Πέμπτη, Μαρτίου 28, 2019

Η ξηρασία

Jane Harper
Η ξηρασία
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Μεταίμιο, 2019
(ebook)
(τίτλος πρωτοτύπου, The dry, 2016)

"Η ξηρασία εκείνου του καλοκαιριού τις είχε κάνει [τις μύγες] πολύ επιλεκτικές. Αναζητούσαν μάτια ακίνητα και κολλώδεις πληγές, αφού οι αγρότες της Κιβάρα αναγκάζονταν να σκοτώσουν τα σκελετωμένα ζωντανά τους. Έλλειψη βροχής σήμαινε έλλειψη τροφής. Και η έλλειψη τροφής οδηγούσε σε δύσκολες αποφάσεις στη μικρή πόλη που λαμπύριζε θαμπά κάτω από τον ανελέητα φλογερό γαλάζιο ουρανό".
Ένας σύντομος πρόλογος μας εισάγει ήδη στο κλίμα και στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος της πρωτοεμφανιζόμενης Αυστραλής, γεννημένης στην Αγγλία, συγγραφέως, Jane Harper. Αστυνομικό, αλλά όχι μόνο. Μια συγγραφέας που έρχεται να διεισδύσει και να ανταγωνιστεί το σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα που γνωρίζει τόσο μεγάλη επιτυχία τα τελευταία χρόνια παρασύροντάς μας στους αντίποδές του. Από την παγωνιά της Lackberk και του Nesbo περνάμε στη ζέστη και τη ξεραΐλα της Αυστραλίας. "Επισήμως οι αρχές μιλούσαν για τις χειρότερες συνθήκες εδώ κι έναν αιώνα". Συνθήκες που επηρεάζουν όχι μόνο την οικονομική διαβίωση των κατοίκων της μικρής κοινότητας Κινβάρα αλλά και τον ψυχισμό τους και τις μεταξύ τους σχέσεις.
Αυτή την αποπνικτική ατμόσφαιρα έρχεται να κάνει ακόμα πιο δύσκολη και ζοφερή ένας τριπλός φόνος. Σε μια απομονωμένη αγροικία βρίσκονται νεκροί μια νέα γυναίκα, το εξάχρονο αγοράκι της, ενώ πιο πέρα στο αγρόκτημα ο σύζυγός της, ο Λιουκ, που όπως όλα δείχνουν, ο ίδιος τους σκότωσε και μετά αυτοκτόνησε. Γιατί όμως άφησε να ζήσει το δεκτριών μηνών κοριτσάκι που επίσης ήταν μέσα στο σπίτι;
Αναπάντητα ερωτήματα πλανώνται στη μικρή πολιτεία, όταν για την κηδεία των τριών θυμάτων έρχεται στην Κινβάρα ο Άρον Φαλκ που είχε εγκαταλείψει βιαστικά την πόλη πριν από είκοσι χρόνια και τώρα υπηρετεί στην αστυνομία της Μελβούρνης. Ο Φαλκ με τον Λιουκ και δυο ακόμα κοπέλες, την Έλι και την Γκρέτσεν, υπήρξαν στην εφηβεία τους αχώριστοι φίλοι. Μια από εκείνες τις νεαρές, η Έλι, ειχε βρεθεί τότε νεκρή, πνιγμένη, με πέτρες στις τσέπες της. Ένα μυστήριο κάλυπτε τότε τον θάνατό της, μυστήριο που δεν λύθηκε ποτέ, παρ' όλο που, σ' ένα τόπο που όλοι γνωρίζονταν μεταξύ τους, οι υποψίες και τα κουτσομπολιά δεν έπαψαν να υπάρχουν. Παρ' όλο που ο Φαλκ ήρθε μόνο για την κηδεία, εντελώς ανεπίσημα και εν μέσω της αντιπάθειας και της απόρριψης από τους κατοίκους της μικρής πόλης που δεν έπαψαν με αόριστες και αναπόδεικτες φήμες να τον εμπλέκουν  στον παλιό εκείνο θάνατο της Έλι, αναλαμβάνει να συνεργαστεί με τον τοπικό αρχιφύλακα Ράκο, για να μπορέσουν να λύσουν το μυστήριο των τριών θανάτων. Το παρελθόν εμπλέκεται με το παρόν. Η μνήμη όχι μόνο του Φαλκ αλλά και των  κατοίκων της Κινβάρα ανασύρει πρόσωπα, γεγονότα, σχέσεις από τον προ εικοσαετίας θάντο της Έλι. Αργά, μεθοδικά, οι υποψίες μετακινούνται στη σκέψη του αναγνώστη από το ένα πρόσωπο στο άλλο. Η ψυχολογία των ανθρώπων επηρεάζεται, χωρίς αμφιβολία, απ' αυτή τη αποπνικτική ατμόσφαιρα ξηρασίας. Οι ανατροπές διαδέχονται η μια την άλλη κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη ως την τελευταία σελίδα. Σε πολλούς αναγνώστες ξέρω ότι δεν αρέσουν τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Όμως "Η ξηρασία" είναι κάτι πέρα από το αστυνομικό. Γι' αυτό ίσως και η τόσο μεγάλη επιτυχία του βιβλίου. Πολυμεταφρασμένο, ήδη μεταφερμένο στον κινηματογράφο, συνδυάζει άριστα την αστυνομική πλοκή με το ψυχολογικό θρίλες.

Πέμπτη, Μαρτίου 21, 2019

Ασυγχώρητο λάθος

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Ασυγχώρητο λάθος
Ψυχογιός, 2019
Διηγήματα, χρονογραφήματα, βιβλία για παιδιά και εφήβους και κυρίως μυθιστορήματα αποτελούν τη λογοτεχνική δημιουργία της Γιόλας Δαμιανού-Παπαδοπούλου. Ολόκληρη ζωή αφιερωμένη στο γράψιμο, σε βιβλία που αγάπησαν χιλιάδες αναγνώστες. Βιβλία βγαλμένα από τη ζωή, συχνά εμπλουτισμένα με προσωπικές εμπειρίες, βιβλία με πρωταγωνίστριες κυρίως γυναίκες. Αν κάτι ξεχωρίζει τα βιβλία της Γιόλας είναι ακριβώς αυτή η πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας. Στηριγμένη σε πραγματικές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα μια ανίατη αρρώστια από την οποία πάσχει η ηρωίδα της ("Κρατήσου απ' τα όνειρά σου"), ή από ένα δυστύχημα που την αφήνει τετραπληγική ("Η ζωή είναι αγάπη"), ή από την ενδοοικογενειακή βία την οποία υφίσταται ("Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ"), ή από τη δράση της Μπόκο Χαράμ ("Ηλέκτρα, το δάκρυ της Αφρικής") κ.ά. προεκτείνει την πραγματική ιστορία, της δίνει διαστάσεις ώστε ν' αποκτά καθολικότητα, ώστε κάθε γυναίκα να μπορεί να βάλει τον εαυτό της στη θέση της ηρωίδας.
Τα γνωρίσματα αυτά διακρίνουμε και στο πιο πρόσφατο βιβλίο της  "Ασυγχώρητο λάθος". Όπως η ίδια η συγγραφέας ομολογεί στον πρόλογο του βιβλίου, "Για τη γυναίκα που παραστράτησε τη δεκαετία του '30 και κατάφερε να ανέβει τα σκαλιά της υψηλής κοινωνίας, και να γίνει η πιο πολυσυζητημένη γυναίκα στον χώρο της, άκουσα στα χρόνια της εφηβείας μου να λέγονται πολλά". Είχε ξεχάσει την παλιά αυτή ιστορία, όταν με έκπληξη διάβασε ένα άρθρο σε μια εφημερίδα που αναφερόταν στην πολυτάραχη ζωή της. "Το διάβασα με περιέργεια, και με τη ματιά του ενήλικα διαπίστωσα πως η ιστορία της έκρυβε μια γοητεία-η πάλη που έκανε μια ολόκληρη ζωή να ξορκίσει τη μοίρα και να ζήσει το όνειρό και τις φιλοδοξίες της ήταν μοναδική". Αυτό υπήρξε το έναυσμα ώστε η Γιόλα να μας δώσει ακόμα ένα ενδιαφέρον βιβλίο, ακόμα ένα γοητευτικό ανάγνωσμα.
Πέρα από την πρόσμειξη πραγματικότητας και φαντασίας, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της Γιόλας είναι η ικανότητά της να προκαλεί το ενδιαφέρον  από το εισαγωγικό κεφάλαιο, ώστε ο αναγνώστης να αδημονεί για τη συνέχεια. Το χαρακτηριστικό αυτό συναντάμε και στο   "Ασυγχώρητο λάθος". Παρακολουθούμε στο πρώτο κεφάλαιο μια καλοντυμένη, ωραία κυρία, τη Μαργαρίτα, να αποβιβάζεται στο αεροδρόμιο της Νέας Υόρκης, όπου θα την περίμενε ο σύζυγός της. Όμως αντί αυτού ένας άγνωστος την περιμένει, για να τη μεταφέρει, με οδηγίες του συζύγου της, σ' ένα ξενοδοχείο. Τι συνέβη; Ποια θα είναι η συνέχεια; Θα το μάθει και θα το μάθουμε κι εμείς, όταν την άλλη μέρα οδηγείται στο γραφείο του δικηγόρου του συζύγου της. Κι ύστερα θα πάμε πίσω αρκετές δεκαετίες.
Την  τριτοπρόσωπη γραφή του πρώτου κεφαλαίου θα διαδεχτεί η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της ίδιας της Μαργαρίτας. Τα δύο αυτά είδη γραφής θα εναλλάσσονται διαρκώς στο βιβλίο, ανάλογα με τις ανάγκες του περιεχομένου. Γεννημένη το 1934 η Μαργαρίτα σ' ένα χωριό του Παγγαίου στη Μακεδονία από μια πάμπτωχη οικογένεια, δωδεκάχρονη ακόμα θα σταλεί ως υπηρέτρια  σε μια πλούσια οικογένεια στη Θεσσαλονίκη. (Δεν μπορώ σ' αυτό το σημείο να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου ανάλογες περιπτώσεις πριν από αρκετές δεκετίες στη Λευκωσία, όταν έφερναν από χωριά μικρά κορίτσια ως υπηρέτριες, "κοπελούδες" τις έλεγαν, που δεν είχαν πάντα και την καλύτερη μεταχείριση). Η Μαργαρίτα θα γνωρίσει την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, ακόμα και  τη σεξουαλική εκμετάλλευση. Η θέλησή της όμως να ξεφύγει απ' αυτή την κατάσταση θα την οδηγήσει στην κοινωνική άνοδο και την καταξίωση.
Το ιστορικό περιβάλλον της Θεσσαλονίκης, ο πόλεμος και η γερμανική κατοχή σκιαγραφούνται με αδρές πινελιές. Η Μαργαρίτα θα κατορθώσει να ανέβει την κοινωνική κλίμακα. Θα κάνει δυο γάμους, θα ταξιδέψει σε πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής, την ατμόσφαιρα των οποίων ρεαλιστικά αποδίδει η συγγραφέας, θα μπορέσει να βοηθήσει άλλους με τον πλούτο που θα της αφήσουν οι γάμοι της. Το αν γνώρισε όμως μέσα στον περιπετειώδη βίο της και την ευτυχία, αυτό δεν μπορούμε να το ξέρουμε, παρ' όλο ότι το βιβλίο τελειώνει με μια αισιόδοξη νότα.
Ακόμα ένα ωραίο μυθιστόρημα, με το  οποίο, όπως η συγγραφέας υποσχέθηκε στον πρόλογό της, "μας ταξίδεψε σε ήπιους τόνους, αντάμα με μια γυναίκα που αγάπησε πολύ τους άντρες, το χρήμα και τη δόξα!"

Τετάρτη, Μαρτίου 13, 2019

Πατσίνκο

Min Jin Lee
Πατσίνκο
Μετ. Βάσια Τζανάκαρη
Ίκαρος 2018
(ebook)
Είναι απ' τα βιβλία που στοιχειώνουν τη σκέψη σου και σε ακολουθούν για καιρό.  Βιβλίο που διαδραματίζεται πολύ μακριά από τον δικό μας, οικείο, δυτικό πολιτισμό, αλλά που κατορθώνει να αποκτήσει παγκοσμιότητα και διαχρονικότητα. Είναι βιβλίο με κέντρο προπάντων τον άνθρωπο, έστω κι αν δρα μέσα σε διαφορετικές τοπικές, ιστορικές, πολιτιστικές συνθήκες. Τι κοινό έχουμε με την ιστορία, τη φύση, τη γλώσσα, τις συνήθειες Κορεατών και Ιαπώνων; Κι όμως η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τα στοιχεία εκείνα που αφορούν τον άνθρωπο και ισχύουν παντού και πάντα. Ο άνθρωπος αγωνίζεται, δυστυχεί, υποφέρει, ελπίζει, αγαπά τον τόπο του, αγωνιά για τα παιδιά του, αισιοδοξεί ή απογοητεύεται, θρηνεί στον θάνατο πάντα με τον ίδιο τρόπο. 
Με ύφος απλό, σχεδόν κουβεντιαστό, με σύντομες προτάσεις, χωρίς προσπάθεια δημιουργίας ύφους ή εντυπωσιασμού, η Νοτιοκορεάτισσα-Αμερικανίδα συγγραφέας μας παρασύρει σ' αυτή τη μακρά αφήγηση, της οποίας οι 700 σελίδες δεν μας φαίνονται καθόλου πολλές. Αρχίζει το 1910 και τελειώνει το 1989. Βασική πρωταγωνίστρια, χαρακτήρας που υπάρχει από την αρχή ως το τέλος, είναι η Σάντζα, μοναδικό επιζήσαν παιδί ενός φτωχού ζευγαριού, του Χούνι και της Γιάνγκτσιν, που ζουν σ' ένα μικρό ψαροχώρι της Βόρειας Κορέας (προτού ακόμα χωριστεί), το Γιόνγκτο. Φτωχοί αλλά εργατικοί και αγαπημένοι, αγωνίζονται όπως όλοι γύρω τους. Σύντομα ο Χούνι πεθαίνει και μόνη της η Γιάνγκτσιν μεγαλώνει τη Σάντζα, νοικιάζοντας τα φτωχικά της δωμάτια σε ψαράδες. Τα χρόνια περνούν, με τη Σάντζα να δουλεύει από πολύ μικρή πλάι στη μάνα της. Δεκαεξάχρονη γνωρίζει κι ερωτεύεται έναν πλούσιο έμπορο ψαριών, τον Κο Χάνσου, ο οποίος της αποκρύπτει ότι είναι ήδη παντρεμένος στην Ιαπωνία. Όταν εκέινη μένει έγκυος, της προτείνει να τη βοηθήσει, να τη συντηρεί, ουσιαστικά να γίνει ερωμένη του, πράγμα που η Σάντζα απορρίπτει. Θα την παντρευτεί όμως ένας φιλάσθενος ιερέας, ο Ίσακ, που έτυχε να μείνει στα ενοικιαζόμενα δωμάτιά τους και μαζί θα μεταναστεύσουν στην Οσάκα της Ιαπωνίας, της οποίας τότε η Κορέα ήταν αποικία, όπου ζει ο παντρεμένος αδελφός του Ίσακ. Το παιδί που γεννιέται, ο Νόα (Νώε) αποδεικνύεται ένα πανέξυπνο, ταλαντούχο παιδί, που όνειρό του είναι να μπορέσει να σπουδάσει, να πάει στο πανεπιστήμο παρ' όλη τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση στην οποία ζουν. Το φαγητό με δυσκολία εξασφαλίζεται, το να φάνε "άσπρο ρύζι" ήταν μια σπάνια πολυτέλεια, στη θέση του κρέατος αγοράζουν και βράζουν κόκαλα.
Καθώς τα χρόνια περνούν καινούρια πρόσωπα περιβάλλουν τα αρχικά. Καινούριες γενιές, γεννήσεις και θάνατοι, παιδιά κι εγγόνια, δεσμοί δημιουργούνται ή διαλύονται. Μέσα από την ιστορία των προσώπων παρακολουθούμε τις ιστορικές συνθήκες που αναπόφευκτα τους επηρεάζουν. Οι Κορεάτες στην Ιαπωνία, όπου καταφεύγουν ως μετανάστες αναζητώντας καλύτερες συνθήκες ζωής, ζουν σε ένα είδος γκέτο, περιφρονούνται, περιθωριοποιούνται, αναγκάζονται να αλλάξουν ακόμα και το όνομά τους. Ποτέ δεν θα μπορέσουν να αποκτήσουν ιθαγένεια. Ακόμα και οι απόγονοι δεύτερης και τρίτης γενιάς, έστω κι αν έχουν γεννηθεί στην Ιαπωνία, έστω κι αν μιλούν τέλεια τα Ιαπωνικά, αναγκάζονται κάθε τρία χρόνια να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους στην Ιαπωνία.
Δεκάδες πρόσωπα κυκλοφορούν στο μυθιστόρημα. Ξεχωρίζουν οι γυνακείοι χαρακτήρες, προπάντων η Σάντζα που επωμίζεται τα βάρη της οικογένειας. Έχει αποκτήσει κι ένα δεύτερο παιδί με τον γάμο της κι εκτός από τη φροντίδα των παιδιών και του σπιτιού, επινοεί τρόπους να ενισχύσει το φτωχό εισόδημα της οικογένειας. Ωραίος τύπος είναι και η άτεκνη συνυφάδα της, η Κιάουνκιν, με την οποία συγκατοικούν και  πάντα αγαπημένες αντιμετωπίζουν μαζί  όλες τις αντιξοότητες. Αλλά και η μητέρα, η Γιάνγκτζιν, που κάποια στιγμή έρχεται κι αυτή στην Ιαπωνία, δεν είναι κατώτερη. Είναι πολύ χαρκτηριστική η σκηνή κατά την οποία ηλικιωμένη πια, είναι άρρωστη και  ετοιμοθάνατη: "Το απρόσμενο δώρο αυτής της ασθένειας ήταν ότι για πρώτη φορά στη ζωή της, ίσως από τη στιγμή που περπάτησε και ήταν σε θέση να κάνει οποιαδήποτε δουλειά, η Γιάνγκτζιν δεν ένιωθε την επιθυμία να μοχθήσει. Πλέον δεν μπορούσε να μαγειρέψει, να πλύνει πιάτα, να σκουπίσει πατώματα, να ράψει ρούχα, να τρίψει τουαλέτες, να φροντίσει παιδιά, να φτιάξει φαγητό για να πουλήσει ή να κάνει ό,τι άλλο έπρεπε να γίνει. Δουλειά της ήταν να ξεκουραστεί πριν πεθάνει". Και η Σάντζα κάποια στιγμή θα πει: "Η μοίρα μιας γυναίκας είναι να υποφέρει".
Ασφαλώς δεν λείπουν και οι ανδρικοί χαρακτήρες, ίσως μάλιστα είναι περισσότεροι και με  πιο καθοριστικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Καλοί και κακοί, τίμιοι και μαφιόζοι, εκπρόσωποι μιας κοινωνίας που συναντάμε σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.
Το βιβλίο αποπνέει αγάπη για την πατρώα γη, την Κορέα, στην οποία όμως δεν μπορούσαν να επιστρέψουν μετά τον χωρισμό της. Θυμήθηκα το ποντιακό τραγούδι του Καζαντζίδη: "Στα ξένα είναι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος". Το δράμα του μετανάστη εκφρασμένο και σ' αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα.
Και ο τίτλος; Τι σημαίνει "Πατσίνκο"; Είναι το όνομα ενός ιαπωνικού  παιγνιδιού που μοιάζει με  το φλίπερ, αλλά που παίζεται με λεφτά. Περίπου το 80% των μαγαζιών Παντσίνκο που υπήρχαν στην Ιαπωνία ανήκαν σε Κορεάτες, αλλά συνήθως ελέγχονταν από την Γιακούζα, την ιαπωνική μαφία. Δυο από τα μέλη της οικογένειας της Σάντζα θα πλουτίσουν απ' αυτά τα μαγαζιά. Ο Νόα θα μπορέσι να μπει στο πανεπιστήμιο, μεγάλο επίτευγμα για Κορεάτη. Ένας εγγονός θα μπορέσει να σπουδάσει ακόμα και στην Αμερική. Όμως η ζωή παραμένει δύσκολη, απρόβλεπτη, συχνά οι ήρωες συντρίβονται από μια αδυσώπητη μοίρα.
Βιβλίο με ιστορικές αναφορές, χωρίς να είναι ιστορικό μυθιστόρημα, βιβλίο γραμμένο από μια συγγραφέα που πολύ έχει μελετήσει και αγαπήσει την εθνική της καταγωγή, προπάντων που έχει πολύ αγαπήσει τον Άνθρωπο.


Τετάρτη, Φεβρουαρίου 27, 2019

Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά

Κώστας Κατσουλάρης
Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά
Μεταίχμιο, 2018
Το έχω κι άλλες φορές επισημάνει: Μετά από ένα πολύ καλό βιβλίο, το επόμενο ανάγνωσμα αδικείται. Ενώ από μόνο του ένα βιβλίο μπορεί να είναι πολύ καλό, όταν έρθει μετά από ένα εξαιρετικό, μειώνεται. Το ξέρω. Κάθε βιβλίο πρέπει να κρινεται από μόνο του, αλλά άθελά μας η σύγκριση είναι αναπόφευκτη. Το διαπιστώνω ακόμα μια φορά όταν, μετά το "Πατρίδα" του Αραμπούρου, διάβασα το "Στο στήθος μέσα χάλκινη καρδιά" του Κατσουλάρη. Ένας φιλόλογος, εκπαιδευτικός που αγαπάει ιδιαίτερα τον Όμηρο κι ένας προικισμένος μαθητής με παρόμοια αγάπη, ήταν αδύνατο να μην ελκύσουν την προσοχή μου και να μην αναζητήσω το βιβλίο. Το οποίο δεν μου έδωσε την ικανοποίηση που περίμενα. 
Το όλο μυθιστόρημα, από τον τίτλο, που είναι ομηρικός στίχος, ως τη διαίρεση των κεφαλαίων, την αναφορά αποσπασμάτων, τη σύγκριση μεταφράσεων ή τα ονόματα που δίνονται σε μια ψυχοθεραπευτική ομάδα, κινούνται γύρω από το μεγάλο ηρωικό έπος. Ο νεαρός μαθητής Νάσος Γκέτσος, αλβανικής καταγωγής, ενώ στις δύο πρώτες γυμνασιακές τάξεις διακρίνεται για την επίδοσή του, ξαφνικά εξαφανίζεται. Κανείς δεν ξέρει πού βρίσκεται, τι έχει απογίνει. Ο φιλόλογος Αργύρης Σταυρινός που τον είχε μαθητή στη Β' Γυμνασίου, συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του με emails, πάντα γύρω από τον Όμηρο και τις μεταφράσεις του κι όταν ο Νάσος έπαψε να είναι μαθητής του. Η ιδιαίτερη αυτή σχέση παρερμηνεύεται, ο καθηγητής παραπέμπεται σε  Πειθαρχικό Συμβούλιο και υποχρεώνεται να υποβληθεί σε ψυχοθεραπεία. Παράλληλα αρχίζει να αναζητεί τον εξαφανισμένο, χαρισματικό μαθητή του. Τριγυρίζει στις υποβαθμισμένες γειτονιές της Αθήνας, στον Κολωνό κυρίως, συναντά τις αντιμαχόμενες ομάδες, τους χρυσαυγίτες και τους αντιφάδες (αντιφασίστες), βλέπει το αίμα που άδικα χύνεται. Έχει άραγε ο Νάσος καταλήξει σε κάποια απ' αυτές τις ομάδες;
Ο συγγραφέας μας δίνει με πειστικότητα μια εικόνα της Αθήνας του 2013. Η ανεπάρκεια του εκπαιδευτικού συστήματος, ο ρατσισμός, το bullying, η φανατισμένη νεολαία, τα κύματα των προσφύγων που κατακλύζουν ιδιαίτερα τα απέναντι της Τροίας νησιά, ο υποδόριος παραλληλισμός του Τρωικού με τον τωρινό "πόλεμο" (δεν βρίσκω άλλη σχέση μεταξύ της εμμονικής αναφοράς στο ιλιαδικό έπος και στη σύγχρονη Αθήνα) διαποτίζουν το μυθιστόρημα. Ένα έργο που μοιάζει να  είναι ρεαλιστική καταγραφή γεγονότων παρά μυθοπλασία. Την άποψη αυτή ενισχύουν και αυτούσια αποσπάσματα από εφημερίδες ή διαδικτυακές αναφορές, καθώς και τα πραγματικά ονόματα νέων που θυσιάστηκαν σ' ένα παράλογο φανατισμό και μίσος.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 19, 2019

Πατρίδα

Φερνάντο Αραμπούρου
Πατρίδα
Μετ. Τιτίνα Σπερελάκη
Πατάκης, 2017
Όταν είδα τον όγκο των 714 σελίδων το φοβήθηκα. Όταν άρχισα να το διαβάζω και προπάντων όταν προχώρησα στο διάβασμα, άρχισα να λυπάμαι γιατί κάποια στιγμή αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα θα έφτανε στο τέλος του. Καιρό είχα να διαβάσω (συχνά παραπονιέμαι γι' αυτό) ένα αξιόλογο έργο σύγχρονης λογοτεχνίας. Και όμως να που υπάρχουν ακόμη τέτοια έργα, για να μας  θυμίζουν τη δύναμη που έχει και την απόλαυση που μας χαρίζει η υψηλού επιπέδου λογοτεχνία.
Ο Ισπανός Φερνάντο Αραμπούρου μας εισάγει σ' έναν κόσμο εν πολλοίς άγνωστο. Έναν κόσμο που οι περισσότεροι τουλάχιστον από μας γνωρίσαμε μόνο μέσα από τις τρομοκρατικές ενέργειες της εθνικιστικής, αυτονομιστικής οργάνωσης των Βάσκων, την ΕΤΑ, που ανακοίνωσε κατάπαυση της δράσης της το 2011.
Μ' αυτή την είδηση και ταυτόχρονα με την πληροφορία ότι ένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες του βιβλίου, ο Τσάτο, είναι ήδη νεκρός αρχίζει το πρώτο κεφάλαιο. Κι όμως θα φτάσουμε στη σελίδα 470 για να μάθουμε λεπτό προς λεπτό την τελευταία μέρα ζωής και τον τρόπο εκτέλεσης του Τσάτο. Ο Αραμπούρου χρησιμοποιεί μια ιδιότυπη, πρωτότυπη και συνάμα σαγηνευτική τεχνική. Στα 124 σύντομα κεφάλαια του βιβλίου σαν να κάνει διαρκώς κύκλους. Τα εννιά βασικά πρόσωπα του έργου έρχονται και ξανάρχονται στο προσκήνιο, σαν ηθοποιοί που μπαινοβγαίνουν στη σκηνή.
Δυο φιλικές, σχεδόν αδελφικές οικογένειες απαρτίζουν τα εννιά αυτά πρόσωπα. Η μια οικογένεια αποτελείται από τον πατέρα, τον Τσάτο, αρκετά ευκατάστατο, ιδιοκτήτη μιας μεταφορικής εταιρείας, τη μάνα Μπιττόρι, μια ωραία φυσιογνωμία, στοργική μητέρα, που σ' όλο το βιβλίο τη φανταζόμαστε καθισμένη στον τάφο του άντρα της να του αφηγείται ό,τι συμβαίνει, ενώ ταυτόχρονα απεγνωσμένα ζητά μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άντρα της. Δυο παιδιά συμπληρώνουν την πρώτη οικογένεια, ο Σαμπίερ, που γίνεται γιατρός και η Νερέα που σπούδασε νομικά.
Η δεύτερη οικογένεια είναι πενταμελής. Ο πατέρας Χοσίαν, στενός φίλος με τον δολοφονημένο,  σύντροφος στην αγαπημένη τους ποδηλασία, η μάνα Μίρεν, φανατική αυτονομίστρια και τρία παιδιά: Η Αράντσα, που ένα εγκεφαλικό την αφήνει παράλυτη με μόνο τρόπο επικοινωνίας τη γραφή με το μικρό δάχτυλο στο i-pad, ο Γκόρκα με την αγάπη του για το διάβασμα, που θα βρει τον δρόμο του στο γράψιμο και ο Χόσε Μάρι, ο νεαρός ο ενταγμένος στην ΕΤΑ, ο φανατικός πατριώτης, έτοιμος να θυσιαστεί για την ανεξαρτησία της Βασκικής πατρίδας.
Οι φιλικές σχέσεις των δυο οικογενειών διακόπτονται όταν μπαίνει ανάμεσά τους η διαφορά αντιμετώπισης της αυτονομιστικής δράσης. Η υποψία ότι μπορεί ο νεαρός Χόσε Μάρι που έχει εγκαταλείψει το σπίτι και το χωριό, που εκπαιδεύτηκε στις ένοπλες ομάδες της ΕΤΑ, μπορεί να έχει σχέση με τη δολοφονία του Τσάτο, δηλητηριάζει ακόμα περισσότερο τις σχέσεις. Σε ολόκληρο το βιβλίο η Μπεττόρι αγωνίζεται να επιτύχει μια συγγνώμη απ' αυτούς που σκότωσαν τον άνδρα της. Θα το επιτύχει στο τέλος; "Διαπίστωσε: Για να ζητήσεις συγγνώμη, απαιτείται παρισσότερη παλικαριά παρά για να πυροβολήσεις με ένα όπλο, παρά να ενεργοποιήσεις μια βόμβα".
Στο μεταξύ η ζωή συνεχίζεται. Παρακολουθούμε τις καθημερινές, ανθρώπινες στιγμές των προσώπων του έργου, τους έρωτες, τους γάμους, τις χαρές και τις απογοητεύσεις, τα όνειρα και τον τρόπο ζωής τους. Φίλοι, συγγενείς, συνάδελφοι, παιδιά, η αστυνομική βία (εξίσου μεγάλη, αν όχι μεγαλύτερη από αυτήν της τρομοκρατίας), η περιγραφή του βασκικού περιβάλλοντος, η βροχή που θαρρείς πέφτει αδιάκοπα, αναπαριστούν για τον αναγνώστη έναν ολόκληρο κόσμο.
Η ενδιαφέρουσα τεχνική του συγγραφέα δεν εξαντλείται  στην κατάτμηση των 124 κεφαλαίων και στην κυκλική επανεμφάνιση των προσώπων. Ενώ κυριαρχεί η τριτοπρόσωπη αφήγηση του παντογνώστη αφηγητή, ξαφνικά παρεμβάλλεται ένα πρωτοπρόσωπο ρήμα ή αντωνυμία, σαν να υποβάλλει ότι η αφήγηση δεν ανήκει στον αφηγητή αλλά στο πρόσωπο που αναφέρεται. Και μια άλλη ιδιαιτερότητα. Συχνά μια λέξη, ένα ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο εμφανίζεται ταυτόχρονα με διαφορετικές εκδοχές. Π.χ. "κατ' επιθυμία/ικεσία/απαίτηση" ή "ανησύχησε/αγανάκτησε" ή "παρηγηρητικός/τρυφερός, στοργικός/ευγενικός" κ.λπ. λες και διστάζει ο συγγραφέας, δεν είναι βέβαιος τι ισχύει ή πάλι σαν να θέλει να πει ότι ισχύουν όλα ταυτόχρονα.
Συμπερασματικά. Και ως περιεχόμενο και ως τεχνική, ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 06, 2019

Φοβού τους Δαναούς

PHILIP KERR
Φοβού τους Δαναούς
Μετ. Γιώργος Μαραγκός
Κέδρος, 2018
Με το ίδιο ενδιαφέρον, όπως όλα τα προηγούμενά του βιβλία, αλλά με πολλή θλίψη διάβασα το τελευταίο βιβλίο του Philip Kerr. Στο νου μου είχα διαρκώς πως αυτός ο χαρισματικός στο είδος του συγγραφέας δεν υπάρχει πια. Πως ο ήρωάς του, ο Μπέρνι Γκούντερ, που μας χάρισε τόσο ωραίες αναγνωστικές ώρες με τις συναρπαστικές περιπέτειές του, που μας βύθισε στη σκοτεινιά αλλά και στον αγώνα του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου, δεν θα είχε πια καμιά άλλη ιστορία να μας αφηγηθεί. Ο Σκωτσέζος δημιουργός του, τον οποίο με την πρωτοπρόσωπη, ολοζώντανη γραφή του συχνά ταυτίζαμε με τον ήρωά του, πέθανε τον Μάρτιο του 2018 σε ηλικία 62 χρονών.
Η προσωπικότητα του Μπέρνι Γκούντερ είχε αρκετά σκιαγραφηθεί και στα τρία προηγούμενα μυθιστορήματά του, Η τριλογία του Βερολίνου, Μοιραία Πράγα, Η γυναίκα από το Ζάγκρεπ, που είχα διαβάσει. Στο τελευταίο βιβλίο, το οποίο αναζήτησα και διάβασα σχεδόν αμέσως με την κυκλοφορία του, δεν με είλκυσε μόνο το γνώριμο μυθιστορηματικό περιβάλλον και ο ιδιότυπος κεντρικός του ήρωας. Ο τίτλος Φοβού τους Δαναούς με τον αρχαιοελληνικό συμβολισμό του ήταν αρκετός να με παρακινήσει στο διάβασμά του.
Ο κεντρικός ήρωας είναι ο ίδιος, με τον ίδιο χαρακτήρα, τις ίδιες συνήθειες, αλλά το εξωτερικό περιβάλλον και οι συνθήκες της ζωής του έχουν τώρα αλλάξει. Βρισκόμαστε στο 1957, δεκατρία χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Ο Γκούντερ με το ψευδώνυμο Κρίστοφ Γκαντς εργάζεται στο νεκροτομείο ενός νοσοκομείου στο Μόναχο. Κάποιες συγκυρίες τον οδηγούν ως εμπειρογνώμονα σε μια ασφαλιστική εταιρεία, τις Αντασφαλίσεις Μονάχου. Λίγο μετά την πρόσληψή του, του αναθέτουν μια αποστολή στην Ελλάδα. Ένα πλοίο που ήταν ασφαλισμένο στην εταιρεία παίρνει φωτιά και βυθίζεται κάπου στα νησιά του Αιγαίου. Ιδιοκτήτης του πλοίου ήταν ο Γερμανός Βίτσελ. Για να πληρωθεί όμως η ασφάλεια έπρεπε να αποδειχτεί ότι πράγματι η βύθιση του πλοίου οφειλόταν σε δυστύχημα. Και η περιπέτεια του Μπέρνι Γκούντερ αρχίζει. Βεβαίως τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Στην αρχή φαίνεται να πρόκειται για αρχαιοκαπηλία. Όμως στη συνέχεια θα αποδειχτεί ότι η υπόθεση πάει πολύ πιο πίσω, στους διωγμούς των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και στις κλεμμένες από τους Ναζί περιουσίες τους, ειδικά το χρυσάφι, το οποίο και κυνηγούν πολλοί, ειδικά πρώην Ναζί που ήξεραν την υπόθεση. Ταυτόχρονα Έλληνες αστυνομικοί αναζητούν τους Ναζί για να τους δικάσουν και στη μέση όλων αυτών ο Μπέρνι Γκούντερ να αναζητεί δολοφόνους, να ψάχνει για τα πραγματικά αίτια του ναυαγίου, αλλά να θεωρείται από την αστυνομία και ο ίδιος ύποπτος, σε σημείο που να του κατάσχουν το διαβατήριο ωσότου αποδειχτεί η αθωότητα και ο ρόλος του. Βεβαίως δεν λείπουν οι άφθονοι διάλογοι, το κυνηγητό στους δρόμους της Αθήνας, οι δολοφονίες, το συνεχές κάπνισμα του ήρωα, τα ποτά στο "Μεγάλη Βρετανία" και η ωραία, μοιραία γυναίκα, στην περίπτωση αυτή μια δικηγορίνα, η Έλλη Παπακωνσταντίνου που συνοδεύει τον Μπέρνι στις έρευνές του.
Είναι πράγματι εντυπωσιακή η γνώση του συγγραφέα για την Ελλάδα, το αθηναϊκό περιβάλλον, την ελληνική νοοτροπία αλλά και την ιστορία και τη μυθολογία. Εκφραζόμενος άλλοτε ειρωνικά, όπως μια σατιρική περιγραφή των ευζώνων, ή επικριτικά όπως για τα "φακελάκια" και τη δωροδοκία χωρίς τα οποία δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου, δεν κρύβει το θαυμασμό του για τα ελληνικά δημιουργήματα στον τομέα της τέχνης, της φιλοσοφίας, της μυθολογίας. Ενδεικτικά σταματώ σε κάποιες από τις αναφορές του: αναφορά στις μοίρες, στον Οιδίποδα, τον Κέρβερο, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τον Κύκλωπα και τον Οδυσσέα, τον Πάτροκλο, τον Πήγασο και πλήθος άλλα. Στο τέλος υπάρχει μια σύντομη περιδιάβαση αλλά και απεριόριστος θαυμασμός για τον Παρθενώνα.
Όπως και στα άλλα μυθιστορήματα του Philip Kerr τα ιστορικά πρόσωπα ή γεγονότα δεν λείπουν. Ο Αντενάουερ, ο "γέρος", όπως τον αποκαλούσαν, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Ναζί Μαξ Μέρτεν και άλλοι, προσδίνουν μεγαλύτερη αληθοφάνεια στο μυθιστόρημα. Η δημιουργία της ΕΟΚ, η προσπάθεια ένταξης σ΄αυτήν της Ελλάδας και άλλα ιστορικά στοιχεία μας μεταφέρουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη του 1957.
Ο Philip Kerr πέθανε. Ο Μπέρνι Γκούντερ όμως, όπως όλοι οι λογοτεχνικοί ήρωες, θα ζει για πάντα, συναρπάζοντας  τους αναγνώστες που θα τον συνοδεύουν στις περιπέτειές του.

Τρίτη, Ιανουαρίου 29, 2019

Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ

Λουίτζι Πιραντέλο
Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Πρόλογος: Δημήτρης Στεφανάκης
Μεταίχμιο, 2018
Νομίζω πως δεν είμαι η μόνη που αγνοούσα τον πεζογράφο, μυθιστοριογράφο Λουίτζι Πιραντέλο (1867-1936). Η ιδιότητα του θεατρικού συγγραφέα έχει επισκιάσει κάθε άλλη λογοτεχνική του έκφραση. Πασίγνωστα τα "Έτσι είναι (αν έτσι νομίζετε)", "Η ηδονή της τιμιότητας", "Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα", "Απόψε αυτοσχεδιάζουμε" και πλήθος άλλα, που τον καθιέρωσαν ως θεατρικό συγγραφέα και του χάρισαν το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1934. Συχνά οι τίτλοι χρησιμοποιούνται συμβολικά ακόμα και από ανθρώπους που δεν έχουν δει παραστάσεις τους.
Το "Ο μακαρίτης Ματία Πασκάλ" το ήξερα ως τίτλο, το θεωρούσα όμως κι αυτό ακόμα ένα θεατρικό (!) Η καινούρια έκδοση από το Μεταίχμιο του γραμμένου το 1904 μυθιστορήματος, έρχεται να μας γνωρίσει τον μυθιστοριογράφο Πιραντέλο, αν και δεν λείπουν και απ' αυτό το έργο στοιχεία τόσο εξωτερικά (διάλογοι, σκηνοθεσία κ.λπ.) όσο και εσωτερικά-ιδεολογικά που θα βρουν την ολοκλήρωση και την πλήρη έκφρασή τους στα θεατρικά του.
Το βιβλίο, γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο, είναι η ιστορία του Ματία Πασκάλ όπως την αφηγείται ο ίδιος. Ζούσε στο Μιράνιο της Ιταλίας, μεγαλωμένος σε μια ευκατάστατη οικογένεια. Όταν ο πατέρας του πεθαίνει, ο διαχειριστής της περιουσίας αποδεικνύεται ένας απατεώνας κι έτσι η οικογένεια, η μητέρα, ένας αδελφός και ο Ματία ζουν με δυσκολίες και στερήσεις. Ο Ματία εργάζεται με πενιχρή αμοιβή στη δημοτική βιβλιοθήκη, στην οποία όμως θαμώνες είναι μάλλον μόνο οι ...αρουραίοι. Θλιβερή είναι και η κατάληξη του γάμου του με την άβουλη Ροζαλίντα Πεσκατόρε και αφόρητη η ζωή με την καταπιεστική πενθερά του. Η ζωή του καταντά τραγική όταν πεθαίνουν σε βρεφική ηλικία και τα δίδυμα κοριτσάκια του.
Θέλοντας να ξεφύγει από την αβάσταχτη φτώχεια και δυστυχία, φεύγει από το χωριό του, πάει στη Μασσαλία, με σκοπό να μεταναστεύσει στην Αμερική. Αντί αυτού, από μια συγκυρία και μια ενστικτώδη παρόρμηση, βρίσκεται στο Μόντε Κάρλο και στο Καζίνο. Ωραίες σκηνές διαδραματίζονται στο παιγνίδι της ρουλέτας, που μας θυμίζουν τον "Παίκτη" του Ντοστογιέφσκι. Ο Ματία κερδίζει ένα πολύ μεγάλο ποσό. Τριγυρίζει σε διάφορα μέρη και ενώ σκέφτεται να ξαναγυρίσει στο χωριό του, διαβάζει σε μια εφημερίδα ότι η σύζυγος και η πενθερά του τον αναγνώρισαν ως το πτώμα που βρέθηκε "στο αυλάκι ενός μύλου σε κατάσταση προχωρημένης σήψης". Η πρώτη του σκέψη να διαψεύσει την είδηση και να δηλώσει ότι είναι ζωντανός, μετατρέπεται σε κραυγή ελευθερίας: "Ήμουν μόνος τώρα πια, πιο μόνος δεν θα μπορούσα να είμαι πάνω στη γη, απαλλαγμένος από κάθε δέσμευση και κάθε υποχρέωση, ελέυθερος, καινός, απόλυτος κύριος του εαυτού μου, χωρίς το βάρος του παρελθόντος μου και έχοντας ένα μέλλον μπροστά μου που θα μπορούσα να το πλάσω όπως ήθελα εγώ.
Αχ, ένα ζευγάρι φτερά! Πόσο ανάλαφρος ένιωθα!"
Θα είναι όμως άραγε τα πράγματα όπως τα φαντάστηκε; Θα ζήσει ευτυχής σε πλήρη ελευθερία; Επινοεί ένα καινούριο όνομα, Αντριάνο Μέις, πλάθει ένα παρελθόν, μια καταγωγή, μια πατρίδα εντελώς φανταστικά. Πάει στη Ρώμη και ζει σ' ένα νοικιασμένο δωμάτιο. Ερωτεύεται μια κοπέλα, την Αντριάνα, όμως κατά βάθος ξέρει ότι αυτό που ζει είναι ένα ψέμα. συνεχώς πρέπει να δίνει ψεύτικα στοιχεία, όταν τον κλέβουν δεν μπορεί να καταγγείλει την κλοπή. Τι θα πει στην αστυνομία; Ποιος είναι; Η νέα, ψεύτικη προσωπικότητα, παρ' όλη τη χαρά της ελευθερίας που του χάρισε αρχικά, αποδεικνύεται μια πλάνη. Η καινούρια ζωή γίνεται ξανά αφόρητη. Μόνη λύση να "πεθάνει" για δεύτερη φορά και να γυρίσει στο χωριό του, στο σπίτι και τη γυναίκα του, να βρεί τον πραγματικό εαυτό του. Τι θα συμβεί όμως τελικά;
Ο Ματία Πασκάλ δημιουργεί πλήθος απορίες και προβληματισμό. Ποιοι είμαστε τελικά; Μόνο αυτό που ξέρει ο καθένας για τον εαυτό του; Ή μήπως αυτό που είμαστε συνίσταται και από το παρελθόν και από τις ρίζες και το περιβάλλον μας; Υπάρχει αντικειμενικά η αλήθεια; Σαν να ακούμε την ηχώ των σοφιστών στην άποψη του Πιραντέλο, έτσι όπως παρατίθεται στο εξώφυλλο του βιβλίου: "Δεδομένη αλήθεια δεν υπάρχει. Η σημερινή αλήθεια δεν είναι και αυριανή. Τίποτα δεν είναι αληθινό, αλλά γι' αυτό ακριβώς καθετί μπορεί να είναι αλήθεια, τη στιγμή που έχει κανείς τη θέληση να το πιστέψει και τη δύναμη να το επιβάλει. Για φανταστείτε: αν υπήρχε μια δεδομένη, σταθερή αλήθεια, η ζωή θα ήταν σαν ένας βηματισμός επιτόπου, μια αποτελμάτωση-θάνατος".

Τετάρτη, Ιανουαρίου 16, 2019

Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ

Ντ. Λώρενς
Ο εραστής της λαίδης Τσάτερλυ
Μετ. Πότη Στρατίκη
Εκδόσεις Δαρεμά (χ.χ.)
Μια αναφορά σε τηλεοπτική εκπομπή στο παλιό αυτό βιβλίο και στην περιπετειώδη ιστορία της έκδοσής του, με παρακίνησε να το αναζητήσω ανάμεσα στα παλιά, κιτρινισμένα από τον καιρό, αλλά πάντα πολύτιμα για μένα βιβλία μου. Θέλησα να δω τι εντύπωση άραγε θα μου έκανε τώρα ένα βιβλίο που στην εποχή του θεωρήθηκε άσεμνο, ανήθικο, αισχρό, μετά από τόσα και τόσα σύγχρονα ανάλογα βιβλία.
Πέρα από το κέντρο του μύθου, δηλαδή τον έρωτα της Κωνστάνς, λαίδης Τσάτερλυ, με τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς δεν  θυμόμουνα τίποτε άλλο. Ίσως τότε, όταν το διάβαζα στην εφηβεία μου, να μην είχα προσέξει και τίποτε άλλο. Ξαναδιαβάζοντάς το τώρα, ώριμη πια, μπόρεσα να εκτιμήσω τις λογοτεχνικές του  αρετές, αυτές ακριβώς που το 1960 συνέβαλαν ώστε το έργο να θεωρηθεί λογοτέχνημα και όχι πορνογράφημα κι έτσι στη δίκη που έγινε να αθωωθεί και να επιτραπεί η κυκλοφορία του.
Ο Άγγλος συγγραφέας του, ο D. H. Lawrence, αν και πέθανε πολύ νέος (1885-1930) έχει δώσει πολύ σημαντικά λογοτεχνικά έργα, μυθιστορήματα, διηγήματα κ.λπ. όπως για παράδειγμα το εξαιρετικό "Γιοι και εραστές". Ο "Εραστής της λαίδης Τσάτερλυ" κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1928 στην Αμερική, με λογοκριμένες και περικομμένες τις "ακατάλληλες" λέξεις. Μετά από 18 χρόνια κυκλοφόρησε και στην Αγγλία χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Όταν το 1960 κυκλοφόρησε χωρίς περικοπές, γνώρισε τεράστια επιτυχία. Όμως αυτή ήταν και η αιτία που οδήγησε τους εκδότες στο δικαστήριο, με την κατηγορία της προσβολής της δημοσίας αιδούς. Βάσει όμως ενός νόμου, που προέβλεπε ότι ένα βιβλίο μπορεί να αθωωθεί αν διαπιστωθεί η λογοτεχνική του αξία, αθωώθηκε και από τότε γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις, μεταφράσεις, κινηματογραφική και θεατρική μεταφορά. Στην Ελλάδα γνώρισε επίσης διάφορες μεταφράσεις και εκδόσεις.
"Η Κωνστάνς ήταν μια δεμένη κοπέλλα με σκούρα μεταξένια μαλλιά και τα φωτεινά και μεγάλα της μάτια έμοιαζαν δυο κομμάτια βελούδο. Η φωνή της, με έναν γλυκό τόνο, ήταν το μεγαλύτερο από τα χαρίσματά της". Έτσι μας συστήνει την ηρωίδα του ο Λώρενς. Μεγαλωμένη σ' ένα αρκετά φιλελεύθερο περιβάλλον, παντρεύεται τον Κλίφορντ, λόρδο Τσάτερλυ. Η οικογένεια κατοικούσε κοντά στο Μίντλαντς κι είχε στην κατοχή της έναν πύργο, μια τεράστια περιουσία κι ένα ανθρακωρυχείο. Ο Κλίφορντ γυρίζει από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο ανάπηρος, παραπληγικός θα λέγαμε σήμερα, μόνιμα καθισμένος στο αναπηρικό του κάθισμα. Η Κωνστάνς αφοσιώνεται στη φροντίδα του, αλλά με τον καιρό νιώθει να ασφυκτιά, δεν αντέχει, είναι δυστυχισμένη. Στους περιπάτους της στο δάσος συναντά τον δασοφύλακα Ολιβιέ Μέλλορς, που ήταν στην υπηρεσία του συζύγου της. Η παράνομη σχέση μαζί του δεν τη βγάζει μόνο από τη δυστυχία που ζούσε κοντά στον Κλίφορντ, αλλά τη μυεί και στην ηδονή του σεξ, κάτι που δεν είχε γνωρίσει ούτε με τον άντρα της, ούτε με άλλους εραστές που είχε πριν παντρευτεί ούτε και με κάποιον φίλο του άντρα της με τον οποίο είχε μια σύντομη, εφήμερη σχέση. Αυτό κυρίως είναι που τη δένει με τον δασοφύλακα, το ότι εκείνος μπόρεσε να την κάνει να αισθανθεί την ευχαρίστηση από τη σεξουαλική πράξη.
Υπάρχει ασφαλώς περιγραφή πολλών σεξουαλικών σκηνών, αλλά ο συγγραφέας διατηρεί στις περιγραφές του μια λεπτότητα, μια πολύ προσεκτική χρήση λέξεων, που σήμερα τουλάχιστον δεν ενοχλούν. Το βιβλίο όμως δεν εξαντλείται στις σκηνές αυτές. Υπάρχουν θαυμάσιες περιγραφές της φύσης, ειδικά με τη βροχή που θα 'λεγες διαποτίζει όλο το βιβλίο: "Της άρεσε να κάθεται στο ανοιχτό παράθυρο και ν' αγναντεύει το απέραντο πέλαγος της βροχής στον απλωτό κάμπο. Και τα πρωτοβρόχια! Ω, τι μεγαλείο που κλείνει μέσα της τότε η βροχή με την ορμή της! Πόσο της άρεσε να βγαίνει έξω, να χοροπηδάει σαν τρελή, αφήνοντας ελεύθερο το ένστικτό της να χαρεί αυτή την άδολη, την χωρίς μέτρο χαρά που δίνει η φύση στους ανθρώπους, πότε με τη βροχή, πότε με το χιόνι, με τη θάλασσα ή με τον αέρα". Αποκορύφωμα της αγάπης για τη φύση είναι η περιγραφή μιας εξαιρετικής σκηνής όπου η Κωνστάνς σαν άλλη βακχίδα χορεύει γυμνή μέσα στη βροχή. Πιστεύω πως ο συγγραφέας με την έμφαση που δίνει στη φύση θέλει να υποβάλει  την άποψη πως και το σεξ δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια εντελώς φυσιολογική πράξη, μέρος της αιώνιας φύσης. Άλλωστε και ο εραστής είναι δασοφύλακας, κάποιος που ζει μέσα στη φύση την οποία  αγαπά και φροντίζει.
Το βιβλίο επιδέχεται πολλές αναγνώσεις. Επικρατεί φυσικά η σεξουαλική πτυχή που μοιάζει να είναι μια διαμαρτυρία για την καταπίεση του σεξουαλικού ενστίκτου. Μπορεί ακόμα να ιδωθεί σαν η ανάγκη συνδυασμού ύλης και πνεύματος για μια ολοκληρωμένη ζωή. Δεν είναι ίσως τυχαίο που ο Προυστ συχνά αναφέρεται απαξιωτικά στο βιβλίο. Μπορεί κάποιος να το δει (όπως και το είδαν πολλοί) σαν μια καταγγελία του βιομηχανικού πολιτισμού και των ταξικών διακρίσεων. "Κι άρχισε πάλι να της μιλάει για τους ανθρακωρύχους, για τους εργάτες, για τη δύσκολη ζωή τους, για τα πολιτικά συστήματα, για τις αδικίες της κοινωνίας, για την κουταμάρα των ανθρώπων που δεν σκέφτονται παρά ένα σήμερα και το πολύ-πολύ ένα αύριο".
Όπως κι αν ιδωθεί το μυθιστόρημα, το βέβαιο είναι ότι σήμερα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα  εκατό καλύτερα λογοτεχνικά έργα του 20ου αι.

Τρίτη, Ιανουαρίου 08, 2019

Η Ανάσταση

Λέοντος Τολστόη
Η Ανάσταση
Εκδ. Δαρεμά (χ.χ.)
Μετ. Αθηνά Σαραντίδη
Μια από τις μεγαλύτερές μου απολαύσεις ως βιβλιόφιλης είναι το τριγύρισμα στα παλαιοβιβλιοπωλεία (δυστυχώς σχεδόν ανύπαρκτα στην Κύπρο). Όχι τόσο γιατί εκεί μπορεί να βρει κανείς βιβλία εξαντλημένα από καιρό, ή βιβλία-θησαυρούς σε πολύ χαμηλές τιμές. Μ' αρέσουν κυρίως γι' αυτό το περιδιάβασμα σε ζωές περασμένες. Ζωές που υποδηλώνει μια αφιέρωση, σημειώσεις στο περιθώριο, κάποτε υπογραμμίσεις, όλα εκείνα τα μικρά σημάδια που άφησε στο βιβλίο ο πρώην κάτοχός του, προσπαθώντας με τη φαντασία μου να ανασυστήσω μια ζωή.
Σ' ένα τέτοιο βιβλίο σκόνταψα πριν από λίγο καιρό, την Ανάσταση του Τολστόη. Βιβλίο πασίγνωστο,  που από το 1899 που πρωτοεκδόθηκε σε συνέχειες μέχρι σήμερα, αριθμεί  πάμπολλες εκδόσεις, βιβλίο γα το οποίο έχουν άπειρα κείμενα γραφτεί, που έγινε κινηματογραφική ταινία. Αφιέρωση δεν έχει η παλιά αυτή έκδοση, ούτε χρονολογία έκδοσης, ούτε όνομα πρώην κατόχου. Οι περισσότερες από τις 468 σελίδες του ήταν άκοπες, ενώ και οι πρώτες είναι στραβοκομμένες, σαν να τις έκοψε κάποιος βιαστικά με το χέρι. Πώς τα λυπάμαι κάτι τέτοια βιβλία! Έκοψα τις υπόλοιπες προσεκτικά με τον χαρτοκόπτη, μια απόλαυση που έχουμε από καιρό στερηθεί, δεν βγαίνουν πια βιβλία με άκοπες σελίδες.
Ανάμεσα στις σελίδες βρήκα δυο μικρές φωτογραφίες, κατάλοιπο του ή των πρώην κατόχων. Στη μια τρία μικρά παιδιά φορώντας κουστούμια και υψώνοντας ξίφη φαίνεται να απαθανατίζονται με καρναβαλίστικη μεταμφίεση, ενώ στην άλλη φωτογραφία αρκετός κόσμος παρακολουθεί μια παρελαύνουσα μπάντα, όλα όμως θαμπά, δεν διακρίνεται για ποια εκδήλωση πρόκειται. Στιγμές από ένα ξεχασμένο παρελθόν, αφημένο στις σελίδες ενός μισοδιαβασμένου βιβλίου...
Το διάβασα αργά, προσεκτικά, ξαναζώντας την απόλαυση ενός κλασικού αριστουργήματος. Κεντρικός πυρήνας του μυθιστορήματος είναι η ιστορία της Κατερίνας Μάσλοβα και του πρίγκιπα Ντιμίτρι Ιβάνοβιτς Ναχλιούντοφ. Η Κατερίνα, ψυχοκόρη σε κάποιες θείες του Ντιμίτρι, τον ερωτεύεται. Ενώ εκείνη μένει έγκυος (το παιδί που θα γεννήσει σύντομα θα πεθάνει), εκείνος αδιάφορος τραβάει τον δρόμο του. Τα χρόνια περνούν. Εκείνη για να επιβιώσει καταλήγει πόρνη. Όταν ένας από τους "πελάτες" πεθαίνει δηλητηριασμένος, η Κατερίνα κατηγορείται για φόνο. Από μια συγκυρία, στη δίκη της παρίσταται ως ένορκος ο Ναχλιούντοφ. Βλέποντάς την στη μνήμη του έρχεται η νεανική, εφήμερη εκείνη σχέση. Οι τύψεις τον πλημμυρίζουν. Αισθάνεται υπεύθυνος για τη θλιβερή πορεία της ζωής της Κατιούσας, προπάντων όταν εκείνη από μια αβλεψία στην απόφαση των ενόρκων, κρίνεται ένοχη και καταδικάζεται σε τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία. Ο Ναχλιούντοφ, αφού μάταια προσπαθεί να ανακινήσει τη δίκη ή να επιτύχει να της δοθεί χάρις, την επισκέπτεται στη φυλακή, τη βοηθάει όσο μπορεί, της προτείνει να την παντρευτεί και παρ' όλο ότι εκείνη αρνείται, την ακολουθεί στην εξορία.
Γύρω απ' αυτά τα δυο πρόσωπα κινείται ένας ολόκληρος κόσμος. Κινείται η ρωσική, τσαρική Ρωσία του 19ου αι. Δεκάδες πρόσωπα, φεουδάρχες, αριστοκράτες, φτωχοί αγρότες, δουλοπάροικοι, καχύποπτοι μουζίκοι, διεφθαρμένοι δημόσιοι υπάλληλοι, πλημμυρίζουν το βιβλίο. Η κρατική εκμετάλλευση, η ανύπαρκτη δικαιοσύνη, η φτώχεια, η αδικία κάνουν αφόρητη τη ζωή. Παράλληλα αρχίζει να θαμποφέγγει το όραμα μιας άλλης ζωής με τους πολιτικούς κρατουμένους και την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ως παντογνώστης αφηγητής ο Τολστόη διεισδύει στην ψυχή και το πνεύμα των ηρώων του, περιγράφοντας, αναλύοντας, καταδικάζοντας και ευαγγελιζόμενος έναν καινούριο κόσμο αγάπης και δικαιοσύνης. Διαβάζοντας την Ανάσταση μπορεί να κατανοήσει κανείς γιατί έπρεπε και γιατί έγινε μετά από λίγα χρόνια η Ρωσική Επανάσταση (άσχετα με την μετέπειτα πορεία και κατάληξή της).

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2018

Αναφορά στην Άγκαθα Κρίστι



Μια συνήθεια παλαιόθεν μ' έκανε αυτές τις μέρες των γιορτών των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς να βυθίζομαι στην απόλαυση ενός αστυνομικού μυθιστορήματος. Έξω το κρύο και το βουητό του πολυάσχολου αυτές τις μέρες κόσμου και μέσα η θαλπωρή του σπιτιού και η απόλαυση του διαβάσματος. Διαβάσματος όχι κλασικής λογοτεχνίας ούτε του σοβαρού βιβλίου που δίνει γνώση και προβληματισμό, αυτά είναι για άλλες ώρες, αλλά διάβασμα για την απόλαυση του "άχρηστου", αυτού που μοιάζει με τη ματαιότητα του αφρού της σαμπάνιας ή των χριστουγεννιάτικων στολιδιών. Κι απ' όλα, βέβαια, τα αστυνομικά μυθιστορήματα κορυφαία ανάμεσα στα κορυφαία, τα μυθιστορήματα της αγαπημένης μου Άγκαθα Κρίστι. Κι όμως, αν και έχω διαβάσει τα περισσότερα από τα εξήντα τόσα μυθιστορήματά της, μόνο μια σύντομη ανάρτηση έκανα σ' αυτό εδώ το δωδεκάχρονο blog για το μυθιστόρημα "Αυλαία", στο οποίο ο περίφημος ντετέκτιβ Ηρακλής Πουαρό πεθαίνει. Καιρός νομίζω, ως μικρή ανταπόδοση της ευχάριστης συντροφιάς που μου χάρισε από τα χρόνια της νεότητάς μου ως τώρα, να κάνω μια ανάρτηση. Προπάντων τώρα που οι καινούριες εκδόσεις από τον Ψυχογιό, που κυκλοφορούν ταυτόχρονα και ηλεκτρονικά, μας δίνουν την ευκαιρία να τα ξαναδιαβάσουμε.
Αναρωτιέμαι πού να οφείλεται η τόσο μεγάλη απήχηση, η τόση αναγνωσιμότητα, η τόσο μεγάλη επιτυχία αυτών των μυθιστορημάτων που έχουν κάνει την Άγκαθα Κρίστι (1890-1976) τη δημοφιλέστερη συγγραφέα όλων των εποχών, που τα βιβλία της έχουν πουλήσει ένα δισεκατομμύριο στην αγγλική γλώσσα και ένα δισεκατομμύριο στις άλλες γλώσσες! Μυθιστορήματα που διαδραματίζονται σε μια άλλη χώρα, σε μια εποχή περασμένη, με καθαρά αστυνομική πλοκή (έγκλημα-εξιχνίαση) χωρίς τα στοιχεία με τα οποία έχει περιβληθεί το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα, κοινωνικά, ψυχολογικά, ιστορικά κ.λπ. Μια πιθανή εξήγηση νομίζω είναι το ότι το κάθε τι σ' αυτά τα μυθιστορήματα περιστρέφεται γύρω από τον άνθρωπο. Τις ανθρώπινες σχέσεις, την ανθρώπινη ψυχολογία, την ανθρώπινη συμπεριφορά, τα ανθρώπινα συναισθήματα κι αυτά φαίνεται πως δεν άλλαξαν ούτε θα αλλάξουν ποτέ. Και οι αγαπημένοι της ντετέκτιβ, αυτοί που δίνουν τη λύση, που βρίσκουν τον ένοχο, στον άνθρωπο εστιάζουν. Όχι στα δακτυλικά αποτυπώματα ή στα ίχνη που αφήνουν οι δολοφόνοι, στις πατημασιές ή στα ευρήματα, αλλά στην έρευνα γύρω  από τον χαρακτήρα, τις σχέσεις, την ψυχολογία τόσο του θύματος όσο και του πιθανού ενόχου. Χαρακτηριστικά ο μικρόσωμος Βέλγος (που θίγεται όταν τον περνούν για Γάλλο!), πασίγνωστος, κεντρικό πρόσωπο στα πλείστα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι Ηρακλής Πουαρό, λέει σε κάποιο σημείο στο μυθιστόρημα "Φόνοι με αλφαβητική σειρά": "Δεν είναι τα δεδομένα αυτά που αναλογίζομαι αλλά ο νους του δολοφόνου. Μόλις καταλάβω τι άνθρωπος είναι ο δολοφόνος, τότε θα μπορέσω να ανακαλύψω ποιος είναι". Κι αλλού πάλι ("Πέντε μικρά γουρουνάκια") λέει: "Δεν έχω ανάγκη να σκύψω και να μετρήσω τα αποτυπώματα των υποδημάτων, να μαζέψω τις γόπες των τσιγάρων και να εξετάσω τα τσακισμένα αγριόχορτα. Μου αρκεί να καθίσω στην καρέκλα μου και να σκεφτώ. Αυτό", είπε, χτυπώτας ελαφρά με τον δείχτη το κεφάλι του, που το σχήμα του θύμιζε αυγό, "αυτό είναι που λειτουργεί!" Ή, όπως αλλού λέει, αρκεί να βάλει σε λειτουργία τα φαιά κύτταρα του εγκεφάλου του.
Σε πολλά βέβαια μυθιστορήματα δεν υπάρχει ο Πουαρό, αλλά η περίφημη, πασίγνωστη ηλικιωμένη γεροντοκόρη, η αξιαγάπητη μις Τζέιν Μαρπλ, που όχι λίγες φορές συνέβαλε στον εντοπισμό του ενόχου. Αυτή, περισσότερο κι από τον Πουαρό ίσως στηρίζεται στις ανθρώπινες σχέσεις. "Κανένας αστυνόμος στην Αγγλία δεν μπορεί να συναγωνιστεί μια γεροντοκόρη απροσδιόριστης ηλικίας που δεν έχει τι να κάνει όλη μέρα", ακούγεται  στο μυθιστόρημα "Φόνος στο πρεσβυτέριο". Στο μικρό αγγγλικό (φανταστικό) χωριό της, το Σεντ Μέρι Μιντ, μελετά τους ανθρώπους και τις ανθρώπινες σχέσεις και σ' αυτά στηρίζει τα συμπεράσματά της. Είχε την ικανότητα να συνδέει ασήμαντα συμβάντα του μικρού χωριού με σοβαρότερα προβλήματα, σε βαθμό που οι γύρω της συχνά έβρισκαν ακατανόητες τις σκέψεις της. Μπροστά σ' ένα πτώμα για παράδειγμα μπορούσε να πει "μου θυμίζει την κόρη της κυρίας Τάδε που έτρωγε τα νύχια της..." κ.λπ.
Κάτι που επίσης με ελκύει στα μυθιστορήματα της Κρίστι είναι η όλη ατμόσφαιρα. Τα σπίτια, που κατά την αγγλική συνήθεια έχουν όνομα, η αγγλική εξοχή, η βροχή, το απαραίτητο τσάι στην ώρα του, οι μπάτλερ και οι υπηρέτες, αφού πολλές από τις υποθέσεις τοποθετούνται σ΄ένα μεγαλοαστικό έως αριστοκρατικό περιβάλλον, κι ακόμα ένα σχεδόν παραμυθιακό στοιχείο σε σχέση με την πεζότητα της εποχής μας.
Φέτος στις χριστουγεννιάτικες διακοπές απόλαυσα τέσσερα μυθιστορήματα της Άγκαθα Κρίστι. Δεν εξυπηρετεί να μιλήσω λεπτομερώς για το καθένα. Παραθέτω μόνο τα λίγα λόγια που τα εισάγουν, έτσι όπως δίνονται από τον εκδοτικό οίκο.


Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη
Στις επτά το πρωί, ο συνταγματάρχης Μπάντρι και η σύζυγός του έρχονται αντιμέτωποι με μια δυσάρεστη έκπληξη: υπάρχει ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη τους. Είναι μια νέα ξανθιά γυναίκα, με βραδινό φόρεμα κι έντονο μακιγιάζ, που τώρα πια έχει ξεβάψει στα μάγουλά της. Ποια είναι; Πώς βρέθηκε εκεί μέσα; 
 Ο συνταγματάρχης Μπάντρι ειδοποιεί την αστυνομία. Η κυρία Μπάντρι ειδοποιεί… τη φίλη της, τη μις Μαρπλ. Η μις Μαρπλ είναι πολύ καλή σ’ αυτά, ίσως εξιχνιάσει πρώτη το μυστήριο. Αυτό, σκέπτεται η κυρία Μπάντρι, δε θα ήταν συναρπαστικό; 
Η μις Μαρπλ αναλαμβάνει δράση, αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά πως δεν υπάρχει δολοφόνος ούτε ντετέκτιβ που να μπορεί να τα βάλει με μια γηραιά κυρία η οποία ξέρει όλα τα κουτσομπολιά της περιοχής…

Φόνοι με αλφαβητική σειρά   
Ένας δολοφόνος τρομοκρατεί τη χώρα. Διαλέγει το ποιον και πού θα δολοφονήσει με αλφαβητική σειρά: Πρώτα μια ηλικιωμένη καπνοπώλισσα, ύστερα μια σερβιτόρα που της άρεσε να φλερτάρει, κατόπιν έναν πλούσιο άνδρα... Το μόνο κοινό τους είναι ότι ότι τα αρχικά των ονομάτων τους είναι διαδοχικά γράμματα. 
Με κάθε φόνο δείχνει και πιο σίγουρος. Τόσο σίγουρος, που μπαίνει στον πειρασμό να περιπαίξει και να μπερδέψει τον μεγάλο ντετέκτιβ Ηρακλή Πουαρό. Αλλά αυτό ίσως να είναι το ένα –και το μοιραίο– λάθος του… 
Ένα εξαιρετικά δομημένο μυθιστόρημα, από τα πρώτα της αστυνομικής λογοτεχνίας που έχουν θέμα έναν serial killer, προτού καν καθιερωθεί ο όρος.

Φόνος στο πρσβυτέριο
"Αν κάποιος δολοφονούσε τον συνταγματάρχη Πρόδερο, θα έκανε μεγάλη χάρη στον κόσμο γενικότερα». 
Ο εφημέριος του Σεντ Μέρι Μιντ ξεστομίζει αστόχαστα αυτά τα λόγια στο τραπέζι, κραδαίνοντας ένα κουζινομάχαιρο. Λόγια που δεν ταιριάζουν σε ιερωμένο. Και θα τον φέρουν σε κάπως δύσκολη θέση όταν λίγο αργότερα ο συνταγματάρχης θα βρεθεί όντως δολοφονημένος μέσα στο πρεσβυτέριο! 
Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, όλο το φιλήσυχο, γραφικό χωριό θα ήθελε να έχει σκοτώσει αυτόν τον άνθρωπο. Ποιος θα μαντέψει τον δολοφόνο; Η μις Μαρπλ, ασπρομάλλα, γλυκομίλητη και πονηρή σαν αλεπού, κάνει σ’ αυτή την ιστορία την πρώτη της εμφάνιση, αποδεικνύοντας πως… ο καλύτερος ντετέκτιβ είναι αυτός που ξέρει όλα τα κουτσομπολιά! Στο εξής, κανένας εγκληματίας –αλλά και κανένας αστυνομικός! – δε θα μπορέσει να κάνει ανενόχλητος τη δουλειά του…

Πέντε μικρά γουρουνάκια
"Δεν έχω ανάγκη να σκύψω και να μετρήσω τα αποτυπώματα των υποδημάτων, να μαζέψω τις γόπες των τσιγάρων και να εξετάσω τα τσακισμένα γρασίδια. Μου αρκεί να καθίσω στην καρέκλα μου και να σκεφτώ». 
 Δεκαπέντε χρόνια πριν, η όμορφη Κάρολαϊν Κρέιλ καταδικάστηκε για τον φόνο του συζύγου της. Τώρα η κόρη της αναθέτει στον Πουαρό να αποκαταστήσει τη μνήμη της. Υπήρχαν ακόμη πέντε ύποπτοι και όσο το σκέφτεται ο Πουαρό τόσο επανέρχεται στο μυαλό του εκείνο το παιδικό τραγουδάκι με τα πέντε γουρουνάκια – το ένα πήγε στην αγορά, το άλλο στο σπίτι κλείστηκε καλά, και πάει λέγοντας. Κάποιο από τα πέντε γουρουνάκια, όμως, ίσως έκανε έναν φόνο και μένει ακόμη ατιμώρητο. 
Αν είναι έτσι, όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, όσα αποδεικτικά στοιχεία κι αν έχουν καταστραφεί, ο δαιμόνιος ντετέκτιβ θα το βρει, βάζοντας τη λογική του να δουλέψει…


Τετάρτη, Δεκεμβρίου 19, 2018

ΟΛΓΑ

Bernhard Schlink
Όλγα
Μετ. Απόστολος Στραγαλινός
Κριτική, 2018
Παρακολουθώ τον Bernhard Schlink από τότε που μαγεύτηκα με το εξαιρετικό Διαβάζοντας στη Χάννα. Το Σαββατοκύριακο, Ερωτικές αποδράσεις, Απόδοση δικαιοσύνης, Τα ίχνη του χρήματος, Ο γόρδιος φιόγκος, Ο γυρισμός, είναι μερικά από τα βιβλία του που μου κράτησαν ωραία αναγνωστική συντροφιά. Σε όλα σχεδόν, όποιο κι αν είναι το κύριο θέμα, πάντα παρεισφρέει, άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο, η αναφορά στο γερμανικό παρελθόν. Σαν να αισθάνεται να τον βαραίνει μια ενοχή για την οποία θέλει να εξιλεωθεί. Σαν να κουβαλάει τη συλλογική ευθύνη του έθνους του από την οποία θέλει να το απαλλάξει. Ίχνη αυτής της τάσης διακρίνουμε και σ' αυτό το βιβλίο. Ένα βιβλίο στο οποίο κάτω από την ερωτική ιστορία που δεσπόζει, υποβόσκει ένας αιώνας ιστορίας.
Κι εδώ, όπως και στη Χάννα, κεντρικό πρόσωπο είναι μια γυναίκα, η Όλγα. Η ακριβής χρονολογία γέννησής της δεν αναφέρεται, εικάζουμε όμως ότι πρέπει να γεννήθηκε στο τέλος του 19ου αι. Από φτωχή οικογένεια, με πατέρα φορτοεκφορτωτή και μητέρα πλύστρα, μένοντας από μικρή ορφανή, μεγαλώνει κοντά στη γιαγιά της με την οποία ποτέ δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί. Μικρή η Όλγα κάνει παρέα με δυο αδέλφια, τη Βικτώρια και τον Χέρμπερτ, παιδιά ενός πλούσιου γαιοκτήμονα, από μια άλλη κοινωνική τάξη, πολύ διαφορετική από τη δική της. Καθώς μεγαλώνουν η αρχική συμπάθεια και φιλία Όλγας-Χέρμπερτ εξελίσσεται σ' ένα μεγάλο έρωτα. Η οικογένεια εκείνου βέβαια δεν μπορεί να εγκρίνει έναν τέτοιο δεσμό, πολύ περισσότερο έναν γάμο.
Καθώς τα χρόνια περνούν η Όλγα κατορθώνει να σπουδάσει, να γίνει δασκάλα, ενώ ο Χέρμπερτ κατατάσσεται στη φρουρά του πεζικού και εθελοντικά συμμετέχει στη "δύναμη προστασίας της Γερμανικής Νοτιοδυτικής Αφρικής". Ουσιαστικά στην υπεράσπιση των Γερμανικών αποικιών. Της γράφει υπερασπιζόμενος την ιδέα της ανωτερότητας της Γερμανικής φυλής: "Οι μαύροι εξεγείρονται και προσπαθούν να καταλάβουν την εξουσία. Δεν πρέπει να το πετύχουν. Η νίκη μας θα είναι ευλογία και για κείνους και για εμάς. Αποτελούν μια φυλή που βρίσκεται ακόμα στη χαμηλότερη πολιτισμική στάθμη (...) ακόμα κι αν τους παρείχαμε μόρφωση, δεν θα έφτανε ποτέ στην ψυχή τους. Αν επικρατήσουν οι μαύροι, η εξέλιξη αυτή θα 'ναι τρομερό πλήγμα για ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο". 
Οι συναντήσεις των δυο ερωτευμένων είναι πια αραιές, σύντομες και με κάθε μυστικότητα. Ο Χέρμπερντ δεν διακρίνεται μόνο από το πνεύμα της υπεροχής. Είναι κι ένα ανήσυχο πνεύμα. Γυρίζει για λίγο μόνο στη Γερμανία (Πρωσία) για να ξαναφύγει άλλοτε για την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Σιβηρία και αλλού. Όταν ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος ξεσπά, εκείνος βρίσκεται στην Αρκτική επιδιώκοντας να φτάσει στον Βόρειο Πόλο. Με αδρές πινελιές ζωγραφίζεται η φρίκη του πολέμου, ενώ ο τριτοπρόσωπος αφηγητής του πρώτου μέρους του μυθιστορήματος δηλώνει: "Ξανά ο στόχος ήταν να μεγαλώσει ακόμα πιο πολύ η Γερμανία, περισσότερο απ' όσο το ήθελε και το κατόρθωσε ο Μπίσμαρκ στα χρόνια του. Και για να επιτευχθεί τούτο, τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο έπρεπε να τον ακολουθήσει ένας δεύτερος".
Στο δεύτερο μέρος η αφήγηση γίνεται πρωτοπρόσωπη. Έχουν περάει αρκετά χρόνια, έχει περάσει και ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος. Αφηγητής τώρα είναι το παιδί μιας οικογένειας στην οποία η Όλγα, έχοντας απολυθεί από δασκάλα, δούλευε ως μοδίστρα. Εκείνη του αφηγείται ιστορίες από τη ζωή της, για τον Χέρμπερτ που χάθηκε στη Αρκτική, για τους πολέμους...Καθώς ο αφηγητής μεγαλώνει, η σχέση του με την Όλγα εξελίσσεται σε μια ωραία φιλία. Κάνουν περιπάτους, επισκέπτονται μουσεία, συζητούν, ανταλλάσσουν σκέψεις, ως το θάνατό της.
Το τρίτο μέρος του βιβλίου πιστεύω είναι το πιο ωραίο, το πιο ενδιαφέρον, το πιο συναισθηματικό. Αποτελείται ουσιαστικά από ανεπίδοτες επιστολές της Όλγας προς τον Χέρμπερτ που έστελλε σε ποστ ρεστάντ στο Τρόμσο της Νορβηγίας, σταθμό των αποστολών της Αρκτικής και τις οποίες ο αφηγητής (που δεν μαθαίνουμε ποτέ το όνομά του) αξασφάλισε από ένα παλαιοπωλείο. Πρόκειται για 31 επιστολές που εκτείνονται χρονικά από το 1913 ως το 1915, ενώ υπάρχουν και δύο του 1936,  μία του 1939, μία του 1956 και μία του 1971. Η Όλγα εξακολούθησε να γράφει κι όταν, κατά πάσα πιθανότητα, εκείνος δεν ζούσε πια.
Μέσα από τις επιστολές όχι μόνο ξεδιπλώνεται μια μεγάλη αγάπη αλλά αποκαλύπτονται και πλήθος άλλα γεγονότα της προσωπικής και της συλλογικής ζωής. Ο καρός, οι εποχές, η φύση, συνήθειες, ο πολέμος, τα όνειρά της, οι αναμνήσεις της. Γράφει: "Πού να είσαι τώρα αγαπημένε; Ξεχειμωνιάζεις σε κάποια καλύβα; Ή επέστρεψες στο πλοίο για να βγάλεις εκεί τον χειμώνα; Μήπως ξεκίνησες κι εσύ για κάποιο κατοικημένο μέρος και τις επόμενες μέρες θα διαβάσω για σένα στην εφημερίδα, όπως διάβασα σήμερα για τον καπετάνιο; Ήταν σε άθλια κατάσταση και είχε κρυοπαγήματα". Αλλού πάλι, εκδηλώνοντας την αντίθεσή της στην επεκτατική πολιτική της Γερμανίας, του γράφει: "Δεν περνάει βδομάδα που να μη διαβάσω ότι το μέλλον της Γερμανίας βρίσκεται στις θάλασσες, την Αφρική και την Ασία, για τη σημασία των αποικιών μας, για την ισχύ του στόλου μας και του στρατεύματός μας, για το μέγεθος της Γερμανίας, λες και μεγάλωσε τόσο η χώρα μας, που επειδή δεν της κάνουν πια τα ρούχα χρειάζεται μεγαλύτερα".
Παρά τη συντομία του (291 σελίδες) το βιβλίο του Bernhard Schlink έχει μια σύνθετη μορφή. Δεν ακολουθεί ευθύγραμμη χρονολογική εξιστόρηση των γεγονότων, δεν  περιορίζεται σε ένα μόνο αφηγητή, δημιουργεί ανατροπές. Πάντα η καλή λογοτεχνία βρίσκει τρόπους να μας δώσει μ' έναν καινούριο τρόπο, να δει μ' έναν διαφορετικό φακό ακόμα και τα πιο γνωστά γεγονότα. Για άλλη μια φορά διαπιστώνουμε πως στη λογοτεχνία υπερέχει το "πώς" έναντι του "τι".
 

Κυριακή, Δεκεμβρίου 09, 2018

Ο Στόουνερ

John Williams
Ο Στόουνερ
Μετ. Αθηνά Δημητριάδη
Gutenberg, 2017
Ίσως, αν διαβάσει κάποιος πρώτα το Επίμετρο του Άρη Μπερλή στο εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα, να μη χρειάζεται να πει τίποτε άλλο. Μέσα σε λίγες σελίδες δίνεται όλο το μυθιστόρημα, σκιαγραφούνται οι χαρακτήρες, περιγράφεται με κάθε συντομία και αναλύεται η ζωή και η πορεία του Στόουνερ, αξιολογείται όλο το μυθιστόρημα. Αλλά δεν νομίζω πως υπάρχει κανείς, προπάντων όταν αυτός αγάπησε τη λογοτεχνία και τη διδασκαλία, που θα διαβάσει αυτό το βιβλίο και θα αντέξει να μην εκφράσει τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα.
Μια πρώτη απορία: Πώς γίνεται ένα μουντό, γκρίζο, μελαγχολικό μυθιστόρημα, του οποίου τον κύριο ήρωα, τον Γουίλιαμ Στόουνερ, που αν και δίδαξε σαράντα χρόνια στο Πανεπιστήμιο του Μιζούρι ελάχιστοι θυμούνται, να προκαλεί τέτοια σαγήνη στον αναγνώστη; ("Οι συνάδελφοι του Στόουνερ, οι οποίοι δεν του είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση όσο ζούσε, τώρα πια τον αναφέρουν σπανίως. Στους μεγαλύτερους το όνομά του λειτουργεί ως υπενθύμιση του αναπόφευκτου για όλους τέλους, για τους νεότερους είναι απλώς ένας ήχος που δεν ανακαλεί τίποτε από το παρελθόν ούτε τους θυμίζει κάποιον που είχε σχέση με τους ίδιους ή με τη σταδιοδρομία τους").
Αυτή ακριβώς είναι η δύναμη και η γοητεία της λογοτεχνίας. Αυτή η γοητεία, ακαταμάχητη για όποιον ένιωσε "την αγάπη για τη γλώσσα, για το μυστήριο του νου και της καρδιάς, το πώς αποκαλύπτονται στους ασήμαντους, αλλόκοτους και αποσδόκητους συνδυασμούς γραμμάτων και λέξεων, τα τυπωμένα γράμματα, τόσο μαύρα, τόσο ψυχρά", αυτή μας κρατάει αιχμάλωτους στην απόλαυσή της, έστω κι αν περιγράφει δεινά ή δυστυχίες ή καθόλου ιδανικούς χαρακτήρες. Αυτή η αγάπη  γεννιέται μυστηριωδώς, ευτυχία και απόλαυση για όποιον έχει τύχει της ευλογίας της.
Ο Γουίλιαμ Στόουνερ ήταν παιδί μιας φτωχής, αγροτικής οικογένειας. Από έξι χρονών εργάζεται στα χωράφια βοηθώντας τους αγρότες γονείς του. Όταν τελειώνει το σχολείο, ο πατέρας του, παρ' όλη τη φτώχεια τους, τον στέλλει στη Γεωπονική Σχολή που πρόσφατα άνοιξε στο Πανεπιστήμιο της Κολόμπια, πιστεύοντας ότι η σπουδή θα τον βοηθούσε να βελτιώσει τις αγροτικές τους καλλιέργειες. Με πολλές στερήσεις, δουλεύοντας ταυτόχρονα στο σπίτι που του παρέχει στέγη και τροφή, ο Γουίλιαμ τελειώνει το πρώτο έτος. Στο δεύτερο έτος, μεταξύ των μαθημάτων που πρέπει να παρακολουθήσει είναι και το μάθημα "Επισκόπηση της Αγγλικής Λογοτεχνίας". Και τότε γίνεται το θαύμα. Ακούγοντας μια μέρα τον καθηγητή του να απαγγέλλει το 73ο σονέτο του Σαίξπηρ, ένιωσε σαν να "μετεβλήθη εντός του ο ρυθμός του κόσμου". Ένα ωραίο, λυρικό σονέτο (παρατίθεται στο βιβλίο καθώς και η εξαιρετική μετάφραση της Λένιας Ζαφειροπούλου). Ένα μελαγχολικό σονέτο που μιλάει για τη φθορά και τον θάνατο και τελειώνει με τον στίχο "καθένας διπλά αγαπά ό,τι γοργά θα χάσει". Ο συγγραφέας δεν μας διαφωτίζει, δεν μας εξηγεί τι σκέψεις έκανε ο ήρωάς του, τι ένιωσε. Σημασία έχει ότι μετά απ' αυτό το σονέτο εγκαταλείπει τη Γεωπονική και παίρνει μαθήματα αγγλικής λογοτεχνίας. Τελειώνοντας, θα αναλάβει ως καθηγητής στο ίδιο Πανεπιστήμιο, στο οποίο θα υπηρετήσει ως τον θάνατό του. Παθιασμένος ως το τέλος με την αγάπη του για τη μελέτη και τη διδασκαλία.
Η ζωή του, την οποία ο συγγραφέας μας εξιστορεί με ευθύγραμμη αφήγηση, κάθε άλλο παρά ευτυχισμένη υπήρξε. Ερωτεύεται κεραυνοβόλα μια κοπέλα, την Ήντιθ, την παντρεύεται, αλλά αυτή αποδεικνύεται ένας δύστροπος, ιδιόρυθμος, ανέραστος χαρακτήρας που του προκαλέι αφάνταστες δυσκολίες, που ο ερωτισμός της διαρκεί τόσο μόνο όσο να αποκτήσουν ένα παιδί, την Γκρέις, που κι αυτό ακόμα το παιδί το χρησιμοποιεί για να βασανίσει τον άντρα της.
Στο πανεπιστήμιο το ίδιο εχθρικό κλίμα. Με αφορμή τη διένεξη του Σνοόυτερ με τον διευθυντή του τμήματος, τον Λόμαξ, σχετικά με έναν φοιτητή, ο Σνοόυτερ καθηλώνεται για πάντα στη θέση του Επίκουρου. Ενοχλείται, φυσικά, αλλά αυτό δεν φαίνεται να επηρεάζει το πάθος του για τη μελέτη, την έρευνα, τη διδασκαλία. Ευτυχισμένες στιγμές του χαρίζουν δυο συμφοιτητές του, ο Μάστερς που θα σκοτωθεί στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και ο Φιντς που θα γίνει κι αυτός καθηγητής στο ίδιο πανεπιστήμιο και θα παραμείνει πιστός και αφοσιωμένος φίλος ως το τέλος. 
Το πιο όμορφο όμως, ευτυχισμένο, φωτεινό διάλειμμα στη μουντή ζωή του Σνόουτερ θα γίνει η σχέση του με μια νεαρή καθηγήτρια, ακροάτρια των μαθημάτων του, την Κάθριν Ντρίσκολ. Ένα φωτεινό διάλειμμα, ένα ερωτικό ταίριασμα, μια κοινή αγάπη για τη μελέτη, ένας ήρεμος, γαλήνιος δεσμός που κρατάει ένα περίπου χρόνο. Το επαπειλούμενο για το πανεπιστήμιο σκάνδαλο διακόπτει αυτό τον δεσμό. Εκείνη θυσιάζεται, φεύγει, αλλά η ανάμνηση εκείνου του φωτεινού διαλείμματος θα κρατήσει και για τους δυο για πάντα.
 Άρρωστος με καρκίνο ο Σνοόυτερ παραιτείται από το πανεπιστήμιο. Στο αποχαιρετιστήριο δείπνο που του παραθέτουν, λέει: "Θέλω να σας ευχαριστήσω όλους σας που μου επιτρέψατε να διδάξω". Κοινή εμπειρία, ταύτιση για όλους εμάς που αγαπήσαμε με πάθος τη λογοτεχνία και τη διδασκαλία. 
Και το τέλος έρχεται. Δεν έχω διαβάσει ποτέ ωραιότερες σελίδες που περιγράφουν το τέλος ενός ανθρώπου. "Τα δάχτυλα λασκάρησαν, το βιβλίο που κρατούσαν γλίστρησε, αργά στην αρχή, μετά πιο γρήγορα, πάνω στο ασάλευτο σώμα κι έπεσε στη σιωπή του δωματίου".

Παρασκευή, Νοεμβρίου 23, 2018

Χίλιες ανάσες

Ιωάννα Καρυστιάνη
Χίλιες ανάσες
Καστανιώτης, 2018
Συχνός ο θάνατος στα έργα της Καρυστιάνη. Ο θάνατος τριγυρίζει σ' όλο το "Κουστούμι στο χώμα" (το πιο αγαπημένο μου βιβλίο της), ο θάνατος δημιουργεί μια τρομερή σκηνή στο "Φαράγγι", μια σκηνή που ποτέ ο αναγνώστης δεν μπορεί να ξεχάσει, που τον σημαδεύει για πάντα.   Με θάνατο αρχίζει και τελειώνει και το τελευταίο της μυθιστόρημα "Χίλιες  ανάσες". 
Τον Νιόβρη του 2015 ένα πτώμα μπλέκεται στα δίκτυα κάποιου ψαρά, κάπου κοντά στη Σύρο. Πρόκειται πιθανότατα για τον εξαφανισθέντα προ τριών  περίπου μηνών Στυλιανό Βογιατζή, κάτοικου του μικρού (φανταστικού) νησιού Κουκούτσι. Η χήρα του, Πηγή Βογιατζή, καλείται να αναγνωρίσει τον νεκρό. Ναι, είναι ο εξαφανισθείς σύζυγός της. Είναι όμως πράγματι, αφού ελάχιστα μέρη από τον νεκρό έχουν απομείνει, ή μήπως είναι κάποιος μετανάστης ή πρόσφυγας απ' όλους αυτούς που έχουν πνιγεί στο Αιγαίο; Η αμφιβολία την διακατέχει ως το τέλος. Το ίδιο και η απορία αν ο θάνατός του ήταν ατύχημα, έγκλημα ή αυτοκτονία. Η απορία θα μείνει και στον αναγνώστη, χωρίς όμως αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί γύρω από τον θάνατο ενυφαίνεται και η ζωή. Η σύγχρονη ζωή στην Ελλάδα (και στον κόσμο, θα έλεγα) όπως αυτή βιώνεται από τους κατοίκους ενός μικρού νησιού, ξεχασμένου από θεούς κι ανθρώπους, σε μια γωνιά του Αιγαίου.
Λιθάρι λεγόταν παλιά το νησάκι. Κουκούτσι το βάφτισε ένας δημοδιδάσκαλος "διαδίδοντας τη θεωρία πως οι φαταούλες κυβερνώντες ροκάνισαν τον καρπό του ιδρώτα γεωργών, κτηνοτρόφων και αλιέων και έφτυσαν στα μούτρα τους τα κουκούτσια".
Τρεις αχώριστες φίλες, η χήρα του "αλιευθέντος" νεκρού Πηγή, που ασκούσε το ασυνήθιστο για γυναίκα επάγγελμα του μηχανικού αυτοκινήτων, η Πόπη, μεταφράστρια που μοιράζει τον χρόνο της μεταξύ Αθήνας και νησιού και η Πέπη, χήρα κι αυτή, φανατική κινηματογραφόφιλη κι ακόμα η  κόρη της Πηγής Αμαλία, είναι τα βασικά πρόσωπα γύρω από τα οποία διαδραματίζονται τα γεγονότα. Γεγονότα απλά, της καθημερινότητας, γεγονότα που θα μπορούσαν να συμβούν σε κάθε απόμερη γωνιά της ελληνικής γης.
Ένας ξενομερίτης αστυνομικός, δυο άλλοι, ο Ηλίας κι ο Ισίδωρος που υπήρξαν αχώριστοι φίλοι με τον εξαφανισθέντα Στέλιο, μια ηλικιωμένη καθηγήτρια, αγγλίδες τουρίστριες που αποφάσισαν να ζήσουν εδώ τα χρόνια της συνταξιοδότησής τους κι άλλοι ακόμα άνθρωποι και ζώα, μια γαϊδουρίτσα, μια κατσίκα, ένα σκυλί, μια γάτα, διαδραμτίζουν κι αυτοί το ρόλο τους στο μικρό νησί. Κι ακόμα μια άλλη νεκρή, ένα όμορφο κορίτσι που χάθηκε σαράντα χρόνια πριν, απ' τον ίδιο βράχο που άφησε το τελευταίο του χνάρι ο πνιγμένος Στέλιος. Να έχουν άραγε σχέση τα δυο γεγονότα;
Μέσα σ' αυτό το περιορισμένο περιβάλλον η συγγραφέας κατορθώνει να εντάξει πλήθος θέματα. Θέματα εσωτερικά όπως η βίωση του πένθους, η φθορά της ηλικίας και η αναζήτηση της νεότητας, αλλά και θέματα εξωτερικά, όπως οι γιορτές του Πάσχα στο νησί, η χούντα, η εισβολή στην Κύπρο, η οικονομική κρίση και προπάντων το θέμα με τις στρατιές των προσφύγων που πλημμυρίζουν την Ελλάδα και η εθελοντική προσφορά γι' αυτούς.
Η γραφή της Καρυστιάνη συνειρμική, συχνά ελλειπτική, συμπυκνωμένη, υπαινικτική περισσότερο από κάθε άλλη φορά, κατορθώνει με το ελάχιστο το μέγιστο. Για παράδειγμα, μέσα σε  μια μόνο  παράγραφο μπορεί ειρωνικά να περιγράφει και ταυτόχρονα να  καταγγέλλει: "Το νησί, δίχως αρχαιότητες δεν προσέλκυε αρχαιοκάπηλους, δίχως εφοπλιστές δεν έφερε μεγαλοδιαρρήκτες, δίχως πεντάστερες τουριστικές μονάδες δεν είχε περιθώρια για μεγάλη φοροδιαφυγή και χοντρές κομπίνες, ο κόσμος ζούσε από τα ψάρια, τα κοτοκούνελα, τα τυράκια και τα μέλια και τσοντάριζε με όσους θέλανε διακοπές σε προσιτές τιμές, τοπικά πανηγύρια και ρομαντζάδα σε ήσυχες παραλίες".
Ο σύγχρονος κόσμος, η σύγχρονη Ελλάδα, μέσα από ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 02, 2018

Ζωή στα όρια

Dorit Rabinyan
Ζωή στα όρια
Α.Α. Λιβάνη, 2017
Μετ. Χριστιάνα Σακελλαροπούλου
Ένα κύμα βαθιάς μελαγχολίας και απαισιοδοξίας με τύλιξε καθώς έκλεινα την τελευταία σελίδα του πολύ ενδιαφέροντος βιβλίου της Εβραίας Ντορίτ Ραμπινιάν. Ένιωθα λυπημένη, όχι μόνο για το θλιβερό τέλος, το οποίο ήδη γνώριζα, αλλά και για την όλη κατάσταση που μοιάζει τόσο με τη δική μας εδώ στην Κύπρο. Ένας μεγάλος έρωτας ανάμεσα σε μια Εβραία κι έναν Παλαιστίνιο, καταδικασμένος εξαρχής. Σαν να διάβαζα για μια Ελληνίδα της Κύπρου ερωτευμένη μ' έναν Τουρκοκύπριο, εξίσου και περισσότερο καταδικαστέα και απορριπτέα κατάσταση. Ίσως με κάποια διαφοροποίηση ως προς το ποιος λαός είναι ο κατακτητής και ποιος ο κατακτημένος και διωγμένος από τα σπίτια και την πατρογονική γη.
Η εικοσιοχτάχρονη Εβραιοπούλα Λιάτ Μπενιαμίνι, μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο του Τελ Αβίβ, με πτυχίο Αγγλικής Φιλολογίας και Γλωσσολογίας, βρίσκεται για ένα εξάμηνο στη Νέα Υόρκη με υποτροφία Φούλμπραϊτ. Ο Χιλμί Νάσερ, Παλαιστίνιος από τη Ραμάλα, ζωγράφος, με πτυχίο από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου της Βαγδάτης, βρίσκεται ήδη εδώ και τέσσερα χρόνια με βίζα καλλιτέχνη. Μια ευτυχής (;) συγκυρία φέρνει κοντά τον ένα στον άλλο. Ένας έρωτας γεννιέται. Κι ας ξέρουν κι οι δυο, προπάντων εκείνη, πως ο έρωτας αυτός είναι καταδικασμένος.
Η όλη ιστορία δίνεται μέσα από τη ματιά και την πρωτοπρόσωπη γραφή της Λιάτ κι ας είναι η μορφή του Χιλμί που τελικά κυριαρχεί στο βιβλίο. Είναι ένας ωραίος νέος Παλαιστίνιος, με την ευαισθησία του καλλιτέχνη, χωρίς ισχυρούς δεσμούς με τη θρησκεία ή τα έθιμα του τόπου του. Δεν αποφεύγει το ακλοόλ, ούτε το χοιρινό, ούτε προσεύχεται πέντε φορές την ημέρα, κατ' ακρίβεια ποτέ δεν προσεύχεται. Εκείνη φαίνεται πολύ πιο  δεμένη με τις παραδόσεις της φυλής της. Διατηρεί τακτικότατη επαφή με την οικογένειά της στο Τελ Αβίβ και η αναφορά στις εβραϊκές γιορτές, τα φαγητά ή άλλες συνήθειες είναι συχνότατη. Τρομοκρατείται στη σκέψη ότι οι δικοί της μπορεί να μάθουν τη σχέση της με τον Χιλμί.
Για λίγους μήνες το ζευγάρι θα ζήσει μια μεγάλη αγάπη. Με τις διαφωνίες ενίοτε, αλλά πάντα με την ευαισθησία και την τρυφερότητα των ερωτευμένων. "Ο Χιλμί, με τις χιμαιρικές φαντασιώσεις του περί διεθνικού κράτους, ενός ομοσπονδιακού κράτους με ισότιμες τις δύο εθνότητες, να κλείνει τ'αφτιά του και να κοπανάει το κεφάλι του στον τοίχο σαν παιδί-γι' αυτόν ήταν όλα ή τίποτα. Κι εγώ με την ξεπερασμένη, αναιμική συμβιβαστική πρόταση των δύο κρατών, την οποία επαναλάμβανα μέχρι αηδίας. Εκείνος με την αθεράπευτα ονειροπόλα φύση του Λένον, ένας ευαίσθητος ιδεολόγος που έλπιζε ακόμα με μάτια που έλαμπαν στη συμφιλίωση των δύο λαών (...) Εκείνος ήταν ο πεφωτισμένος, ο οραματιστής που πάλευε να διορθώσει τα κακώς κείμενα, ενώ εγώ έμενα με  τη ρετσινιά του εθνικισμού, του σιωνισμού, του αντιερωτικού συντηρητισμού. Εκείνος ήταν ο διεθνιστής, ο ειρηνιστής που αποποιούνταν έννοιες όπως κράτος και θρησκεία, που απέρριπτε φούμαρα όπως σημαίες και εθνικούς ύμνους, ενώ εγώ, όσο κι αν απεχθανόμουν να αναλαμβάνω αυτόν τον ρόλο, ήμουν η νηφάλια πραγματίστρια που αναλωνόταν σε ανούσιες τυπικότητες όπως οι συμφωνίες ειρήνης, τα σύνορα και η εθνική κυριαρχία".
Η γραφή της Ραμπίτ εξαντλείται στις λεπτομέρειες. Μας παίρνει μαζί της και μας ταξιδεύει στις λεωφόρους και στις οδούς της Νέας Υόρκης, στα μικρά διαμερίσματα, σε πλατείες και καφέ, μας κάνει να βλέπουμε τα χρώματα του φθινοπώρου ή να νιώθουμε το φοβερό κρύο του νεοϋορκέζικου χειμώνα. Με πιο αδρές πινελιές ζωγραφίζεται το Τελ Αβίβ, η Ραμάλα, η θάλασσα που τόσο λείπει στον Χιλμί.
Μα πάνω απ' όλα μας κάνει να αναρωτιόμαστε αν θα' ρθει κάποτε ο καιρός που η ουτοπία του Λένον θα πάψει να είναι ουτοπία.
Imagine there's no countries
it isn't hard to do
Nothing to kill or die for
And no religion too
Imagine all the people living life in peace

Πέμπτη, Οκτωβρίου 25, 2018

1984

Τζωρτζ Όργουελ
1984
Ο Μεγάλος Αδελφός
Κάκτος, 1999 (α΄έκδ. 1978)
Μετ. Νίνα Μπάρτη
Υπάρχει άραγε βιβλιόφιλος που δεν έχει διαβάσει το πασίγνωστο, πολυσυζητημένο, εμβληματικό αυτό βιβλίο; Κι αν δεν το έχει διαβάσει κάποιος, σίγουρα θα έχει δει την κινηματογραφική του εκδοχή. Κι αν ακόμα τίποτε από τα δυο δεν συμβαίνει, ανεπίγνωστα, όροι, στοιχεία, ιδέες, έχουν εισχωρήσει και  διανθίζουν όχι μόνο τον καθημερινό γραπτό και προφορικό λόγο, αλλά και την ίδια τη ζωή μας. Ο Μεγάλος Αδελφός (Big Brother), το έγκλημα της σκέψης, η διπλή σκέψη κ.λπ.
Για ποιον τότε γράφω αυτή την ανάρτηση; Πρωτίστως για τον εαυτό μου, προσπαθώντας να ξορκίσω τη μελαγχολία που μου δημιούργησε για ακόμα μια φορά (δεν είναι η πρώτη που το διαβάζω) το σκοτεινό και τόσο απαισιόδοξο αυτό βιβλίο. Κάθε φορά που το διαβάζω νιώθω ολοένα και περισσότερο να πλησιάζουμε στην πραγμάτωση των απαισιόδοξων αλλά τόσο προφητικών ιδεών του Όργουελ.
 Γραμμένο τη δεκαετία του '40, αναφέρεται στον μακρινό, για τότε, κόσμο του 1984. Εκείνος ο κόσμος αποτελείται από τρία μόνο μεγάλα κράτη: την Ωκεανία, την Ευρασία και την Ανατολασία. Οι ήρωες του Όργουελ  ζουν στην Ωκεανία, ταυτισμένη περίπου με την Ευρώπη και μέρος της Αμερικής. Η Ωκεανία είναι ένα κράτος με απόλυτο έλεγχο των πολιτών της από την ανωτάτη αρχή, τον Μεγάλο Αδελφό, που είναι το ίδιο το κόμμα. Τεράστιες γιγαντοοθόνες λειτουργούν αμφίδρομα, εκπέμποντας αλλά και παρακολουθώντας κάθε στιγμή των πολιτών, όπου κι αν βρίσκονται, ό,τι κι αν κάνουν (πόσο απέχει άραγε η εποχή μας απ' αυτή τη φανταστική για τη δεκαετία του '40 εποχή;). Η κοινωνία αποτελείται από τρεις τάξεις: Το Εσωτερικό Κόμμα που το αποτελεί μόνο το 1% του πληθυσμού. Σ' αυτό ανήκουν οι κυβερνώντες, συγκεντρώνουν όλες τις εξουσίες και απολαμβάνουν όλα τα αγαθά. Λίγο πιο κάτω βρίσκεται το Εξωτερικό Κόμμα, περίπου το 20% κι αυτοί μέλη του κόμματος αλλά κατώτεροι, κάνουν περίπου  τις εργασίες των σημερινών δημοσίων υπαλλήλων. Τέλος είναι οι Προλετάριοι, περίπου το 80%. Ζουν σε άθλιες συνθήκες, μέσα στη φτώχεια και την άγνοια. (Έπαψε άραγε ο κόσμος να αποτελείται από τις τρεις αυτές τάξεις;)
Κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ο Ουίνστον Σμιθ. Ανήκει στο Εξωτερικό Κόμμα και εργάζεται στο τμήμα Αρχείων του Υπουργείου Αλήθειας. Έχει την ευθύνη να προσαρμόζει τα γεγονότα, ακόμα και τα παρελθόντα, στην εκάστοτε παρούσα στιγμή. Άλλωστε, ένα από τα εμβλήματα του κράτους είναι: "όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν-όποιος ελέγχει το παρελθόν ελέγχει το μέλλον". Έτσι, για παράδειγμα, αν μια πρόβλεψη του Μεγάλου Αδελφού, για την παραγωγή π.χ. δεν επαληθευόταν, τότε η παλιά ομολία που είχε δημοσιευτεί στους Τάιμς, ξαναγραφόταν για να προσαρμοστεί στο παρόν. Η εφημερίδα ξανατυπωνόταν, τα παλιά φύλλα καταστρέφονταν, δεν είχαν υπάρξει ποτέ. Αυτό γινόταν διαρκώς, κείμενα και λεξικά γράφονταν και ξαναγράφονταν. Αυτό οδηγούσε στη "διπλή σκέψη". Να ξέρεις την αλήθεια και συγχρόνως τη μη-αλήθεια. " Το μυαλό του (του Ουίνστον) γλίστρησε στο λαβύρινθο της διπλής σκέψης. Να ξέρεις και να μη ξέρεις, να έχεις συνείδηση της αλήθειας και παράλληλα να λες έντεχνα κατασκευασμένα ψέματα, να έχεις ταυτόχρονα δύο γνώμες που η μία αναιρούσε την άλλη, πιστεύοντας και τις δύο. Να χρησιμοποιείς τη λογική ενάντια στη λογική, να αρνείσαι την ηθική ενώ την αξιώνεις, να πιστεύεις ότι η δημοκρατία είναι αδύνατη και ταυτόχρονα ότι το Κόμμα ήταν ο φύλακας της δημοκρατίας. Να ξεχνάς ό,τι είναι αναγκαίο να ξεχαστεί, και να το ξαναφέρνεις στη μνήμη σου τη στιγμή που το χρειάζεσαι, και αμέσως μετά να το ξεχνάς πάλι (...) ακόμα και η κατανόηση του όρου "διπλή σκέψη" προϋπέθετε τη χρησιμοποίηση της διπλής σκέψης."
Η σκέψη όμως είναι ταυτόσημη με τη γλώσσα. Γι' αυτό επινοείται η Νέα Γλώσσα. Ολόκληρο παράρτημα στο τέλος του βιβλίου εξηγεί τη νέα αυτή γλώσσα. Αφαιρούνται πολλές λέξεις, π.χ. οι λέξεις τιμή, δικαιοσύνη, ηθική, διεθνισμός, δημοκρατία, επιστήμη, θρησκεία έπαψαν να υπάρχουν, επομένως δεν υπάρχουν και ως έννοιες. Το λεξιλόγιο απλουστεύεται. Για παράδειγμα το αντίθετο του "καλός" γίνεται "μήκαλος", το συνώνυμο του "φωτεινός" μπορεί να είναι "ασκότεινος", το "πολύ κρύος" μπορεί να λεχθεί "δίσκρυος" κ.ο.κ. Ακόμα η ίδια λέξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως ρήμα, ουσιαστικό ή επίθετο κ.λπ. (Πόσο διαφέρουμε άραγε σήμερα με όλα αυτά τα αρκτικόλεξα, π.χ. "Καλό ΣΚ=καλό Σαββατοκύριακο, ή γράφουμε 4U και εννοούμε for you! ή με  τα συντομευμένα, χρησιμοποιούμενα από τη νεολαία, που τόσο φτωχαίνουν τη γλώσσα;)
Παρ' όλα αυτά ο Ουίνστον πιστεύει πως μπορεί να αντισταθεί, μπορεί να επαναστατήσει. Προπάντων όταν γνωρίζει, ερωτεύεται και συναντιέται κρυφά (ο έρωτας απαγορεύεται) με τη Τζούλια, που κι εκείνη σκέφτεται όπως ο ίδιος. Θα επιτύχουν άραγε;  Θα μπορέσουν να επαναστατήσουν ενάντια σ' αυτό το τρομακτικό καθεστώς; Δεν θα γράψω το τέλος. Ίσως κάποιοι κι απ΄αυτούς που έχουν διαβάσει το βιβλίο να το έχουν ξεχάσει και να θελήσουν να το ξαναδιαβάσουν. Αρκεί να πω πως η επινοητικότητα του καθεστώτος (και του συγγραφέα) ξεπερνά κάθε φαντασία αφήνοντάς μας μια πικρή γεύση.
{Χρήσιμη πληροφορία:Το βιβλίο διατίθεται από τον Κάκτο ψηφιακά δωρεάν}

Τετάρτη, Οκτωβρίου 17, 2018

Σερενάτα

Ζουλφί Λιβανελί
Σερενάτα
Μετ. Θάνος Ζαράγκαλης
Πατάκης, 2012
Ένα παλιό, άγνωστο επεισόδιο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένας μεγάλος έρωτας και μια απεικόνιση πτυχών της σύγχρονης Τουρκίας, συνθέτουν το ενδιαφέρον μυθιστόρημα του γνωστού (κυρίως ως μουσικού) Τούρκου συγγραφέα. Στην αρχή μου φάνηκε κάπως απλοϊκό, χωρίς ιδιαίτερο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Μια νεαρή Τουρκάλα, η Μάγια Ντουράν, ταξιδεύει αεροπορικώς από την Ισταμπούλ (που εμείς δεν μπορούμε να τη λέμε παρά μόνο Κωνσταντινούπολη) στη Βοστόνη. Κατά τη διάρκεια της υπερπόντιας πτήσης γράφει την ιστορία που σχετίζεται με το ταξίδι της. Μια ιστορία που, ξεκινώντας από το παρόν, ανατρέχει σ' ένα τραγικό επεισόδιο του 1941. Σιγά σιγά η ιστορία με απορρόφησε. Η απλοϊκότητα του ύφους έπαψε να με ενοχλεί. Άλλωστε η Μάγια δηλώνει ότι δεν είναι συγγραφέας, πως δεν ξέρει να εκφραστεί λογοτεχνικά, προσδίνοντας έτσι μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην ιστορία της.
Η Μάγια, διαζευγμένη, μ' ένα δεκατετράχρονο γιο που δεν ξεκολλάει από το κομπιούτερ, είναι βοηθός του πρύτανι του Πανεπιστημίου της Ισταμπούλ. Ως υπεύθυνη επί των δημοσίων σχέσεων, μια μέρα παραλαμβάνει από το αεροδρόμιο τον Μαξιμίλιαν Βάγκνερ, έναν 87χρονο Γερμανό, που είχε ζήσει και διδάξει στο Πανεπιστήμιο το 1939-1942. Αυτοεξόριστος, όπως και άλλοι Εβραίοι, αλλά και Γερμανοί καθηγητές, είχαν καταφύγει στην Τουρκία για να αποφύγουν τις διώξεις και την καταπίεση του ναζισμού. Μια ιδιαίτερη συμπάθεια αναπτύσσεται μεταξύ της Μάγια και του ηλικιωμένου καθηγητή καθώς τον ξεναγεί, του μιλά για τη σύγχρονη Τουρκία και ικανποιεί κάποιες παράξενες επιθυμίες του, όπως όταν της ζητά να μεταβούν μέσα στο καταχείμωνο στην παραλιακή πόλη Σίλε. Ταυτόχρονα η Μάγια αντιλαμβάνεται πως συνεχώς τους παρακολουθεί η μυστική αστυνομία. Γιατί άραγε; Με τη βοήθεια του γιου της που ερευνά στο διαδίκτυο και με αναδίφηση αρχείων η Μάγια προσπαθεί να ερευνήσει το παρελθόν του καθηγητή. Η ιστορία όμως που στοιχειώνει ακόμα τον Βάγκνερ θα μας αποκαλυφθεί σε μια παρένθετη, ανεξάρτητη αφήγηση, χαρακτηριστική, όπως λέει η Μάγια, των ιστοριών της Ανατολής. Σχετίζεται με την περιπέτεια ενός πλοίου, του πλοίου Στρούμα, που το 1941 είχε αποπλεύσει από τη Ρουμανία μεταφέροντας 768 Εβραίους στην Παλαιστίνη. Αλλά ούτε η Τουρκία το δεχόταν, ούτε οι Άγγλοι επέτρεπαν τη μετάβασή του στην Παλαιστίνη. Τελικά το πλοίο, αφού λόγω βλάβης  έμεινε ακυβέρνητο στη Μαύρη Θάλασσα, βυθίστηκε από Ρωσικό υποβρύχιο παρασύροντας τους ταλαιπωρημένους του επιβάτες στον θάνατο. Ανάμεσά τους και την Νάντια, την Εβραία, πολυαγαπημένη σύζυγο του Βάγκνερ που απελπισμένος έβλεπε από την ακτή το καράβι να βουλιάζει. Τέσσερις χώρες, Ρουμανία, Τουρκία, Αγγλία, Ρωσία υπήρξαν  ένοχες γι' αυτό το έγκλημα, αλλά καμιά δεν  θέλει να αποκαλυφθεί η δική της ευθύνη. Και η πικρή διαπίστωση του καθηγητή: "Η ευτυχία των ανθρώπων γινόταν (και γίνεται) παιχνιδάκι στα χέρια αυτών που έπαιζαν παιχνίδια εξουσίας".
Όμως, πέρα από το άγνωστο, τραγικό αυτό επεισόδιο του πολέμου, το βιβλίο του Λιβανελί έχει ενδιαφέρον και για την εικόνα της σύγχρονης Τουρκίας που παρουσιάζει. Οι δρόμοι της Ισταμπούλ, η πολυκοσμία της,  η θέση της γυναίκας, η δύναμη και αυστηρή πειθαρχία του στρατού, του έκτου μεγαλύτερου στον κόσμο, όπως λέει (ο αδελφός της Μάγια είναι στρατιωτικός), η ζωή της διαζευγμένης γυναίκας, οικογενειακές στιγμές, έθιμα και άλλες ακόμα πτυχές της σύγχρονης Τουρκίας μας αποκαλύπτονται. Ο συγγραφέας δεν διστάζει, με επίγνωση της ιστορίας, να κατακρίνει την Τουρκία, αναλογιζόμενος το πώς δημιουργήθηκε αυτό το κράτος. "Η προσπάθεια να δημιουργηθεί ένα τουρκικό έθνος, όπου όλοι θα μοιάζουν μεταξύ τους κι ας προέρχονται από μια κοινωνία πολλών πολιτισμών, θρησκειών, γλωσσών, όπως υπήξε η οθωμανική, έφερνε μαζί της και τέτοιου είδους εξαναγκασμούς. Γι΄αυτόν τον λόγο το κράτος ήταν τόσο ευαίσθητο στο θέμα της τουρκικής  ταυτότητας. Διότι, και πάλι όπως λέει ο αδελφός μου, εμείς δεν μπορέσαμε να σχηματίσουμε ένα κράτος όπως τα άλλα έθνη. Με άλλα λόγια, αυτό που ιδρύθηκε δεν ήταν ένα έθνος-κράτος:το κράτος έφτιαξε ένα έθνος για τον εαυτό του. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς τη νέα δημοκρατία μας ώς κράτος-έθνος. Ως εκ τούτου η κριτική προς το κράτος σήμαινε χτύπημα προς το έθνος και γι΄αυτό θεωρούνταν ασυγχώρητη".
Μια αδυναμία του βιβλίου είναι η παρεμβολή από μέρους της αφηγήτριας σκέψεων, συναισθημάτων, λεπτομερειών που δεν είναι πάντα απαραίτητες. Όμως οι αρετές του βιβλίου υπερκαλύπτουν τις μικρές αδυναμίες, δημιουργώντας ένα πολύ ενδιαφέρον μυθιστόρημα.