Κυριακή, Σεπτεμβρίου 27, 2015

Εγώ ο Κλαύδιος

Ρόμπερτ Γκρέηβς
Εγώ ο Κλαύδιος
Κέδρος 1996 (πέμπτη έκδοση)
Μετ. Αλέξανδρος Κοτζιάς
"Αυτή είναι μια ιστορία-εξομολόγηση. Αλλά σε ποιους εξομολογούμαι, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς; Η απάντησή μου είναι: απευθύνεται στους επιγενομένους. Και δεν εννοώ τα δισέγγονα ή τα τρισέγγονά μου: εννοώ κάποιο απώτατο μέλλον. Ωστόσο, η ελπίδα μου είναι ότι εσείς, οι τελικοί αναγνώστες μου, έπειτα από εκατό ή και παραπάνω γενεές, θα νιώσετε να σας μιλάω άμεσα, όπως ένας σύγχρονος: όπως συχνά νιώθω να μου μιλάνε ο Ηρόδοτος κι ο Θουκυδίδης, αν και πεθαμένοι τόσον καιρό".
Δεν υπάρχει νομίζω κανείς από τη "φυλή των βιβλιόφιλων" που να μην έχει ακούσει για το βιβλίο αυτό. Λιγότεροι ίσως το 'χουν διαβάσει. Κι εγώ το ανέσυρα απ' το σωρό τα αδιάβαστα βιβλία μου, όπου για χρόνια (τι κρίμα!) κειτόταν παραμελημένο κι αδιάβαστο. Το απολαυστικό του διάβασμα κράτησε μέρες. Η συναρπαστική εξιστόρηση της ζωής στην αρχαία Ρώμη, δοσμένη με μια ζωντανή αφήγηση και μια σύγχρονη γραφή, αφηγημένη σε πρώτο πρόσωπο από τον αυτοκράτορα Κλαύδιο, είναι απίστευτα γοητευτική. Ο Κλαύδιος εξιστορεί τη ζωή του, τη ζωή της οικογένειάς του, τη ζωή της κοσμοκράτειρας Ρώμης τα τελευταία χρόνια του 1ου π.Χ. αι. μέχρι το 41 μ.Χ.
Ο Κλαύδιος γεννήθηκε το 10 π.Χ. Συγγενής  της αυτοκρατορικής οικογένειας του Αυγούστου, όμως η ντροπή της οικογένειας, θα λέγαμε. Τραυλός, κουτσός, βαρήκοος, φιλάσθενος-"πεδίο μάχης ασθενειών, έλεγαν οι γιατροί- και επέζησα ίσως μόνο επειδή οι αρρώστιες δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν ποια θα είχε την τιμή να με ξεκάνει", γράφει ο ίδιος. Όμως μέσα σ'αυτό το άσχημο και ασθενικό σώμα υπήρχε ένας οξύτατος νους (έτσι τουλάχιστον μας τον παρουσιάζει ο Ρόμπερτ Γκρέηβς). Αφοσιωμένος στη μελέτη και τη συγγραφή, παίρνει καλή μόρφωση και πάθος του γίνεται η συγγραφή ιστορικών βιβλίων. Είναι πολύ χαρακτηριστικές οι σκέψεις του όταν, από συγκυρία και χωρίς καθόλου να το επιθυμεί ή να το επιδιώξει, ανακηρύσσεται το 41 μ.Χ. αυτοκράτωρ. Εκείνη την ώρα, λέει, δεν σκέφτηκε τίποτε άλλο παρά μόνο ότι τώρα θα μπορούσε να κάνει τον κόσμο να διαβάσει τα βιβλία του!
Με βαθιά γνώση της ιστορικής περιόδου που μυθιστορηματικά αναπλάθει ο Γκρέηβς, αλλά χωρίς  κουραστικές σημειώσεις ή παραπομπές, δημιούργησε ένα μυθιστόρημα που μπορεί πλέον να καταταγεί ανάμεσα στα κλασικά του 20ου αι. Η ιστορική περίοδος καλύπτει τη βασιλεία τριών αυτοκρατόρων: του Αυγούστου, του Τιβέριου και του Καλιγούλα. Σταματά στο σημείο όπου με τη δολοφονία του Καλιγούλα ανακηρύσσεται αυτοκράτωρ ο Κλαύδιος.
Ασφαλώς δεν μπορεί ο αναγνώστης να συγκρατήσει ούτε τα δεκάδες ονόματα που παρελαύνουν στο βιβλίο ούτε τις πολυδαίδαλες συγγένειες. Όμως το βιβλίο είναι ένα απολαυστικό ανάγνωσμα που, γραμμένο σε τόνο ανάλαφρο, διανθισμένο με χιούμορ, έξυπνες παρατηρήσεις και σχόλια, μας αφήνει έντονα αποτυπωμένες σκηνές, επεισόδια, χαρακτήρες. Πώς να ξεχάσεις για παράδειγμα την πανίσχυρη, ραδιούργα Λιβία, δεύτερη σύζυγο του Αυγούστου και γιαγιά του Κλαύδιου ή τον τρελό Καλιγούλα; Το σημαντικότερο, δεν σου αφήνει την αίσθηση ότι διαβάζεις για έναν κόσμο που υπήρξε 2000 χρόνια πριν. Σου δίνει την εντύπωση ενός ολοζώντανου παρόντος και ίσως mutatis mutandis (τηρουμένων των αναλογιών) να βρίσκαμε πολλά σημεία ομοιότητας με κάθε εποχή της ανθρώπινης ιστορίας. Η δίψα της εξουσίας, οι διαβολές και τα ψέματα της πολιτικής, η δόλια εξόντωση των πολιτικών αντιπάλων, οι γάμοι συμφέροντος και σκοπιμοτήτων, η μανία του χρήματος, ποτέ δεν έλειψαν από την ανθρωπότητα. Αθάνατος ο Θουκυδίδης μας το λέει με τον πιο χαρακτηριστκό τρόπο:
...γιγνόμενα μεν και αιεί εσόμενα, έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η...

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 20, 2015

Το κορίτσι της πτήσης 5403

Michel Bussi
Το κορίτσι της πτήσης 5403
Κέδρος, 2015
Μετ. Αριάδνη Μοσχονά
Το πρώτο κεφάλαιο δεν προδιαθέτει τον αναγνώστη για την αστυνομική πλοκή, στην οποία σε λίγο θα εξελιχθεί το μυθιστόρημα αυτό των 531 σελίδων. Και πράγματι, δεν είναι μόνο αστυνομικό. Στο εισαγωγικό κεφάλαιο παρακολουθούμε τα τελευταία λεπτά μιας πτήσης, στις 23 Δεκεμβρίου 1980, από την Ισταμπούλ στο Παρίσι. Κάπου κοντά στα γαλλοελβετικά σύνορα, το airbus με 169 επιβάτες χάνει ύψος και συντρίβεται στο βουνό Μον Τερίμπλ. Οι 168 από τους 169 επιβάτες σκοτώνονται, όμως, σαν από θαύμα, ένα βρέφος, ένα κοριτσάκι τριών μηνών, επιζεί. Θα ήταν πολύ απλό και εύκολο  να αποδοθεί στους συγγενείς, αφού και οι δυο γονείς που ταξίδευαν μαζί του έχουν σκοτωθεί, αν ήταν το μοναδικό βρέφος που ταξίδευε. Όμως ο έλεγχος των επιβατών αποκαλύπτει ότι  με την ίδια πτήση ταξίδευαν με τους γονείς τους δυο βρέφη. Κοριτσάκια και τα δύο, στην ίδια ηλικία. Ποιο λοιπόν είναι το βρέφος που σκοτώθηκε και σε ποια οικογένεια ανήκει αυτό που επέζησε;
Δυο οικογένειες παππούδων το διεκδικούν: Η πλούσια οικογένεια των Καρβίλ και η λαϊκή, φτωχή, των Βιτράλ. Εξονυχιστικές είναι οι έρευνες για στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδείξουν την ταυτότητα του παιδιού. Τα ρούχα που φορούσε, πιθανές φωτογραφίες του, μαρτυρίες κάποιων που τυχόν το είχαν δει στη σύντομη ζωούλα του, ακόμα και το χρώμα των ματιών του κ.ο.κ. (εννοείται βέβαια πως το 1980 η μέθοδος DNA δεν είχε εφευρεθεί). Τίποτα δεν μπόρεσε να αποτελέσει αδιάσειστη απόδειξη. Η υπόθεση καταλήγει στο δικαστήριο που αφού άκουσε όλες τις μαρτυρίες, κατέληξε να αποδώσει το κοριτσάκι στη φτωχή οικογένεια των Βιτράλ. Όμως η πάμπλουτη οικογένεια των Καρβίλ έχει ενδοιασμούς, δεν έχει πεισθεί από την απόφαση. Προσλαμβάνει έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ και με μια υπέρογκη ετήσια αμοιβή του αναθέτει να κάνει ό,τι μπορεί, όσο χρόνο κι αν χρειαστεί, για να βρει στοιχεία που να αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας την ταυτότητα του παιδιού.
Η τεχνική του συγγραφέα είναι εντυπωσιακή. Παράλληλα με τη λεπτομερή έρευνα του ντετέκτιβ την οποία ο ίδιος αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο στο προσωπικό του ημερολόγιο και εμείς διαβάζουμε τμηματικά, όταν πια έχει τελειώσει, εξελίσσεται με κάθε λεπτομέρεια και μια συγκεκριμένη μέρα του 1998, όταν η μικρή διασωθείσα είναι πια 18 χρονών. Έξυπνα ευρήματα, ανατροπές, χαρακτήρες και σχέσεις προσώπων (κάποια στιγμή βέβαια και δολοφονίες) κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη που συνεχώς αντιμετωπίζει καινούριες καταστάσεις που ανατρέπουν τη γνώμη που είχε σχηματίσει.
Το μυθιστόρημα του Bussi διακρίνεται τόσο για την πρωτοτυπία στο θέμα όσο και στον τρόπο ανάπτυξής του. Δεν λείπουν βέβαια οι κάποιες απιθανότητες και υπερβολές, συνηθισμένες στο είδος, αλλά και αχρείαστες σκηνές που απλώς αυξάνουν τις σελίδες. Με 50-100 λιγότερες σελίδες θα ήταν ένα τέλειο ανάγνωσμα. 

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 06, 2015

Αιρετικοί

Λεονάρδο Παδούρα
Αιρετικοί
Καστανιώτης, 2015
Μετ. Κώστας Αθανασίου
Επιτέλους! Το τελείωσα! Με κούρασε, με βασάνισε, μου πήρε σχεδόν δυο βδομάδες η ανάγνωσή του, χρειάστηκε να το ξαναρχίζω όταν το εγκατέλειπα για 1-2 μέρες, αλλά άξιζε τον κόπο. Στην ουσία δεν είναι ένα αλλά τρία μυθιστορήματα με μια πολύ χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Σελίδες της Κούβας του 20ου και του 21ου αι., σελίδες του Άμστερνταμ του 17ου αι., Εβραίοι της Κούβας, της Πολωνίας, Εβραίοι του Άμστερνταμ, χρόνοι και πρόσωπα διαπλέκονται για να προβάλει ο συγγραφέας το αιώνιο αίτημα του ανθρώπου για ελευθερία. Ελευθερία από θρησκευτικά ταμπού, από προκαταλήψεις, από κοινωνικά κατεστημένα, ελευθερία που μπορεί στην ακραία περίπτωση να φτάσει ως την αυτοκαταστροφή. Αυτοί είναι οι αιρετικοί του Παδούρα. Οι άνθρωποι που σε κάθε τόπο και κάθε εποχή τολμούν να κάνουν την επανάστασή τους, να αποκλίνουν από τα καθιερωμένα, να διεκδικήσουν με κάθε τίμημα το δικαίωμα να είναι αυτό που θέλουν να είναι.
Το πρώτο από τα τρία βιβλία στα οποία διαιρείται το μυθιστόρημα τιτλοφορείται "Το βιβλίο του Ντανιέλ". Καθώς ο συγγραφέας πηγαινοέρχεται στο χρόνο και στα πρόσωπα (π.χ. Αβάνα 1939, Αβάνα 2007, Αβάνα 1940-1953, ξανά Αβάνα 2007, Αβάνα 1958 κ.ο.κ) απαιτείται αμέριστη η προσοχή του αναγνώστη. Αρχίζει στην Αβάνα το 1939. Εκεί ο Πολωνοεβραίος Γιόζεφ Καμίνσκι, μαζί με τον εξάχρονο ανιψιό του Ντανιέλ περιμένουν την οικογένεια Καμίνσκι (πατέρα, μητέρα και μικρή αδελφή του Ντανιέλ) που έρχονται με το υπερωκεάνιο Σαιντ Λιούις. Το πλοίο είναι γεμάτο με Εβραίους που προσπαθούν να διαφύγουν από τους διωγμούς που είχαν αρχίσει, δεν γίνεται όμως πουθενά δεκτό, αναγκάζεται να επιστρέψει στην Ευρώπη, όπου οι επιβαίνοντες βρήκαν τον θάνατο στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ανάμεσά τους και η οικογένεια Καμίνσκι που είχαν ελπίσει στη σωτηρία, μια και κατείχαν ένα πίνακα που άξιζε εκατομμύρια. Ο πίνακας, με την υπογραφή του Ρέμπραντ, παρίστανε τον Χριστό, με τα χαρακτηριστικά ενός νεαρού Εβραίου. Μ' αυτό τον πίνακα είχαν ελπίσει ότι θα εξασφάλιζαν την αποβίβασή τους στην Αβάνα, δωροδοκώντας έναν υψηλόβαθμο Κουβανό. Φαίνεται όμως ότι εκείνος οικειοποιήθηκε τον πίνακα χωρίς να συμβάλει στη σωτηρία της οικογένειας, που τελικά εξοντώθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο Ντανιέλ είναι ο πρώτος "αιρετικός" του βιβλίου. Απαρνήθηκε τον εβραϊσμό στον οποίο τον εξωθούσε ο θείος του Γιόζεφ και ασπάστηκε τον καθολικισμό για να παντρευτεί την Κουβανή Μάρτα Αρνάες, με την οποία και εγκατέλειψαν την Κούβα. Προηγουμένως ο Ντανιέλ θέλησε να σκοτώσει τον Κουβανό που, όπως τυχαία ανακάλυψε, ευθυνόταν για την υπεξαίρεση του πίνακα και επομένως και για τον θάνατο των γονιών και της αδελφής του. Κάποιος όμως τον είχε προλάβει. Χρόνια αργότερα, το 2007, φτάνει στην Κούβα ο γιος του Ντανιέλ, Ελίας, που ζει στη Ν. Υόρκη και αναθέτει στον πρώην αστυνομικό Μάριο Κόντε να ανακαλύψει τι ακριβώς συνέβη τότε, το 1939, ποιος ήταν αυτός που οικειοποιήθηκε τον πίνακα του Ρέμπραντ που αποδεδειγμένα ανήκει στην οικογένειά του και πώς ο πίνακας αυτός έφτασε να πωλείται τώρα σε δημοπρασία στο Λονδίνο.
Στο δεύτερο βιβλίο, "Το βιβλίο του Ελίας", μεταφερόμαστε τρεις αιώνες πίσω, στο Άμστερνταμ  του 1643. Εδώ δεσπόζει η ιστορία ενός νεαρού Εβραίου, του Ελίας Αμπρόσιους, του οποίου διακαής πόθος είναι να μαθητεύσει κοντά στον περίφημο ζωγράφο της εποχής, τον Ρέμπραντ, θέλοντας να γίνει και ο ίδιος ζωγράφος. Το επιχειρεί με άκρα μυστικότητα, γιατί η ζωγραφική ήταν αυστηρά απαγορευμένη από τη θρησκεία τους στους Εβραίους. Βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον το μέρος αυτό του βιβλίου. Η ατμόσφαιρα της εποχής δίνεται με τόση πειστικότητα που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να επιστρέψει στην εποχή μας. Ο Ρέμπραντ αποδίδεται στις καθημερινές του διαστάσεις, ενώ ταυτόχρονα πληροφορίες για τις απόψεις του για την τέχνη, για συγκεκριμένους πίνακες, για τα χρώματα και τις μεθόδους του, σε κάνουν να θέλεις να ανατρέξεις, να ξαναδείς έργα του, να επιβεβαιώσεις τις πληροφορίες.
Τέλος, το τρίτο μέρος τιτλοφορείται "Το βιβλίο της Ιουδήθ". Βρισκόμαστε ξανά στην Αβάνα του 2008-9. Ο πρώην αστυνομικός Μάριο Κόντε εξακολουθεί να αναζητά τον χαμένο πίνακα του Ρέμπραντ, ενώ ταυτόχρονα αναζητά και μια εξαφανισμένη νεαρή, την Τζούντι. Η Γιούντιτ του πρώτου βιβλίου, η μικρή αδελφή του Ντανιέλ που χάθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, γίνεται τώρα Τζούντι και οι δυο θυμίζουν τη βιβλική Ιουδήθ. Μόνο όμως ως προς το όνομα. Σε άκρα αντίθεση με την Ιουδήθ της Βίβλου που αποκεφάλισε τον Ολοφέρνη σώζοντας την πατρίδα της, οι δυο σύγχρονες Ιουδήθ θυσιάζονται οι ίδιες. Η πρώτη εξαφανισμένη από το αντισημιτικό μένος, η δεύτερη αναζητώντας την προσωπική της ελευθερία και απαλλαγή από κάθε δεσμό, οικογενειακό, θρησκευτικό, κοινωνικό. Η Τζούντι υπήρξε μια ίμο, ηγετική μορφή της τάξης αυτής της νεολαίας που ζούσε μέσα στην κατάθλιψη, φορούσε μαύρα, αυτοτραυματιζόταν και αρνιόταν τα πάντα.
Ξέρω ότι έχω κάνει μια πολύ αδρομερή και επομένως πολύ ελλιπή παρουσίαση του βιβλίου. Οι "Αιρετικοί" θίγουν τόσα θέματα που καμιά παρουσίασση, νομίζω, δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη. Μόνο η ανάγνωση του ίδιου του βιβλίου, κι αυτού με αργό ρυθμό, μπορεί να οδηγήσει στη μέθεξη και απόλαυσή του. Θα ήθελα να κλείσω με μια άποψη που εκφράζει ένα από τα πρόσωπα του βιβλίου. Άποψη που ισχύει και για το ίδιο το βιβλίο ως τέχνη του λόγου.
"Η τέχνη είναι δύναμη. Μόνο αυτό, ή κυρίως αυτό:δύναμη. Όχι για να εξουσιάζει χώρες και να αλλάζει κοινωνίες, για να προκαλεί επαναστάσεις ή να καταπιέζει άλλους. Είναι δύναμη για να αγγίζει κανείς την ψυχή των ανθρώπων και, επί τη ευκαιρία, να αποθέτει εκεί τους σπόρους της βελτίωσης και της ευτυχίας τους..."
(ebook)

Πέμπτη, Αυγούστου 27, 2015

Στην κόψη του ξυραφιού

Σώμερσετ Μωμ
Στην κόψη του ξυραφιού
Άγκυρα, 1972
Μετ. Αννίκας Φερτάκη
Παλιό, κιτρινισμένο απ' τον καιρό, με μικρά τυπογραφικά στοιχεία που αμφιβάλλω αν υπάρχουν σήμερα, φορτωμένο με τις αναμνήσεις της προ τόσων δεκαετιών πρώτης ανάγνωσής του, το μυθιστόρημα του Σώμερσετ Μωμ μου χάρισε λίγες μέρες πολύ ευχάριστης συντροφιάς. Ένα μυθιστόρημα που γράφτηκε πριν από 70 τόσα χρόνια κι όμως δεν παύει να έχει τη φρεσκάδα, τη ζωντάνια, την επικαιρότητα και την αξία ενός σύγχρονου καλού μυθιστορήματος. Μ' άλλα λόγια, ένα κλασικό έργο.
Αρχίζει το 1919. Ο Μεγάλος Πόλεμος μόλις έχει τελειώσει, οι άνθρωποι ρίχνονται με  καινούριο ζήλο στη ζωή και στις απολαύσεις της. Δεν είναι όμως λίγοι κι αυτοί που βγήκαν προβληματισμένοι, επηρεασμένοι από τη μεγάλη σφαγή και τα εκατομμύρια τους νεκρούς. Ένας απ' αυτούς είναι ο νεαρός Λάρυ. Πολύ νέος κατατάχθηκε στην αεροπορία, υπηρέτησε στον πόλεμο ως πιλότος βομβαρδιστικού και είδε τον φίλο του να πεθαίνει, θυσιάζοντας τη ζωή του για να τον σώσει. Γυρίζει στο Σικάγο, όπου τον περιμένει η όμορφη, νεαρή αρραβωνιαστικιά του, η Ισαβέλλα. Όμως ο Λάρυ δεν είναι πια ο ίδιος όπως πριν από  τον πόλεμο. Εξακολουθεί να αγαπά την Ισαβέλλα, αλλά δεν θέλει ακόμα να την παντρευτεί. Ζητάει δυο χρόνια αναβολή. Όπως λέει, θέλει να διαβάσει, να ταξιδέψει, να μάθει. "Θέλω να πεισθώ αν υπάρχει Θεός ή όχι. Θέλω να μάθω γιατί υπάρχει στον κόσμο το κακό. Θέλω ν' ανακαλύψω αν η ψυχή μου είναι αθάνατη ή αν ο θάνατος βάζει τέλος σε όλα".
Η τεχνική που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας είναι τέτοια που προσδίδει στο μυθιστόρημα μια πειστικότητα και μια αληθοφάνεια που σπάνια συναντάμε στα μυθιστορήματα, ακόμα και σ' αυτά που μας λένε ότι στηρίζονται σε  πραγματικά γεγονότα. Ο Σώμερσετ Μωμ στο βιβλίο εξακολουθεί να είναι ο συγγραφέας. Γνωρίζεται με τα βασικά πρόσωπα του έργου, παρακολουθεί τη ζωή τους, καταγράφει τις συνομιλίες τους, εκφράζει κρίσεις και χαρακτηρισμούς γι'αυτούς.
Βασικοί χαρακτήρες του έργου, εκτός από τον Λάρυ και την Ισαβέλλα, η μητέρα της κα Μπράντλεϋ, μια κοσμική κυρία που θέλει να δει την κόρη της παντρεμένη με τον πλούσιο Γκραίη Ματουρίν, ο Γκραίη, φίλος του Λάρυ, ερωτευμένος κι αυτός με την Ισαβέλλα και προπάντων ο Έλιοτ, θείος της Ισαβέλλας, πλούσιος, αν και δεν φαίνεται να ασκεί ένα συγκεκριμένο επάγγελμα, λάτρης των δεξιώσεων και της κοσμικής ζωής. Τους βασικούς χαρακτήρες πλαισιώνουν πολλά άλλα δευτερεύοντα πρόσωπα.
Το έργο αρχίζει στο Σικάγο, η δράση όμως σύντομα μεταφέρεται στο Παρίσι ("η μόνη πολιτεία του κόσμου όπου μπορεί να ζήσει ένας πολιτισμένος άνθρωπος", κατά τον Έλιοτ), στην Κυανή Ακτή και μέσα από τις αφηγήσεις του Λάρυ σε πολλά άλλα μέρη, μέχρι τις Ινδίες, στις οποίες η γνωριμία με τους Γιόγκι και η παραμονή του σε μια Ασράμα (ερημητήριο) είχε καθοριστική επίδραση στη ζωή του.
Ο συγγραφέας συναντάται ευκαιριακά με όλα αυτά τα πρόσωπα, παρακολουθεί τη ζωή τους, ακούει τις εξομολογήσεις τους, λειτουργεί ως ένα είδος συμβούλου και παρατηρητή μεταφέροντάς μας όχι μόνο την εξέλιξη της ζωής τους αλλά και την όλη ατμόσφαιρα της εποχής. Την ευφορία και την οικονομική άνοδο της Αμερικής θα διαδεχτεί το φοβερό κραχ του 1929 που δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη τη ζωή των ηρώων. Κυρίως όμως ο συγγραφέας παρακολουθεί και μας μεταφέρει τη ζωή του Λάρυ, του νέου που προβληματίζεται, που εναγωνίως αναζητά νόημα και σκοπό στη ζωή.
Δίκαια πιστεύω το μυθιστόρημα αυτό θεωρείται πια κλασικό. Συνδυάζει τη ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής του μεσοπολέμου, κυρίως μιας ανώτερης κοινωνικής τάξης, με τον προβληματισμό γύρω από το νόημα της ζωής.
Υ. Γ. Στα ελληνικά βρήκα μόνο μια επανέκδοση, στις εκδόσεις Μελάνι. Στα Αγγλικά κυκλοφορούν πολλές. Και βεβαίως έχει μεταφερθεί και στον κινηματογράφο.

Τετάρτη, Αυγούστου 19, 2015

Ένας θάνατος στην οικογένεια

Καρλ Ούβε Κνάουσγκορντ
Ένας θάνατος στην οικογένεια
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΜΟΥ-ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ
Καστανιώτης, 2014
Μετ. Σωτήρης Σουλιώτης
Το βιβλίο αρχίζοντας δημιουργεί μεγάλο ενδιαφέρον, τουλάχιστον για τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις. Είναι ένα σύντομο δοκίμιο περί θανάτου. Πότε (σωματικά) επέρχεται ο θάνατος, γιατί αποφεύγουμε το νεκρό σώμα, γιατί το σκεπάζουμε, το απομακρύνουμε όσο πιο σύντομα γίνεται, γιατί αυτή η δυσφορία για τα νεκρά σώματα. Όμως η συνέχεια με απογοήτευσε. Η φιλοσοφική θεώρηση των πραγμάτων στην οποία ήλπισα και για την οποία με είχαν προϊδεάσει οι αρχικές σελίδες, τερματίστηκε εδώ. Σε ελάχιστα άλλα σημεία του βιβλίου ο συγγραφέας διακόπτει τη λεπτομερέστατη αφήγηση της ζωής του για να προβεί σε κάποια εκτίμηση, να σχολιάσει, να εμβαθύνει. Όλο σχεδόν το βιβλίο είναι μια αναπόληση και μια καταγραφή της ως τώρα ζωής του. Το σώζει κάπως η λογοτεχνική (όσο μπορούμε να κρίνουμε από τη μετάφραση)  έκφραση και η μη ευθύγραμμη αφήγηση που κρατούν εν μέρει το ενδιαφέρον.
Η εξιστόρηση της ζωής κάποιου άλλου πιστεύω ότι μας ενδιαφέρει είτε όταν συνδέεται με σημαντικά ιστορικά γεγονότα είτε όταν κατορθώνει να μας κάνει να ταυτιστούμε μαζί του λόγω κοινών εμπειριών, παρόμοιων ψυχολογικών καταστάσεων, ανάλογων σκέψεων και βιωμάτων. Τίποτε από αυτά δεν συμβαίνει στο πολυσέλιδο έργο του Νορβηγού. Μακροσκελέστατες περιγραφές της οικογενειακής ζωής, των συμμαθητών και φίλων, της εφηβείας, των νεανικών ερώτων και προπάντων του καπνίσματος και της κατανάλωσης αλκοόλ. Στη μέση περίπου του βιβλίου αρχίζει η εξιστόρηση του θανάτου του πατέρα και η μετάβαση του συγγραφέα μαζί με τον αδελφό του στην πόλη όπου πέθανε ο πατέρας τους, πράγμα που συνέβη στο σπίτι της γιαγιάς του συγγραφέα (μητέρας του πατέρα τους), για την κηδεία. Απ'εδώ και πέρα γίνεται ακόμα πιο απαράδεχτο το βιβλίο. Σελίδες επί σελίδων για να μας περιγράψει την άθλια κατάσταση στην οποία βρισκόταν το σπίτι, την ακαταστασία, την παραμέληση, τη βρωμιά, τα καθαριστικά που αγόρασαν, την προσπάθεια να καθαρίσουν κ.λπ. Δεν ξέρω τι βρήκαν σ' αυτές τις σελίδες (περίπου το ένα τρίτο του βιβλίου) αυτοί που το εκθειάζουν τόσο. Το πιθανότερο είναι ότι τις πηδούσαν!
Είναι φανερή η προσπάθεια του συγγραφέα να μιμηθεί τον Προυστ.  Οι λεπτομερείς περιγραφές, οι αφορμές για να επιστρέψει στο παρελθόν, η αναπόληση, όλα θυμίζουν τον "Χαμένο χρόνο". Αλλά πόρρω απέχει. Αν είχα ένα κέρδος απ' αυτό το βιβλίο είναι η επιθυμία και η απόφαση να ξαναδιαβάσω Προυστ.
Υ.Γ. Το βιβλίο είναι ο πρώτος τόμος μιας εξαλογίας. Εννοείται πως ούτε λόγος για να αναζητήσω τους υπόλοιπους πέντε  τόμους όταν εκδοθούν. 
(ebook) 

Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2015

Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν

Juan Gabriel Vasques
Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν
Ίκαρος, 2014
Μετ. Αχιλλέας Κυριακίδης
Η ανάμιξη μυθοπλασίας με πραγματικά γεγονότα είναι κάτι πολύ γοητευτικό, νομίζω, σ' ένα βιβλίο. Κι όταν σ' αυτού του είδους τη γραφή εμφιλοχωρούν ή σου προκαλούνται σκέψεις, η γοητεία του βιβλίου αυξάνεται ακόμα περισσότερο.
Ένα τέτοιο βιβλίο είναι το "Ο ήχος των πραγμάτων όταν πέφτουν". Τοποθετημένο στην Κολομβία, διαδραματίζεται χρονικά μεταξύ 1970 περίπου (αν και υπάρχουν εγκιβωτισμένα και παλαιότερα γεγονότα) και 2009. Κεντρικός πρωτοπρόσωπος αφηγητής, όχι όμως κατ' ανάγκη και πρωταγωνιστής, είναι ο 26χρονος Αντόνιο Γιαμάρα, καθηγητής στη Νομική Σχολή. Σ' ένα σφαιριστήριο, στο οποίο κάποτε πηγάινει και παίζει μπιλιάρδο, γνωρίζεται μ' έναν αρκετά μεγαλύτερό του μπιλιαρδόρο, τον Ρικάρδο Λαβέρδε. Λίγα πράγματα ξέρει για τη ζωή του, π.χ. ότι είναι πιλότος και από άλλους μαθαίνει ότι είχε περάσει είκοσι χρόνια στη φυλακή.
Είναι παραμονές του 1996. Ο Λαβέρδε περιμένει τη γυναίκα του που θα έρθει από την Αμερική. Όμως αυτή δεν θα φτάσει ποτέ. Το αεροπλάνο με το οποίο θα ερχόταν κατέπεσε στις 20.12.1995 (πραγματικό γεγονός). Η κασέτα με  ηχογραφημένη την τελευταία στιχομυθία των δυο κυβερνητών του αεροπλάνου θα ακουστεί ξανά και ξανά στο βιβλίο. Η κασέτα σταματά με τον ήχο πραγμάτων που πέφτουν: "Ακούγεται μια κοφτή κραυγή ή κάτι που μοιάζει με κραυγή. Ακούγεται ένας ήχος που δεν μπορώ να ταυτοποιήσω: ένας ήχος που δεν είναι ανθρώπινος ή είναι παραπάνω από ανθρώπινος, ο ήχος από ζωές που χάνονται, αλλά κι ο ήχος από υλικά που σπάνε. Είναι ο ήχος των πραγμάτων που πέφτουν από ψηλά, ένας ήχος διακεκομμένος και εξ αυτού αέναος, ένας ήχος που δεν τελειώνει ποτέ, που συνεχίζει να βοά στο κεφάλι μου από εκείνο το απόγευμα και δε λέει να φύγει, που αιωρείται στη μνήμη μου για πάντα, κρεμασμένος πάνω της σαν πετσέτα στην κρεμάστρα. Αυτός ο ήχος είναι ο τελευταίος που ακούγεται στο πιλοτήριο της πτήσης 965. Η κασέτα σταματά".
Έχω την αίσθηση πως ο αποκαλυπτικός ήχος δεν είναι μόνο αυτός που αναφέρεται στην πτώση του αεροπλάνου. Είναι και ο ήχος των αποκαλύψεων πολλών άλλων γεγονότων. Η σύντομη και ελλιπής, όσον αφορά   το παρελθόν του Λαβέρδε, γνωριμία του Αντόνιο με τον Λαβέρδε τερματίζεται ξαφνικά και βίαια. Μια μέρα, ενώ φεύγουν μαζί από το σφαιριστήριο, μια δολοφονική επίθεση αφήνει νεκρό τον Λαβέρδε και σοβαρά τραυματισμένο τον Αντόνιο. Η επίθεση άφησε ψυχολογικά και σεξουαλικά τραυματισμένο τον Αντόνιο, που στο μεταξύ έχει παντρευτεί σ' ένα συμβατικό γάμο κι έχει αποκτήσει μια κόρη. Όμως ποτέ δεν έπαψε να θέλει να διερευνήσει το παρελθόν, να μάθει ποιος υπήρξε ο Λαβέρδε, γιατί φυλακίστηκε, γιατί δολοφονήθηκε.
Την ευκαιρία αυτή θα του δώσει η κόρη του Λαβέρδε, η Μάγια Φριτς, που ζει μόνη σε μια απομονωμένη έπαυλη, τέσσερις ώρες μακριά από τη Μποκοτά. Την επισκέπτεται ένα Σαββατοκύριακο. Μέσα από παλιά γράμματα, χαρτιά, αποκόμματα εφημερίδων, αναμνήσεις, ανασυστήνεται η ζωή του Λαβέρδε, ο έρωτάς του με την Ελένα, αλλά και η ζωή στην Κολομβία τις δεκαετίες '70-'90, το εμπόριο της κοκαΐνης, ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών, οι δολοφονίες, ο φόβος που είχε κυριεύσει έναν ολόκληρο λαό. Μια εποχή, μια πόλη, η Μποκοτά και μια χώρα ζωντανεύουν με τη δύναμη της λογοτεχνίας.
Για το κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο έχω δυο επιφυλάξεις: Δεν βρίσκω καθόλου απαραίτητη αλλά ούτε και φυσική την ερωτική σκηνή μεταξύ Αντόνιο-Μάγιας, δυο ανθρώπων που συναντώνται για πρώτη, και ίσως μόνη, φορά ένα σαββατοκύριακο. Επίσης υπάρχουν υπερβολικά πολλές σημειώσεις του μεταφραστή. Σε 296 σελίδες υπάρχουν 179 σημειώσεις! Άλλοτε για ερμηνεία ισπανικών λέξεων, άλλοτε για διευκρίνιση όρων ή γεγονότων κ.λπ. Είναι πολύ κουραστικό για τον αναγνώστη να ανατρέχει συνεχώς στις σημειώσεις. Ας του μείνουν και μερικές απορίες ή ας ψάξει και μόνος του για κάτι που θα θεωρήσει σημαντικό.
(ebook)

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2015

Στιγμές από το Ελληνο-Βουλγαρικό ταξίδι



Ένα τραγούδι κάνω τ’ όνειρό μου

Κι έτσι πορεύομαι στη ζωή

Σ’ αγγέλους πιστεύω και σε παραμύθια,

I have a dream, a song to sing….

Η γλυκιά μελωδία, αποχαιρετιστήριο άκουσμα της τελευταίας βραδιάς του οκταήμερου ταξιδιού μας σε Ελλάδα και Βουλγαρία, ήταν ό, τι καλύτερο μπορούσαμε να πάρουμε μαζί μας «σαν τελευταία απόλαυση».
Λαϊκοί χοροί της Βουλγαρίας
Τελευταίο βράδυ στη Φιλιππούπολη. Κι ας τη λένε οι ντόπιοι, κι ας τη γράφουν οι πινακίδες και τα βιβλία Plovdiv. Για μας θα είναι πάντα η Φιλιππούπολη. Έτσι όπως την ονόμασε τον 4ο π.Χ. αι. από το όνομά του (τι μετριοφροσύνη αλλά και τι αυτογνωσία!) ο πατέρας του Μ. Αλεξάνδρου. Θράκες, Ρωμαίοι, Βυζαντινοί, Τούρκοι, Βούλγαροι, άφησαν ο καθένας τα ίχνη του σ’ αυτή την όμορφη πόλη.
Ελλάδα-Βουλγαρία. Δυο χώρες που η διαμάχη τους κρατάει αιώνες. Από τότε που ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Βασίλειος ονομάστηκε Βουλγαροκτόνος (πώς να ξεχάσουμε τα παιδικά μας αναγνώσματα της Πηνελόπης Δέλτα;) ως την πιο πρόσφατη ιστορία της πάλης για την κυριότητα της Μακεδονίας. Κι όμως σήμερα και οι δυο χώρες ανήκουν στην Ενωμένη Ευρώπη, η Φιλιππούπολη είναι αδελφοποιημένη με τη Θεσσαλονίκη, κι εμείς, ταξιδεύοντας στις δυο αυτές χώρες σχεδόν δεν ξεχωρίζουμε πού τελειώνει η μια και πού αρχίζει η άλλη.

Πρώτο καλωσόρισμα σ' ένα λιμανάκι της Καβάλας
Προσγειωθήκαμε ένα ήρεμο απομεσήμερο στο αεροδρόμιο «Μέγας Αλέξανδρος» της Καβάλας. Πρώτος σταθμός ένα απάνεμο, γαλήνιο λιμανάκι για ένα καλωσόρισμα με δροσερό ουζάκι. «Εδώ θα μείνω, δεν φεύγω απ’ εδώ», θαυμάζει ο φίλος συνταξιδιώτης. Φράση που θα επαναληφθεί πολλές φορές καθώς διασχίζουμε και εξερευνούμε τις ομορφιές της Μακεδονίας, ομορφιές με τις οποίες είναι πλημμυρισμένη η Ελλάδα.
Στα ερείπια της αρχαίας Αμφίπολης

Ο λέων του λόφου Καστά

Απ’ την Καβάλα οδεύουμε προς την Αμφίπολη. Στην ανασκαφή που μας πήρε το μυαλό το περασμένο καλοκαίρι, στον τάφο που τράβηξε την προσοχή όλου του κόσμου, ελπίζοντας πως επιτέλους είχε βρεθεί ο τόπος ταφής του μεγάλου τέκνου της Μακεδονίας. Το ξέρουμε τώρα πια πως δεν είναι αυτό που ελπίζαμε. Πως ούτε τις πανέμορφες Καρυάτιδες και τις αινιγματικές Σφίγγες δεν θα μπορούσαμε να τις πλησιάσουμε. Κι όμως η λαχτάρα να δούμε έστω κι από μακριά τον μυθικό χώρο οδήγησε εκεί τα βήματά μας. Λιγοστά τα ερείπια από την πόλη που υπήρξε μήλο της έριδας μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης και που στάθηκε η αφορμή για την πολύχρονη εξορία του Θουκυδίδη.
Ενδιαφέρον όμως το μικρό μουσείο της Αμφίπολης. Και λίγο πιο πέρα, σε μια ερημική γωνιά, σαν φρουρός στον δρόμο που οδηγεί στον λόφο Καστά, στην κορυφή του οποίου κάποτε υψωνόταν, το αινιγματικό λιοντάρι στέκεται συναρμολογημένο, άγλωσσο, για να μην προδώσει τα μυστικά του τάφου, όπως λένε.
Ηλιοβασίλεμα πάνω από τον Στρυμόνα. Προς Θεσσαλονίκη
Χιλιοτραγουδισμένη, πανέμορφη, με τα νερά του Θερμαϊκού να τη χαϊδεύουν μέρα και νύχτα, με τις επάλληλες στρώσεις της Ιστορίας να αφηγούνται τον μακραίωνα πολιτισμό της, η Θεσσαλονίκη αιχμαλωτίζει με την πρώτη ματιά τον επισκέπτη. Περπατάς στον μόλο και η ψυχή σου γαληνεύει. Κι ας είναι οι μέρες τούτες μέρες δραματικών εξελίξεων για την Ελλάδα που κινδυνεύει με πτώχευση. Εδώ μου φαίνεται όχι μόνο ο επισκέπτης αλλά και οι ίδιοι οι κάτοικοι σαν να ζουν μακριά από τα προβλήματα και τους καυγάδες των πολιτικών. Τα  σύμβολα της πόλης, ο Αϊ-Δημήτρης, ο Λευκός Πύργος, ο Μ. Αλέξανδρος, οι βυζαντινές εκκλησιές (συμβασιλεύουσα ονομαζόταν τον καιρό του Βυζαντίου) σε γοητεύουν όσες φορές κι αν τα έχεις δει. Καθώς περιδιαβάζεις στις άνετες λεωφόρους ή στις απόμερες γειτονιές, καθώς απολαμβάνεις τη θέα των όμορφων κτηρίων στην πλατεία Αριστοτέλους,  μια από τις ωραιότερες πλατείες της Ελλάδας, καθώς  αντικρίζεις όλη την πόλη από το ύψος του Επταπύργιου ν’ απλώνεται νωχελικά πλάι στη θάλασσα, δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως μόλις εκατό χρόνια πριν η Θεσσαλονίκη στέναζε κάτω από την Τουρκική κατοχή.
Η Ροτόντα

Άποψη της πλατείας Αριστοτέλους

Αιώνιο Σύμβολο. Ο Μ. Αλέξανδρος
Ένα «προσκύνημα» στη Βεργίνα, κι ας την έχουμε δει κι άλλες φορές, το θεωρούμε απαραίτητο, μια και βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη. Διασχίζουμε την ανοιχτοσιά του κάμπου. Χαρούμενη γη, ο Αλιάκμονας που κυλάει ήρεμα, φυτείες με χαρούμενα ηλιοτρόπια και προπάντων ροδακινιές πλημμυρίζουν το τοπίο. Σταματάμε σ’ ένα περιβόλι, ο φιλόξενος καλλιεργητής γεμίζει το πούλμαν με την προσφορά των ροδάκινών του.
Η αψίδα του Γαλέριου, κοινώς η Καμάρα
Πάνω απ' τον Αλιάκμονα
Φτάνουμε στον μεγάλο τύμβο. Όσες φορές κι αν πάρουμε το κατηφορικό δρομάκι που οδηγεί στον σκοτεινό θάλαμο, με μόνο φωτισμένα τα πανάρχαια ευρήματα, το ίδιο δέος, την ίδια έκσταση, το ίδιο συγκινημένο ρίγος νιώθουμε να μας διαπερνά, λες και μπαίνουμε στο ίδιο το βασίλειο του Άδη. Αυτούσιοι οι ασύλητοι τάφοι και προπάντων ο τάφος του Φιλίππου, μιλούν με την πιο αδιάψευστη γλώσσα για το παρελθόν και την ιστορία αυτού του τόπου. Σκέψεις με πλημμυρίζουν. Για τη ζωή και τον θάνατο, για το εφήμερο του ανθρώπου, για τη λήθη που σκεπάζει τα πάντα και που σπάνια μόνο ανασύρεται στο φως για να μας πει πόσο όμοια παραμένουν τα ανθρώπινα πάθη. Συγκινημένοι αναδυόμαστε στο φως της μέρας ενώ τα λόγια του Μανόλη Ανδρόνικου, έτσι όπως τα κατέγραψε στο «Χρονικό της Βεργίνας» αντηχούν στ’ αυτιά μας:
Ροδακινιές της Βέροιας
«Αν η υποψία που έχεις, πως ο τάφος ανήκει στον Φίλιππο, είναι αληθινή -και η χρυσή λάρνακα ερχόταν να ενισχύσει την ορθότητα αυτής της υποψίας- κράτησες στα χέρια σου τη λάρνακα με τα οστά του. Είναι απίστευτη και φοβερή μια τέτοια σκέψη, που μοιάζει εντελώς εξωπραγματική”. Νομίζω πως δεν έχω δοκιμάσει ποτέ στη ζωή μου τέτοια αναστάτωση, ούτε και θα δοκιμάσω ποτέ άλλοτε»....
Το προσκύνημα στην Παναγία Σουμελά κι ένα όμορφο γεύμα κάτω από τις φλαμουριές στη Βέροια ολοκληρώνουν τις μέρες της παραμονής μας στη βόρειο Ελλάδα. Μας περιμένει η Βουλγαρία, την οποία οι περισσότεροι επισκεπτόμαστε για πρώτη φορά.

Ποιος μπορεί ν' αντισταθεί στη σπεσιαλιτέ της Βέροιας;
Ξαναφέρνω στη μνήμη τις μέρες που περάσαμε εκεί, προσπαθώ να σκεφτώ τι μου έχει εντυπωθεί περισσότερο, τι θυμάμαι απ’ αυτό το ολιγοήμερο ταξίδι. Το πρώτο που μου έρχεται στο νου είναι το πράσινο. Βουνά κατάφυτα, πλατάνια, οξιές, πεύκα, λεύκες, καστανιές, συνοδεύουν τις διαδρομές μας.
Παναγία Σουμελά
 Και ποτάμια. Που ξεκινούν απ’ εδώ για να διασχίσουν τη Μακεδονία και να καταλήξουν στο Αιγαίο. Ο Στρυμόνας, ο Νέστος, ο Έβρος και πλήθος παραπόταμοι που δύσκολα συγκρατώ τα ονόματά τους.
Προς τη Μονή της Ρίλα
Δυο μεγάλα και ξακουστά μοναστήρια αποτελούν δυο αξιοθέατα που ο επισκέπτης της Βουλγαρίας δεν πρέπει να παραλείψει. Το ένα, το ονομαζόμενο της  Ρίλα (κατ’ ακρίβεια του Αγίου Ιωάννη της Ρίλα) πιο κοντά στη Σόφια, το άλλο, το Μπάτσκοβο, πιο κοντά στη Φιλιππούπολη. Η διαδρομή και για τα δυο μοναστήρια, το πέρασμα μέσα από πυκνή, πράσινη βλάστηση είναι εντυπωσιακή. Πανάρχαια και τα δυο μοναστήρια, του 10ου και 11ου αι. συγκεντρώνουν πλήθος προσκυνητών καθημερινά. Της Ρίλα μεγαλύτερο, εντυπωσιακότερο, περιτριγυρισμένο από ψηλούς, πέτρινους τοίχους, μοιάζει περισσότερο με φρούριο παρά με μοναστήρι.
Μονή της Ρίλα

Η πρόσβαση στο Μπάτσκοβο είναι αρκετά δύσκολη. Ο επισκέπτης πρέπει να διανύσει πεζός μια μεγάλη, ανηφορική απόσταση που την κάνει ακόμα δυσκολότερη ο ανώμαλος, λιθόστρωτος δρόμος. Όμως η πίστη των ανθρώπων (ή το τουριστικό ενδιαφέρον) ξεπερνά τις δυσκολίες. Εντυπωσιάζει το πλήθος των προσκυνητών που αψηφώντας τον καυτό ήλιο στέκονται υπομονετικά στη σειρά, περιμένοντας να προσκυνήσουν τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας.

Από τη Σόφια κρατάω μια πολύ γενική εικόνα. Η μονοήμερη επίσκεψή μας εκεί δεν ήταν αρκετή για να τη γνωρίσουμε όσο της αξίζει. Πώς να δεις και να γνωρίσεις μέσα σε λίγες ώρες μια πόλη με αιώνων ιστορία; Από τότε που υπήρξε ένας μικρός Θρακικός οικισμός ως τη σημερινή μεγαλούπολη με πάνω από ένα εκατομμύριο κατοίκους, η Σόφια γνώρισε πολλές περιπέτειες. Απ’ όλα αυτά τα γυρίσματα της τύχης  και της ιστορίας, από τον Φίλιππο Β΄ της Μακεδονίας, ως τους Ρωμαίους, τους Βυζαντινούς, τους Τούρκους, τους Ρώσους, τον βομβαρδισμό της στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάτι κρατάει.
Ένα από τα πολλά όμορφα χωριά που συναντάμε στη διαδρομή μας
Διασχίζουμε την πόλη και, μοιάζοντας με θεατές σε αγώνα τένις, γυρίζουμε το κεφάλι μια δεξιά μια αριστερά κατά το πρόσταγμα του ξεναγού: «Εδώ βλέπουμε παλιές, προκατασκευασμένες πολυκατοικίες της σοσιαλιστικής εποχής, απ’ εδώ ωραία νεοκλασικά κτήρια, εδώ το Εθνικό Μέγαρο Πολιτισμού, απ’ εδώ η Ακαδημία Καλών Τεχνών, εδώ το Εθνικό Θέατρο, η Όπερα, η Ακαδημία Επιστημών, το πρώην αρχηγείο του κομμουνιστικού κόμματος…». Στάση κάνουμε σε τρία μόνο από τα αξιοθέατα της πόλης. Απαραίτητα στον «υπέρογκης αρχιτεκτονικής» (για να θυμηθούμε και τον Σεφέρη) ναό του Αλεξάνδρου Νιέφσκι. Μπαίνοντας σ’ αυτό τον τεράστιο, χωρητικότητας 10.000 ατόμων, ναό νιώθεις να εξουθενώνεσαι. Η τέχνη υποχωρεί μπροστά στο μέγεθος. Πραγματικά εντυπωσιακός, τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά.
Σε παλιά γειτονιά της Φιλιππούπολης

Το Εθνογραφικό Μουσείο (Οικία Κουγιουμτζόγλου)

Ο ωραίος πεζόδρομος της Φιλιππούπολης
 Η δεύτερή μας στάση είναι στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Ωραίο κτήριο, υπήρξε κατοικία του τελευταίου κομμουνιστή ηγέτη της Βουλγαρίας. Από εκθέματα όμως μου φαίνεται πως είτε αυτό βλέπαμε είτε ένα Μακεδονικό δεν θα είχε μεγάλη διαφορά. Μας θυμίζει πως όλη αυτή η περιοχή των Βαλκανίων υπήρξε κάποτε ενιαία. Η ελληνική και η βυζαντινή επίδραση καταφανής. Άλλο αν επιδρομές, πόλεμοι, λαοί ποικίλοι περιόρισαν τον Ελληνισμό στα σημερινά του σύνορα. Τα μουσεία παραμένουν αδιάψευστοι μάρτυρες της πολιτιστικής επίδρασης του ελληνισμού.
Η βιβλιοθήκη Μεθοδίου και Κυρίλλου στη Σόφια


Μνημείο Τσάρου Αλεξάνδρου-Σόφια

Ο μεγαλοπρεπής Ναός Νιέφσκι
Τέλος, μια ματιά στην τεράστια βιβλιοθήκη. Πιο πολύ μας ελκύει η ονομασία της: «Μεθοδίου και Κυρίλλου». Αναγνώριση της οφειλής στους δυο αυτούς μοναχούς που εισήγαγαν και εδώ το κυριλλικό αλφάβητο. Τα αγάλματά τους δεσπόζουν στην είσοδο της βιβλιοθήκης.
Απ’ όλα τα ονόματα με τα οποία πέρασε στην Ιστορία, Ευμολπιάς, Πουλπουδέβα, Τριμόντιον (Trimontium), Φιλίμπε, Plovdiv, εμείς προτιμούμε το ελληνικότατο Φιλιππούπολη. Την περπατήσαμε, σκοντάψαμε στα λιθόστρωτα των παλιών γειτονιών της, την αντικρίσαμε από το ύψος ενός από τους τρεις λόφους πάνω στους οποίους είναι χτισμένη, διαβήκαμε τη γέφυρα του ποταμού Μαρίτσα, του Έβρου δηλ., που τη διασχίζει, θαυμάσαμε το άριστα διατηρημένο ρωμαϊκό της θέατρο, χαζέψαμε στο μακρύ της πεζόδρομο, απολαύσαμε τα εστιατόρια, τα καφέ, τις μπουτίκ που τον πλαισιώνουν.
Είσοδος στο Μοναστήρι Μπάτσκοβο
Περπατώντας στη Φιλιππούπολη, αναλογιζόμενοι την ιστορία και τη στρατηγική της θέση, καταλαβαίνουμε γιατί Βούλγαροι και Βυζαντινοί τη διεκδικούσαν με αποτέλεσμα να περιέρχεται πότε στην εξουσία των μεν και πότε των δε. Κι όταν η Βουλγαρία απελευθερώθηκε από τον μακραίωνα τουρκικό ζυγό, η Φιλιππούπολη υπήρξε πρωτεύουσα της μοιρασμένης σε ανατολική Ρωμυλία χώρας. Τα συμφέροντα των ισχυρών και οι δολοπλοκίες των Μεγάλων Δυνάμεων εξαφάνισαν σιγά-σιγά το ακμάζον ελληνικό στοιχείο της πόλης. Όμως στέκουν αλάθητοι μάρτυρες το πλήθος των Βυζαντινών εκκλησιών, του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης, της Αγίας Μαρίνας, της Αγίας Κυριακής κ. ά. Καθώς και τα ωραία αρχοντικά. Σ’ ένα απ’ αυτά, το αρχοντικό του Αργύρη Κουγιουμτζόγλου, στεγάζεται ένα από τα σημαντικότερα μουσεία της Φιλιππούπολης, το Εθνογραφικό Μουσείο. Πιο πολύ μας γοήτευσε το ίδιο το κτήριο παρά το περιεχόμενό του. Ενδυμασίες, κεντήματα, μουσικά όργανα, γεωργικά εργαλεία φιλοξενούνται στο ωραίο οικοδόμημα που διακρίνεται για τη θαυμάσια μπαρόκ αρχιτεκτονική του.
Ακόμα ένα ωραίο κτήριο στη Σόφια
Μα κάποτε το ωραίο ταξίδι τελειώνει και φτάνει η ώρα της αναχώρησης. Πολύ πρωί ξεκινάμε από τη Φιλιππούπολη. Μας περιμένουν 440 χιλιόμετρα ως την Καβάλα. Συνοριακό σημείο το Ορμένιο, το βορειότερο χωριό της Ελλάδας, στο νομό του Έβρου. Απολαμβάνουμε  για τελευταία φορά την καταπράσινη διαδρομή, την οροσειρά της Ροδόπης, τον Έβρο και τους παραποτάμους του, ενώ ακούμε και θυμόμαστε την ιστορία της περιοχής, τα δεινά και τα λάθη του ελληνισμού (μια ανάσα απ’ εδώ είναι η Αδριανούπολη). Μια στάση στο Σουφλί για καφέ και φυσικά για… αγορά μεταξωτών, μια ακόμα στάση για ολόφρεσκο ψαράκι κοντά στη Βιστωνίδα και το αεροδρόμιο της Καβάλας μας περιμένει και πάλι για την επιστροφή.
Η ομάδα μας
Αποχαιρετιστήρια ανάμνηση
Καθώς από ψηλά αντικρίζουμε και αποχαιρετούμε την ελληνική γη που ολοένα ξεμακραίνει, μια ευχή αναδύεται από μέσα μου: Ας ήταν να ‘ρθει κάποτε μια μέρα που σύνορα, φυλές, θρησκείες,  σύμβολα δεν θα χώριζαν πια τους λαούς. Ας ήταν να ‘ρθει κάποτε καιρός που όλοι οι άνθρωποι ειρηνικά θα χαίρονταν τη ζωή και τις ομορφιές της…


Ένα περιστέρι στο μπαλκόνι μας

Τελευταία ματιά στην Ελλάδα και το ωραίο ταξίδι






Παρασκευή, Ιουλίου 10, 2015

Η ζωή ξεκινά σήμερα

Douglas Kennedy
Μεταίχμιο 2013 (Ψηφιακή έκδοση 2015)
Μετ.  Αργυρώ Μαντόγλου
Πολλές φορές μου δημιουργείται η απορία τι είναι αυτό που κάνει ένα βιβλίο, ενώ έχει όλα τα εχέγγυα να είναι καλή λογοτεχνία, να παραμένει απλώς ένα εύπεπτο ανάγνωσμα, ενώ με τα ίδια στοιχεία ένα άλλο σε αγγίζει βαθιά, μπορεί να σε κάνει να ταυτιστείς με τους ήρωές του, προεκτείνει τη σκέψη σου. Είναι σαν δυο μάγειροι ή οικοκυρές που χρησιμοποιούν τα ίδια υλικά κι όμως το αποτέλεσμα της μαγειρικής τους δεν είναι το ίδιο.
Αυτές οι σκέψεις μου ξανάρχονται τώρα καθώς τελειώνω το μυθιστόρημα του Αμερικανού Douglas Kennedy. Καλό, ενδιαφέρον θέμα κι όμως δεν σε συνταράζει, δεν καρφώνεται στη μνήμη. Είμαι σίγουρη πως σε λίγο καιρό δεν θα θυμάμαι και πολλά πράγματα απ' αυτό.
Η Λόρα είναι μια ραδιολόγος ακτινολόγος. Ικανή στη δουλειά της, έρχεται καθημερινά σε επαφή με την ανθρώπινη αγωνία για το τι μπορεί να δείξει μια τέτοια εξέταση. Με μια τέτοια σκηνή αρχίζει και τελειώνει  το βιβλίο, το οποίο όμως δεν επικεντρώνεται σ' αυτό το θέμα. Θα έλεγα ότι δεν είναι μόνο ένα θέμα που απασχολεί τον συγγραφέα κι ίσως αυτή να είναι μια από τις αδυναμίες του βιβλίου. Η Λόρα είναι παντρεμένη με τον Νταν και έχει δυο μεγάλα παιδιά. Η σχέση με τον σύζυγό της ουδέτερη, ανιαρή σχεδόν, επιδεινώνεται όταν εκείνος απολύεται από τη δουλειά του. Ένα Σαββατοκύριακο η Λόρα παίρνει μέρος σ' ένα συνέδριο στη Βοστώνη. Μια τυχαία συνάντηση μ' έναν άγνωστο, τον Ρίτσαρντ, που μένει στο ίδιο ξενοδοχείο, και μια σειρά από συμπτώσεις θα οδηγήσουν τους δυο τους σ' ένα θυελλώδη έρωτα. Ξεκινώντας από ένα ποτό, προχωρώντας σ' ένα δείπνο, περιδιαβάζοντας στη Βοστώνη, καταλήγουν σ' εκμυστηρεύσεις για τη ζωή τους. Τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους, οι απογοητεύσεις τους, τα τραγικά συμβάντα της ζωής τους, οι σχέσεις με τα παιδιά και τους συζύγους τους (και ο Ρίτσαρντ είναι παντρεμένος) τους φέρνουν ολοένα και πιο κοντά, τόσο που παίρνουν την απόφαση να χωρίσουν και να ζήσουν οι δυο τους για πάντα μαζί. Αν αυτό τελικά θα γίνει ή όχι και με πιο τρόπο, το αφήνω στην περιέργεια του αναγνώστη.
Είναι φανερή η προσπάθεια του συγγραφέα να κατασκευάσει ένα ευπώλητο, δίνοντάς του την επίφαση σοβαρότητας. Οι έντονες ερωτικές σκηνές διανθίζονται με την αναφορά σε βιβλία που οι δυο εραστές είχαν διαβάσει και αγαπήσει, με μουσική που τους άρεσε, με  κάποιες "φιλοσοφικές" σκέψεις για το τυχαίο, τις συμπτώσεις, την ταχύτητα με την οποία περνά ο χρόνος, τις επιλογές μας που επηρεάζουν κι αλλάζουν την τυχαιότητα.
Γενική αποτίμηση. Με  τα υλικά που είχε στα χέρια του ο συγγραφέαςς θα μπορούσε να είχε φτιάξει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Έφτιαξε ένα καλό ευπώλητο.
(ebook)

Τετάρτη, Ιουλίου 01, 2015

Κάρμεν

Karin Fossum
Κάρμεν
Μεταίχμιο 2014
Μετ. Δ. Παπαγρηγοράκης
"Δυο γονείς στο αστυνομικό τμήμα έκλαιγαν πικρά. Ήταν μήπως το βάρος της θλίψης για την απώλεια ή μήπως ήταν η ταραχή και ο πανικός της ενοχής;"
Αυτό ήταν το δίλημμα μπροστά στο οποίο βρέθηκαν οι αστυνομικοί Σέγερ και Σκάρε, όταν αναλαμβάνουν την υπόθεση του πνιγμού του δεκαέξι μηνών αγοριού, του οποίου το άψυχο σώμα βρέθηκε σε μια μικρή τεχνητή λίμνη, λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι του. Οι νεαροί γονείς του, η Κάρεν και ο Νικολάι, είναι απαρηγόρητοι. Η μητέρα προπάντων νιώθει περισσότερο ένοχη, γιατί εκείνη πρόσεχε το παιδί όταν, ενώ έλειψε για λίγο στο μπάνιο, ο μικρός βγήκε έξω και χάθηκε.
Εκ πρώτης όψεως πράγματι, φαίνεται ότι ήταν ατύχημα. Το νερό στους πνεύμονες, όπως  έδειξε η νεκροψία, αποδεικνύουν ότι το παιδί ήταν ζωντανό όταν έπεσε στο νερό. Μια λεπτομέρεια όμως, ένα εύρημα, δημιουργούν υποψίες ότι κάτι άλλο συνέβαινε. Αν μάλιστα ληφθεί υπ' όψιν ότι το παιδί έπασχε από το σύνδρομο Ντάουν, οι υποψίες εντείνονται. Μήπως οι νεαροί και αδημιούργητοι ακόμα γονείς θέλησαν να απαλλαγούν από το βάρος ενός τέτοιου παιδιού; Μήπως κάποιος άλλος από το περιβάλλον τους νόμισε πως τους βοηθούσε γλιτώνοντάς τους από το βάσανο μιας ζωής; Οι υποψίες του αναγνώστη στρέφονται σε διάφορα πρόσωπα. Ή μήπως θα αποδειχτεί στο τέλος πως οι γονείς λένε την αλήθεια και επρόκειτο πράγματι για ατύχημα;
Η Νορβηγίδα Karin Fossum αρθρώνει ένα διαφορετικό από τον συνήθη στην αστυνομική λογοτεχνία λόγο. Η αστυνομική υπόθεση γίνεται το όχημα για να εκφραστούν άλλες σκέψεις και καταστάσεις. Εδώ, για παράδειγμα, δεσπόζει το σύνδρομο Ντάουν. Πώς είναι τα χαρακτηριστικά ενός τέτοιου παιδιού; Διακρίνονται ευθύς αμέσως με τη γέννησή του ή εμφανίζονται αργότερα; Ποιες είναι οι ψυχολογικές και κοινωνικές επιπτώσεις από την ύπαρξη ενός τέτοιου παιδιού;
Σκέψεις για τον τρόπο αντιμετώπισης του θανάτου ενός παιιδού επίσης απσχολούν τη συγγραφέα. Πώς το αντιμετωπίζει ο πατέρας, πώς η μητέρα, πώς κάποιος συνθλίβεται κάτω από το βάρος μιας τέτοιας απώλειας και πώς κάποιος άλλος τα αφήνει όλα πίσω του και βλέπει με αισιοδοξία το μέλλον;
Ο αστυνομικός επιθεωρητής Σέγερ  δεν είναι ο συνήθης δραστήριος, σκληροτράχηλος ήρωας άλλων αστυνομικών ιστοριών. Έχει χάσει τη γυναίκα του από καρκίνο, ζει μόνος με τον σκύλο του, υποφέρει από ζαλάδες, φοβάται ότι ο θάνατος τον τριγυρίζει. Στη μοναξιά του διαμερίσματός του απευθύνεται στη νεκρή γυναίκα του: "Όμως να ξέρεις πως υπάρχουν κάποιες δύσκολες μέρες στη ζωή κάθε ανθρώπου, μέρες που νομίζεις πως δεν θα μπορέσεις να τα βγάλεις πέρα, δεν θα τα καταφέρεις. Γιατί δεν υπάρχει καμιά ζωή χωρίς αντιξοότητες, καμιά μέρα χωρίς βάσανα, καμιά νύχτα χωρίς μοναξιά, κανένας χρόνος χωρίς πόνο. Στη ζωή όλων των ανθρώπων συνυπάρχουν οι σκοτεινές, μελαγχολικές σκέψεις με τη φωτεινή ελπίδα. Εναλλάσσονται ασταμάτητα μέσα μας".
Μια μελαγχολία διακρίνεται στα μυθιστορήματα της Fossum. Δεν ξέρω αν η μελαγχολία αυτή πηγάζει από το θολό νορβηγικό τοπίο, απ' τον χαρακτήρα των ηρώων της ή την ιδιότητα των θυμάτων. Το βέβαιο είναι πως οι ιστορίες της ξεπερνούν την αστυνομική υπόθεση προκαλώντας ποικίλες σκέψεις και προβληματισμό στον αναγνώστη.
(ebook)
Παρουσίαση επίσης στο Βιβλιοκαφέ