλούς ψυχιάτρου-συγγραφέα Ίρβιν Γιάλομ "Στον κήπο του Επίκουρου-Αφήνοντας πίσω τον τρόμο του θανάτου" (Άγρα,2008,μετ.Ευαγγελία Ανδριτσάνου-Γιάννης Ζέρβας) όπως λέει ο ίδιος, "είναι ένα βιβλίο βαθιά προσωπικό που πηγάζει από την αναμέρησή μου με τον θάνατο", τόσο από την προσωπική του εμπειρία όσο και από τη δουλειά με τους ασθενείς του. Δεν είναι στοχασμοί γύρω από το θάνατο (αν και δεν λείπουν κι αυτοί), δεν είναι μια φιλοσοφία θανάτου. Αφορά περισσότερο κλινικές περιπτώσεις ανθρώπων που η συνείδηση του θανάτου τους δημιουργεί ψυχολογικά προβλήματα και ανάγκη ψυχοθεραπείας.
Αρχίζει με την αιτιολόγηση του τίτλου δίνοντάς μας κάποιες σχετικές πληροφορίες: Ο Επίκουρος (4ος αι. π. Χ.), το όνομα του οποίου έχει ταυτιστεί με τις απολαύσεις των αισθήσεων (επικούρειος), πίστευε ότι αιτία της δυστυχίας του ανθρώπου είναι ο αδιάλειπτος φόβος μας για το θάνατο. Πρότεινε λοιπόν στη φιλοσοφία του διάφορα διανοητικά πειράματα, τα οποία, λέει ο Γιάλομ, βοήθησαν και τον ίδιο τον Γιάλομ, αλλά και του πρόσφεραν εργαλεία για να βοηθήσει τους ασθενείς του. Ακολουθούν διάφορες σκέψεις γύρω από το θέμα του θανάτου, ενώ στο δεύτερο κεφάλαιο ο Γιάλομ συζητά τρόπους με τους οποίους μπορούμε να αναγνωρίσουμε το συγκαλυμμένο άγχος του θανάτου. Δηλαδή διερευνά το άγχος ή την κατάθλιψη που μπορεί να προέρχονται από ένα μη συνειδητοποιημένο φόβο θανάτου. Ιστορίες ασθενών, παραδείγματα από τον κινηματογράφο ή τη λογοτεχνία δίνουν μια πιο πρακτική διάσταση στο θέμα του. Στο επόμενο κεφάλαιο υποστηρίζει ότι η συνάντηση με το θάνατο μπορεί, αντί να μας οδηγήσει στο φόβο και το άγχος, να γίνει αφετηρία για μια πιο πλήρη ζωή.
Στη συνέχεια αναφέρει και συζητά μερικές από τις σπουδαιότερες ιδέες συγγραφέων,, ψυχοθεραπευτών, φιλοσόφων κ.λπ. που σχετίζονται με το πώς μπορεί κάποιος να ξεπεράσει το φόβο του θανάτου. Για παράδειγμα, το πολύ γνωστό του Επίκουρου " όπου είμαι εγώ δεν είναι ο θάνατος, όπου είναι ο θάνατος δεν είμαι εγώ. Επομένως γιατί να τον φοβόμαστε;" Για να προσθέσει και το αντίστροφο ευφυολόγημα του Γούντυ Άλλεν "δεν φοβάμαι το θάνατο, απλώς δεν θέλω να είμαι εκεί όταν θα έρθει."
Αρκετές είναι οι αυτοβιογραφικές σελίδες του Γιάλομ, δηλ. πότε ήρθε ο ίδιος για πρώτη φορά σ' επαφή με το θάνατο-όταν πέθανε η γάτα του, ύστερα ένας συμμαθητής, ένας θείος και πώς πήρε την απόφαση να γίνει γιατρός για να δίνει ανακούφιση, την ίδια ανακούφιση που ένιωσε ο ίδιος, όταν, δωδεκάχρονο παιδί, μέσα στον τρόμο που δημιούργησε στο σπίτι το έμφραγμα του πατέρα του, είδε να μπαίνει ήρεμος και καθησυχαστικός ο γιατρός.
Το τελευταίο μέρος του βιβλίου απευθύνεται στους ψυχοθεραπευτές, δίνοντάς τους συμβουλές για το πώς να χειρίζονται το άγχος του θανάτου, αλλά βέβαια δεν στερείται ενδιαφέροντος για κάθε αναγνώστη.
Σ' όποιον άρεσαν τα προηγούμενα βιβλία του Γιάλομ σίγουρα θα βρει και σ' αυτό μεγάλο ενδιαφέρον. Βέβαια, δεν υπάρχει καμιά μεταφυσική άποψη, καμιά θρησκευτική αντίκριση του θέματος. Άλλωστε ο ίδιος, αν και Εβραίος που πήγαινε κάποιες φορές στη συναγωγή, δηλώνει πολύ ορθολογιστής για να έχει οποιαδήποτε θρησκευτική πίστη. Ούτε, νομίζω, ασχολείται με την πλειοψηφία των ανθρώπων, που έστω κι αν έχουν συνείδηση του θανάτου δεν είναι κάτι που τους δημιουργεί άγχος. Στηριγμένος στην ψυχανάλυση, δίνοντας έμφαση στην ερμηνεία των ονείρων, ασχολείται κυρίως με παθολογικές περιπτώσεις. Ο ίδιος, αν και 77 χρονών, έτσι αντικρίζει το θάνατο: "Ο θάνατος με κάνει να ζω περισσότερο την κάθε στιγμή-να εκτιμώ και ν' απολαμβάνω και μόνη τη χαρά του να έχω τις αισθήσεις μου, του να είμαι ζωντανός".


Τρίτη, Σεπτεμβρίου 02, 2008

Γυμνός

Όχι μόνο οι συστάσεις μιας φίλης αλλά και τα αποσπάσματα από εξαιρετικές κριτικές στο οπισθόφυλλο, καθώς και το διαφημιστικό "Νούμερο 1 best seller των New York Times", με ώθησαν στην αγορά αυτού του βιβλίου. Μοναδικό κέρδος, πιστεύω, η γνωριμία μου με ένα σύγχρονο Ελληνοαμερικανό συγγραφέα που χαίρει μεγάλης φήμης, αλλά που εμένα δεν με άγγιξε καθόλου. Το βιβλίο "Γυμνός" του David Sedaris (Μελάνι, 2007, μετ. Μυρσίνη Γκανά) περιλαμβάνει 17 αυτοβιογραφικές ιστορίες που μια κριτική χαρακτηρίζει ως ένα "ξεκαρδιστικό, αλλόκοτο, ελεγειακό, εξωφρενικό κόσμο". Ομολογώ ότι τίποτα συναρπαστικό δεν βρήκα σ' αυτό τον κόσμο, ούτε μπόρεσα να εκτιμήσω τη σάτιρα ή το χιούμορ του και συχνά αυτό που ένιωθα ήταν αηδία με τη συχνή αναφορά και τη μανία που έχει ο συγγραφέας με τις ανθρώπινες εκκρίσεις και την ανατομία του σώματος. Μερικά από τα θέματά του: Η οικογένειά του και οι ελπίδες του να γίνει μια μέρα πλούσιος και διάσημος. Η παιδική συνήθεια να ...γλύφει διακόπτες ή να φιλά άψυχα πράγματα όταν ήταν παιδί, πράγμα που του δημιουργούσε προβλήματα στο σχολείο. Η Ελληνίδα γιαγιά του που την έβλεπαν σαν "μια πρωτόγονη μορφή ΑΤΜ" αφού τους έδινε πάντα ένα δυο δολλάρια, αλλά που αναγκάστηκαν να τη βάλουν σε γηροκομείο, η φοίτησή του σε Κολλέγιο, η εθελοντική του εργασία σ' ένα ψυχιατρείο, η παραμονή του σε μια κατασκήνωση γυμνιστών κ.λπ.
Δεν ξέρω αν το χιούμορ και η σάτιρα του Sedaris προσιδιάζει περισσότερο στην αμερικανική ψυχολογία ή αν είμαι εγώ που δεν το καταλαβαίνω και δεν μπορώ "να ξεκαρδιστώ στα γέλια", όπως γράφει κάποιος. Για παράδειγμα δεν μπορώ να διασκεδάσω με ιστορίες ακρωτηριασμών, όπως "η αδελφή μου Τίφανι μου έχωσε στο μάτι ένα φρεσκοξυσμένο μολύβι. Το αίμα κυλούσε ποτάμι", ούτε με ένα φίλο του πατέρα του που η μηχανή του γκαζόν του έκοψε το πόδι και εκείνος "οδήγησε δέκα, δεκαπέντε χιλιόμετρα με το πόδι του αγκαλιά" και άλλα παρόμοια.
Ούτε μπορώ να δεχτώ τη σάτιρα σε βάρος των παραπληγικών. Π.χ. ο συγγραφέας περιγράφει τα πλεονεκτήματα από τη φιλία του με ένα παραπληγικό κορίτσι, το ότι κλέβουν εύκολα πράγματα κρύβοντάς τα στο αναπηρικό καρότσι ή ότι αυτό τους διευκόλυνε να κάνουν ώτοστοπ. Αλλά πέστε μου, αλήθεια, πόσο γέλιο μπορεί να προκαλέσει η εξής σκηνή: "Πήγα στην πισίνα σήμερα το πρωί και παρακολουθούσα έναν άντρα να αφαιρεί τη σακούλα κολοστομίας από την παρά φύση έδρα του και να κολλάει στην τρύπα ένα κομμάτι πλαστικό προτού μπει στο νερό"! ή η περιγραφή μιας τεράστιας συλλογής από τεχνητά πέη ή η πρώτη περίοδος της αδελφής του που συνέβη να της έρθει σ' ένα παιγνίδι γκολφ!
Δεν είναι βέβαια ότι με τη λογική μου δεν καταλαβαίνω τη σάτιρά του και το ανατρεπτικό του χιούμορ. Πολύ καλά κατανοώ τι σατιρίζει με τις ιστορίες και τις υπερβολές του. Απλώς δεν βρίσκω τίποτα αστείο στο ότι κάποιος από τα μέλη της οικογένειάς του "είχε αρχίσει να σκουπίζει τον κώλο του ή της με τις πετσέτες του μπάνιου. Αυτό που έκανε την κατάσταση ιδιαίτερα ενοχλητική ήταν ότι όλες μας οι πετσέτες ήταν καφέ. Μπορεί να σκούπιζες τα μαλλιά σου, όταν, πολύ αργά, ένιωθες τη χαρακτηριστική μυρωδιά στα χέρια, το κεφάλι και το πρόσωπό σου"! Ούτε με έκανε να χαμογελάσω καν η περιγραφή της προσπάθειάς του, όταν βρισκόταν στην κατασκήνωση γυμνιστών, να αυνανισεί με το καμένο από τον ήλιο πέος του!
Αν, με όσα ανέφερα βρίσκετε κι εσείς το βιβλίο "ιδιοφυές...Μια νέα κωμική φωνή...Κρύβεται σοφία σε αυτές τις ιστορίες", δάβάστε το. Πολύ θα ήθελα να ακούσω κι άλλες απόψεις.


Τρίτη, Αυγούστου 26, 2008

Το άλλο μου μισό

Τα μεγάλα, τα τραυματικά ιστορικά γεγονότα, αυτά που αφήνουν τα ματωμένα αχνάρια τους αποτυπωμένα για πάντα στη σκέψη και το συλλογικό ασυνείδητο, δεν παύουν ποτέ να αποτελούν πηγή λογοτεχνικής δημιουργίας. Τριάντα τέσσερα χρόνια μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 στην Κύπρο, το τραγικό εκείνο γεγονός εξακολουθεί να υποκινεί τη λογοτεχνική έμπνευση, πολύ περισσότερο γιατί οι οδυνηρές συνέπειες δεν έχουν εξαλειφθεί. Οι πρόσφυγες εξακολουθούν να είναι πρόσφυγες, να βλέπουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, βίαια αρπαγμένα, στην κατοχή άλλων, αγνοούμενοι εξακολουθούν να είναι αγνοούμενοι, ενώ καθημερινά κάποιων η τραγική κατάληξη διαπιστώνεται και 34 χρόνια μετά γίνεται η κηδεία τους...Παράλληλα όμως η ζωή προχωρεί. Οι άνθρωποι προσπαθούν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους, καινούριες νοοτροπίες διαμορφώνονται χωρίς οι εφιάλτες να εγκαταλείπουν αυτούς που τους βίωσαν.
Η Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου, γνωστή και βραβευμένη πεζογράφος, με το τελευταίο της μυθιστόρημα "Το άλλο μου μισό" (Πατάκης, 2008) επιχειρεί να εικονογραφήσει μια πλατιά τοιχογραφία της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας. Οι ήρωές της, άνθρωποι του σήμερα, βιώνουν ακόμη τις συνέπειες της τραγικής μοίρας του '74. Ο Γιάννης και η Αριάδνη, ο Υβ και ο Αχμέτ, η Μάρα, η Θάλεια και ο Αλέκος, ο Ανδρέας και ο Ισμαήλ, ο Νίκος και άλλα ακόμη πρόσωπα, γίνονται οι φορείς και οι εκπρόσωποι της κυπριακής κοινωνίας.
Η Αριάδνη, μια νέα ζωγράφος και γλύπτρια, ζει "ευτυχισμένη" με τον άνδρα της, το Γιάννη. Εκείνος, γόνος μιας πλούσιας οικογένειας, δοσμένος στις οικογενειακές επιχειρήσεις, με προσπάθεια, όπως πολλοί άλλοι Κύπριοι, να επεκταθεί και στα Βαλκάνια, δεν παύει να βασανίζεται από νυχτερινούς εφιάλτες, στους οποίους ξαναζεί όλα όσα ως οχτάχρονο παιδί βίωσε στην Κερύνεια κατά την εισβολή:Το βιασμό και το θάνατο της μητέρας του, το χαμό του πατέρα και του μικρού του αδελφού. Επίμονα αρνείται να επισκεφθεί τα Κατεχόμενα όταν οι Τούρκοι άνοιξαν τα οδοφράγματα και επέτρεψαν, με έλεγχο διαβατηρίων, επισκέψεις των Ελλήνων σ' αυτό που ονομάζουν δικό τους κράτος κι ας είναι στην ουσία αρπαγμένη ελληνική γη. Η γυναίκα του, η Αριάδνη, ούτε κι αυτή έχει πάει ακόμα, αλλά δεν είναι τόσο αρνητική. Παίρνει μέρος σε μια κοινή έκθεση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων καλλιτεχνών κι εκεί γνωρίζει τον Αχμέτ, με ον οποίο θα δημιουργηθεί μια έλξη που θα καταλήξει σ' έναν έρωτα. Θ' αρχίσει να επισκέπτεται την άλλη πλευρά, κάποια στιγμή μάλιστα θα δικαιολογήσει τη μητέρα της που πιστεύει πως "αφού είναι δικά μας, γιατί να τα χαίρονται μονάχα αυτοί;" Η μητέρα της, η κυρία Θάλεια, γίνεται εκπρόσωπος μιας άλλης μερίδας της κυπριακής κοινωνίας. Μια πλουτοκρατία που ζει σε συμβατικούς γάμους και που η ζωή της εξαντλείται στη χαρτοπαιξία και στην ανέμελη ψυχαγωγία. Ο άντρας της, ο Αλέκος, είναι ο επιχειρηματίας του οποίου τα ταξίδια στο εξωτερικό κρύβουν τις ξωσυζυγικές του σχέσεις. Ο Ανδρέας είναι ο Κύπριος που με ελαφρά ή καθόλου συνείδηση μπλέκεται σε αγοραπωλησίες περιουσιών στα Κατεχόμενα. ο Υβ είναι ο γκέι καλλιτέχνης, πιστός φίλος της Αριάδνης. Ο Ισμαήλ είναι ο εκμεταλλευτής Τουρκοκύπριος που από υπάλληλος γίνετια ο κάτοχος του εργοστασίου. Η κυρία Μάρα είναι η σοβαρή, αξιοπρεπής κυρία, η γιαγιά που με τη σοφία και τη σοβαρότητά της γίνεται ο αντίποδας της Θάλειας. Κι ο Αχμέτ...ο Αχμέτ γίνεται το κεντρικό πρόσωπο, αυτός που αντιπροσωπεύει "το άλλο μου μισό" και το μυθιστόρημα βρίσκει μια ευτυχή κατάληξη.
Σωστή ψυχολογία των προσώπων, αναμνήσεις από την εισβολή, έρωτας, περιπέτεια, εικόνες της όμορφης κυπριακής γης, προβλήματα και προβληματισμοί, συνθέτουν μια επιτυχημένη εικόνα της σύγχρονης κυπριακής κοινωνίας και ένα ενδιαφέρον μυθιστόρημα.


Σάββατο, Αυγούστου 16, 2008

"Στίλερ", του Μαξ Φρις

"Κοίταξε, γι' αυτό ακριβώς είναι δύσκολο να επιλέξεις τον εαυτό σου, επειδή σ' αυτή την επιλογή ταυτίζεται η απόλυτη απομόνωση με τη βαθύτερη συνέχεια, επειδή μέσω αυτής της επιλογής κάθε δυνατότητα να γίνεις κάτι άλλο, περισσότερο να μετα-συντεθείς σε κάτι άλλο, αποκλείεται εξ άπαντος".
Με εισαγωγική προμετωπίδα το απόσπασμα αυτό από τον Κίρκεγκααρτ ο Μαξ Φρις μας προϊδεάζει για το μυθιστόρημά του (Κέδρος, 2008, μετ. Αρετή Κοντογιώργη, πρώτη έκδοση στα γερμανικά 1954), που είναι ένα πολυσέλιδο μυθιστόρημα αυτογνωσίας.
Τον Ελβετό συγγραφέα Μαξ Φρις ήξερα μόνο από ένα θεατρικό του, "Ο Μπήτερμαν και οι εμπρηστές", που είχα παρακολουθήσει πολλά χρόνια πριν. Δεν ήξερα καν ότι είχε γράψει και μυθιστορήματα. Κι όμως θα αρκούσε, πιστεύω, και μόνο το "Στίλερ" για να τον κατατάξει ανάμεσα στους κορυφαίους πεζογράφους της εποχής μας (Ζυρίχη 1911-1991). Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Ο μύθος σίγουρα ελκυστικός, αλλά η βαθύτερη ουσία του σου διαφεύγει αν δεν το διαβάσεις προσεκτικά, αν δεν επανέλθεις σε κάποιες σελίδες. Κεντρική ιδέα το θέμα της προσωπικής ταυτότητας, με άλλα λόγια της αυτογνωσίας, θέμα βεβαίως πανάρχαιο και δυσχερέστατο και μόνο τον Σωκράτη αν σκεφτούμε. Ποιοι πραγματικά έιμαστε; Αυτό που βλέπουν οι άλλοι σε μας ή αυτό που πιστεύουμε εμείς οι ίδιοι για τον εαυρό μας; Κι άραγε όλοι οι άλλοι μας βλέπουν το ίδιο; Κι εμείς ξέρουμε τον εαυτό μας; "Μπορείς να διηγηθείς τα πάντα, εκτός από την πραγματική ζωή σου", λέει σε κάποιο σημείο ο Φρις, ρήση που επιλέγηκε και για το οπισθόφυλλο του βιβλίου.
"Δεν είμαι ο Στίλερ!" Έτσι αρχίζει το μυθιστόρημα, μ' αυτή την κατηγορηματική δήλωση του κεντρικού ήρωα, τον οποίο έχουν συλλάβει (καλά- καλά δεν διευκρινίζεται γιατί). Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι ο κύριος Γουάιτ, Αμερικανός γερμανικής καταγωγής. Βρίσκεται στη φυλακή κι εκεί του δίνεται γραφική ύλη για να γράψει την αλήθεια γύρω από τον εαυτό του. Το μεγαλύτερο μέρος του μυθιστορήματος αποτελούν επτά τετράδια, όπου σε πρώτο πρόσωπο αφηγείται τη ζωή του και κλείνει μ' ένα πολύ σύντομο κεφάλαιο γραμμένο από τον εισαγγελέα. Η φυλακή, στην οποία έχει μια σχετικά άνετη διαβίωση, μπορεί μάλιστα να βγαίνει κάποτε, πολλές ιστορίες και περιστατικά άσχετα μεταξύ τους, συζητήσεις με τον φύλακα, τον συνήγορό του, τον εισαγγελέα γεμίζουν τα επτά τεράδια. Μάταια όλοι προσπαθούν να τον πείσουν ότι είναι ο Στίλερ, γλύπτης, παντρεμένος με μια χορεύτρια, τη Γιούλικα και ο οποίος εξαφανίστηε πριν έξι χρόνια. Ο συνήγορος, ο εισαγγελέας, η Γιούλικα, αδελφός του, κάποια στιγμή και ο πατριός του μαρτυρούν ότι είναι ο Στίλερ.
Τα ποικίλα περιστατικά της ζωής του που μας πάνε από το Μεξικό στον Ισπανικό εμφύλιο, από το Παρίσι στη Ζυρίχη (πολύ ωραία η απεικόνισή της), από το Νταβός στη Ν. Υόρκη αποτελούν ωραιότατες σελίδες που σε παρασύρουν, άσχετα αν δεν "πιάνεις" πολλές φορές τη μεταξύ τους σχέση ή αν η σχέση αυτή είναι πολύ χαλαρή. "Κάθε λέξη είναι ψεύτική και αληθινή, αυτή είναι η φύση των λέξεων κι όποιος θέλει τα πιστεύει όλα ή τίποτα..." γράφει ο Στίλερ. Οι ιστορίες που αφηγείται, οι σκέψεις, οι περιγραφές μπορούν να αποτελέσουν αυτοτελή κομμάτια υψηλής λογοτεχνίας. Όπως είναι για παράδειγμα, μια οξυδερκής περιγραφή της συμπεριφοράς των Αμερικανών (σ. 352) ή μιας παράστασης τσίρκου (σ. 324) ή της μουσικής μπαλέτου και του χορού (σ. 142) ή η δραματική ανακάλυψη μιας σπηλιάς με σταλακτίτες στο Τέξας (σ. 175-191), μια ειδυλλιακή, ποιητική σχεδόν περιγραφή ενός γεύματος στην ελβετική ύπαιθρο (σ. 394-397) και άλλα. Ιδιαίτερη συγκίνηση και απόλαυση μου προκάλεσαν οι σελίδες που αναφέρονται στην παραμονή της Γιούλικας, που έπασχε από φυματίωση, σε σανατόριο στο Νταβός, γιατί μου θύμισαν το αγαπημένο μου "Μαγικό Βουνό". Πιστεύω πως οι σελίδες αυτές είναι μια απότιση φόρου τιμής του Φρις προς τον Τόμας Μαν. Άλλωστε, έμμεσα ο ίδιος φροντίζει να μας πληροφορήσει για τις οφειλές του: "Το ότι δεν έχω τα δολοφονικά ένστικτά μου από τον Κ. Γ. Γιουνγκ, τη ζήλια από τον Μαρσέλ Προυστ, την Ισπανία από τον Χεμινγουέι, το Παρίσι από τον Ερνστ Γιούνγκερ, την Ελβετία από τον Μαρκ Τουέιν, το Μεξικό από τον Γκράχαμ Γκριν, την τρομερή φοβία μου από τον Μπερνανό, την μη επίτευξη από τον Κάφκα και οτιδήποτε άλλο από τον Τόμας Μαν, διάολε, πώς να το αποδείξω στο συνήγορό μου;"
Οι αποφθεγματικές ρήσεις του Μαξ Φρις αφθονούν στο βιβλίο, όπως για παράδειγμα "Τίποτα δεν είναι πιο δύσκολο από το να αποδεχτούμε τον εαυτό μας" , "μπορείς να χάσεις μια γυναίκα, αν πρώτα την έχεις κερδίσει" και άλλες, όμως αρκετά ήδη έχω μακρηγορήσει, περισσότερο από τα κατά κανόνα συνειδητά σύντομα ποστ μου. Δεν μπορώ όμως να μην παραθέσω ένα επιλογικό, πολύ χαρακτηριστικό του βιβλίου απόσπασμα: "Στην προτροπή να αγαπάς τον πλησίον σου ως σεαυτόν εμπεριέχεται ως αυτονόητο το ότι κάποιος αγαπά τον εαυτό του, αποδέχεται τον εαυτό του έτσι όπως είναι πλασμένος. Αλλά και μόνο με την αυτοαποδοχή δεν το έχεις καταφέρει! Όσο προσπαθώ να πείσω τον περίγυρό μου ότι δεν είμαι άλλος από τον εαυτό μου, φοβάμαι εκ των πραγμάτων την παρεξήγηση, παραμένω δέσμιός της λόγω αυτού του φόβου..."


Τετάρτη, Αυγούστου 06, 2008

"Αυλαία" για τον Ηρακλή Πουαρό

Πάνε χρόνια που έπαψα να διαβάζω Άγκαθα Κρίστι, αφού πέρασα αμέτρητες ώρες συντροφιά πότε με τον Ηρακλή Πουαρό, πότε με τη συμπαθητική γριούλα, τη Μις Μαρπλ, ψάχνοντας με τα δικά μου "φαιά κύταρα" να εντοπίσω το δολοφόνο πριν από τις τελευταίες αποκαλυπτικές σελίδες της ανεπανάληπτης Άγκαθα. Και δεν είχα σκοπό να ξαναγυρίσω σ' αυτά τα νεανικά διαβάσματα, αν δεν θεωρούσα υπόθεση οφειλόμενης τιμής σ' αυτήν που μου χάρισε τόσες ευχάριστες ώρες ανάγνωσης, το να διαβάσω το τελευταίο της μυθιστόρημα στο οποίο ο Ηρακλής Πουαρό πεθαίνει. Γραμμένο τη δεκαετία του '40 κυκλοφόρησε, σύμφωνα με την επιθυμία της, το 1975, μετά το θάνατό της .
"Αυλαία", λοιπόν, (Λυχνάρι 2008) ή "Η τελευταία υπόθεση του Ηρακλή Πουαρό". Συναντάμε ξανά όλα τα γνώριμα στοιχεία της τεχνικής της μεγάλης κυρίας του αστυνομικού μυθιστορήματος: Πολλά πρόσωπα συγκεντρωμένα είτε για μια οικογενειακή σύναξη είτε, όπως εδώ, σε μια πανσιόν, η γοητευτική αγγλική εξοχή, το τσάι στις 5 η ώρα, το βραδινό ντύσιμο για το δείπνο, η απαραίτητη βροχή, πολλοί ύποπτοι και φυσικά ένας ή περισσότεροι φόνοι για τους οποίους ο ένοχος θα αποκαλυφθεί μόνο στις τελευταίες σελίδες.
Σ' αυτό το τελευταίο μυθιστόρημά της ο Ηρακλής Πουαρό είναι βαριά άρρωστος. Βρίσκεται σε μια αναπηρική καρέκλα σε μια πανσιόν, το Στάιλς, ένα σπίτι από το οποίο είχε αρχίσει τη ντετεκτιβική του δράση, όπου και καλεί τον πιστό του φίλο, τον Χάστνγκς, να τον επισκεφθεί. Φόνος δεν έχει γίνει ακόμη, αλλά ο Πουαρό, συνδέοντας την παρουσία ενός προσώπου με πέντε παλιές δολοφονίες για τις οποίες όμως οι ένοχοι είχαν βρεθεί, είναι σίγουρος ότι κι εδώ θα διαπραχθεί ένας φόνος. Καλεί λοιπόν το φίλο του να προσπαθήσει να τον εμποδίσει, χωρίς όμως να του αποκαλύπτει ούτε ποιον υποψιάζεται ως τον πιθανό δολοφόνο ούτε το υποψήφιο θύμα. Μια απόπειρα δολοφονίας που φάνηκε ως ατύχημα και δυο φόνοι που ακολούθησαν δεν μπόρεσαν να προληφθούν. Για να έρθει βέβαια στο τέλος η αποκάλυψη της αλήθειας, όταν πια ο μικρόσωμος Βέλγος ντετέκτιβ, ο ήρωας τόσων ιστοριών, που ξεδιάλυνε τα πάντα μόνο με τη δύναμη του μυαλού του, δεν θα είναι πια στη ζωή.
Δεν θα έλεγα ότι είναι από τα καλύτερα της Άγκαθα ούτε από τα πιο πειστικά της ως υπόθεση. Αξίζει όμως να διαβαστεί από τους θαυμαστές της "βασίλισσας" του αστυνομικού μυθιστορήματος, για να παρακολουθήσουν μαζί της την "Αυλαία" να πέφτει για τον Ηρακλή Πουαρό.



Τρίτη, Ιουλίου 29, 2008

Παλιά, πολύ παλιά

Αγόρασα (μάλλον παρέλαβα από το ταχυδρομείο αφού το είχα παραγγείλει, μια και στην Κύπρο δεν είχε έρθει ακόμα) το τελευταίο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη "Παλιά, πολύ παλιά" (Γαβριηλίδης, 2008) δυο μέρες πριν φύγω για ταξίδι, για να το πάρω μαζί μου. Δυστυχώς...το τελείωσα πριν φύγω και βρέθηκα να αναζητώ άλλο βιβλίο. Είναι ένα από τα καλύτερά του, αν όχι το καλύτερο. Η αστυνομική ιστορία με ήρωα τον μόνιμο πρωταγωνιστή του, τον συμπαθή αστυνόμο Κώσα Χαρίτο, είναι ταυτόχρονα κι ένα νοσταλγικό οδοιπορικό στη σύγχρονη, αλλά και την παλιά Κωνσταντινούπολη. Η Πόλη πλημμυρίζει τον αναγνώστη που έχει ζήσει εκεί ή που την έχει επισκεφθεί έστω και για λίγο, με εικόνες, αναμνήσεις, μυρωδιές, νοσταλγία.
Ο γνωστός μας αστυνόμος Χαρίτος, μαζί με την αγαπημένη του σύζυγο, την Αδριανή, με την οποία "μαζί δεν κάνουνε και χώρια δεν μπορούνε", πάνε για διακοπές στην Πόλη μαζί με ένα γκρουπ τουριστών. Πολύ ωραία αποδίδονται οι διάφοροι χαρακτήρες που συμμετέχουν σε τέτοιου είδους ταξίδια, οι ξεναγήσεις, οι περιγραφές των αξιοθέατων, οι εντυπώσεις. Και ξαφνικά ο Χαρίτος μπλέκεται και πάλι σε μια αστυνομική περιπέτεια. Ένας ηλικιωμένος κύριος, κάτοικος της Πόλης, ακούγοντάς τους να μιλούν ελληνικά, ζητά να μάθει αν ταξίδεψε μαζί τους μια σχεδόν ενενηκοντούτις γνωστή του, που του είχε πει ότι αναχωρούσε για την Πόλη, αλλά δεν είχε φτάσει ποτέ. Η αναζήτηση της γριάς Μαρίας Χάμπου θα μπλέξει τον αστυνόμο Χαρίτιο, έστω κι αν βρίσκεται σε διακοπές, σε μια ακόμα αστυνομική περιπέτεια, στην οποία αναγκαστικά θα συνεργαστεί με την τουρκική αστυνομία. Πολύ σύντομα εντοπίζουν τα ίχνη της ηλικιωμένης, η οποία, αρχίζοντας από τον αδερφό της, σκορπάει το θάνατο προσφέροντας στα θύματά της μια..τυρόπιτα ζυμωμένη με παραθείο. Τα αίτια, που αποκαλύπτονται σιγά-σιγά, κρύβονται σε παλιές μισοξεχασμένες ιστορίες, ζωντανές όμως για τη γριά Χάμπου που ζητά εκδίκηση. Ο Χαρίτος τριγυρίζει στην Πόλη, πότε με τον Τούρκο Μουράτ, πράγμα που συχνά δίνει αφορμή στο συγγραφέα να μιλήσει για τις σχέσεις και τη νοοτροπία των δυο λαών, άλλοτε πάλι μόνος, με τη βοήθεια Ελληνίδων της Πόλης (μια μάλιστα έτυχε να ταξιδεύει μαζί τους) προσπαθώντας να βρει τη γριά και να προλάβει το επόμενο χτύπημά της.
Περιφερόμαστε κι εμείς μαζί του πότε σε σπίτια, πότε σε γειτονιές, σε εκκλησίες, στον λίγο εναπομείναντα Ελληνισμό της Πόλης. Παλιές ιστορίες ξεθάβονται, μνήμες διωγμών επανέρχονται κι ανάμεσα σκόρπιες σκέψεις και συζητήσεις για τα λάθη του Ελληνισμού ή για την ιδιαιτερότητα των Ρωμιών της Πόλης, απ' την οποία και ο ίδιος ο Μάρκαρης κατάγεται. Μοιάζει σαν η αστυνομική ιστορία να είναι μόνο η αφορμή για να εκφράσει ο συγγραφέας τα συναισθήματά του για το γενέθλιο χώρο, να μας μιλήσει για την Πόλη και τους ανθρώπους της, για το πώς ήταν άλλοτε και πώς είναι σήμερα, για τους δρόμους, την πολυκοσμία, τα εστιατόρια, τα φαγητά της.
Για όσους έχουν διαβάσει προηγουμένως Μάρκαρη και τον αγαπούν, το βιβλίο δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Για όσους για πρώτη φορά θα τον γνωρίσουν είμαι βέβαιη ότι δεν θα τους απογοητεύσει.


Δευτέρα, Ιουλίου 07, 2008

Η Μαρία ήταν το πρόσχημα

Δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, δεν είναι χρονικό, δεν είναι αυτοβιογραφία, δεν είναι ταξιδιωτικό κι όμως είναι όλα αυτά μαζί κι άλλα ακόμη. Το βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά "Η Μαρία των Μογγόλων", στη σειρά "Η κουζίνα του ιστορικού" των εκδόσεων Πατάκη (2008), με γοήτευσε. Για πολλά πράγματα. Για τη σειρμική γραφή της Κορομηλά, που πετιέται από το ένα θέμα στο άλλο, από τη δική της γέννηση και καταγωγή στη Μαρία Κομνηνή Παλαιολογίνα Διπλοβατάτζινα, τη Μαρία των Μογγόλων, από την απαξίωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος της δεκαετίας του '50 στην καταγωγή της Παλαιολογίνας, από το πότε και πώς "υπέκυψε στην πρόκληση του άγνωστου Βυζαντίου" στα διαβάσματα, στην αναζήτηση βιβλίων και πηγών ή στον 13ο αι. και τον τρόπο που ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος σφετερίστηκε την εξουσία. Από τα φοιτητικά χρόνια στο Παρίσι, στη Μαρία που 12χρονο κορίτσι στέλλεται από τον πατέρα της να παντρευτεί τον Κουλαγκού, ηγεμόνα των Μογγόλων, σε μια προσπάθεια του Μιχαήλ να εξασφαλίσει την ειρήνη και τα σύνορα της αυτοκρατορίας. Από τα ταξίδια ατον Πόντο, στη Θράκη, στην Καισάρεια η Κορομηλά μεταπηδά και παρακολουθεί την ηρωίδα της στις δικές της πορείες. Όλο το βιβλίο κινείται σ' αυτό το στυλ και σ' ένα γοργό, αγχώδη ρυθμό, λες και η συγγραφέας βιάζεται κι αδημονεί να καλύψει το χάσμα των εφτά αιώνων και να συναντήσει αυτή τη μορφή που στοίχειωνε για χρόνια τη σκέψη της.
Μ' άρεσε ο τρόπος που η Κορομηλά κατορθώνει να κάνει το παρελθόν παρόν, που ο Μιχαήλ κι ο Ανδρόνικος κι ο Θεόδωρος Μετοχίτης κι η Μαρία δεν είναι πια παγιωμένες εικόνες σε βιβλία, αλλά πρόσωπα ζωντανά, συγκαιρινά μας. Μ' άρεσε που δεν μιλά με ατράνταχτες βεβαιότητες, αλλά με υποθέσεις, στηριγμένη πάντα σε κείμενα της εποχής. Για παράδειγμα, οι συλλογισμοί της για την πολύμηνη πορεία που ακολούθησε η Μαρία τότε, το 1264, για να φτάσει στη χώρα των Μογγόλων, αν δηλαδή πήγε μέσω Τραπεζούντας δια θαλάσσης πρώτα και ύστερα δια ξηράς, ή αν διέσχισε τη Μικρά Ασία περνώντας από την Καισάρεια, της οποίας η στρατηγική θέση εξακολουθεί να παραμένει η ίδια, αφού οι Η.Π.Α. εγκατέστησαν εκεί μια από τις στρατηγικότερες βάσεις τους στη Μέση Ανατολή (και να που το παρελθόν γίνεται και πάλι παρόν), καταλήγουν σε πολύ πειστικό συμπέρασμα.
Μ' άρεσε ακόμα γιατί βρήκα στο βιβλίο δικές μου εμπειρίες (κάπως εγωιστικό ακούγεται, αλλά έτσι δεν συμβαίνει πάντα;). Η Μονή της Χώρας στην οποία η Κορομηλά συνεχώς επανέρχεται, εκεί όπου σ' ένα απ' τα θαυμάσια ψηφιδωτά της απεικονίζεται η ηρωίδα της, με την ελλιπή επιγραφή "...ΑΝΔΡΟΝΊΚΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ Η ΚΥΡΆ ΤΩΝ ΜΟΥΓΟΥΛΙΩΝ, ΜΕΛΆΝΗ Η ΜΟΝΑΧΉ", υπήρξε και για μένα ένας γεμάτος δέος και συγκίνηση χώρος, όσο σύντομη κι αν ήταν η επίσκεψή μου, χαρακτηρισμένη με τον περιφρονητικό και απαξιωτικό προσδιορισμό "τουριστική". Και η πλήρης εκπλήξεως και θρησκευτικής κατάνυξης εμπειρία της Κορομηλά στην ανακάλυψη του αραβικού Χριστιανισμού της Συρίας, υπήρξε και μια δική μου ανάλογη εμπειρία σ' ένα βαθύτατα κατανυχτικό εσπερινό στο μοναστήρι της Αγίας Θέκλας στη Μααλούλα, λίγο έξω από τη Δαμασκό.
Θα συμφωνήσω εν μέρει με την αγαπητή Χριστίνα που βρίσκει στο βιβλίο "φλυαρία και αυτάρεσκο ύφος", αλλά το σύνολο δεν παύει να είναι γοητευτικό. Μετά απ' αυτό θα δυσκολευτώ, νομίζω, να προσαρμοστώ και πάλι στην ανάγνωση των κλασικών ιστορικών μυθιστορημάτων.


Κυριακή, Ιουνίου 29, 2008

Το γέλιο του δράκου


"Στο κάτω κάτω, τι καλύτερο απ' το να είσαι δεκάξι χρόνων στην Ευρώπη, στην αρχή της δεκαετίας του εξήντα;" Αναρωτιέται ο δεκαεξάχρονος ήρωας του Pierre Peju στην αρχή του βιβλίου (ΤΟ ΓΕΛΙΟ ΤΟΥ ΔΡΑΚΟΥ, ποταμός, 2007). Είναι καλοκαίρι του 1963 στη Γερμανία. Ο νεαρός Γάλλος Πωλ Μαρλώ βρίσκεται σε μια μικρή γερμανική πόλη, το Κελστάιν, που είχε βγει αλώβητο από τους βομβαρδισμούς και τη λαίλαπα του πολέμου. Βρίσκεται εκεί φιλοξενούμενος του Τόμας, ενός παιδιού με το οποίο αλληλογραφούσε. Η εύθυμη συντροφιά των νεαρών, οι ωραίες εκδρομές στο δάσος και στη Μαύρη Λίμνη, η έλξη που αισθάνεται για ένα ωραίο κορίτσι, την Κλάρα, παθιασμένο με την κινηματογράφηση και τη φωτογραφική τέχνη, η αντιζηλία με τον Τόμας, όλα μοιάζουν όμορφα, ειρηνικά. Είναι η Γερμανία και η Ευρώπη που επουλώνει τις πληγές της και βλέπει με αισιοδοξία το μέλλον. Όμως το πολύ κοντινό παρελθόν, οι μνήμες του πολέμου είναι ακόμα εκεί, βασανιστικές, με τις οδυνηρές συνέπειες γι' αυτούς που έζησαν τη φρίκη ακόμα παρούσες. Η όμορφη, ανήσυχη Κλάρα είναι κόρη του γιατρού Λαφονταίν, που ως στρατιωτικός γιατρός συμμετείχε στο Ρωσικό μέτωπο του πολέμου και έζησε μια συγκλονιστική εμπειρία με τη θανάτωση παιδιών. Η μητέρα της είναι άλλο ένα θύμα του πολέμου, έχοντας δει να βομβαρδίζεται το σπίτι της και να ξεκληρίζεται ολόκληρη η οικογένειά της.
Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου ο συγγραφέας μας μεταφέρει στο καλοκαίρι του 1941 στην Ουκρανία και περιγράφει την εξόντωση των εκεί Εβραίων. Σκληρές οι σκηνές, σπαραχτική η πορεία των παιδιών προς το θάνατο, μια πορεία που σημάδεψε για πάντα τη ζωή του υπεύθυνου λοχαγού, φίλου και συντοπίτη του γιατρού Λαφονταίν. Ο λοχαγός θα γυρίσει στο Κελστάιν αλλά δεν γλιτώνει από τις τύψεις που τον οδηγούν στην τρέλα και στο πνίξιμο των ίδιων των παιδιών του.
Τα κεφάλαια με το παρόν του 1963 και το παρελθόν του 1941, οι ιστορίες του παρόντος και του παρελθόντος εναλλάσσονται όλο το καλοκαίρι, όσο ο Πωλ βρίσκεται στη Γερμανία. Με το τέλος του καλοκαιριού επιστρέφει στο Παρίσι και τα επόμενα κεφάλαια ακολουθούν την πορεία της ζωής και της ενηλικίωσής του, χωρίς να αποφεύγεται πάλι το παρελθόν. Τα κεφάλαια σημαδεύονται με χαρακτηριστικές για τη ζωή του ήρωα χρονολογίες, όπως 1964, 1968 και τα γεγονότα του Μάη, 1972 κ.λπ. φτάνοντας ως το φανταστικό 2037, οπότε ο ήρωας, υπέργηρος, έχοντας βιώσει πλήθος θανάτους, "ακούει τη βοή των αναμνήσεων".
Στην πορεία της ζωής του ο Πωλ, που του άρεσε να ζωγραφίζει, ανακαλύπτει το ταλέντο του στη γλυπτική κι αυτό γίνεται τελικά η τέχνη και το επάγγελμά του. Η Κλάρα, με την οποία συναντιούνται κατά διαστήματα (μου θύμισε κάπως το "Παλιοκόριτσο" του Μάριο Βάργκας Λιόσα) κυνηγάει τη φωτογραφική είδηση στα πεδία των μαχών και θα βρει το θάνατο σε μια αψιμαχία Ισραηλινών-Παλαιστινίων. Ο Πωλ παντρεύεται μια νεαρή νοσοκόμα που τον είχε περιθάλψει όταν αυτός τραυματίστηκε στα γεγονότα του Μάη του '68. Παράλληλα βασανίζεται και από το μυστήριο της δολοφονίας του πατέρα του που συνέβη αμέσως μετά την ανακωχή, ένα αίνιγμα που θα λυθεί προς το τέλος του βιβλίου.
Ένα πολύ ενδιαφέρον και αξιόλογο βιβλίο, στο οποίο όμως εμπλέκονται τόσα πολλά θέματα ( ο πόλεμος, η εξόντωση των Εβραίων, ο έρωτας, η εφηβεία και η ενηλικίωση, ο Μάης του '68, η τέχνη, στοιχεία αστυνομικού μυθιστορήματος, κ.λπ.) που διερωτώμαι με τι θα ασχοληθεί ο συγγραφέας σε μελλοντικό του έργο!






Δευτέρα, Ιουνίου 23, 2008

Δυο χρόνια και δυο μέρες

Γιορτάζοντας τα πρώτα γενέθλια του μπλογκ μου, τέλειωνα την εγγραφή της 21ης Ιουνίου 2007 με την ευχή: "Του χρόνου τέτοια μέρα να είμαι και πάλι εδώ". Και να που η ευχή μου πραγματοποιήθηκε. Κάποιοι στην επέτειο των γενεθλίων τους μελαγχολούν με τη σκέψη ότι μεγαλώνουν. Καθόλου δεν μελαγχολώ. Χαίρομαι γιατί έχω ζήσει άλλη μια χρονιά γεμάτη από την απόλαυση του διαβάσματος, την επικοινωνία με γνωστούς και άγνωστους φίλους, με όμορφα ταξίδια, με πολλή αγάπη γύρω μου που έδωσα και πήρα, μ' ένα πραγματικό χρόνο ζωής. Δεν έχω τίποτε άλλο να πω παρά μόνο "ευχαριστώ για όλα" και να επαναλάβω την ευχή: "Του χρόνου και πάλι εδώ".


Πέμπτη, Ιουνίου 19, 2008

Υπόθεση Τουλάγεφ

Η "Υπόθεση Τουλάγεφ" (Βικτόρ Σερζ, εκδ. Scripta, 2007, μετ. Τιτίκα Δημητρούλια) είναι ένα λογοτεχνικά υψηλό δημιούργημα και ταυτόχρονα ένα ιστορικό ντοκουμέντο για μια ταραγμένη εποχή στην ιστορία της κομμουνιστικής Ρωσίας. Είναι ένα βιβλίο που χρειάζεται αργό διάβασμα, ανάλυση και συζήτηση πάνω σε πλήθος θέματα που αγγίζει. Αισθάνομαι δέος μπροστά σ' αυτή την εκτεταμένη τοιχογραφία της σταλινικής Ρωσίας και μεγάλο δισταγμό ν' αναφερθώ σ' αυτό, όπως για άλλα βιβλία. Παρ' όλο ότι διάβασα την ωραία παρουσίαση του αγαπητού librofilo, παρ' όλο ότι είχα υπόψιν την κριτική του "Βήματος" και των "Νέων", προπάντων παρ' όλη τη βοήθεια που προσφέρει στον αναγνώστη το εξαιρετικό επίμετρο του Ρίτσαρντ Γκρήμαν, εντούτοις η πληθώρα των προσώπων, των επεισοδίων, των εικόνων, των σκέψεων, των προβληματισμών, με κάνουν να δυσκολεύομαι να γράψω με τρόπο ικανοποιητικό γι' αυτό το βιβλίο. Ίσως ένας λόγος είναι και το ότι δεν έχει ακριβώς την ενότητα μυθιστορήματος, αλλά τα δέκα κεφάλαιά του λειτουργούν αυτοτελώς με μια πολύ χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Ας προσπαθήσω όμως.
Το πρώτο κεφάλαιο που επιγράφεται "Οι κομήτες γεννιούνται τη νύχτα" μοιάζει με την οβερτούρα σε μια μουσική σύνθεση. Είναι η εισαγωγή, της οποίας το μουσικό θέμα θα επανέρχεται από καιρού εις καιρόν, αποτελώντας το συνδετικό κρίκο στα ανεξάρτητα κεφάλαια. Σ' αυτό το εισαγωγικό μέρος παρακολουθούμε το νεαρό Κόστια, εργάτη στο εργοτάξιο του Μετρό, ένα ρομαντικό νέο που δεν διστάζει τα χρήματα που μάζευε για να αγοράσει παπούτσια, να τα δώσει για να αγοράσει ένα μικρό γυνακείο πορτρέτο μιας άγνωστης. Γυρίζοντας στο σπίτι του και συναντώντας στο διπλανό δωμάτιο τον ηλικιωμένο Ρομάσκιν που συνήθως του δάνειζε βιβλία, βλέπει εκεί ένα όπλο, ένα κολτ, το οποίο ο Ρομάσκιν παρορμητικά του χαρίζει. Κι ένα κρύο βράδυ του Φλεβάρ, ο Κόστια με το ρεβόλβερ στην τσέπη, ακούει να προσφωνούν κάποιον "Τουλάγεφ". "Τουλάγεφ; Της Κεντρικής Επιτροπής; Που έκανε τους μαζικούς εκτοπισμούς στο Βαρόνις; Την εκκαθάριση των πανεπιστημίων;" σκέφτεται ο Κόστια και αυθόρμητα βγάζει το πιστόλι και τον πυροβολεί. Κανείς δεν είδε τίποτα. Ο Κόστια χάνεται μέσα στη νύχτα, αλλά η δολοφονία του Τουλάγεφ ανοίγει ένα καινούριο κύμα εκκαθαρίσεων που ήδη είχαν αρχίσει. (Χρονολογικά, από εσωτερικά στοιχεία του κειμένου φαίνεται ότι βρισκόμαστε στο 1939).
Σε κάθε ένα από τα επόμενα εννιά κεφάλαια του βιβλίου ένα καινούριο πρόσωπο πρωταγωνιστεί, ένας φάκελος ανοίγει, ένας ακόμη από την παλιά επαναστατική γενιά θεωρείται ύποπτος και "εκκαθαρίζεται". ("Εκκαθαρίσεις": η παλιά λέξη που χρησιμοποιούσαμε στην κόκκινη τροκοκρατία, από ντροπή μαζί και κυνισμό, αντί για το εκτελώ", σκέφτεται ένας από τους ήρωες του βιβλίου). Ωραίες εικόνες της φύσης και λυρικές περιγραφές, χιονισμένα τοπία, εναλλάσσονται με εικόνες εκτελέσεων, στα κελιά κρατουμένων ή στο γραφείο του Αρχηγού ακούμε ιδεολογικές αντιπαραθέσεις. Η παλιά φρουρά που με αιματηριούς αγώνες εγκαθίδρυσε το νέο καθεστώς βρίσκεται αντιμέτωπη με το δικό της δημιούργημα, μια καινούρια, σκληρή γενιά. Εξαιρετικά εντυπωμένο στη μνήμη μου μένει το κεφάλαιο "Η ακτή του μηδενός", όπου ο Ρύζικ, εξόριστος για πάνω από δέκα χρόνια σ' ένα μακρινό κολχόζ που το αποτελούσαν πέντε σπίτια , καλείται στη Μόσχα για να δικαστεί. Με τον φύλακά του έχει αναπτυχθεί μια ωραία φιλική σχέση. Όμως η διαταγή είναι διαταγή. Σ' ένα από τους σταθμούς του γυρισμού ο Ρύζικ κάνει απεργία πείνας και μηχανεύεται τρόπους για να μην του τη διακόψουν, θέλει να αυτοκτονήσει μ' αυτόν τον τρόπο. Το τραγικό του τέλος θα δημιουργήσει άλλους ενόχους.
Στο υποδειγματικό επίμετρο του Γκρήμαν περιλαμβάνεται και μια εκτενής σύγκριση της "Υπόθεσης Τουλάγιεφ" με το "Μηδέν και το Άπειρο" του Καίσλερ, με το οποίο συχνά παραλληλίζεται και το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό και άσκησε μεγαλύτερη επίδραση. Σ' αυτό κλίνει και η δική μου προτίμηση. Γράφει στο επίμετρο ο Γκρήμαν: "Ποτέ άλλοτε ένα τόσο νηφάλιο αριστούργημα δεν γεννήθηκε μέσα σε τόσο δυσχερείς συνθήκες. Η Υπόθεση Τουλάγεφ γράφτηκε στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου από έναν απένταρο, εξόριστο Ρώσο επαναστάτη, που η ζωή του ήταν πραγματικά ένας κατατρεγμός χωρίς τέλος".
Γι' αυτό ίσως το βιβλίο αφήνει τόσο συγκλονιστικές εντυπώσεις, γιατί γράφτηκε από κάποιον που δοκίμασε στο πετσί του τη σταλινική τρομοκρατία. Να υποθέσουμε άραγε ότι για τον ίδιο λόγο το βιβλίο έμεινε "θαμμένο" τόσο καιρό;


Τρίτη, Ιουνίου 10, 2008

Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους

Αγόρασα το βιβλίο του Κόρμακ ΜακΚάρθυ" "Καμιά πατρίδα για τους μελλοθάνατους" (Καστανιώτης, 2008, μετ. Αύγουσος Κορτώ) για τρεις κυρίως λόγους: α) Προετοιμαζόμενη για ένα ταξίδι στην Αμερική ήθελα να διαβάσω σύγχρονους Αμερικανούς συγγραφείς, β) γιατί ένα βιβλίο στο οποίο βασίστηκε μια ταινία που πήρε τέσσερα Όσκαρ ασφαλώς κάτι έχει να πει, και γ) επειδή διάβασα μια καλή κριτική από τον αγαπητό librofilo.
Η επιλογή μου δεν με απογοήτευσε ως προς τη γνωριμία μου με ένα σύγχρονο Αμερικανό του οποίου δεν είχα διαβάσει άλλο βιβλίο, δεν ήταν όμως ακριβώς και βιβλίο "του γούστου μου". Ανέκαθεν ούτε οι περιπετειώδεις ταινίες ούτε τα ανάλογα βιβλία μου άρεσαν, όσο επιτυχημένα κι αν ήταν στο είδος τους. Και το "Καμιά πατρίδα..." είναι μια πολύ αιματοβαμμένη περιπέτεια στη σύγχρονη Αμερική.
Ένας νέος άντρας, ο Λουέλιν Μος, βγαίνοντας για κυνήγι κάπου στα σύνορα με το Μεξικό, συναντά κάμποσα πτώματα γύρω από τρία ακινητοποιημένα αυτοκίνητα, πακέτα με ναρκωτικά κι ένα χαρτοφύλακα γεμάτο χρήματα. Φανερό ότι ο αλληλοσκωτομός είχε να κάνει με λαθρεμπόριο ηρωίνης. Παίρνει το χαρτοφύλακα, αλλά την επομένη, κυνηγημένος από τη σκέψη ενός ετοιμοθάνατου που του ζητούσε επίμονα νερό, επιστρέφει, εν γνώσει του ότι κινδυνεύει: "Πάω να κάνω μεγάλη μαλακία μάλλον αλλά δεν γίνεται αλλιώς", λέει στην αγουροξυπνημένη νεαρή γυναίκα του. Πράγματι, από εκείνη τη στιγμή θα εντοπιστεί και θα γίνει το θήραμα για κυνηγούς σκληρούς, άτεγκτους, που δεν λογαριάζουν αθώους και ενόχους. Στην καταδίωξή του τίθεται ο Σίγκαρ, η απόλυτη ενσάρκωση του κακού. Όχι μόνο σκοτώνει για να σκοτώσει, αλλά θέλει τα θύματά του να τον κοιτάζουν κατά πρόσωπο όταν τα πυροβολεί. Κάποτε τους δίνει τη δυνατότητα να σωθούν παίζοντας μ' ένα νόμισμα κορόνα-γράμματα. Έξυπνος, ικανός αλλά με τις ικανότητές του στην υπηρεσία του κακού, κυνηγάει τον Μος σκοτώνοντας όποιον σταθεί εμπόδιο στο δρόμο του. "Ο λόγος που δεν ξέρει κανείς τη φάτσα του είναι ότι όποιος τον δει δεν ζει να μας τον περιγράψει", λέει σε μια στιγμή ο Σερίφης Μπελ. Ο Σερίφης είναι σύμβολο του καλού, του υπηρέτη του νόμου, του μέσου οικογενειάρχη που αγαπά τη γυναίκα του, την ήσυχη, ήρεμη ζωή και που δεν βλέπει την ώρα να αφυπηρετήσει για να απολαύσει αυτή την ήρεμη ζωή. Ικανός, ευαίσθητος, με εσωτερικό προβληματισμό όπως δείχνουν οι μονόλογοι που παρεμβάλλονται στο βιβλίο, αλλά πώς να τα βγάλει πέρα μ' έναν αδίστακτο δολοφόνο;
Διάλογοι με κοφτές φράσεις, παρατακτική σύνταξη, χαρακτηριστική των απλοϊκών ανθρώπων και κειμένων, ο φωτισμός της λεπτομέρειας χαρακτηρίζουν τη γραφή του ΜακΚάρθυ. Συχνά το κείμενο σε δυσκολεύει να εντοπίσεις ποιος μιλά έτσι όπως αρχίζει κάθε καφάλαιο χωρίς υποκείμενο, και πρέπει να προχωρήσεις αρκετά για να καταλάβεις ποιοι μιλούν, πού διαδραματίζεται η σκηνή, τι ακριβώς συμβαίνει.
Ενδιαφέρουσα γραφή σ' ένα βιβλίο με πολύ κυνηγητό, πολύ πιστολίδι, πολύ αίμα.


Τρίτη, Ιουνίου 03, 2008

Το μπλουζ του Βερολίνου


-"Όχι, όχι βαρετός. Είσαι έτσι...κάπως...αναζωογονητικά απλοϊκός". Νομίζω πως είναι ο καλύτερος χαρακτηρισμός που θα μπορούσε να δοθεί στον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος του Sven Regener "Το μπλουζ του Βερολίνου" (Άγρα 2007, μετ. Ιωάννα Μεϊτανή), χαρακτηρισμό τον οποίο του αποδίδει ο "καλύτερός του φίλος, ο Καρλ". (Αυτό το "ο καλύτερός του φίλος" επαναλαμβάνεται άπειρες φορές στο βιβλίο, σχεδόν κάθε φορά που θα αναφερθεί το όνομα του Καρλ. Να θέλει άραγε ο συγγραφέας να τονίσει τη σπανιότητα των φίλων; Δεν ξέρω).
"Αναζωογονητικά απλοϊκός". Όταν ο Φρανκ Λέμαν κόντευε τα τριάντα, οι φίλοι και γνωστοί τον αποκάλεσαν καροϊδευτικά "κύριο" Λέμαν κι αυτό, αν και τον ενοχλεί, του έμεινε. (Ο τίτλος άλλωστε του πρωτοτύπου είναι Herr Lehmann-Το μπλουζ του Βερολίνου είναι ο τίτλος της αγγλικής μετάφρασης). Ζει στο δυτικό Βερολίνο το 1989 και εργάζεται ως μπάρμαν, κυρίως τα βράδια. Είναι ευχαριστημένος από τη μονότονη ζωή του, δεν έχει μεγαλύτερες φιλοδοξίες, με παρέες τριγυρίζει σε άλλα μπαρ, πίνει, το τι μπίρα και άλλα ποτά καταναλώνονται σ' αυτό το βιβλίο δεν λέγεται. Το Δυτικό Βερολίνο μοιάζει γεμάτο από μπαρ. Οι κουβέντες τους λόγια της επιφάνειας, της καθημερινότητας, καμιά πιο σοβαρή ή σε βάθος κουβέντα. Ακόμα κι όταν στο τελευταίο κεφάλαιο ο Φρανκ κι ένας συνάδελφος ακούουν ότι πέφτει το τείχος, δεν δείχνουν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τελειώνουν πρώτα τη μπίρα τους κι ύστερα αποφασίζουν να πάνε, έτσι από περιέργεια, να δουν τι γίνεται.
Οι γονείς του Φρανκ μένουν στη Βρέμη. Όταν του ανακοινώνουν ότι θα έρθουν με οργανωμένη εκδρομή στο Βερολίνο, δεν ενθουσιάζεται, αν και έχει εννιά χρόνια να τους δει, μάλλον ενοχλείται που θα βγει από τη ρουτίνα του και για να μη δυσαρεστηθούν που θα τον δουν να δουλεύει ως μπάρμαν, προσποιείται ότι είναι διευθυντής του μαγαζιού.
Σε μια έξοδό του σε ένα άλλο μπαρ, συναντά κι ερωτεύεται τη μαγείρισσα του μαγαζιού, την Κατρίν. Παρόλο ότι εκείνη του δηλώνει ότι δεν είναι ερωτευμένη μαζί του, αρχίζουν μια σχέση που θα διακοπεί άδοξα και οδυνηρά για κείνον, όταν ανακαλύπτει ότι η Κατρίν έχει σχέση με άλλον.
Λίγο πριν πέσει το τείχος οι γονείς του Φρανκ του αναθέτουν να μεταφέρει 500 μάρκα σε μια συγγενή τους στο Ανατολικό Βερολίνο. Η σύντομη περιπέτειά του εκεί και η κατάσχεση των χρημάτων καταγράφει τη νοοτροπία του καθεστώτος. Σκηνές και επεισόδια που δεν έχουν ειρμό και συνέχεια. Για παράδειγμα, όλο το πρώτο κεφάλαιο είναι η νυχτερινή συνάντηση του Φρανκ με ένα σκύλο, καθώς γυρίζει αργά μισομεθυσμένος στο σπίτι του, τον οποίο μάλιστα κατορθώνει να... μεθύσει. Ένα άλλο κεφάλαιο είναι η λεπτομερής περιγραφή ενός απογεύματος στο Δημοτικό Κολυμβητήριο, όπου ο Λέμαν πηγαίνει με την ελπίδα να συναντήσει την Κατρίν. Αλλού συμπαραστέκεται στον φίλο του Καρλ, που έπαθε ένα είδος παράκρουσης. Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε το μυθιστόρημα "Σελίδες από τη ζωή ενός νέου στο Βερολίνο".
Ο Φρανκ Λέμαν μου θύμισε έντονα τον "Ξένο" του Καμύ, αλλά, γιατί όχι, και πολλούς νέους της εποχής μας. Παρέες της μιας νύχτας, καυγάδες, ποτό, έλλειψη ενδιαφέροντος για σοβαρά θέματα, χωρίς ευθύνες, περιορισμένες φιλοδοξίες.
Κι όμως η γραφή του Σβεν Ρέγκενερ (γεν. 1961) που είναι και τραγουδιστής της ροκ, έχει μια απίστευτη γοητεία. Αφθονούν οι διάλογοι, το χιούμορ, η αναφορά σε συγκεκριμένους δρόμους και πλατείες του Βερολίνου που δημιουργούν μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα. Πρώτη φορά διάβασα με τόσο ενδιαφέρον ένα βιβλίο χωρίς συγκεκριμένη υπόθεση, ένα βιβλίο στο οποίο ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτα. Δεν υπάρχει ίσως πιο χαρακτηριστικό απόσπασμα για τον τύπο του βιβλίου, των ηρώων του και της όλης ατμόσφαιρας από τον επίλογο:"Ο κύριος Λέμαν στεκόταν εκεί, μες στη μέση της κίνησης, και ένιωθε άδειος. Δεν ήθελε να πάει σπίτι, δεν τον περίμεναν παρά μερικά βιβλία και ένα άδειο κρεβάτι. Ίσως τελικά πρέπει να πάρω ξανά καμιά τηλεόραση, σκέφτηκε. Ή να πάω διακοπές. Με τη Χάιντυ στο Μπαλί. Ή στην Πολωνία. ΄Η να αρχίσω κάτι καινούργιο. Μπορώ να πιω και καμιά μπιρίτσα, σκέφτηκε. Οπουδήποτε.
Ας ξεκινήσω εγώ, σκέφτηκε, και όλα τα άλλα θα έρθουν από μόνα τους...