Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Δεν βρήκα το Χριστό στα Ιεροσύλυμα.
Αναλήφθηκε από  τα χέρια των ανθρώπων
που ακόμα πουλάνε τίμιο ξύλο του Σταυρού,
ίσως γιατί ο Χριστός σταυρώνεται κάθε μέρα.
Μπορεί να πλανιέμαι, μα δεν πιστεύω πως ξαναπήγε στους ουρανούς.
Έμεινε εδώ στη γη μια κι ήρθε, μια και μας αγάπησε όλους.
Κάποτε μαζεύει ρύζι στους βάλτους της Κίνας, 
κάρβουνο με τους Σκωτσέζους αναθρακωρύχους στις γαλαρίες,
μα πιο συχνά τον βλέπω στα νησιά του Αιγαίου,
γιαλό-γιαλό με τους ψαράδες να τραβά τα δίχτυα τους, 
να κοιμάται στα λευκά ξωκλήσια, ο βοσκός ο καλός.
(Γιάννης Παπαδόπουλος)
Φεύγω. Πάω να γιορτάσω το Πάσχα στην πιο όμορφη χώρα του κόσμου, στην Ελλάδα. 
Φίλοι και φίλες,
 ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ




 

Σάββατο, Απριλίου 07, 2012

Λίγο πριν πούμε αντίο

Πόση διαφορά μπορεί να έχει μια γενικόλογη, απρόσωπη είδηση σαν κι αυτή που ακούσαμε πολλές φορές, όταν ζωσμένοι με εκρηκτικά Παλαιστίνιοι ανατινάσσονται, από μια προσωποποιημένη αναφορά σ' ένα ανάλογο περιστατικό; Είναι ακριβώς η διαφορά ανάμεσα στη στεγνή, δημοσιογραφική πληροφορία και στο ίδιο γεγονός δοσμένο με τη δύναμη της λογοτεχνίας.
Στις 28 Μαρτίου του 2002, η δεκαοχτάχρονη Παλαιστίνια Αγιάτ αλ-Ακράς ανατινάχτηκε με τα εκρηκτικά που κουβαλούσε σε μια υπεραγορά της Ιερουσαλήμ, παρασύροντας στο θάνατο και την επίσης δεκαοκτάχρονη Εβραία Ραχήλ Λέβι. Το βιβλίο της Cabriella Ambrosio "Λίγο πριν πούμε αντίο"(Ψυχογιός, μετάφραση-πρόλογος Χρήστος Σιάφκος, πρώτη ηλεκτρονική έκδοση 2012), είναι μια ελεύθερη διασκευή της πραγματικής αυτής ιστορίας. Η συγγραφέας μεταπλάθει το γεγονός αυτό σ' ένα ολιγοσέλιδο (98 σελίδες) αλλά πολύ δυνατό λογοτεχνικό κείμενο που συγκλονίζει τον αναγνώστη.
Ξεκινώντας από το πρωινό της μέρας εκείνης, η Ambrosio καταγράφει ώρα με την ώρα την πορεία των δυο νεαρών κοριτσιών προς το θάνατο. Η Παλαιστίνια Ντιμά και η Εβραία Μυριάμ δεν γνωρίζονται, δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Τις συνδέουν όμως τα νιάτα τους, τα όνειρά τους για το μέλλον, οι νεκροί που στοιχειώνουν τη σκέψη τους.
Κλεισμένη στον προσφυγικό συνοικισμό Ντέισα η Ντιμά, άλλοτε αποκλεισμένη για μέρες λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, άλλοτε υφιστάμενη τις εξευτελιστικές έρευνες στα σημεία ελέγχου, έχει δει γείτονες, μικρά παιδιά να εκτελούνται από Ισραηλινούς, σπίτια να ανατινάσσονται. Η Μυριάμ δεν μπορεί να ξεχάσει το μπράτσο του νεαρού φίλου της Μάικλ, που ήταν ό,τι απέμεινε για να θάψουν μετά την ανατίναξη που τον διέλυσε. Κι ο αδερφός της, ο Νάθαν, που υπηρετεί στο στρατό, είδε να ανατινάσσονται φίλοι του δυο βήματα από τον ίδιο.
Καθώς η μέρα προχωρεί παρακολουθούμε τα δυο κορίτσια, ενώ παράλληλα φωτίζονται οι σκέψεις τους, γεγονότα της ζωής τους, αλλά και η πορεία όλων των άλλων προσώπων που αυτή τη μέρα βγαίνουν από το σπίτι τους και "πάνε να βρουν τη μοίρα τους". Ο Αβραάμ που καλείται εκτάκτως να πάει φρουρός στην υπεραγορά και θα ανατιναχτεί κι εκείνος, ο Χασάν, ειδικός στα εκρηκτικά, η Λεϊλά, δημοσιογράφος του αραβικού τηλεοπτικού καναλιού, ο Σαΐντ, πατέρας της Ντιμά, η Σόσι, μητέρα της Μυριάμ και άλλοι.
Στις 14.05΄ τα δυο κορίτσια μπαίνουν ταυτόχρονα στην υπεραγορά. "Ο Αβραάμ είχε όλο το χρόνο να καταλάβει: μια Παλαιστίνια που έμπαινε μαζί με μια Ισρηλινή, ίδια ηλικία, ύψος, χρώματα, ίδια χαρακτηριστικά σαν δυο αδερφές. Ο πρώτος φρουρός αναγνώρισε την Ισραηλινή ως τακτική πελάτισσα και γι' αυτό τις άφησε αφηρημένος να περάσουν. Είχαν κι δυο όμορφα μαύρα μάτια. Είχαν κι οι δυο βαθιά, χαμένα μάτια. Στη μία όμως ο Αβραάμ αναγνώρισε το βλέμμα που τον ακολουθούσε από το πρωί όλη μέρα ή μπορεί και να το έψαχνε ολόκληρη ζωή. Και είχε προλάβει να της το επιστρέψει".
Και μετά η έκρηξη, τα ουρλιαχτά του τρόμου, οι κραυγές των πληγωμένων, ενώ η αραβική τηλεόραση θα έδειχνε σε λίγο το βίντεο με τα τελευταία λόγια της Ντιμά.
Η Cabriella Ambrosio δεν αποδίδει ευθύνες, δεν αναζητά αίτια, δεν καταδικάζει. Καταγράφει τις συνέπειες της αλληλοεξόντωσης των δυο λαών μέσα από τις παράλληλες ζωές των δυο κοριτσιών. Είναι μια κραυγή διαμαρτυρίας, μια φωνή που υψώνεται ενάντια στον πόλεμο και το μίσος.
Μπορεί όμως άραγε η λογοτεχνική καταγραφή, όσο έντονα και συγκινησιακά κι αν λειτουργεί στην ψυχή του αναγνώστη, να επηρεάσει πολιτικές καταστάσεις, ν' αλλάξει νοοτροπίες, να συμβάλει στη δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου; Πολύ αμφίβολο.

Κυριακή, Απριλίου 01, 2012

Οικογενειακά μυστικά

Ομολογώ το αμάρτημά μου: υπέπεσα ξανά στον πειρασμό της ανάγνωσης αστυνομικού μυθιστορήματος! Του τρίτου της ίδιας συγγραφέως. Είναι το "Οικογενειακά μυστικά" της Σουηδής Camilla Lackberg (Μεταίχμιο 2012, μετ. Γρηγόρης Κονδύλης). Το πρώτο δικό της βιβλίο, "Η παγωμένη πριγκίπισσα", μου είχε αρέσει. Το δεύτερο, "Ο ιεροκήρυκας", λιγότερο. Το τρίτο τώρα, με απογοήτευσε. Ίδια ακριβώς συνταγή, ίδια ατμόσφαιρα, ίδια θέματα. Το όποιο ενδιαφέρον δημιουργείται στην αρχή επειδή το πτώμα ανήκει- πράγμα όχι συνηθισμένο- σ' ένα επτάχρονο κοριτσάκι, σύντομα εξαντλείται λόγω της φλύαρης αφήγησης, των χωρίς εκπλήξεις διαλόγων, των σκηνών που δεν σχετίζονται άμεσα με την υπόθεση αλλά απλώς αυξάνουν τις σελίδες του βιβλίου και γιατί η λύση και οι λόγοι που οδήγησαν στο έγκλημα δεν είναι πολύ πειστικοί. Ως προς αυτό δυστυχώς δεν μπορώ να προβάλω τα επιχειρήματά μου, γιατί δεν πρέπει να αποκαλύψω το τέλος.
Για ακόμα μια φορά διερωτήθηκα γιατί να είναι τόσο αναγκαίος ο όγκος των σελίδων σε πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα, αστυνομικά και μη. Η υποψία ότι η ποσότητα κρίνεται αναγκαία για να καλύψει την έλλειψη ποιότητας τείνει να γίνει βεβαιότητα. Για παράδειγμα, αν συγκρίνουμε τα αστυνομικά της Lackberg των 600 σελίδων με τα βιβλία των 200 περίπου σελίδων μικρού σχήματος  της Άγκαθα Κρίστι,  η σύγκριση αποβαίνει σαφώς υπέρ της δεύτερης. Διαβάζοντας Άγκαθα Κρίστι ο αναγνώστης έχει όλα τα πρόσωπα που σχετίζονται με το θύμα ενώπιόν του. Φτάνοντας στο τέλος λες "α, έπρεπε να το καταλάβω ότι αυτός είναι ο δολοφόνος", γιατί η συγγραφέας αφήνει κάποιες ενδείξεις, σε καθοδηγεί να υποψιαστείς, το μυαλό σου επεξεργάζεται συνεχώς τα δεδομένα.
Στην περίπτωση της Lackberg είναι μεν παρόντα τα πρόσωπα του δράματος, είναι όλοι κάτοικοι του μικρού ψαράδικου χωριού  Φιελμπάκα, εκεί όπου τοποθετεί  τις αστυνομικές της ιστορίες, αλλά τίποτα δεν σε παρακινεί ν' αρχίσεις να υποψιάζεσαι κάποιον. Το αίτιο βρίσκεται στο πολύ μακρινό παρελθόν, σε μια ιστορία που εξελίσσεται παράλληλα με την ιστορία στο παρόν.
Νομίζω πως αν δεν αλλάξει συνταγή η συγγραφέας, το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού δεν θα παραμείνει το ίδιο.

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2012

Αγκριτζέντο

Καθώς έκλεινα την τελευταία (ηλεκτρονική) σελίδα του "Αγκριτζέντο", του βραβευμένου με το Ευρωπαϊκό Βραβείο μυθιστορήματος του Κώστα Χατζηαντωνίου (Λιβάνης 2011), είχα έντονη την αίσθηση πως το μυθιστόρημα αυτό ταιριάζει να το κρατά κανείς και μ' αυτό οδηγό να διασχίζει τη Σικελία. Να περπατά στους δρόμους του Παλέρμο, να περιδιαβάζει στην Κατάνη, ν' ανεβαίνει στην Αίτνα, να τριγυρίζει στον Ακράγαντα και στην Κοιλάδα των ναών. Ταυτόχρονα να διαπερνά τους αιώνες και να ταξιδεύει στην παλιά Σικελία, στις ελληνικές αποικίες και στην ιστορία του τόπου, της οποίας αδιάψευστοι μάρτυρες στέκονται τα ερείπια των αρχαίων ναών, ονόματα ανθρώπων και τόπων.
Χρειάζεσαι κάποιο χρόνο για να εισχωρήσεις στο μυθιστορηματικό σύμπαν του "Αγκριτζέντο", γιατί τα νήματα μοιάζουν στην αρχή άσχετα μεταξύ τους. Ένας ηλικιωμένος γιατρός, η κόρη του, ένας φυγόδικος, μέλος παράνομης οργάνωσης, ένας Έλληνας από τη Ρόδο, ένας αποσχηματισμένος ιερέας, ο Ακραγαντίνος φιλόσοφος, ο Εμπεδοκλής φαίνονται  ασύνδετα. Όμως βαθμηδόν οι σχέσεις αποκαλύπτονται, η Σικελία, όχι μόνο ως χώρος αλλά και ως πάθος γίνεται ο συνεκτικός δεσμός.
Ο γιατρός Παυσανίας Ανκίτε, που έχασε την αγαπημένη του σύζυγο μετά από τέσσερα μόνο χρόνια γάμου, και που η μονάκριβη κόρη του μεγάλωσε σχεδόν μακριά του, τώρα, σε προχωρημένη ηλικία, με τα σημάδια της στηθάγχης να προοιωνίζουν το τέλος, γράφει την ιστορία της Σικελίας. Την παρακολουθούμε σταδιακά σ' όλο το βιβλίο. Ιστορία στην οποία παρεμβάλλονται όχι μόνο οι σκέψεις του γιατρού, αλλά και η φιλοσοφία του μεγάλου Ακραγαντίνου, του Εμπεδοκλή. Αυτού που υπήρξε φιλόσοφος, ποιητής, γιατρός, πολιτικός, μύστης. Σπαράγματα των λόγων του πλημυρίζουν το βιβλίο. Η θεωρία του για "τη φιλότητα και το νείκος" βρίσκει έμπρακτη εφαρμογή στο μυθιστόρημα. Η πίστη του στην αέναη γέννηση και φθορά επανέρχεται συχνά στο βιβλίο. "Από το μη ον τίποτε δεν μπορεί να γεννηθεί κι ανέφικτο κι ανήκουστο θα ήταν κάτι που υπάρχει να εξαφανιστεί. Πάντα θα είναι εκεί, όπου για μια φορά στεριώσει".
Ρόδιοι είχαν ιδρύσει τη Γέλα κι η Γέλα τον Ακράγαντα, το σημερινό Αγκριτζέντο. Ρόδιος είναι και ο Λίνος, ο νέος Έλληνας που είχε γνωρίσει την κόρη του γιατρού όταν σπούδαζε στη Ρώμη και ύστερα από 15 χρόνια χωρισμού επισκέπτεται την πατρίδα της αναζητώντας νόημα και σκοπό στη ζωή του, υποσυνείδητα ίσως την Ισαβέλλα ψάχνοντας.
Κι ο φυγόδικος που με τη συνέργεια και του γιατρού κρύβεται, θα δώσει την ευκαιρία στο συγγραφέα να μιλήσει και να ερμηνεύσει την περίφημη Μαφία."Δεν ήταν μια οργάνωση ό,τι ονομάζουν "Μαφία", δεν είχε σχέση με τα κόμματα, δεν ήτανε κλέφτης ή ληστής ο μαφιόζος. Ήτανε η αντίσταση μιας ράτσας, η ανυπόταχτη σικελική ψυχή μας. Το αίσθημα περηφάνιας, τιμής και ανυπακοής κάθε Σικελού απέναντι σε κάθε ισχυρό, ενάντια σε κάθε άδικο νόμο. Η συνείδηση της ξεχωριστής μας ύπαρξης", θα πει ένα από τα πρόσωπα του έργου.
Μα δεν είναι μόνο το περιεχόμενο, ιστορία και φιλοσοφία, ανθρώπινα πάθη και προβληματισμός, που καθιστούν το βιβλίο ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα. Είναι και ο λόγος, η έκφραση, συχνά ποιητική, η περίτεχνα διατυπωμένη σκέψη που απαιτεί αμέριστη την προσοχή του αναγνώστη.
Το βέβαιο είναι πως το "Αγκριτζέντο" δεν εξαντλείται με μια ανάγνωση. Είναι βιβλίο στο οποίο θέλεις να ξαναγυρίζεις, είτε απομονώνοντας την πολύπαθη ιστορία της Σικελίας, είτε παρακολουθώντας την Εμπεδόκλεια φιλοσοφία, άλλοτε τριγυρίζοντας στα αρχαία ερείπια ή στις σύγχρονες σικελικές πόλεις.

Κυριακή, Μαρτίου 11, 2012

Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ

Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Φεβρουαρίου 1963, η τριαντάχρονη ποιήτρια και πεζογράφος Σύλβια Πλαθ άνοιξε το παράθυρο του δωματίου των δυο μικρών παιδιών της, άφησε πλάι στις κούνιες τους ψωμί και γάλα, παράχωσε πετσέτες και πανιά κάτω από την πόρτα του υπνοδωματίου και της κουζίνας και στερέωσε κολλητική ταινία στις γωνιές της πόρτας. Ύστερα δίπλωσε ένα πανί για να ακουμπά το κεφάλι της, άνοιξε όλους τους διακόπτες του γκαζιού κι έχωσε το κεφάλι της στο φούρνο.
Με αυτό τον απλό και γι΄αυτό τόσο συγκλονιστικό τρόπο περιγράφει ο Ronald Hayman στο βιβλίο του "Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ" (Μελάνι, 2005, μετ. Έφη Φρυδά) την αυτοκτονία της Σύλβιας Πλαθ. Όπως γράφει ο ίδιος στον πρόλογό του, "δεν είναι ούτε βιογραφία ούτε μελέτη, πρόκειται για μια βιογραφική μελέτη".
Πολύ δικαιολογημένα ο συγγραφέας προτάσσει στον τίτλο του βιβλίου το "θάνατος" αντί το "ζωή" όπως θα περίμενε κανείς. Γιατί ο τρόπος του θανάτου είναι που έδωσε ζωή στη Σύλβια Πλαθ ως λογοτέχνιδα. Μέχρι το θάνατό της το όνομά της ήταν σχεδόν άγνωστο. Μετά την αυτοκτονία της μια χιονοστιβάδα δημοσιεύσεων την καθιστά διεθνώς γνωστή και φεμινιστικό σύμβολο. Ποιήματά της, τα ημερολόγιά της, μελέτες για το έργο της, βιογραφίες εκδίδονται συνεχώς.
Το βιβλίο του Hayman, όπως και ο ίδιος δηλώνει, συνδυάζει τη βιογραφία με τη μελέτη. Γιατί, πράγματι, η κατανόηση του έργου της τραγικής αυτής γυναίκας, το οποίο είναι εν πολλοίς αυτοβιογραφικό, απαιτεί τη γνώση της ζωής της.
Γεννήθηκε στη Βοστόνη το 1932. Ο πατέρας της, εντομολόγος καθηγητής πανεπιστημίου, πεθαίνει όταν η Σύλβια ήταν οχτώ χρονών, κάτι που τη σημάδεψε για πάντα και έγινε αφορμή να ενταθεί η σχέση αγάπης-μίσους που είχε με τη μητέρα της. Αρχίζει να γράφει από πολύ νεαρή ηλικία, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί δεσμούς με διάφορους νεαρούς, ποιος ξέρει τι αναζητώντας στις σχέσεις αυτές. Το 1953 κάνει την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας με υπνωτικά χάπια, αλλά σώζεται και περνά από ψυχοθεραπεία και ηλεκτροσόκ.
Κερδίζει μια υποτροφία για το Κέιμπριτζ, εκεί γνωρίζει τον επίσης ποιητή Τεντ Χιουζ και παντρεύονται. Περνούν οικονομικές δυσκολίες ενώ αναζητούν και οι δυο την λογοτεχνική τους καθιέρωση. Αποκτούν δυο παιδιά, οι δυσχέρειες εντείνονται, προπάντων λόγω των εξωσυζυγικών σχέσων του Χιουζ, ειδικά με την Άσια Ουέλβιλ, για την οποία και εγκαταλείπει την Σύλβια. Ίσως ήταν αυτό που τελικά οδήγησε την Σύλβια στην αυτοκτονία, τουλάχιστον όπως οι φεμινιστικές οργανώσεις του καταλογίζουν. Αλλά, σαν μια εκδίκηση της μοίρας, και η Άσια αυτοκτονεί 6 χρόνια αργότερα, αφού σκοτώσει και την τετράχρονη κόρη που είχε αποκτήσει με τον Χιούζ. ( Και το ακόμα πιο συγκλονιστικό, που δεν περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Hayman, μια και αυτό γράφτηκε το 1991, ο γιος της Σύλβιας και του Χιούζ, ο Νίκολας, που ήταν ενός χρόνου όταν αυτοκτόνησε η μητέρα του, ωκεανολόγος καθηγητής πανεπιστημίου, αυτοκτονεί και αυτός στα 47 του χρόνια, το 2009!).
Στο βιβλίο του ο Hayman συνδυάζει τα βιογραφικά στοιχεία με το έργο της Πλαθ. Τόσο τα πεζά, ειδικά το μυθιστόρημά της "Ο γυάλινος κώδωνας", όσο και τα ποιήματά της αναλύονται και συνδέονται με γεγονότα της ζωής της. Είναι ένα βιβλίο που προϋποθέτει μεγάλη έρευνα, χρήσιμο για τους μελετητές του έργου της Πλαθ αλλά και ενδιαφέρον για τον καθένα που προβληματίζεται πάνω στο μυστήριο της ζωής και του θανάτου.

Κυριακή, Μαρτίου 04, 2012

Οι κατάσκοποι των Βαλκανίων

Δεν μπορώ να πω ότι με ελκύουν ιδιαίτερα τα έργα που θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στο είδος "κατασκοπευτικά". Αν λοιπόν διάβασα το "Οι κατάσκοποι των Βαλκανίων" του Αμερικανού Άλαν Φερστ (Πατάκης 2010, μετ. Χριστιάνα Σακελλαροπούλου) είναι γιατί αφενός το βρήκα σε ηλεκτρονική μορφή και αφετέρου για τις καλές κριτικές που είχε, όπως αυτή στο "Βήμα". Τελικά, δεν πέρασα άσχημα μαζί του. 
Το έργο αρχίζει το φθινόπωρο του 1940, λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου κατά της Ελλάδας και τελειώνει με την επίθεση και την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς, τον Απρίλη του '41.
Μετά τη Χίσλοπ με το "Νήμα", άλλο ένα βιβλίο ξένου συγγραφέα τοποθετείται στη Θεσσαλονίκη. Φαίνεται ότι η φυσική ομορφιά της τοποθεσίας της, η μακρόχρονη ιστορία της που μαρτυρείται ακόμα σε κτίσματα και δρόμους, η εθνογραφική ποικιλία του πληθυσμού της, τουλάχιστον μέχρι τον πόλεμο, αποτελούν πηγή έμπνευσης και ενδιαφέρον λογοτεχνικό πλαίσιο.
Κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα είναι ο σαραντάχρονος Κώστας Ζαννής, υψηλόβαθμο στέλεχος της αστυνομίας, επικεφαλής ειδικών ερευνών. Συμπαθής, ικανός αστυνομικός, αναλαμβάνει ποικίλες υποθέσεις αυτή την ταραγμένη εποχή που όλα προμηνούν τον επερχόμενο πόλεμο. Υποθέσεις που δεν διεκπεραιώνονται βέβαια πάντα με τον πιο ορθόδοξο τρόπο.
Ένας χορός κατασκόπων πλημμυρίζει την πόλη. Ένας ύποπτος Γερμανός  βρίσκεται νεκρός, ένας Άγγλος, εμφανιζόμενος ως συγγραφέας ταξιδιωτικών, δεν είναι άλλο από κατάσκοπος και η Ρωξάν, ερωτική σύντροφος του Ζαννή, διευθύντρια σχολής μπαλέτου, κι αυτή θα αποδειχτεί Αγγλίδα κατάσκοπος.
Σημαντικότερη δραστηριότητα του Ζαννή είναι η μεσολάβησή του ώστε Εβραίοι της Γερμανίας να φυγαδεύονται, διασχίζοντας τα Βαλκάνια, προς την Τουρκία με ανάλογη δωροδοκία Τούρκων διπλωματών, δραστηριότητα στην οποία συνεργάζεται με την πλούσια Γερμανοεβραία Εμίλια Κρεμπς.
Κατά το πρότυπο του Τζέιμς Μποντ ο Ζαννής δεν μένει ασυγκίνητος από το γυνακείο φύλο. Ενώ όμως έχει πρόσκαιρες και επιφανειακές σχέσεις, ερωτεύεται ξαφνικά την ωραιοτάτη Δήμητρα, σύζυγο ενός πάμπλουτου επιχειρηματία και η σχέση τους θα παρεμβληθεί στις ποικίλες άλλες περιπέτειες του ήρωα. Ανάμεσα στις οποίες είναι και τα ταξίδια εκτός Θεσσαλονίκης, άλλοτε στο Βελιγράδι για να συμβάλει στο αντιχιτλερικό πραξικόπημα και άλλοτε στο γερμανοκρατούμενο Παρίσι για να διασώσει έναν Άγγλο επιστήμονα.
Η κινηματογραφική πλοκή και δράση κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Υπάρχουν σκηνές, όπως εκείνη ενός ζευγαριού Εβραίων που στην προσπάθεια διαφυγής τους από το Βερολίνο κινδυνεύουν να αναγνωριστούν, στις οποίες η αγωνία του αναγνώστη συναγωνίζεται εκείνην των μυθιστορηματικών ηρώων.
Συμπερασματικά, ένα πολύ καλό βιβλίο στο είδος του.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 25, 2012

Αναγνωστικές αναπολήσεις

Τούτες τις μέρες κάποια διαβάσματα με ξαναγύρισαν πίσω, σε καιρούς περασμένους. Ξαναδιαβάσματα, θα 'λεγα καλύτερα, γιατί και τα τρία αναγνώσματα που μου κράτησαν συντροφιά την εβδομάδα που πέρασε τα είχα διαβάσει χρόνια πριν. Αφορμή για το ξαναδιάβασμά τους υπήρξε ο εντοπισμός τους ως ελεύθερων, ανοικτών αναγνωσμάτων στο διαδίκτυο και επομένως η δωρεάν απόκτησή τους στον e-reader μου, από τη διεύθυνση http://www.openbook.gr/
Ξεκινώ από τον "Τρελαντώνη" της αγαπημένης Πηνελόπης Δέλτα. Ξανάζησα όχι μόνο τη χαρούμενη ανεμελιά των τεσσάρων αδελφιών που με τόση νοσταλγία περιγράφει η Δέλτα, αλλά και τη δική μου ηλικία της αθωότητας. Θυμάμαι, όταν μικρή το πρωτοδιάβαζα, πόσο ζήλευα αυτά τα ωραία σπίτια, τα παιδιά με τις υπηρέτριες και την Αγγλίδα δασκάλα, αλλά ταυτόχρονα ταυτιζόμενη μαζί τους, ξέφευγα από το φτωχικό, επαρχιακό περιβάλλον της  εποχής στο οποίο ζούσα.
"Ο Τρελαντώνης" θεωρείται το πιο αυτοβιογραφικό βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα. Σ' αυτό, τα τέσσερα αδέλφια στέλνονται ένα καλοκαίρι από τους γονείς τους, που έμεναν στην Αίγυπτο, στους θείους τους στον Πειραιά. Βρισκόμαστε στο τέλος του 19ου αι. Παρακολουθούμε τη ζωή των παιδιών μέσα σ'αυτό το μεγαλοαστικό περιβάλλον, σε μια γειτονιά με ωραία, πλούσια εξοχικά, ανάμεσα στα οποία και του ίδιου του βασιλιά. Προβάλλονται οι σκανταλιές του Αντώνη, η αυστηρή πειθαρχία που απαιτούσε η εποχή και οι τιμωρίες για τις αθώες παιδικές αταξίες, αλλά μέσα  από το βιβλίο αναδύεται μια ολόκληρη εποχή.
Η δεύτερη αναγνωστική μου αναπόληση ήρθε με το διήγημα του Βιζυηνού "Μοσκώβ Σελήμ". Η εποχή και πάλι ο 19ος αι. Πόση διαφορά όμως και στη γλώσσα και στο θέμα. Εδώ απολαμβάνουμε (όσοι αξιωθήκαμε να την κατανοούμε) την ομορφιά, την πύκνωση, την καίρια διατύπωση της καθαρεύουσας του Βιζυηνού. Είναι η θλιβερή ιστορία ενός Τούρκου, όπως αυτός την αφηγείται στον συγγραφέα. Στοιχεία ψυχογραφικά, κοινωνικά, χαρακτηριστικά της σουλτανικής Τουρκίας, στοιχεία πολιτικά, οι πόλεμοι του δεύτερου μισού του 19ου αι. περνούν μέσα από την αφήγηση του αγαθού Τούρκου, που γέμισε τραύματα το κορμί του πολεμώντας για τον Σουλτάνο και το έθνος του, για να γνωρίσει την αληθινή ανθρώπινη συμπόνια και καλοσύνη μόνο όταν έζησε ως αιχμάλωτος των Ρώσων. Στη θαυμάσια αυτή νουβέλα μέσα  από την ατομική περίπτωση του Μοσκώβ Σελήμ διαζωγραφείται ένας κόσμος και μια εποχή.
Το τρίτο ανάγνωσμα με οδήγησε στην αναπόληση των φοιτητικών χρόνων. Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος (1868-1920) με το "Φθινόπωρο" περιλαμβανόταν στην εξεταστέα ύλη. Θυμάμαι πως ούτε τότε μου άρεσε αυτό το έργο ούτε και τώρα με ενθουσίασε. Πιστεύω πως έχει πια γραμματολογική μόνο σημασία, γιατί καθώς γράφει και ο Απόστολος Χατζίνης  (Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, Αθήνα, 1958) "αποτελεί το πρώτο συμβολιστικό μυθιστόρημα στη νεοελληνική λογοτεχνία". Υπάρχει μια διάχυτη μελαγχολία, καθόλου δράση, σύντομοι διάλογοι και περισσότερες σιωπές, μια θολή ατμόσφαιρα στη φύση και στις ψυχές των ανθρώπων.
Όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι ψάχνουμε απεγνωσμένα για το καινούριο βιβλίο που θα μας συναρπάσει. Σκέφτομαι πως κάποτε αξίζει να ξαναγυρίζουμε και στα παλιά.

Σημ. Οι φωτογραφίες των εξωφύλλων είναι βεβαίως από νεότερες εκδόσεις.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 19, 2012

Ο ερωτευμένος Ελύτης

"Ο ερωτευμένος Ελύτης" (Ψυχογιός 2011) του Φίλιππου Φιλίππου χαρακτηρίζεται ως μυθιστόρημα. Δυσκολεύομαι όμως να εντοπίσω κάποιο έστω μυθιστορηματικό στοιχείο,  μια και τα πάντα στο βιβλίο, τοπικό πλαίσιο, χρόνος, πρόσωπα, γεγονότα, υπήρξαν πραγματικά: η Κέρκυρα με τους δρόμους της που αναφέρονται ονομαστικά (και ομολογώ με τρόπο κουραστικό για τον μη Κερκυραίο αναγνώστη που δεν μπορεί να αναπλάσει με τη φαντασία του το χώρο), οικογένειες της Κέρκυρας, όλα τα πρόσωπα που απαρτίζουν τον πληθυσμο του βιβλίου. Το μόνο ίσως μυθιστορηματικό στοιχείο θα μπορούσε να θεωρηθεί η υπόθεση του συγγραφέα ότι ο Ελύτης το 1937, στους εννιά μήνες που φοίτησε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, γνώρισε κι ερωτεύτηκε μια ωραία κοπέλα, την Ελένη Βεντούρα. Όμως κι αυτή ήταν ένα υπαρκτό πρόσωπο.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το βιβλίο είναι προϊόν μακράς έρευνας και μελέτης, όπως εμφαίνει και η επιλεκτική βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος. Κι ότι επίσης ο συγγραφέας αναπαριστά μια πολύ αληθοφανή εικόνα της κερκυραϊκής κοινωνίας του 1937, αν ληφθεί μάλιστα υπ' όψιν ότι όταν άρχισε την έρευνά του το 2006, ζούσαν ακόμα πρόσωπα που είχαν γνωρίσει τον ποιητή κατά την τότε παραμονή του στην Κέρκυρα. Αληθοφάνεια που καταδεικνύεται και με τα φωτοτυπημένα δημοσιεύματα  από εφημερίδες της εποχής που ενσπείρονται στο βιβλίο.
Πέρα από το πλήθος των κερκυραϊκών οικογενειών, πολλά γνωστά λογοτεχνικά πρόσωπα κυκλοφορούν στο βιβλίο. Είναι ο γνωστός Κύπριος λόγιος Ευάγγελος Λουίζος, που συνυπηρετούσε τότε με τον Ελύτη, ο Λόρενς Ντάρελ με την οικογένειά του, ο Εμπειρίκος, ο Καραγάτσης, συντροφιές και συζητήσεις μιας ανέμελης προπολεμικής ζωής.
Η πιο ενδιαφέρουσα πλευρά του βιβλίου πιστεύω πως είναι η ερμηνεία που δίνεται σε θέματα που αφορούν το έργο του Ελύτη. Για παράδειγμα, πώς προέκυψε το ψευδώνυμό του (από Αλεπουδέλης-Ελύτης), ποια επίδραση δέχτηκε από τον Εμπειρίκο, γιατί τόσο συχνά, από τους "Προσανατολισμούς" ως το "Άξιον Εστί" και τη "Μαρία Νεφέλη" εμφανίζεται στην ποίησή του το όνομα Ελένη κ. ά.
"Πρέπει να ρωτήσω τους νεκρούς
για να μπορέσω να προχωρήσω παρακάτω", 
λέει ο Σεφέρης σ' ένα ποίημά του, σαν άλλος Οδυσσέας που κατέβηκε στον Άδη για τον ίδιο σκοπό. Για τον Φίλιππο Φιλίππου "Οι νεκροί ξαναγυρίζουν . Επιστρέφουν σαν σκιές και περπατούν στους δρόμουςτους παλιούς, προσποιούμενοι τους αδιάφορους. Τους νιώθουμε να ακουμπάνε τα θλιμμένα τους δάχτυλα στα φατνώματα των μυστικών ζωών μας, να μας παρατηρούν, παρακαλώντας να τους θυμηθούμε και να τους ξαναδώσουμε να παίξουν κάποιο ρόλο. Επιστρέφουν για να μας θυμίσουν λησμονημένες αγάπες που παλεύουν να ξαναγεννηθούν. Ενίοτε εισβάλλουν στη ζωή μας με σάρκα και οστά, τα φωτεινά πρωινά ή τα σκοτεινά βράδια, είτε για να μας δυναστεύσουν είτε για να μας παρηγορήσουν".
Μυθιστόρημα μπορεί να μην είναι "Ο ερωτευμένος Ελύτης", είναι όμως ένα αξιόλογο βιβλίο που έρχεται να προστεθεί στη βιβλιογραφία του μεγάλου μας ποιητή.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 10, 2012

Εις γην Χαναάν

Το μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Μπάρυ "Εις γην Χαναάν" (Καστανιώτης 2011, μετ. Αύγουστος Κορτώ) πατάει πάνω στ' αχνάρια του επίσης δικού του "Μυστική γραφή". Και στα δυο παρακολουθούμε το μονόλογο μιας γυναίκας, αν και στη "Μυστική γραφή" ακουγόταν και μια ανδρική φωνή.
Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο πώς ένας άνδρας συγγραφέας μπορεί να εισχωρήσει τόσο πολύ στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Δεν είναι σύνηθες στην πρωτοπρόσωπη λογοτεχνική γραφή ο συγγραφέας να υποδύεται ένα διαφορετικό φύλο. Όμως εδώ ακριβώς έγκειται η ικανότητα του μεγάλου συγγραφέα, που δεν στηρίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο, όπως συχνά συμβαίνει κυρίως με τους πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, αλλά πλάθει ένα καινούριο σύμπαν εξαρχής.
Και πάλι η Ιρλανδία. Αλλά η Ιρλανδία υπάρχει μόνο στην αρχή της ιστορίας, γιατί το μεγαλύτερο μέρος τοποθετείται στη "Γη Χαναάν", στη Γη της Επαγγελίας, στην Αμερική, όπου κατατρεγμένοι Ιρλανδοί αναζήτησαν τη σωτηρία, αλλά που τελικά αποδείχτηκε ότι δεν ήταν καθόλου "Γη Χαναάν".
Η ογδονταενιάχρονη Λίλι Μπιρ, κόρη αξιωματικού του βρετανικού στέμματος, γεννημένη σε μια Ιρλανδία που σπαρασσόταν από τον εμφύλιο, αναπολεί την ταραγμένη της ζωή, δηλώνοντας εξαρχής ότι όταν φτάσει στο τέλος της αφήγησης, θα θέσει τέρμα στη ζωή της. Στη μακρά ζωή της άντεξε πολλά: κατατρεγμούς, θανάτους, εγκατάλειψη, πόνο, πένθος. Όμως δεν μπορεί να αντέξει το θάνατο του εγγονού της. Γι' αυτό και τα δεκαεπτά κεφάλαια του βιβλίου τιτλοφορούνται "Πρώτη μέρα χωρίς τον Μπιλ", "Δεύτερη μέρα χωρίς τον Μπιλ" κ.ο.κ.
Οι σκέψεις προχωρούν συνειρμικά. Απ' το οδυνηρό παρόν στη μακρά, βασανισμένη της ζωή. Κατά τη δεκαετία του '20 καταφεύγει με τον αγαπημένο της Τατζ, τον οποίο καταδιώκουν οι αυτονομιστές, στην Αμερική και συγκεκριμένα στο Σικάγο. Εκεί, στη "Γη Χαναάν", θα συναντήσει τη σκληρότητα και την εγκατάλειψη, αλλά και την καλοσύνη και τη συμπαράσταση. Οι πόλεμοι του 20ου αιώνα της πήραν τους αγαπημένους της. Ο αδελφός της σκοτώνεται στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο πρώτος της άνδρας πέφτει θύμα του ιρλανδικού εμφύλιου. Ο δεύτερος σύζυγος την εγκαταλείπει αναίτια και ξαφνικά, ο γιος της γυρίζει αλλαγμένος από τον πόλεμο του Βιετνάμ κι ο εγγονός της τελικά αυτοκτονεί μετά την επάνοδό του από τον πόλεμο του Κόλπου.
Κι όμως η αναπόληση όλων αυτών των δεινών γίνεται με μια ηρεμία και μια αποδοχή του αναπόδραστου, αφήνοντας στον αναγνώστη μια γαλήνη. Η Λίλι Μπιρ θλίβεται "έως θανάτου", αλλά πουθενά δεν δυσνασχετεί, δεν αποδίδει ευθύνες σε κανένα, είναι έτοιμη να συγχωρέσει. "Το να θυμάσαι καμιά φορά είναι μεγάλη λύπη, μα όταν τελειώσει η αναθύμηση, σου 'ρχεται μια πολύ παράξενη γαλήνη. Διότι έχεις καρφώσει τη σημαία σου στην κορυφή της λύπης. Την έχεις κατακτήσει".
Η ποιητικότηα της γλώσσας του Μπάρυ, οι ανατροπές που κι αυτές δεν έρχονται απότομα και αιφνιδιαστικά, η ηρεμία της αφήγησης, δικαιώνουν την ευρεία αποδοχή της οποίας έτυχε το βιβλίο.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 04, 2012

Ανεμώλια

Το βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού "Ανεμώλια" (Πατάκης 2011) αρχίζει όταν ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, Νίκος Χαλκίδης, από τη Θεσσαλονίκη, εγκαταλείπει σύζυγο και παιδί και συναντά σ' ένα ιστιοπλοϊκό, ονόματι "Θερσίτης", τέσσερις παλιούς συμμαθητές και φίλους. Έχουν όλοι εγκαταλείψει τις οικογένειές τους, έχουν συμφωνήσει ότι δεν θα έχουν καμιά επικοινωνία, κλείνοντας μάλιστα και τα κινητά τους και ξεκινούν να διαπλεύσουν το Αιγαίο. Σκοπεύουν να κατευθυνθούν πρώτα στη Λέσβο και να πάρουν από εκεί την Ελένη, την ωραία Ελένη, παντρεμένη τώρα εκεί, με την οποία ήταν αγιάτρευτα ερωτευμένος από τα μαθητικά ακόμα χρόνια ένας από την παρέα. Από εκεί έχουν στόχο να τραβήξουν για τη Ρόδο, τόπο που τους είχε όλους σημαδέψει όταν, μαθητές, είχαν πάει στην πενθήμερη εκδρομή τους. 
Από τις πρώτες σελίδες μαθαίνουμε ότι όλα αυτά είναι πια παρελθόν. Ο αφηγητής γράφει, όπως λέει, για να μην τα ξεχάσει. Και η σκέψη του μετατοπίζεται διαρκώς από τη ναυτική περιπέτεια εκείνου του καλοκαιριού στις αναμνήσεις της παιδικής και νεανικής ηλικίας, "τότε που οι ώρες έμοιαζαν ατελείωτες, τότε που δε δίναμε καμιά σημασία στο χρόνο", τότε που "ο κόσμος ήταν καινούριος, αφόρετος", όπως είναι πάντα ο κόσμος για τους νέους. Αναφέρεται στη δική του πνευματική ωρίμαση, στην οποία καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισε ένας μεγαλύτερος νέος κι ένα βιβλίο, ο "Ντέμιαν" του Έσσε. 
Οι πέντε συμμαθητές και φίλοι που τριγύριζαν ξένοιαστοι στις γειτονιές της Θεσσαλονίκης της δεκαετίας του '70, μεγάλωσαν, σπούδασαν, έκαναν οικογένειες, μα τώρα στα 47 τους, γεμάτοι διαψεύσεις, θέλουν να ξαναζήσουν από την αρχή, να ξαναγίνουν οι έφηβοι του τότε. Στο πλοίο τους, τον "Θερσίτη", περνούν ξένοιαστες μέρες και νύχτες, καπνίζουν, προπάντων πίνουν και θυμούνται.
Θα φτάσουν άραγε στη Λέσβο-Τροία; Θα πάρουν την ωραία Ελένη; Θα ξαναβρούν στη Ρόδο τη χαμένη τους νιότη; Ο αναγνώστης οδηγείται αργά, μ' ένα κορυφούμενο ενδιαφέρον στο τέλος που ασφαλώς δεν μπορώ να αποκαλύψω.
 Οι ομηρικές αντιστοιχίες είναι πέρα από διαφανείς. Χωρισμένο σε 24 κεφάλαια και αριθμημένα αλφαβητικά κατά το ομηρικό πρότυπο, με καταφανείς συσχετισμούς των πέντε φίλων με αντίστοιχους ομηρικούς ήρωες, με πολλούς άλλους υπονοούμενους συσχετισμούς, όπως για παράδειγμα με το μάντη Φινέα ή την Καλυψώ, το βιβλίο βρίθει επίσης λέξεων από τον ομηρικό κόσμο, έντεχνα και φυσιολογικά ενταγμένων στο κείμενο: κύδος, άναξ ανδρών, εκηβόλος Φοίβος, δημοβόρος βασιλιάς, λευκώλενος θεά κ.λπ. Ο ίδιος ο  τίτλος, Ανεμώλια, δηλ. λόγια του αέρα, ανώφελα, είναι παρμένος από το δ της Οδύσσειας.
Αν ο συγγραφέας ήθελε με το μυθιστόρημά του να μεταφέρει τον ομηρικό κόσμο στη σύγχρονη εποχή, αν ήθελε να δείξει τη διαχρονικότητα των ανθρωπίνων παθών, το πέτυχε απόλυτα. Το βιβλίο είναι πολύ ενδιαφέρον και ως πείραμα και ως αυτόνομο λογοτεχνικό δημιούργημα.

[Αυτή είναι η πρώτη παρουσίαση βιβλίου που διάβασα σε ηλεκτρονική μορφή. Το αγόρασα για 9 ευρώ-αν και πιστεύω ότι θα έπρεπε να είναι ακόμα φθηνότερο το ηλεκτρονικό βιβλίο-. Πρώτη δυσκολία: δεν έχω το σώμα του βιβλίου στα χέρια μου, να το ξεφυλλίσω ξανά, να δω τι πιθανόν υπογράμμισα, να ρίξω ματιές εδώ κι εκεί, να θυμηθώ. Βεβαίως μπορώ να το κάνω και στον υπολογιστή ή στον e-reader, αλλά δεν είναι το ίδιο με το ξεφύλλισμα του βιβλίου. Όμως γενικά μπορώ να πω ότι η ηλεκτρονική ανάγνωση μου άρεσε, σαν να σε κάνει να εντείνεις την προσοχή σου διαβάζοντας, να συγκρατείς περισσότερα πράγματα και βεβαίως πάντα μπορείς να δημιουργείς bookmarks και να κρατάς σημειώσεις].

Κυριακή, Ιανουαρίου 29, 2012

Ένα κάποιο τέλος

"Πόσο συχνά διηγείται κανείς την ιστορία της ζωής του; Πόσο συχνά την προσαρμόζει, την εξωραΐζει και κάνει ύπουλες και πανούργες περικοπές; Και όσο περισσότερο τραβάει η ζωή σε μάκρος, τόσο λιγοστεύουν εκείνοι από τους γύρω μας που θα μπορούσαν να αμφισβητήσουν την εξιστόρησή μας, να μας θυμίσουν ότι η ζωή μας δεν είναι η ζωή μας, αλλά μόνο η ιστορία που είπαμε γι' αυτήν. Η ιστορία που είπαμε στους άλλους, κυρίως όμως στον εαυτό μας".
 Ο εξαίρετος Τζούλιαν Μπαρνς, δίκαια βραβευμένος για το "Ένα κάποιο τέλος" (Μεταίχμιο 2011, μετ. Θωμάς Σκάσσης), έρχεται να προσθέσει ακόμα ένα αριστοτεχνικά γραμμένο μυθιστόρημα στη συγγραφική του δημιουργία. Ένα μυθιστόρημα για τα νιάτα, τη φιλία, τον έρωτα, τα όνειρα και τις διαψεύσεις, προπάντων όμως για το χρόνο, για τη μνήμη και πώς αυτή αναπλάθει τη ζωή μας.
Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής Τόνι Γουέμπστερ, αναπολεί και αφηγείται. Στη μνήμη του αναδύονται σκόρπια κομμάτια από την περασμένη του ζωή. Θυμάται τους φίλους του από τα σχολικά χρόνια, τον Κόλιν και τον Άλεξ, στους οποίους προστέθηκε ένας καινούριος συμμαθητής, ο Έιντριαν Φιν, ψηλός, σοβαρός, προικισμένος με ιδιαίτερη ευφυία. Είναι αρχές της δεκαετίας του '60.  "Ήμασταν διψασμένοι για βιβλία, λιμασμένοι για σεξ, υπέρμαχοι της αξιοκρατίας και αναρχικοί. Παρόλο που όλα τα πολιτικά και κοινωνικά συστήματα μας φαίνονταν διεφθαρμένα, αρνούμασταν να εξετάσουμε κάποια εναλλακτική λύση, πέρα από το ηδονιστικό χάος". 
 Τελειώνουν το σχολείο, σκορπίζουν σε διαφορετικά πανεπιστήμια, διατηρούν όμως επαφή. Ο Τόνι γνωρίζει τη Βερόνικα, έχουν μια σύντομη σχέση, αλλά τελικά χωρίζουν. Με σύντομες, αδρές πινελιές, σε ελάχιστες γραμμές ο Τόνι αναφέρεται στην πορεία της ζωής του, για να σταματήσει στο παρόν, όταν, εξηντάχρονος πια, μαθαίνει ότι η μητέρα της παλιάς του φίλης Βερόνικα έχει πεθάνει, κληροδοτώντας του ένα μικρό ποσό και κάποια έγγραφα. Είναι ο καταλύτης που θα γίνει αφορμή να αναζητήσει το παρελθόν, να ανακαλύψει αλήθειες που θα του ανατρέψουν βεβαιότητες.
Λίγες φορές συνάντησα τόση δυσκολία να μιλήσω για ένα βιβλίο, προπάντων για ένα βιβλίο που μου άρεσε πολύ. Είναι ένα βιβλίο  η αξία του οποίου δεν στηρίζεται τόσο στο μύθο και στην πλοκή, για την οποία δεν μπορείς να πεις πολλά χωρίς να προδώσεις το αναπάντεχο τέλος, όσο στις σκέψεις, στους συλλογισμούς. "Ένα κάποιο τέλος". Μου φαίνεται κάπως ειρωνικός ο τίτλος. Δεν είναι "ένα κάποιο τέλος". Είναι ένα τέλος τραγικό, στην τραγικότητα του οποίου είχε ανεπίγνωστα συμβάλει και ο ίδιος ο αφηγητής του βιβλίου. 
"Οι αρνητές του χρόνου λένε: τα σαράντα δεν είναι τίποτα, στα πενήντα είσαι στο άνθος της ηλικίας σου, τα εξήντα είναι σήμερα σαν τα παλιά σαράντα, και πάει λέγοντας. Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι υπάρχει ο αντικειμενικός χρόνος, υπάρχει όμως και ο υποκειμενικός, αυτός που τον φοράς στη μέσα μεριά του καρπού σου, εκεί που χτυπάει ο σφυγμός. Κι αυτός ο προσωπικός χρόνος, που είναι αληθινός, μετριέται στη σχέση που έχεις με τη μνήμη. Έτσι, όταν συνέβη αυτό το παράδοξο γεγονός-όταν μου ήρθαν ξαφνικά οι καινούργιες αναμνήσεις-ήταν σαν να είχε αντιστραφεί εκείνη τη στιγμή ο χρόνος. Σαν να έρεε εκείνη τη στιγμή ο ποταμός προς την πηγή του". 
Προς αυτή την πηγή μας στρέφει με την αφήγησή του ο Μπαρνς, χαρίζοντάς μας ένα εξαιρετικό λογοτέχνημα.



Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2012

Χήρα για ένα χρόνο

Ω! Τι βιβλίο! Απολαυστικό, ενδιαφέρον, εκτενές, χορταστικό! Το μυθιστόρημα του Τζον Ίρβινγκ "Χήρα για ένα χρόνο" (Μελάνι, 2011, μετ. Κίκα Κραμβουσάνου) παρά το μέγεθός του (641 σελίδες μεγάλου σχήματος 16χ23) είναι ένα γνήσιο page turner που κάνει τον αναγνώστη να μην το παρατά πριν φτάσει και στην τελευταία σελίδα. Το ενδιαφέρον του μυθιστορήματος δεν έγκειται μόνο στην πλοκή. Οφείλεται και στην τεχνική, στα προαναγγελλόμενα αλλά μη δηλούμενα αμέσως γεγονότα, στο φωτισμό της λεπτομέρειας, στην ειρωνεία, το χιούμορ, τη συγκίνηση, τους έντονα διαγραμμένους χαρακτήρες.
Προπάντων, το "Χήρα για ένα χρόνο" είναι ένα μυθιστόρημα για τον τρόπο που δουλεύει ο συγγραφέας. Πώς εμπνέεται; Χρησιμοποιεί μόνο τη φαντασία ή χρησιμοποιεί και προσωπικές εμπειρίες; Πώς δουλεύει η σκέψη του συγγραφέα; Να τι λέει η Ρουθ, κεντρικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, συγγραφέας η ίδια, σε μια διάλεξή της: "Να την εδώ, ένθερμη υποστηρίκτρια της ανόθευτης φαντασίας σε αντιπαράθεση με την επεξεργασμένη μνήμη, να εκθειάζει την ανωτερότητα της επινοημένης λεπτομέρειας σε αντιπαράθεση με την προσωπική εμπειρία της αυτοβιογραφίας. Να την εδώ, υμνώντας τις αρετές της απ' αρχής δημιουργίας εντελώς μυθικών προσώπων σε αντιπαράθεση με τον εποικισμό ενός μυθιστορήματος με συγγενείς και φίλους-"παλιούς εραστές και λοιπές απομιμήσεις αδιάφορων ανθρώπων από την καθημερινότητά μας". Κι όμως σύντομα θα διαψευστεί σ' αυτή τη βεβαιότητά της.
Αλλού πάλι θα πει: "Αν είσαι συγγραφέας, το πρόβλημα είναι ότι, όταν προσπαθείς να δώσεις στο μυαλό σου την εντολή να σταματήσει να επεξεργάζεται το εν εξελίξει μυθιστόρημα, η φαντασία σου δεν υπακούει και απλά συνεχίζει. Δεν υπάρχει διακόπτης να την κλείσεις".
Όλοι σχεδόν οι χαρακτήρες είναι συγγραφείς ή σχετίζονται με το βιβλίο. Το βασικό πρόσωπο, η Ρουθ Κόουλ, είναι μια επιτυχημένη, ευπώλητη συγγραφέας. Ο πατέρας της, Τεντ Κόουλ, είναι διάσημος συγγραφέας και εικονογράφος παιδικών βιβλίων, η μητέρα της, η Μάριον, έγραψε μερικά όχι και τόσο επιτυχημένα αστυνομικά βιβλία, ο Άλαν, πρώτος σύζυγος της Ρουθ ήταν εκδότης και επιμελητής βιβλίων, ο νεαρός, όταν αρχίζει το βιβλίο Έντι Ο'Χέαρ εξελίσσεται κι αυτός σε συγγραφέα, αν και όχι τόσο σημαντικό. Η Χάννα, αχώριστη φίλη της Ρουθ, που δεν βάζει φραγμούς στην ικανοποίηση των σεξουαλικών της επιθυμιών, είναι δημοσιογράφος και αρθρογράφος. Κι ένας από τους πιο ωραίους χαρακτήρες του πολυπρόσωπου μυθιστορήματος, ο Ολλανδός υπαστυνόμος Χάρρυ Χούκστρα, είναι λάτρης των βιβλίων και της ανάγνωσης,
Η ιστορία αρχίζει το 1958, όταν ο δεκαεξάχρονος Έντι Ο'Χέαρ στέλλεται το καλοκαίρι ως βοηθός του συγγραφέα παιδικών βιβλίων Τεντ Κόουλ, του οποίου η κόρη Ρουθ είναι μόλις 4 χρόνων. Πολύ σύντομα ο νεαρός θα γίνει εραστής της κατά 23 χρόνια μεγαλύτερής του Μάριον, συζύγου του Τεντ. Με μια τολμηρή σκηνή σεξ ανοίγει το βιβλίο. Άλλωστε οι πολλές σεξουαλικές σκηνές του βιβλίου είναι απ' αυτές που θα χαρακτηρίζονταν "ακατάλληλες για ανηλίκους".
Η πρώτη αυτή σεξουαλική εμπειρία θα σημαδέψει για πάντα τον Έντι. Ερωτεύεται βαθιά τη Μάριον, μ' έναν έρωτα που θα κρατήσει μια ζωή. Η Μάριον μέσα απ' αυτή τη σχέση ζητάει να ξορκίσει τους δαίμονές της. Κουβαλάςι μέσα  της ένα βαθύτατο τραύμα, από το οποίο δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Τα δυο αγόρια της, 15 και 17 χρόνων είχαν βρει τραγικό θάνατο σε δυστύχημα. Το μαθαίνουμε από την αρχή, αλλά η αφήγηση των λεπτομερειών, από τις πιο δυνατές και συγκινητικές στιγμές του βιβλίου, θα έρθει, σύμφωνα με την τεχνική του συγγραφέα, πολύ αργότερα. 
Ο συγγραφέας δεν παρακολουθεί τους ήρωές του σ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Από το καλοκαίρι του 1958, όταν γνωρίζουμε τα κύρια πρόσωπα του έργου, μεταφερόμααστε στο δεύτερο μέρος του βιβλίου στο φθινόπωρο του 1990, όταν "Ο Έντι (ήταν) στα σαράντα οχτώ του, η Ρουθ στα τριάντα έξι, ο Άλαν στα πενήντα τέσσερα, η Χάννα στα τριάντα πέντε, ο Τεντ στα εβδομήντα επτά". Η Μάριον δεν αναφέρεται. Το καλοκαίρι εκείνο του 1958 είχε εγκαταλείψει το σπίτι, τον άντρα, τη μικρή της κόρη. Θα τη ξανασυναντήσουμε 37 χρόνια αργότερα, όταν το βιβλίο τελειώνει, το φθινόπωρο του 1995.
Τοπικό πλαίσιο του έργου είναι κυρίως το Λονγκ Άιλαντ της Νέας Υόρκης, αλλά μέρος του έργου διαδραματίζεται και στην Ευρώπη, στη Γερμανία, αλλά κυρίως στο Άμπστερνταμ, όπου η Ρουθ πηγαίνει για παρουσίαση του βιβλίου της. Εκεί, για τις ανάγκες του καινούριου βιβλίου που ετοιμάζει και σε αντίθεση με ό,τι είχε υποστηρίξει κάποτε για  έμπνευση μόνο από τη φαντασία, τριγυρίζει στα δρομάκια της συνοικίας των "κόκκινων φαναριών", με τις βιτρίνες όπου οι πόρνες επιδεικνύουν το "εμπόρευμά" τους, γιατί θέλει να τα εντάξει στο μυθιστόρημά της. Η εξέλιξη προσιδιάζει σε αστυνομικό μυθιστόρημα.
Παρ' όλο ότι το "Χήρα για ένα χρόνο" είναι ένα απολαυστικό, πολυεπίπεδο έργο, με απογοήτευσε το τέλος που μοιάζει με κατάληξη έργου ροζ λογοτεχνίας. Θα περίμενα κάτι πιο ευρηματικό από τον Τζον Ίρβινγκ.







Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2012

Και τώρα...e-books

Χτες είχα τη μεγάλη χαρά να αποκτήσω τον πρώτο μου e-reader, την πρώτη μου συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης, που από καιρό ήθελα. Πέρασα την ημέρα εξερευνώντας τον, προσπαθώντας να κατανοήσω τη λειτουργία του, να κατεβάζω και να αποθηκεύω βιβλία. Βιβλία που άλλα προσφέρονται δωρεάν (και νόμιμα) από το διαδίκτυο, άλλα που αγοράζεις πολύ φθηνά ή άλλα σε αρκετά μειωμένη τιμή. Από τη διεύθυνση http://www.openbook.gr/  κατέβασα "Το χαμένο μπλουζ" του Μίμη Ανδρουλάκη (εκδ. Καστανιώτη) καθώς και τα Άπαντα του Καρυωτάκη (δεν αναφέρεται εκδότης). Για 4 ευρώ αγόρασα το "Εγώ ο Steve Jobs" (Πατάκης, κυκλοφορεί όμως και η επίσημη βιογραφία από τον Ψυχογιό) και για 4,5 ευρώ πήρα το "Η κάθοδος των εννιά" του Θανάση Βαλτινού (Εστία).
 Ω, τι απόλαυση! Να κρατάς μια σελίδα που περιέχει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη! Μ' ένα άγγιγμα να ξεφυλλίζεις βιβλία, ν' αφήνεις το ένα να πιάνεις το άλλο. Να ταξιδεύεις και να μην έχεις την έγνοια αν θα σε φτάσει το βιβλίο που πήρες μαζί σου. Να πηγαίνεις διακοπές και να μη χρειάζεται να βαρυφορτώνεις τις αποσκευές σου.
 Ποιο θα είναι το μέλλον του βιβλίου όπως το ξέρουμε σήμερα; Κανείς δεν ξέρει. Άλλωστε, ο ίδιος ο Steve Jobs είχε πει: "Είμαι σίγουρος ότι ποτέ δεν θα πάψουν να υπάρχουν οι συσκευές εξειδικευμένης χρήσης, όπως αυτές για την ανάγνωση των e-book, και ίσως διαθέτουν ορισμένα πλεονεκτήματα, εφόσον κάνουν μόνο ένα πράγμα. Όμως πιστεύω ότι τελικά θα επικρατήσουν οι συσκευές γενικής χρήσης, επειδή οι άνθρωποι δε θα είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν για μια συσκευή εξειδικευμένης χρήσης".
Προτιμώ τα e-books από τα βιβλία στο χαρτί; Όχι, σαφώς όχι. Για την ώρα όμως μου αρκεί να απολαμβάνω τη χαρά του καινούριου, την ικανοποίηση της συμμετοχής στο "Θαυμαστό καινούριο κόσμο" της ηλεκτρονικής μας εποχής.

Παρασκευή, Ιανουαρίου 13, 2012

Το αστέρι του διαβόλου

Δεν θυμάμαι σε ποιο έτος της Φιλοσοφικής διδαχτήκαμε το "De senectute" του Κικέρωνα ούτε και πολλά πράγματα από το περιεχόμενό του (όταν είσαι 20 χρονών δεν σε απασχολεί το γήρας). Έτσι, δεν θυμάμαι αν, ανάμεσα στα επιχειρήματα που ο Κικέρωνας εύρισκε για να υπερασπιστεί τα γηρατειά, αναφερόταν και στην αφθονία του ελεύθερου χρόνου που αυτά παρέχουν. Το ανακάλυψα όμως τώρα που (φευ!) δεν είμαι πια είκοσι χρονών και το απολαμβάνω όσο δεν λέγεται.
Γιατί αυτός ο πρόλογος; Γιατί μόνο σ' αυτή την ηλικία που είμαι τώρα μπορώ, αν θέλω, να αφιερώσω ολόκληρη μέρα στο διάβασμα. Κι όταν λέω ολόκληρη, εννοώ ολόκληρη.
 Το βιβλίο που με τράβηξε τόσο ώστε να διαβάσω σε μια μέρα τις 527 σελίδες του ήταν το αστυνομικό μυθιστόρημα του Νορβηγού Jo Desbo "Το αστέρι του διαβόλου" (Μεταίχμιο, 2011, μετ. από τα αγγλικά Γωγώ Αρβανίτη). Ομολογώ  ότι παρά την αγάπη μου για τα αστυνομικά μυθιστορήματα δεν θα το είχα αγοράσει, προπάντων  εξαιτίας του τίτλου, που παραπέμπει σε εξωλογικά και μαγικά, καθόλου του γούστου μου.  Μου το χάρισε όμως η φίλη-ιδιοκτήτρια του ωραιότερου βιβλιοπωλείου της Λευκωσίας, και επιπλέον είχα ακούσει για το νέο αυτό συγγραφέα αστυνομικής λογοτεχνίας από τον αγαπητό Πατριάρχη του Βιβλιοκαφέ, που έγραψε για το προηγούμενο βιβλίο του Νesbo, το "Νέμεσις". Έτσι το άρχισα κια δεν το άφησα παρά μόνο κλείνοντας και την τελευταία σελίδα.
Όπως όλοι οι συγγραφείς αστυνομικών μυθιστορημάτων, έτσι και ο Nesbo πλάθει το δικό του ντετέκτιβ που είναι ο βασικός χαρακτήρας των ιστοριών του. Λέγεται Χάρι Χόλε και είναι κάθε άλλο παρά πρότυπο αστυνομικού. Αλκοολικός, υπό δυσμένεια και στα πρόθυρα απόλυσης από το σώμα, όμως αυτός είναι που τελικά, με τη συνέργεια βέβαια και άλλων συναδέλφων, θα λύσει το  μυστήριο των δολοφονιών που συνταράσσουν το Οσλο ένα ζεστό καλοκαίρι. Νέες και ωραίες γυναίκες αρχίζουν να δολοφονούνται, μια κάθε πέντε μέρες. Το πιο παράξενο είναι ότι ο δολοφόνος κόβει κάθε φορά κι ένα δάχτυλο από τα θύματά του. Αφήνει επίσης σαν επισκεπτήριο ένα κόκκινο διαμάντι στο σχήμα αστεριού, άλλοτε κάτω από το βλέφαρο του θύματος, άλλοτε σ' ένα δαχτυλίδι, άλλοτε σχηματίζοντάς το σε μια σκονισμένη επιφάνεια. Ο αριθμός πέντε φαίνεται να διαδραματίζει ένα ιδιαίτερο ρόλο.
Ο γοργός ρυθμός της δράσης, οι αναπάντεχες ανατροπές, το λαθρεμπόριο όπλων, ο διεφθαρμένος αστυνομικός, οι δρόμοι και οι γειτονιές του Όσλο που ρεαλιστικά αποδίδονται (χαρακτηριστικό είναι  ότι προτάσσεται του βιβλίου χάρτης της πόλης), ο ιδιόρρυθμος ντετέκτιβ, η χρήση της ψυχολογίας για τη σκιαγράφηση του πορτρέτου του δολοφόνου, ειδικά του σίριαλ κίλερ, όλα συμβάλλουν στο να δώσουν ένα ενδιαφέρον μείγμα κι ένα ξεχωριστό στο είδος του αστυνομικό μυθιστόρημα.
Όπως πολύ συχνά συμβαίνει, το τέλος δεν είναι εξίσου ικανοποιητικό με ό,τι προηγήθηκε. Βρήκα τη λύση στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα μάλλον εξεζητημένη και ολίγον τι...αηδιαστική.
Σχολιάζοντας την ανάρτηση του Πατριάρχη για το "Νέμεσις" η Pellegrina αναρωτιόταν: Τι προσφέρουν στην τέχνη;" (τέτοια βιβλία). Τίποτα, θα έλεγα. Πειράζει όμως πότε-πότε να επιτρέπουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να απολαμβάνει το τίποτα;




Παρασκευή, Ιανουαρίου 06, 2012

Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού

"Πάντως εμένα τα καλοκαίρια με γεμίζουν μελαγχολία. Η γαλάζια προκυμαία, η θάλασσα που τρέμει σχηματίζοντας αμέτρητα καθρεφτάκια, οι ανεμιστήρες κι οι μισόκλειστες γρίλιες μες στην ντάλα του μεσημεριού, ο κούκος μες στα πεύκα και το αμπέλι, όχι μόνο δεν μου φτιάχνουν τη διάθεση, αλλά με βυθίζουν σε βαθιά κατάθλιψη, γιατί κάθε καλοκαίρι φέρνει στο νου μου την ανάμνηση εκείνου του καλοκαιριού".
Έτσι αρχίζει το τελευταίο μυθιστόρημα του Τεύκρου Μιχαηλίδη "Τα τέσσερα χρώματα του καλοκαιριού" (Πόλις, 2011). "Εκείνο το καλοκαίρι" ήταν το καλοκαίρι του 1970. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής, που μόλις έχει απολυθεί από το στρατό, αποδέχεται την πρόσκληση ενός φίλου και συμφοιτητή του να περάσει τις διακοπές του στη Σέριφο. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την Ερνεστίν . Η ιστορία της οικογένειάς της που με κορυφούμενο ενδιαφέρον ζητά να μάθει ο νεαρός ερωτευμένος οδηγεί στη Σέριφο του 1916 και στην εξέγερση των μεταλλωρύχων, στον έρωτα του Γάλλου μηχανικού με τη Μαριγώ, γιαγιά της Ερνεστίν, στον Α΄ και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στο Παρίσι, στο πανεπιστήμιο του Γκέτινγκεν, στην εκδίωξη των Εβραίων καθηγητών και όλα αυτά με επίκεντρο ένα άλυτο μαθηματικό πρόβλημα, το πρόβλημα των τεσσάρων χρωμάτων. Δηλαδή ποιος είναι ο ελάχιστος αριθμός χρωμάτων που απαιτείται  για να χρωματιστεί ένας επίπεδος χάρτης έτσι ώστε δυο χώρες να μην έχουν το ίδιο χρώμα. [Η απάντηση ότι τέσσερα μόνο χρώματα είναι αρκετά παίδεψε για χρόνια τους μαθηματικούς, ωσότου στις μέρες μας αποδείχτηκε με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, κάτι που προκαλεί διχογνωμίες και συζητήσεις κατά πόσο μπορεί να γίνει δεχτή μια τέτοια απόδειξη].
Το πρόβλημα αυτό θα γίνει αφορμή ο έρωτας του νεαρού αφηγητή με την ωραία Ερνεστίν να περάσει μια δοκιμασία που θα οδηγηθεί σε αίσιο  πέρας μόνο δεκαπέντε χρόνια αργότερα.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακό πώς ο Τεύκρος Μιχαηλίδης κατορθώνει να συγκεντρώσει σ' ένα σχετικά ολιγοσέλιδο βιβλίο 160 σελίδων τόσο ενδιαφέροντα θέματα (σε αντίθεση με τα "τούβλα" πολλών σύγχρονων ευπώλητων που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί πρέπει να είναι τόσο ογκώδη).
Έχω συχνά μιλήσει για τη γοητεία της μαθηματικής λογοτεχνίας, αν και ο όρος δεν γίνεται αποδεχτός από όλους (Ωραία σχετική συζήτηση Δοξιάδη-Μιχαηλίδη στο "Θαλής και φίλοι" ). Τη γοητεία αυτή ξαναβρίσκουμε στο τέταρτο  βιβλίο του Τεύκρου Μιχαηλίδη, στο οποίο  συνδυάζει την ωραία νησιώτικη ατμόσφαιρα με τον έρωτα τριών γενιών, με τον πόλεμο, με την πανεπιστημιακή ατμόσφαιρα του μεσοπολέμου και βεβαίως με τα μαθηματικά.


Δευτέρα, Ιανουαρίου 02, 2012

Το νήμα

"Δεν θα απορούσα καθόλου αν σε 1-2 χρόνια η Βικτόρια Χίσλοπ έριχνε στην αγορά ακόμα ένα best seller μετά το "Νησί" και το "Ο γυρισμός" (...) Με πανομοιότυπη τεχνική πορεύεται και στηριγμένη σε πραγματικά στοιχεία (λέπρα-ισπανικός εμφύλιος) υφαίνει μια εύπεπτη, ευπώλητη ιστορία".
Αυτά έγραφα στις 15/1/2009 παρουσιάζοντας στο μπλογκ μου το μυθιστόρημα της Χίσλοπ "Ο γυρισμός". Δεν έχω βέβαια προφητικές ικανότητες, αλλά ήταν τόσο όμοια η τεχνική των δύο βιβλίων ώστε η συνακόλουθη κυκλοφοριακή επιτυχία  εύκολα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι το πείραμα θα επαναλαμβανόταν. Και πράγματι, μια τρίτη παρόμοια προσπάθεια έρχεται να επιβεβαιώσει την πρόβλεψή  μου με την έκδοση του μυθιστορήματος "Το νήμα" (Διόπτρα, 2011, μετ. Φωτεινή Πίπη). Μόνο που εδώ δεν έχουμε μια νεαρή γυναίκα που ψάχνει τις ρίζες της και μέσα από μια μακρά αφήγηση μαθαίνει το παρελθόν της οικογένειάς της, αλλά ένα νεαρό και η αφήγηση γίνεται από τον παππού και τη γιαγιά του. Βέβαια, η αφήγηση αυτή κρατάει κάπου 600 σελίδες και καλύπτει περίπου 60 χρόνια ιστορίας. Ώσπου να φτάσει στο τέλος ο αναγνώστης ξεχνάει ότι πρόκειται για αφήγηση-αναπόληση και το θυμάται μόνο αν ξεφυλλίσει το βιβλίο από την αρχή. (Στην αρχή μάλιστα είχαμε δει τη γιαγιά να μαγειρεύει γεμιστά, τα οποία δεν μας πληροφορεί στο τέλος η συγγραφέας αν τα έφαγαν ή όχι. Σίγουρα θα είχαν μπαγιατέψει ώσπου να τελειώσει η αφήγηση!).
Η αφηγημένη ιστορία αρχίζει το 1917 με την πυρκαγιά που κατέστρεψε μεγάλο μέρος της Θεσσαλονίκης. Συναντάμε τότε την οικογένεια Κομνηνού, ενός πλούσιου μεγαλοεπιχειρηματία, που αποκτά την ίδια χρονιά το γιο του τον Δημήτρη. Στη συνέχεια μεταφερόμαστε στη Σμύρνη και στα ιστορικά γεγονότα που καθόρισαν τη μοίρα της. Ένα μικρό κορίτσι, η Κατερίνα, χάνει τη μητέρα και την αδελφή της μέσα στο χαλασμό και την τραγωδία του '22 και σώζεται από μια άλλη γυναίκα, την Ευγενία, μαζί με τις δυο δίδυμες κόρες της.
Καταλήγουν σε μια φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης, όπου αρμονικά συμβιώνουν Έλληνες, Τούρκοι και Εβραίοι. Θα ακολουθήσει η ανταλλαγή πληθυσμών, οι Τούρκοι θα φύγουν. Με ευθύγραμμη χρονολογική εξιστόρηση, παρακολουθώντας τις τύχες των ηρώων της η Χίσλοπ θα ξεδιπλώσει όλη την ιστορία της πόλης φτάνοντας ως το 1978 και το μεγάλο σεισμό της Θεσσαλονίκης. Φορείς του μύθου είναι κυρίως τρεις οικογένειες: η προσφυγική οικογένεια της Ευγενίας με τις δίδυμες κόρες και την Κατερίνα, η γειτονική τους οικογένεια των Εβραίων Μορένο,  περίφημων ραφτάδων και η μεγαλοαστική οικογένεια των Κομνηνών. Κεντρική  ηρωίδα η μικρή Κατερίνα που εξελίσσεται σε εξαιρετική καντίστρα.
Η πορεία της ζωής των προσώπων αυτών προχωρεί παράλληλα με την ιστορία της πόλης, που είναι το κυριότερο πλεονέκτημα του βιβλίου. Η προσφυγιά και οι προσπάθειες των προσφύγων να ριζώσουν και να ορθοποδήσουν στη νέα πατρίδα, οι διαφορές μεταξύ των κοινωνικών τάξεων, η πολιτική κατάσταση, η δικτατορία του Μεταξά, οι εργατικές αναταραχές, ο πόλεμος, οι διωγμοί των Εβραίων, η Αντίσταση και ο Εμφύλιος, οι δωσίλογοι, η χούντα του 1967, όλη γενικά η ιστορία της πόλης είναι το ιστορικό πλαίσιο.
Η συγγραφέας, όντας ξένη, ασφαλώς θα προέβη σε κάποια έρευνα. Ένας Έλληνας συγγραφέας όμως θα μπορούσε να γράψει το βιβλίο αυτό χωρίς έρευνα, χρησιμοποιώντας μόνο τη φαντασία και τις μνήμες  του. Είναι τόσο επιφανειακά, τόσο απλουστευμένα τα ιστορικά γεγονότα που σ΄εμάς τους κάπως μεγαλύτερης ηλικίας Έλληνες τίποτα δεν έχουν να προσθέσουν στις γνώσεις μας. Καμία εμβάθυνση, καμία ανάλυση, καθόλου κριτική σκέψη, άλλωστε, πιστεύω,  στόχος της δεν ήταν να γράψει ιστορικό βιβλίο. Στόχος ήταν να αφηγηθεί μια εύπεπτη ιστορία, με ήρωες καλούς και κακούς, με απίθανες συμπτώσεις, με φιλίες και έρωτες, με επιβράβευση των καλών και τιμωρία των κακών, με ένα happy end που θα αφήσει ικανοποιημένο τον  αναγνώστη. Αν όλα αυτά διαδραματίζονται  με φόντο και με επίδραση από τις ιστορικές συγκυρίες, αυτό είναι υπέρ του βιβλίου. Αξιέπαινη προσπάθεια μιας συγγραφέως που φαίνεται πολύ να αγάπησε την Ελλάδα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 23, 2011

Οι καιροί της μνήμης

Το τέταρτο και τελευταίο μέρος της τετραλογίας του Θοδωρή Παπαθεοδώρου με κούρασε για να το τελειώσω. Είχα διαβάσει με ενθουσιασμό το πρώτο μέρος, "Οι κόρες της λησμονιάς", με ενδιαφέρον το δεύτερο, "Οι μάνες της άδειας αγκαλιάς", με περιέργεια για την κατάληξη της ιστορίας το τρίτο μέρος, "Τα δάκρυα των αγγέλων", αλλά με αρκετή προσπάθεια το τέταρτο και τελευταίο μέρος, "Οι καιροί της μνήμης" (όλα στις εκδόσεις Ψυχογιός).
Ο Εμφύλιος τέλειωσε επισήμως το 1949. Όμως οι συνέπειές του δεν σταμάτησαν εκεί, τα μίση και τα πάθη δεν έσβησαν μεμιάς. Ο συγγραφέας στο μέρος αυτό διερευνά τις ζωές και τις τύχες κυρίως των ηττημένων κομμουνιστών που άλλοι κατέφυγαν στις ανατολικές χώρες, πρώτα στην Αλβανία και από εκεί διασκορπισμένοι στην Ουγγαρία, Ρουμανία, Πολωνία, Τασκένδη, άλλοι καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν κι άλλοι εξορίστηκαν σε ελληνικά ξερονήσια.
Ιδιαίτερα αναφέρεται στις χιλιάδες των φυγαδευμένων παιδιών, που οι μεν το ονόμαζαν παιδομάζωμα και οι δε παιδοσώσιμο. Όλα βέβαια τα γεγονότα αυτά στηρίζονται σε πληθώρα ιστορικών πηγών που παρατίθενται στο τέλος. Ακόμα περισσότερο φωτίζουν τα γεγονότα οι επεξηγηματικές σημειώσεις του συγγραφέα, όπως συνέβαινε και με τους υπόλοιπους τόμους.
Οι τρεις μάνες, η Αγγέλα, η Αριάδνη, η Μέλπω, καθεμιά από τις οποίες είχε το δικό της μερτικό στο πένθος και στον πόνο, εξακολουθούν να αναζητούν και να περιμένουν τα χαμένα τους παιδιά που κάποια ακούσια και άλλα με τη θέλησή τους βρέθηκαν στα βουνά και από εκεί στις ανατολικές χώρες. Μέσα από τις τύχες των ηρώων και των ηρωίδων του έργου ο συγγραφέας εκθέτει τη σκληρότητα της δεξιάς που επεκράτησε, τις διώξεις, τις εκτελέσεις, τις εξορίες τις φυλακίσεις, τον εξαναγκασμό σε δηλώσεις μετανοίας αλλά και τον αυταρχισμό των κομμουνιστικών καθεστώτων, τον καταπιεστικό και ανελεύθερο τρόπο λειτουργίας του κόμματος, τις διενέξεις και την αλληλοεξόντωση μεταξύ των ηττημένων και αργότερα την αρχή μιας διαφαινόμενης αλλαγής με το θάνατο του Στάλιν, φτάνοντας χρονικά περίπου ως το 1958.
Πολύ ενδιαφέρον ιστορικά το βιβλίο και γενικά όλη η τετραλογία, θα μπορούσε, πιστεύω, να είναι συντομότερη.. Κουράζουν οι επαναλήψεις και μεγάλο μέρος, όπως για παράδειγμα στις επιστολές, που η εξέλιξη είναι στάσιμη. Έχω επίσης την άποψη πως σ' ένα βιβλίο στηριγμένο σε ιστορικά γεγονότα δεν αρμόζει το ύφος που θα μπορούσε να ονομάσει κάποιος "γλυκερό", με συσσώρευση συνωνύμων ή με τη χρήση υποκοριστικών όπως μανούλα, καρδούλα, ψυχούλα, κ.ο.κ.
Δεν θέλω με τις παρατηρήσεις αυτές να μειώσω την αξία του βιβλίου, πιστεύω από τα πιο αντικειμενικά που γράφτηκαν για τον Εμφύλιο. Κι αν μπορούσε κανείς να συμπυκνώσει σε μια φράση τον άξονα στον οποίο κινείται το βιβλίο, θα ήταν το εξής απόσπασμα: "Τι Αγγέλα και τι Αριάδνη, τι αντάρτης και τι στρατιώτης, ίδιος ο πόνος της μάνας, ίδιος, ολόιδιος, ασήκωτος..."

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 16, 2011

Νόστου πάθη

Φαίνεται ότι όπως συμβαίνει με τα sequel των ταινιών, όπου κατά κανόνα η πρώτη της σειράς είναι και η καλύτερη, κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τα βιβλία. Ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος μας έδωσε με το πρώτο βιβλίο της τριλογίας του, το "Εν μέρει ελληνίζων", ένα αρκετά ενδιαφέρον βιβλίο, με πειστική απόδοση της κοινωνίας της Κύπρου του 1955-59, αν και είχα τις επιφυλάξεις μου ως προς τον χαρακτήρα του κεντρικού προσώπου, του νεαρού Δημήτρη Δωρίδη, ως προς το πώς απεικονιζόταν ο απλευθερωτικός μας αγώνας αλλά και ως προς την αμφισημία του τίτλου.
Το δεύτερο βιβλίο με τίτλο "Ο περατικός", παρακολουθούσε τη ζωή του Δημήτρη στη Γαλλία τη δεκαετία του '60, όπου σπουδάζει, ωριμάζει, ερωτεύεται μια Γαλλίδα, ενώ δεν ξεχνά την Άννα, το νεανικό του έρωτα στην Κύπρο.
Η τριλογία ολοκληρώνεται τώρα με τον τρίτο τόμο που έχει τίτλο "Νόστου πάθη" (Εστία, 2011). Η ιστορία συνεχίζεται. Ο Δημήτρης αναζητά την παλιά του αγαπημένη, την Άννα, στην Οξφόρδη, την παίρνει μαζί του στην Κύπρο και παντρεύονται. Εγκαθίστανται, συναντούν παλιούς φίλους, ο Δημήτρης εργοδοτείται στο Κέντρο Ιστορικών Μελετών. Είναι το 1969, η αρχή της πιο ταραγμένης περιόδου στην πρόσφατη ιστορία της Κύπρου, της περιόδου που σήμανε την έναρξη του εμφύλιου διχασμού και σταδιακά οδήγησε στην Τουρκική εισβολή του 1974.
Η οικογενειακή ζωή του Δημήτρη, η απόκτηση σπιτιού, η γέννηση του πρώτου του παιδιού καθώς και η επαγγελματική του αποκατάσταση εξιστορούνται κάτω από τη βαριά σκιά των ιστορικών γεγονότων της εποχής. Στον τρίτο αυτό τόμο ο Χατζόπουλος ρίχνει μεγαλύτερο βάρος στην ιστορία παρά στη μυθιστορία. Όλα τα γεγονότα όπως τα ξέρουμε καλά εμείς που τα βιώσαμε, η ίδρυση παράνομων οργανώσεων, ο βαθύς διχασμός Μακαριακών-Γριβικών, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στην Ανεξαρτησία και την Ένωση, η σταδιακή συγκέντρωση των Τουρκοκυπρίων στο βόρειο μέρος του νησιού, οι απόπειρες κατά της ζωής του Μακαρίου, η ΕΟΚΑ Β', το πραξικόπημα, η εισβολή, όλα καταγράφονται λεπτομερώς.
Ο Δημήτρης Δωρίδης είναι ίσως η πρώτη φορά που δεν μένει απόμακρος παρατηρητής των γεγονότων, όπως συνέβαινε στα δυο προηγούμενα βιβλία κι ως ένα βαθμό και σ' αυτό το τρίτο, αλλά παίρνει μέρος στα διαδραματιζόμενα. Το σπίτι του συνορεύει με την τουρκοκυπριακή περιοχή και, έχοντας φυγαδεύσει τη γυναίκα του και τον μικρό του γιο στην Αγγλία, ο ίδιος συντάσσεται με τους υπερασπιστές ενός φυλακίου που βρίσκεται κοντά στο σπίτι του. Όταν και η δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής ολοκληρώνεται, όταν ο Δημήτρης παρακολουθεί τις διαδηλώσεις εναντίον των Αμερικανών και τη δολοφονία του Αμερικανού πρέσβη, τότε "Μια μόνη σκέψη είχε στον νου του ο Δημήτρης: να φύγει απ' αυτή την καταραμένη πόλη, από αυτό το καταδικασμένο από τους θεούς νησί". 
Ο επίλογος διαδραματίζεται 28 χρόνια αργότερα, όταν ο Δημήτης και η Άννα, με παιδιά μεγάλα πια και εγγόνια αποφασίζουν να γυρίσουν ξανά στην Κύπρο. Το "καταραμένο νησί" νιώθουν και πάλι να τους καλεί.
Για μας του Κυπρίους πιστεύω ότι το "Νόστου πάθη" έχει ιδαίτερο ενδιαφέρον, αν και πιο πολύ ιστορικό παρά λογοτεχνικό. Διερωτώμαι όμως αν μπορεί να ενδιαφέρει εξίσου και τους μη Κύπριους αναγνώστες.
Όσον αφορά το εντελώς προσωπικό ύφος και γλώσσα του συγγραφέα έχω αναφερθεί στην ανάρτησή μου για το προηγούμενο βιβλίο του.

Σημ. Μια ασήμαντη λεπτομέρεια. Διερωτώμαι γιατί ο συγγραφέας δεν κάνει καμιά αναφορά στην τηλεόραση. Οι ήρωές του παρακολοθούν παντού ραδιόφωνο, καμιά όμως αναφορά στην τηλεόραση που υπήρχε από πολλά χρόνια στην Κύπρο. Ασήμαντο βέβαια, αλλά σε ένα τόσο ρεαλιστικό μυθιστόρημα νομίζω είναι παράλειψη.

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 15, 2011

Προβλήματα

Αντιμετωπίζω κάποια προβλήματα με τις αναρτήσεις μου, έχουν αλλάξει ταπάντα. Δεν ξέρω αν πρόκειται για γενική αλλαγή του google ή αν φταίω εγώ. Ελπίζω να διορθωθούν σύντομα. To  εθισμό με το blog μόνο ομοιοπαθείς μπορούν να τον καταλάβουν και επομένως και την απελπισία μου. Όμως, παρ' όλα αυτά δεν παύω να ελπίζω.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 09, 2011

Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ

Στο βιβλίο αυτό σκόνταφτα εδώ και χρόνια, αλλά για κάποιο ανεξήγητο λόγο, παρ' όλο ότι μου αρέσει η μαθηματική λογοτεχνία, δεν μου γεννούσε την επιθυμία να το διαβάσω.
Πριν από λίγο καιρό, σε μια κοινωνική σύναξη, απ' αυτές που προσπαθείς να ισορροπήσεις στο ένα χέρι τσάντα και ποτήρι για να πεις με το άλλο "χαίρω πολύ", μου σύστησαν ένα νέο μαθηματικό. Βρεθήκαμε να μιλάμε για βιβλία, για λογοτεχνία και φυσικά για τα μαθηματικά στη λογοτεχνία. Απόρησε όταν του είπα ότι δεν είχα διαβάσει τον "Θείο Πέτρο και την εικασία του Γκόλντμπαχ" του Απόστολου Δοξιάδη. Η γυναίκα του, μου είπε, αν και δεν είχε σχέσεις με τα μαθηματικά, όταν το άρχισε, έμεινε ξάγρυπνη ως τις τρεις το πρωί για να το τελειώσει.
Βεβαίως, μετά από αυτό, την άλλη μέρα το πήρα (Καστανιώτης, 37η έκδοση). Δεν ξενύχτησα, γιατί το τέλειωσα σε μια μέρα! Πραγματικά εξαιρετικό, δικαιώνει τη φήμη του ως διεθνές μπεστ σέλερ, μεταφρασμένο σε πάνω από είκοσι γλώσσες.
Πολλά μαθηματικά δεν έχει το βιβλίο. Είναι περισσότερο ένας ύμνος στα μαθηματικά, είναι η αναφορά σε διάσημους μαθηματικούς, είναι η αφοσίωση στη μαθηματική επιστήμη, αλλά και γενικότερα, νομίζω, η αφοσίωση σ' ένα σκοπό, σ' ένα ιδανικό.
Ο μύθος έχει ως εξής: Ο νεαρός πρωτοπρόσωπος αφηγητής κατατρύχεται από την περιέργεια για τη ζωή του θείου του, του θείου Πέτρου, ο οποίος υπήρξε μια μαθηματική διάνοια, διέπρεψε στα νιάτα του σε πανεπιστημιακή έδρα του εξωτερικού, αλλά ξαφνικά τα παράτησε όλα, γύρισε στην Αθήνα και εδώ και χρόνια ζει απομονωμένος σ' ένα σπιτάκι στην Εκάλη, καλλιεργεί τον κήπο του, δεν έχει ίχνος κοινωνικής ζωής, εκτός από τις σπάνιες φορές που πηγαίνει στη σκακιστική λέσχη. Είναι το "μαύρο πρόβατο" της οικογένειας, ο αποτυχημένος της ζωής, όπως τον θεωρούν οι δικοί του. Όλα αυτά εντείνουν την περιέργεια του νεαρού ανιψιού του.
Το "προσφιλές ανιψούδι", όπως τον αποκαλέι ο θείος του, έχοντας και αυτός κλίση στα μαθηματικά, ζητά τη γνώμη του θείου του κατά πόσο νομίζει ότι είναι αρκετά προικισμένος γι' αυτή την επιστήμη, την οποία και θέλει να σπουδάσει. Εκείνος κάνει μια συμφωνία μαζί του. Θα του θέσει ένα πρόβλημα. Αν το λύσει (θα έχει όλο το καλοκαίρι στη διάθεσή του), θα σημαίνει ότι πράγματι είναι προικισμένος για μαθηματικός, γιατί πιστεύει ότι ο μαθηματικός "γεννιέται, δεν γίνεται", ή όπως το διατυπώνει στα Λατινικά "mathematicus nascitur, non fit".  Αν δεν το αποδείξει, τον βάζει να ορκιστεί ότι δεν θα ακολουθήσει ποτέ τον κλάδο των μαθηματικών.
Το πρόβλημα έχει ως εξής: "Θέλω να μου αποδείξεις", είπε, "ότι κάθε ζυγός αριθμός μεγαλύτερος του 2 μπορεί να εκφραστεί ως άθροισμα δύο πρώτων". Ο νεαρός ξέρει βεβαίως ότι πρώτοι λέγονται οι αριθμοί που δεν διαιρούνται παρά μόνο με τη μονάδα και τον εαυτό τους, όπως το 2, 5, 7, 11 κ.λπ. Αφού λοιπόν βασανίστηκε ένα καλοκαίρι, χωρίς βεβαίως να λύσει το πρόβλημα, φεύγει στην Αμερική για σπουδές. Όμως εκεί, τυχαία θα ανακαλύψει το μαρτύριο στο οποίο τον είχε υποβάλει ο θείος του και θα τον πλημμυρίσει η οργή.
Γυρίζοντας για τις καλοκαιρινές διακοπές θα επισκεφθεί τον θείο του και με έντονο ενδιαφέρον θα ακούσει από τον ίδιο την ιστορία του, την εξιστόρηση της θεωρούμενης ως σπαταλημένης ζωής και τα συναισθήματά του θα μεταστραφούν για άλλη μια φορά.
Υπαρκτά πρόσωπα, διάσημοι μαθηματικοί όπως ο Κωνσταντίνος Καραθεοδωρής, ο Χάρντυ, ο Λίτλγουντ, ο Τιούρινγκ κ. ά. εμπλέκονται στην αφήγηση του θείου Πέτρου. Οι ανατροπές τόσο στη ζωή του ανιψιού όσο και στην αφηγημένη ζωή του θείου διαδέχονται η μια την άλλη, κρατώντας μας αμείωτο το ενδιαφέρον.
Η εικασία του Γκόλντμπαχ διαδραματίζει, βεβαίως κυριαρχικό ρόλο στο βιβλίο. μα πάνω απ' όλα στο μυθιστόρημα υμνείται η γοητεία των αριθμών, η έρευνα των σχέσεων μεταξύ τους, που δεν έχουν απαραίτητα σχέση με πρακτικές εφαρμογές. "Οι μαθηματικοί τέρπονται από τις μελέτες τους όπως οι σκακιστές από το παιχνίδι τους. Για την ακρίβεια, η ψυχολογία του μαθηματικού ερευνητή είναι πολύ κοντύτερα σε αυτήν του ποιητή ή του μουσικοσυνθέτη, του ανθρώπου που τον απασχολεί η δημιουργία του Ωραίου και η αναζήτηση της Αρμονίας και της Τελειότητας". 
Εξού και η ζωή του μαθηματικού ερευνητή είναι μια ζωή μοναξιάς. "Με την πιο πραγματική έννοια της λέξης, ζει σ' ένα κόσμο εντελώς απρόσιτο, όχι μόνο στους πολλούς, αλλά και στο άμεσο περιβάλλον του. Ακόμα και οι οικείοι του δεν μπορούν να μετάσχουν ουσιαστικά στις χαρές και τις λύπες του, αφού τους είναι αδύνατο να καταλάβουν το περιεχόμενό τους".
"Ο μη μαθηματικός", μας λέει ο Δοξιάδης, "δεν μπορεί να αντιληφθεί τις απολαύσεις που στερείται. Το αμάλγαμα Αλήθειας και Ομορφιάς που αποκαλύπτεται μέσα από την κατανόηση ενός σημαντικού θεωρήματος δεν απαντιέται σε καμία άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα, εκτός από-φαντάζομαι, δεν ξέρω-τη μυστική θρησκευτική εμπειρία".
Μια αμυδρή ιδέα αυτών των απολαύσεων μας δίνει αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 03, 2011

Περαίωση

Ο συμπαθέστατος Κώστας Χαρίτος, ο μόνιμος πρωταγωνιστής των αστυνομικών ιστοριών του Πέτρου Μάρκαρη, ο αστυνόμος που ξεδιαλύνει τα εγκλήματα και ανακαλύπτει τους ενόχους, ξανάρχεται στο καινούριο μυθιστόρημα του Μάρκαρη, που έχει τίτλο "Περαίωση".
Τι σημαίνει "περαίωση"; Για τους σύγχρονους Έλληνες ο όρος είναι άμεσα κατανοητός. Για τους μεταγενέστερους ή τους ξένους ίσως χρειάζεται ερμηνεία. Περαίωση λοιπόν είναι μια διαδικασία στην οποία ο επιχειρηματίας καταβάλλει ένα ποσό στην εφορία (που θα συμφωνηθεί) και μετά από αυτό η εφορία κλείνει τους λογαριασμούς με τον επιχειρηματία, με άλλα λόγια δεν ελέγχει τα βιβλία του για την περίοδο που έγινε η περαίωση.
Γύρω λοιπόν από αυτό τον επίκαιρο όρο ο συγγραφέας πλέκει τον ιστό του έβδομου αστυνομικού του μυθιστορήματος. Και εδώ πάλι η σύγχρονη Αθήνα διαδραματίζει κυριαρχικό ρόλο. Η οικονομική κρίση με τις συνέπειές της, η αποκοπή μισθών, η ανεργία, οι αυτοκτονίες, τα συλλαλητήρια, οι πορείες, οι αγανακτισμένοι, το κυκλοφοριακό χάος, οι δρόμοι και οι γειτονιές της Αθήνας, αποτελούν το κοινωνικό και τοπικό περιβάλλον της δράσης.
Μεταφρασμένα στα Γερμανικά βιβλία του Μάρκαρη,  στο Βερολίνο
Δυο άνθρωποι, εξέχοντες πολίτες, ο ένας μεγαλογιατρός, ο άλλος πάμπλουτος επιχειρηματίας, βρίσκονται νεκροί. Ο ένας τοποθετημένος στο αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού, ο άλλος στον αρχαιολογικό χώρο της Ελευσίνας. Και οι δυο έχουν εκτελεστεί με ένεση...κώνειου. Σύντομα μια επιστολή στα μέσα ενημέρωσης αναφέρει ότι αυτοί οι δυο είχαν προειδοποιηθεί από κάποιον που υπογράφει ως "εθνικός φοροεισπράκτορας" ότι, αν δεν πλήρωναν τους οφειλόμενους φόρους που ανέρχονταν σε εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, θα εκτελούνταν, πράγμα που έγινε.  Μετά από αυτό εκατομμύρια οφειλόμενων φόρων αρχίζουν να εισρέουν στα ταμεία του κράτους. Το έγκλημα όμως είναι έγκλημα.
Ο αστυνόμος Χαρίτος αναλαμβάνει την εξιχνίασή του, προπάντων όταν ο άγνωστος "εθνικός φοροεισπράκτορας", ο οποίος στο μεταξύ έχει αναδειχτεί σε λαϊκό ήρωα, ζητά ποσοστά από το ποσό που εισέπραξε το κράτος! Θα ακολουθήσουν και άλλοι φόνοι, αυτή τη φορά με βέλος εμποτισμένο σε κώνειο. Όλα τα στοιχεία παραπέμπουν στην αρχαιότητα. Δύσκολο το πρόβλημα για τον Χαρίτο, που στο μεταξύ αντιμετωπίζει και τα οικογενειακά του προβλήματα, με κυριότερο την απόφαση της κόρης του να μεταναστεύσει, μαζί με το σύζυγό της, μια και στην Ελλάδα δεν βρίσκει δουλειά.
Η διαπλοκή, η διαφθορά, η φοροδιαφυγή, οι κομματικές παρεμβάσεις, όλα όσα οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή κατάσταση στηλιτεύονται με έμμεσο, ειρωνικό και συχνά ανάλαφρο τρόπο. Πάντα σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, σε χρόνο ενεστώτα που δίνει αμεσότητα και ζωντάνια στο κείμενο, με άφθονους διαλόγους, με χιούμορ, ο Πέτρος Μάρκαρης θα μας οδηγήσει στη λύση. Ελπίζουμε με το μυθιστόρημά του αυτό να μη βάλει ιδέες σε κάποιους! Άλλωστε αυτό συμβουλεύει το οπισθόφυλλο: "Το μυθιστόρημα δεν συνιστάται για απομιμήσεις".

Σημ. Όπως μας πληροφορεί το οπισθόφυλλο, η "Περαίωση" είναι το δεύτερο μυθιστόρημα της Τριλογίας της Κρίσεως. Πρώτο υπήρξε το "Ληξιπρόθεσμα δάνεια". Όλοι εμείς που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε τον Κώστα Χαρίτο, την οικογένεια, τους συναδέλφους του στο γραφείο, με ανυπομονησία θα περιμένουμε το τρίτο μέρος της τριλογίας.

Κυριακή, Νοεμβρίου 27, 2011

Μία ημέρα

"Αχ, που 'σαι νιότη που 'δειχνες πως θα γινόμουν άλλος"
Ο στίχος αυτός του Βάρναλη ερχόταν και ξαναρχόταν στη σκέψη μου, καθώς διάβαζα το πολυσέλιδο μυθιστόρημα του Ντέιβιντ Νίκολς "Μία ημέρα", με υπότιτλο "Είκοσι χρόνια. Δύο άνθρωποι". (Μίνωας, 2011, μετ. Γωγώ Αρβανίτη). Παγκόσμιο best seller, μεταφρασμένο σε 36 γλώσσες, γυρισμένο ήδη σε ταινία, εκθειασμένο από την κριτική, έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ευπώλητου. Καθώς όμως το διάβαζα δεν ήξερα να πω αν είναι ένα σοβαρό μυθιστόρημα με ανάλαφρο επικάλυμμα ή αν είναι ένα ακόμα ανάλαφρο είδος τύπου Άρλεκιν με επίχρισμα σοβαρότητας! Σημασία έχει ότι το διάβασα με ενδιαφέρον, κάποιες στιγμές με χαμόγελο, άλλοτε με συγκίνηση, συχνά επιδοκιμάζοντας την αποδομητική στάση του συγγραφέα για πλήθος συνήθειες, νοοτροπίες και καταστάσεις.
Είναι 15 Ιουλίου 1988. Δυο νέοι, η Έμμα και ο Ντέξτερ, γνωρίζονται τη νύχτα της αποφοίτησής τους από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Περνούν τη νύχτα μαζί, κουβεντιάζουν, αναλογίζονται πώς θα είναι στα σαράντα τους που τους φαίνονται απίστευτα μακρινά, κάνουν όνειρα. Εκείνος, μέτριος φοιτητής στο τμήμα μοντέρνων γλωσσών, ωραίος, πλούσιος, θέλει πρώτα να ταξιδέψει, Γαλλία, Κίνα, Ινδία...Εκείνη, έχοντας τελειώσει με άριστα Αγγλική λογοτεχνία και ιστορία, προερχόμενη από μια κατώτερη κοινωνική τάξη, δεν ξέρει τι ακριβώς θα κάνει. Σημασία έχει, λέει, "να θέλεις να κάνεις κάτι διαφορετικό. Όχι να αλλάξεις ολόκληρο τον κόσμο, αλλά έστω αυτό το μικρό κομμάτι που υπάρχει γύρω σου".
Παρ' όλη την έλξη που αισθάνονται ο ένας για τον άλλο, οι δρόμοι τους αναπόφευκτα χωρίζουν. Ο συγγραφέας εξετάζει τις ζωές τους την ίδια ημερομηνία, 15 Ιουλίου, κάθε χρόνο μέχρι το 2007. Κάθε χρονιά τους βρίσκει σε μια διαφορετική κατάσταση. Ο καθένας ακολουθεί τη δική του πορεία. Κάνουν δεσμούς, χωρίζουν, κάποτε συναντιώνται, διατηρώντας μέσα στο χρόνο κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί "ερωτική φιλία". Εκείνος, πραγματοποιώντας το όνειρό του, αφού ταξιδέψει, γίνεται διάδημος παρουσιαστής στην τηλεόραση. Εκείνη εργάζεται πρώτα ως σερβιτόρα κι εξασφαλίζει τα δίδακτρα για να αποκτήσει δίπλωμα δασκάλας, ενώ ταυτόχρονα ονειρεύεται να γίνει συγγραφέας.
Η ζωή όμως δεν εξελίσσεται όπως την ονειρευτήκαμε. Οι ήρωες του Νίκολς "γι' αλλού κινήσανε κι αλλού η ζωή τους πήγε", πράγμα βέβαια που δεν μπορώ να αποκαλύψω.
Παράλληλα με τη ζωή των ηρώων του ο συγγραφέας με αδρές πινελιές ζωγραφίζει και τον μεταβαλλόμενο κόσμο. Πολύ σύντομες, υπαινικτικές σχεδόν αναφορές γίνονται για τον Νέλσον Μαντέλα, την εισβολή στο Αφγανιστάν, τον Σαντάμ Χουσεΐν, τη νέα χιλιετία κ. ά. Έχω την άποψη πως το βιβλίο θα κέρδιζε αν γίνονταν εκτενέστερες αναφορές στα σημαντικά γεγονότα της εικοσαετίας που καλύπτει το βιβλίο.
Με την ίδια συντομία ρίχνονται στο βιβλίο συχνά μονολεκτικές αναφορές σε πλήθος βιβλία που μοιάζει να είναι μια επιδεικτική αναφορά των λογοτεχνικών γνώσεων του συγγραφέα. Από την Άγκαθα Κρίστι στον Κούντερα, από την Τζέιν Όστιν στον Ντίκενς, από τη Βιρτζίνια Γουλφ στην Έμιλι Ντίκινσον, από τον Ντοστογιέφσκι στον Ναμπούκοφ, συγγραφείς και έργα αναφέρονται με δεδομένο ότι είναι γνωστά στον αναγνώστη. Όσο για το "Χάουαρντς εντ" ο ήρωάς του το διαβάζει μια ζωή χωρίς να το τελειώνει. Έμμεσα ο Νίκολς κάνει την κριτική του. Για πλήθος άλλα θέματα η κριτική του είναι πιο άμεση. Ειρωνεύεται τον κόσμο της τηλεόρασης, τα ακριβά εστιατόρια που είναι μόνο "δήθεν", το πρότυπο του θεωρούμενου επιτυχημένου κ.λπ. Λέει για παράδειγμα: "Τον παλιό καιρό, όταν οι άνθρωποι είχαν μόνο το αλκοόλ για βοήθεια, για να μιλήσεις με ένα κορίτσι έπρεπε πρώτα να κάνεις παιχνίδι με τα μάτια, να την κεράσεις ποτό, να φας ώρες ρωτώντας για βιβλία, ταινίες, γονείς, αδέρφια. Τώρα είναι εύκολο να περάσεις σχεδόν κατευθείαν από το "πώς σε λένε;" στο "Δείξε μου το τατουάζ σου" ας πούμε ή στο "Τι χρώμα εσώρουχα φοράς;"
Αλλού γράφει: "Στο θαυμαστό καινούριο κόσμο της TV δεν υπήρχε περίπτωση να μπει σε μια αίθουσα συσκέψεων και να βρει εκεί ένα τσούρμο εξηντάρηδες να κατεβάζουν ιδέες γύρω από ένα τραπέζι. Αλήθεια, τι γίνονταν οι άνθρωποι της TV όταν έφταναν σε μια ορισμένη ηλικία;"
Κι άλλοτε παρατηρεί ειρωνικά για τον ήρωά του: "...τυπικό δείγμα μιας νέας ράτσας Βρετανού: Λονδρέζος, με λεφτά, άνετος με τη σεξουαλικότητά του, με αδυναμία στο σεξ, τα ακριβά αυτοκίνητα, τα ρολόγια από τιτάνιο και τα αντικείμενα από ματ ανοξείδωτο ατσάλι".
Η θητεία του Νίκολς ως σεναριογράφου είναι εμφανής στην πληθώρα των διαλόγων του βιβλίου. Νομίζω πως πρόκειται για έναν έξυπνο, γνώστη της λογοτεχνίας συγγραφέα που κινήθηκε με τους ρυθμούς της αγοράς και πέτυχε. Εν κατακλείδι θα έλεγα πως το "Μία ημέρα" είναι ό,τι πρέπει ως ανάγνωσμα για ένα κρύο, χειμωνιάτικο σαββατοκύριακο, στη θαλπωρή του σπιτιού.

Τρίτη, Νοεμβρίου 22, 2011

Αμνησία

Δεν είναι η πρώτη φορά που διαπιστώνω ότι μια έμπνευση, μια ωραία ιδέα, δεν κατορθώνει να φτάσει στο προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Το θέμα "μνήμη" και πώς αυτή λειτουργεί, οι επιπλοκές της, πώς χάνεται και πώς ανακτάται, είναι από μόνο του ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα και έχει δώσει ωραία ψυχολογικά θρίλερ τόσο στη λογοτεχνία όσο και στον κινηματογράφο. (Θυμάμαι τώρα το εξαιρετικό, παλιό μυθιστόρημα του James Hilton "Αιχμάλωτοι του παρελθόντος", έκδοση του Ρομάντζου του 1955, που βρίσκεται ακόμη στα παλαιοπωλεία).
Όμως ο Άγγλος Στιβ Γουάτσον με την "Αμνησία" (Ψυχογιός, 2011, μετ. Γιώργος Μπαρουξής), που αποτελεί το πρώτο του μυθιστόρημα, αποτέλεσμα των μαθημάτων δημιουργικής γραφής που παρακολούθησε, δεν κατορθώνει να δημιουργήσει έργο μεγάλης πνοής. Υπάρχουν επαναλήψεις που το καθιστούν φλύαρο, η δράση είναι ελάχιστη και οι αναμενόμενες ανατροπές σχεδόν προβλεπόμενες από τον αναγνώστη.
Η υπόθεση: Μια γυναίκα, η Κριστίν, σαράντα εφτά χρονών, ξυπνάει κάθε πρωί σ' ένα άγνωστο γι' αυτήν δωμάτιο, πλάι σ' έναν άγνωστο άνδρα. Όλη η προηγούμενη ζωή της έχει σβηστεί από τη μνήμη της. Κάθε μέρα ο άντρας της πρέπει να της θυμίζει ποια είναι, να γεμίζει την κουζίνα με σημειώματα, ενώ ένας γιατρός, νευρολόγος, την παρακολουθεί εν αγνοία του συζύγου της, μελετώντας την περίπτωσή της και βοηθώντας την να επανεύρει τη μνήμη της. Ένα από τα μέσα που χρησιμοποιεί είναι να την προτρέψει να καταγράφει σε ημερολόγιο όσα της συμβαίνουν κάθε μέρα. Έτσι, διαβάζοντάς τα η Κριστίν θυμάται και μας αφηγείται τι της συμβαίνει. Οι καταγραφές είναι αφύσικα εκτενείς και λεπτομερείς για μια γυναίκα χωρίς μνήμη.
Με τη μέθοδο αυτή, αλλά και με την επίσκεψη σε μέρη όπου έζησε στο παρελθόν, η μνήμη της αρχίζει σιγά-σιγά να επανέρχεται, οπότε διαπιστώνει, και μαζί της και ο αναγνώστης, ότι τα πράγματα δεν είναι αυτά που φαίνονται.
Θα μπορούσε να είναι ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι κι ας έχουν αγοραστεί τα συγγραφικά δικαιώματα από πάνω από 30 χώρες, όπως μαθαίνουμε από το πληροφοριακό σημείωμα. Ίσως η ταινία που ετοιμάζεται να γυριστεί με βάση το έργο, με τις απαραίτητες τροποποιήσεις που συνήθως γίνονται κατά τη μεταφορά βιβλίων στον κινηματογράφο, να αποβεί πιο ενδιαφέρουσα.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 07, 2011

Ο ιεροκήρυκας

Η Φιελμπάκα είναι ένα ψαροχώρι της Σουηδίας, 140 χμ. περίπου από το Γέτεμποργ. Eκεί γεννήθηκε το 1974 η Camilla Lackberg και εκεί τοποθετεί τις αστυνομικές της ιστορίες. Με σπουδές στα οικονομικά στράφηκε στη συγγραφή αστυνομικών μυθιστορημάτων από αγάπη για τις αστυνομικές ιστορίες, αφού, όπως μας πληροφορεί το βιογραφικό της, από τα έντεκά της χρόνια είχε διαβάσει όλα τα βιβλία της Αγκάθα Κρίστι.
Το πρώτο της βιβλίο, "Η παγωμένη πριγκίπισσα", κυκλοφόρησε το 2003 (στα ελληνικά από το Μεταίχμιο το 2010), έγινε μπεστ σέλερ, γι' αυτό και η εξίσου μεγάλη επιτυχία του δεύτερού της βιβλίου "Ο ιεροκήρυκας" (Μεταίχμιο 2011, μετ. Γρηγόρης Κονδύλης). Στα σουηδικά κυκλοφορεί ήδη το έβδομό της βιβλίο, ενώ στα ελληνικά προαναγγέλλεται για την άνοιξη του  2012 το "Οικογενειακά μυστικά".
Κατά κανόνα στα αστυνομικά μυθιστορήματα υπάρχει ως κεντρικό πρόσωπο ο ίδιος ντετέκτιβ. Για παράδειγμα ο Ηρακλής Πουαρό στην Αγκάθα Κρίστι (κάποτε η Μις Μαρπλ), ο Σέρλοκ Χολμς στον Άρθουρ Κόναν Ντόυλ, ο Κώστας Χαρίτος στον Πέτρο Μάρκαρη κ.ο.κ.
Η Camilla Lackberg δημιούργησε τον Πάτρικ Χένστρεμ. Εργάζεται στο αστυνομικό τμήμα του Τανουμσχέντε, έχει ως προϊστάμενο τον όχι και πολύ ικανό Μέλμπεργ και βοηθούς μια ομάδα άλλων αστυνομικών. Ο Πάτρικ, όπως όλοι οι οι ντετέκτιβ αστυνομικών μυθιστορημάτων, είναι έξυπνος, έντιμος, δραστήριος, προσηλωμένος στο καθήκον και βεβαίως φτάνει πάντα στη λύση και στην αποκάλυψη των ενόχων.
Στο πρώτο βιβλίο της Lackberg τον είδαμε να ερωτεύεται την Ερίκα, μια συγγραφέα, πιθανόν το alter-ego της ίδιας της συγγραφέως, που κληρονομεί το πατρικό της στη Φιελμπάκα και αποφασίζει να μείνει εκεί. Παντρεύονται και τώρα, στο δεύτερο βιβλίο, η Ερίκα είναι έγκυος και περιμένουν το πρώτο τους παιδί. Είναι καλοκαίρι, πολλή ζέστη (λίγο δύσκολο να το φανταστούμε για τη Σουηδία), ο Πάτρικ είναι με άδεια, αλλά ανακαλείται στην υπηρεσία γιατί βρέθηκε ένα γυμνό πτώμα μιας νέας γυναίκας. Το πιο περίεργο είναι ότι κάτω από το πτώμα βρέθηκαν δυο σκελετοί. Η έρευνα έδειξε ότι πρόκειται για σκελετούς νέων γυναικών που είχαν εξαφανιστεί  είκοσι χρόνια πριν. Κατάγματα και τραύματα στο πτώμα έδειχναν ότι το θύμα είχε βασανιστεί πριν δολοφονηθεί, αλλά ευρήματα και στους δύο σκελετούς έδειχναν ένα παρόμοιο τρόπο θανάτου. Πώς συνδέεται το καινούριο έγκλημα με τα παλιά; Ποιος και γιατί δολοφόνησε τις  νέες γυναίκες;
Από την αρχή φαίνεται ότι ο ένοχος πρέπει να αναζητηθεί ανάμεσα στα μέλη δυο συγγενικών οικογενειών που κατάγονται από τον φημισμένο στην εποχή του ιεροκήρυκα Εφραίμ Χούλτ, αλλά με κάκιστες σχέσεις μεταξύ τους. Η έρευνα που διεξάγει ο Πάτρικ διανθίζεται με τις οικογενειακές του στιγμές, την Ερίκα που υποφέρει από τη ζέστη στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης, τους ανεπιθύμητους ξένους που εκμεταλλεύονται τη φιλοξενία της, τα προβλήματα που η μικρότερη αδελφή της αντιμετωπίζει στο γάμο της και ποικίλα άλλα θέματα καθημερινότητας.
Κάποτε η λύση στα αστυνομικά μυθιστορήματα μας φαίνεται παρατραβηγμένη, όχι τόσο πιθανή και ίσως να μη μας ικανοποιεί πάντα. Όμως πιστεύω ότι μεγαλύτερη σημασία για τον αναγνώστη έχει η διαδρομή ως εκεί. Η περιέργεια για το τι μπορεί να συνέβη, η ενεργοποίηση της σκέψης στην αναζήτηση του ενόχου, οι ποικίλες άλλες πληροφορίες σχετικά με τη ζωή στην τοπική και χρονική συγκυρία, οι κοινωνικές, ψυχολογικές και άλλες διαστάσεις που απαιτεί το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα. Γενικά είναι ένα ανάγνωσμα που λειτουργεί με τους δικούς του όρους, από το οποίο δεν έχεις απαιτήσεις υψηλής λογοτεχνίας, αλλά που μπορεί να σου χαρίσει λίγες ώρες αναγνωστικής ψυχαγωγίας.