Δευτέρα, Αυγούστου 24, 2020

Όταν η ανάσα γίνεται αέρας

PAUL KALANITHI
Όταν η ανάσα γίνεται αέρας
Πατάκης, 2017
Μετ. Άννα Παπασταύρου
"Κοίταξα μία προς μία τις αξονικές τομογραφίες, η διάγνωση προφανής: οι πνεύμονες είχαν προσβληθεί από αμέτρητους όγκους, η σπονδυλική στήλη είχε παραμορφωθεί, ένας ολόκληρος λοβός του ήπατος είχε καταστραφεί. Καρκίνος ευρύτατα διεσπαρμένος. Ήμουν ειδικευόμενος νευροχειρουργός στο τελευταίο έτος της ειδικότητας. Τα τελευταία έξι χρόνια είχα εξετάσει πλήθος τέτοιες τομογραφίες, με την απώτερη ελπίδα πως κάποια αγωγή μπορεί να ωφελούσε τον ασθενή. Όμως αυτή η τομογραφία ήταν διαφορετική: ήταν η δική μου".
Έτσι αρχίζει το βιβλίο του Πωλ Καλανίθι, του νευροχειρουργού που πέθανε τον Μάρτιο του 2015 από καρκίνο των πνευμόνων, στα τριανταέξι του χρόνια. Ένα βιβλίο το οποίο άρχισε να γράφει αφού διαγνώστηκε με καρκίνο στο τέταρτο στάδιο και στο οποίο καταγράφει τη ζωή, αλλά και την πορεία του προς τον θάνατο, παρεμβάλλοντας ταυτόχρονα σκέψεις και εμπειρίες.
 Η μητέρα του από μικρό τον είχε μυήσει στη λογοτεχνία. Τα διαβάσματά του πολλά και ποικίλα: Από τον Κόμη Μοντεχρίστο, στον Ροβινσώνα Κρούσο, στον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, στον Ντίκενς, στον Δον Κιχότη, Σαρτρ, Καμύ... Φυσικό να στραφεί προς τη λογοτεχνία με πρώτο πτυχίο στις αντίστοιχες σπουδές. Όμως τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής δεν έπαψαν να τον απασχολούν. Αυτά τα ερωτήματα τον στρέφουν προς την ιατρική: "Πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος, σκέφτηκα, που η γλώσσα της ζωής βιώνεται-η γλώσσα του πάθους, της πείνας, της αγάπης-να έχει κάποια σχέση, οπωσδήποτε περίπλοκη, με τη γλώσσα των νευρώνων, των πεπτικών οδών και των χτύπων της καρδιάς". Αλλού πάλι θα πει: "Σπούδαζα ιατρική για να γίνω μάρτυρας του διττού μυστηρίου του θανάτου, να γνωρίσω τις εμπειρικές και τις βιολογικές εκφάνσεις του: βαθιά προσωπικές και ταυτόχρονα υπέρτατα απρόσωπες". Έτσι τον κερδίζει η νευροχειρουργική και οι βιοεπιστήμες.
Το βιβλίο δεν ακολουθεί μια χρονολογική ή νοηματική σειρά. Παρεμβάλλοντας γεγονότα της ζωής του, αναφέρεται στην πορεία της αρρώστιας. Τα πρώτα συμπτώματα, απώλεια βάρους και πόνοι στην πλάτη, αποδίδονται αρχικά στην κούραση. Όμως σύντομα έρχεται η διάγνωση: Καρκίνος. Οι χημειοθεραπείες αρχίζουν. Μάταια ζητά από την γιατρό του να του πει μια πρόβλεψη: Πόσος καιρός του μένει; Ξέρει καλά πως τέτοια πρόβλεψη ούτε μπορεί ούτε είναι σωστό να γίνει. Έχει όμως διαλείμματα που αισθάνεται καλύτερα. Τότε ξαναμπαίνει στο χειρουργείο. Είναι εντυπωσιακός ο τρόπος περιγραφής συγκεκριμένων περιπτώσεων. Για παράδειγμα, η πρώτη φορά που διενήργησε τοκετό κατά την εκπαίδευσή του ή η λεπτομερής περιγραφή νεκροψίας δεν ξεχνιούνται. Και ενδιάμεσα στα γεγονότα σκέψεις, σκέψεις και προβληματισμοί.  Για τη ζωή και τον θάνατο, για τον Θεό, για το νόημα της ζωής, αλλά κυρίως γύρω από το ιατρικό επάγγγελμα. Γράφει αλλού: "Το καθήκον του γιατρού δεν είναι να αποσοβεί τον κίνδυνο του θανάτου ή να επαναφέρει τους ασθενείς στην πρότερη ζωή τους, αλλά να παίρνει στα χέρια του έναν ασθενή και την οικογένειά του, των οποίων η ζωή έχει διαλυθεί και να δρα ωσότου αυτοί μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους, να αντιμετωπίσουν και να κατανοήσουν βαθιά, την ίδιά τους την ύπαρξη".
Οι τελευταίες 25 περίπου σελίδες του βιβλίου όπου περιγράφονται οι τελευταίες του στιγμές, είναι γραμμένες από τη σύζυγό του, επίσης γιατρό. Γράφει: "Είπε καθαρά, με φωνή σιγανή αλλά σταθερή: Είμαι έτοιμος". Με το "έτοιμος" εννοούσε να του αφαιρέσουμε το αναπνευστικό βοήθημα, να του αρχίσουμε μορφίνες, να πεθάνει." Πράγμα που έγινε εννιά ώρες μετά.
Παρ' όλο ότι είναι ένα βιβλίο περιγραφής της πορείας προς τον θάνατο, δεν είναι  καταθλιπτικό βιβλίο. Είναι περισότερο ένα βιβλίο προβληματισμού. Ποιο το νόημα της ζωής, ποια η σχέση του εγκεφάλου με τη συνείδηση ή το συναίσθημα ή όλες τις άλλες  ψυχικές λειτουργίες. Απαντήσεις βέβαια δεν δίνονται ούτε είναι δυνατό να δοθούν. Δίνει όμως την ευκαρία στον αναγνώστη να ξεφύγει από τα καθημερινά και επιφανειακά και για λίγο έστω να προβληματιστεί γύρω από την ουσία της ύπαρξής του.

Πέμπτη, Αυγούστου 06, 2020

Ο Μαιγκρέ στήνει παγίδα

George Simenon
Ο Μαιγκρέ στήνει παγίδα
Άγρα, 2019
Μετ. Αργυρώ Μακάρωφ
Για τους λάτρεις του αστυνομικού μυθιστορήματος ασφαλώς ο Ζωρζ Σιμενόν (1903-1989) και ο πρωταγωνιστής των αστυνομικών του ιστοριών επιθεωρητής Μαιγκρέ είναι πρόσωπα γνωστά και οικεία. Και σ' αυτό εδώ το blog αρκετές είναι οι σχετικές αναρτήσεις: Τρία δωμάτια στο Μανχάταν, 
Απορεί και θαυμάζει κανείς αυτή την πληθωρική συγγραφική δημιουργία. Δεκάδες τα μυθιστορήματα (και όχι μόνο αστυνομικά), διηγήματα, άρθρα. Αλλά εκτός από την ποσότητα, δυο άλλα στοιχεία εντυπωσιάζουν στα μυθιστορήματα του Σιμενόν. Πρώτο, το ότι παρ' όλο τον τεράστιο αριθμό τους, ο συγγραφέας κατορθώνει να προσδίδει μια ιδιαιτερότητα και πρωτοτυπία στο καθένα, ούτως ώστε ο αναγνώστης δεν βαριέται, δεν κουράζεται από την επανάληψη παρόμοιων τεχνικών και υποθέσεων, όπως συχνά συμβαίνει με σύγχρονους συγγραφείς αστυνομικών ιστοριών, που μετά από την ανάγνωση 2-3 βιβλίων τους είναι τόσο επαναλαμβανόμενοι ώστε δεν έχεις διάθεση ή επιθυμία να διαβάσεις άλλα. Και δεύτερο, αν και τοποθετούνται κατά κανόνα σε περασμένες εποχές (όπως το παρόν που διαδραματίζεται το 1955), έχουν τη φρεσκάδα και την επικαιρότητα σημερινών γεγονότων. Έτσι και στο "Ο Μαιγκρέ στήνει παγίδα" είναι, ειδικά για μας εδώ στην Κύπρο, σαν να  διαβάζουμε μια ιστορία του δικού μας serial killer, που δεν πάει πολύς καιρός που σκότωσε και πέταξε σε πηγάδια και λίμνες επτά γυναίκες, μια από αυτές μικρό κορίτσι. 
Στην ιστορία του Σιμενόν, πέντε νέες γυναίκες δολοφονούνται σε διάστημα έξι μηνών. Ο Μαιγκρέ και οι συνεργάτες του προσπαθούν να εντοπίσουν τον δολοφόνο μελετώντας τα κοινά χαρακτηριστικά των δολοφονιών. Και οι πέντε φόνοι διαπράττονται βράδυ, όχι πολύ αργά αλλά οπωσδήποτε στο σκοτάδι, γίνονται στην ίδια γειτονιά του Παρισιού, στο 18ο διαμέρισμα, στην περιοχή της Μονμάρτης, αφορούν νέες γυναίκες που επέστρεφαν μόνες στο σπίτι. Ακόμα, διαπράττονται με μαχαίρι, με το οποίο ξεσχίζονται και τα ρούχα των θυμάτων, αλλά χωρίς σεξουαλική κακοποίηση.
Την ιδέα για τον τρόπο που πρέπει να δράσει ο Μαιγκρέ του τη δίνει μια συζήτηση που γίνεται ένα βράδυ στο σπίτι ενός φίλου του, γιατρού, στο οποίο είναι καλεσμένος και κάποιος διάσημος Καθηγητής Ψυχιατρικής, διευθυντής φρενοκομείου. Το μέρος αυτό του μυθιστορήματος είναι ίσως το πιο ενδιαφέρον, καθώς η συνομιλία περιστρέφεται γύρω από την ψυχολογία των δολοφόνων. Η συζήτηση δίνει στον Μαιγκρέ την έμπνευση να εφαρόσει μια μέθοδο που στηρίζεται κυρίως στην ψυχολογία των εγκληματιών αυτού του τύπου, μέθοδος που αποδεικνύεται επιτυχής.
Οι σύντομοι χαρακτηρισμοί των προσώπων, η επίσης σύντομη αναφορά στο εξωτερικό περιβάλλον, σταγόνες βροχής ή ζέστη, προσφιλείς συνήθειες όπως η κατανάλωση μπίρας, οι διάλογοι που αφθονούν στο βιβλίο, όλα συμβάλλουν στο να καθιστούν τα ευσύνοπτα μυθιστορήματα του Σιμενόν ένα ευχάριστο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα.
Σημ. Το βιβλίο μεταφέρθηκε δυο φορές στον κινηματογράφο. Το 1958 με τον Zean Gabin στον ρόλο του επιθεωρητή Μαιγκρέ και το 2016 με πρωταγωνιστή τον Rowan Atkinson (τον γνωστό μας Mr.Bean).

Τρίτη, Ιουλίου 28, 2020

Θέα Ακρόπολη

Λουκία Δέρβη
Θέα Ακρόπολη
Μεταίχμιο, 2019
"Hotel Excelsior" ή "Ξενοδοχείο πολυτελείας" θα μπορούσε να είχε τιτλοφορηθεί το "συμπαθητικό" (δεν βρίσκω προσφυέστερο χαρακτηρισμό), ευσύνοπτο (μόνο 168 σελίδες) μυθιστόρημα της Λουκίας Δέρβη. Η δημιουργός του προτίμησε τον τίτλο "Θέα Ακρόπολη", με τον οποίο συνοψίζει και υπονοεί τόσο την τοποθεσία όσο και την απαίτηση των πελατών να έχουν τα δωμάτιά τους θέα προς την Ακρόπολη, όπωςς και πράγματι έχουν τα πολυτελέστερα και ακριβότερα δωμάτια των ξενοδοχείων που βρίσκονται στον περίγυρο του Ιερού Βράχου.
Εκεί, στην Πλατεία Συντάγματος, βρίσκεται το ξενοδοχείο-πρωταγωνιστής στο μυθιστόρημα. Όσοι έτυχε να ζήσουν έστω και για λίγες μέρες σ' ένα παρόμοιο ξενοδοχείο εύκολα αναγνωρίζουν τους χώρους, την επίπλωση, τη διακόσμηση, την όλη ατμόσφαιρα καθώς και τα πρόσωπα που το ζωντανεύουν: Από τον ακοίμητο φρουρό της εισόδου, τον σοβαρό θυρωρό, ως τη ρεσεψιόν με τους χαμογελαστούς υπαλλήλους κι από το παιδί που θα μεταφέρει τις αποσκευές ως τις καμαριέρες, τους σερβιτόρους και όλο το υπόλοιπο προσωπικό που δίνει ζωή στο άψυχο κτίριο.
Χρονικά το μυθιστόρημα τοποθετείται στο καλοκαίρι του 1992, αρχίζοντας με μια έκρηξη προερχόμενη από δράση της 17 Νοέμβρη. Με παρόμοιες, σύντομες νύξεις η συγγραφέας μας μεταφέρει στην ατμόσφαιρα και το κλίμα της εποχής, μιας εποχής ζωντάνιας και ευμάρειας. Η περιγραφική δύναμη της συγγραφέως είναι εξαιρετική: "Στη σκιά του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης, τα δαιδαλώδη δρομάκια της Πλάκας γέμιζαν σαν μελίσσια με το βουητό των γκρουπ, οι ξεναγοί περπατούσαν κρατώντας ψηλά τα αναγνωριστικά σημαιάκια και πληροφορούσαν τους τουρίστες για τα αρχαία μνημεία, οι κράχτες τους καλούσαν επίμονα να γευματίσουν στις ταβέρνες, οι καταστηματάρχες των τουριστικών και των δερμάτινων ειδών ξεφυσούσαν παριστάνοντας πως δεν δέχονταν παζάρια στις τιμές, ενώ ο νεαρός στο περίπτερο με τη διαφημιστική γκρίζα τέντα δεν προλάβαινε να παγώνει μπουκαλάκια νερού στο ψυγείο".
Με την ίδια λεπτολόγα περιγραφή μεταφερόμαστε σ' όλους τους χώρους του ξενοδοχείου. Από την είσοδο ως το lobby, από τα πολυτελή δωμάτια του έβδομου ορόφου στα σαλόνια και την τραπεζαρία, κι από τα μαγειρεία και τα υπόγεια ως την πισίνα και τις δεξιώσεις. Παρ' όλο που πολλά από τα πρόσωπα του ξενοδοχείου αναφέρονται ονομαστικά με τα χαρακτηριστικά και τον ρόλο που διαδραματίζουν, εντούτοις η ιστορία επικεντρώνεται σε τέσσερα κυρίως πρόσωπα. Είναι η  Θέκλα, μια πολύ όμορφη και ικανή καμαριέρα, γι' αυτό και είναι τοποθετημένη στον 7ο executive όροφο με θέα την Ακρόπολη. Από καιρού εις καιρόν προσφέρει και άλλου είδους "υπηρεσίες" σ΄έναν πλούσιο, τακτικό πελάτη του ξενοδοχείου. Έχει ένα παιδί από τον σύντομο γάμο της με τον Παρμενίωνα, μέλος του προσωπικού ασφαλείας του ξενοδοχείου, από τον οποίο χώρισε λόγω του βίαιου χαρακτήρα του, αλλά που δεν έπαψε να την ελκύει και να ξαναδοκιμάζει τη συμβίωση μαζί του. Με την Θέκλα είναι ερωτευμένος ο Μάκης, υπεύθυνος της ρεσεψιόν, ένας ωραίος, εσωστρεφής τύπος με μόνο ελάττωμα να σέρνει, λόγω ατυχήματος, το αριστερό του πόδι. Ερωτευμένη μ' αυτόν μια άλλη υπάλληλος, η Χαρούλα, υπεύθυνη πωλήσεων,
Πλήθος βεβαίως και οι υψηλού οικονομικού στάτους πελάτες του ξενοδοχείου, με τις ιδιορρυθμίες και τις απαιτήσεις τους. Η συγγραφέας μας αποκαλύπτει πολλά από όσα συμβαίνουν πίσω από τη λαμπερή βιτρίνα, προβάλλοντας αντιθετικά από τη μια τη ζωή και τις ιδιοτροπίες των επιφανών του πλούτου κι από την άλλη όλη την κούραση, τον αγώνα της βιοπάλης και τα προσωπικά δράματα των εργαζομένων.
Σε μια συνέτευξή της η συγγραφέας δήλωσε: "Στο Θέα Ακρόπολη θέλησα να στήσω μια παράσταση για να αποκαλύψω στα μάτια του αναγνώστη τον αόρατο κόσμο των παρασκηνίων του θεάτρου μου".
Πράγματι, η σκηνοθετική της ικανότητα είναι εξαιρετική κι αυτό, πιστεύω, είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του μυθιστορήματος. Πέρα όμως από τη σκηνοθεσία θα ήθελα να είχε δοθεί μεγαλύτερος ρόλος και στο ίδιο το έργο. Περισσότερη δράση, μεγαλύτερη εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Π.χ. στο ξενοδοχείο μια πελάτισσα αυτοκτονεί. Το θέμα όμως μένει ως εκεί, δεν αναπτύσσεται περισσότερο, το γεγονός απλώς αναφέρεται χωρίς να συνδέεται ή να επηρεάζει τη ζωή των προσώπων.
Γενικά όμως το μυθιστόρημα έχει ενδιαφέρον και μπορεί να θεωρηθεί ως ευοίωνη αρχή για τη συγγραφική πορεία της συγγραφέως. 

Τρίτη, Ιουλίου 21, 2020

Το βιβλίο στην εποχή του διαδικτύου



Η ιστορία της γραφής και της αποτύπωσής της σε κάποιο υλικό χάνεται μέσα στους αιώνες. Από τη σφηνοειδή γραφή των Σουμερίων και τη χάραξή της σε πλίνθινες πλάκες, ως τα ιερογλυφικά της Αιγύπτου, τις σκαλισμένες σε πέτρα ή αγάλματα επιγραφές της αρχαίας Ελλάδας και αργότερα  τα χειρόγραφα σε παπύρους και περγαμηνές, φτάσαμε στη μεγάλη επανάσταση του Γκούτενμπεργκ με την τυπογραφία. Πέντε αιώνες περίπου αργότερα συναντάμε στην εποχή μας μια εντελώς καινούρια μορφή γραφής. Την άυλη ηλεκτρονική γραφή και την όλο και ολένα συχνότερη χρήση της στην αποτύπωση του γραπτού λόγου. Εφημερίδες και περιοδικά, λεξικά, εγκυκλοπαίδειες, άρθρα, ειδήσεις κατακλύζουν τον κυβερνοχώρο, σε σημείο που αρκετά μέσα έχουν πάψει πια να εκδίδονται με την παραδοσιακή μορφή που ξέραμε ως τώρα, ή παράλληλα  κυκλοφορούν και σε ψηφιακή μορφή, όπως συμβαίνει με όλες σχεδόν τις  εφημερίδες.
Τι γίνεται όμως με το βιβλίο; Πριν από περίπου οχτώ χρόνια, το 2012,  έγραφα στο blog μου:
"Χτες είχα τη μεγάλη χαρά να αποκτήσω τον πρώτο μου e-reader, την πρώτη μου συσκευή ηλεκτρονικής ανάγνωσης, που από καιρό ήθελα. Πέρασα την ημέρα εξερευνώντας τον, προσπαθώντας να κατανοήσω τη λειτουργία του, να κατεβάζω και να αποθηκεύω βιβλία (...)
 Ω, τι απόλαυση! Να κρατάς μια σελίδα που περιέχει μια ολόκληρη βιβλιοθήκη! Μ' ένα άγγιγμα να ξεφυλλίζεις βιβλία, ν' αφήνεις το ένα να πιάνεις το άλλο. Να ταξιδεύεις και να μην έχεις την έγνοια αν θα σε φτάσει το βιβλίο που πήρες μαζί σου. Να πηγαίνεις διακοπές και να μη χρειάζεται να βαρυφορτώνεις τις αποσκευές σου".
Πόσο παιδαριώδης μου φαίνεται σήμερα εκείνη η έκρηξη χαράς. Αν εξαιρέσουμε το kindle, τη συσκευή ανάγνωσης της Amazon, σήμερα συσκευές ανάγνωσης μπορούν να είναι όλα τα ηλεκτρονικά μέσα: Υπολογιστές, τηλέφωνα, tablet...Πράγματι. Η πρώτη εκείνη συσκευή ανάγνωσης που με τόση χαρά είχα αγοράσει αχρηστεύθηκε, χάθηκε, δεν  υπάρχει πια. Τώρα δεκάδες βιβλία έχω "κατεβασμένα", άλλα αγορασμένα και άλλα που βρήκα δωρεάν, στο κινητό ή το i-pad μου.
Αφορμή για τις σκέψεις αυτές μου έδωσαν απόψεις φίλων που συχνά ακούω:"Δεν μου αρέσει το ηλεκτρονικό διάβασμα (κι ας είναι όλη μέρα στο fb!), ή "άλλο πράγμα το ξεφύλλισμα του βιβλίου, η μυρωδιά του χαρτιού..." Έχω την άποψη πως όσοι εκφράζονται μ' αυτό τον τρόπο είναι γιατί, είτε δεν έχουν δοκιμάσει ποτέ το ηλεκτρονικό διάβασμα ή  διαβάζουν μόνο 1-2 βιβλία τον χρόνο. Όσοι όμως βλέπουν το σπίτι τους να πλημμυρίζει σιγά-σιγά από βιβλία που δεν ξέρουν πια πού να τα βάλουν, όσοι πάνε διακοπές ή ταξίδι και χρειάζονται περισσότερα από ένα βιβλία, όσοι θέλουν να έχουν ανά πάσα στιγμή μαζί τους όλο τον Καβάφη, για παράδειγμα, γιατί μπορεί ξαφνικά να θέλουν να θυμηθούν ένα ποίημά του, όσοι θέλουν να περιηγηθούν σ΄ένα βιβλιοπωλείο ή ν' αγοράσουν κάποιο βιβλίο χωρίς να μετακινηθούν από το σπίτι τους (η περίπτωση του πρόσφατου lockdown δεν εμπόδισε εμάς του ηλεκτρονικού διαβάσματος ν' αγοράσουμε καινούρια βιβλία), όσοι λόγω προβλημάτων όρασης θέλουν να μεγαλώνουν τα τυπογραφικά στοιχεία, όσοι δεν  θέλουν να ενοχλούν όποιον κοιμάται δίπλα τους έχοντας αναμμένο το φως, όλοι αυτοί αναγνωρίζουν τη χρησιμότητα του e-book. 
Αλλά τα πλεονεκτήματα της ηλεκτρονικής ανάγνωσης δεν σταματούν εδώ. Μπορείς να σημειώνεις, να υπογραμμίζεις, να ξαναβρίσκεις εύκολα τις αντίστοιχες σελίδες, να κάνεις αναζήτηση και να εντοπίζεις αμέσως πού αναφέρεται ένα όνομα ή κάτι άλλο που θέλεις, να κλείνεις το βιβλίο κι εκείνο, όταν το συνεχίζεις, να ανοίγει στο σημείο που το άφησες...
Προλαμβάνω ένα ερώτημα: Δηλαδή προτιμάς τα e-books από τα χάρτινα βιβλία; Ψυεδοδίλημμα μου φαίνεται. Τα χάρτινα βιβλία έχουν περισσότερο συναισθηματική αξία. Μας θυμίζουν πού και πότε  αγοράσαμε ένα βιβλίο, ποιος πιθανόν μας το χάρισε, μπορεί να βρούμε ανάμεσα στις σελίδες του ένα εισιτήριο θεάτρου ή ένα ξεραμένο λουλούδι. Μπορεί να είναι μια πανέμορφη έκδοση, τέτοια που ποτέ δεν θα γίνει η ηλεκτρονική, ναι, ακόμα και η μυρωδιά του χαρτιού μπορεί να μας συγκινεί. Οι δύο μορφές βιβλίου  συνυπάρχουν για την ώρα, και πιστεύω, για πολλά ακόμα χρόνια. Θα έρθει άραγε η ώρα που, όπως η τυπογραφία εξαφάνισε τα χειρόγραφα βιβλία, το ηλεκτρονικό θα εξαφανίσει το χάρτινο; Κανείς δεν  μπορεί να προβλέψει το απώτερο μέλλον.

Σημ. Μια χρησιμότατη ιστοσελίδα, στην οποία ο δημιουργός της Μιχάλης Καλαμάρας δημοσιεύει οτιδήποτε έχει σχέση με τα e-books, άρθρα, διευθύνσεις, ενημέρωση για σχετικά συνέδρια κ.λπ. είναι η σελίδα http://www.eanagnostis.gr/ στην οποία μπορεί να βρει κάποιος άλλες ιστοσελίδες που αφορούν το ηλεκτρονικό βιβλίο, πολλά από τα οποία διατίθενται δωρεάν.

Κυριακή, Ιουλίου 19, 2020

Φαρενάιτ 451

Ρέη Μπράντμπερη
Φαρενάιτ 451
Εκδ. Γρηγόρη, χ.χ.
Μετ. Τζένη Βαγιάνου
Παλιό, γνωστό, πολυμεταφρασμένο (μόνο στα ελληνικά κυκλοφορούν τέσσερις εκδόσεις σε διαφορετικές μεταφράσεις), μεταφερμένο στον κινηματογράφο από τον Φρανσουά Τρυφό (1966), το βιβλίο του Μπράντμπερη αποτελεί εμβληματικό έργο επιστημονικής φαντασίας. Γραμμένο το 1953 διαβάζεται σήμερα όχι σαν φαντασία πια, αλλά σαν μια σημερινή πραγματικότητα, αφού πολλά από όσα ο Μράντμπερη φαντάστηκε αποτελούν τώρα υλοποιημένο παρόν: Η κυριαρχία της εικόνας, η μουσική που σε ξεκουφαίνει, η καταφυγή στα ηρεμιστικά, η αποξένωση, η απομάκρυνση από τη φύση, η ταχύτητα, η τεχνολογία, η υποβάθμιση του βιβλίου...
Στο σπίτι του μέλλοντος, όπως προφητικά το περιγράφει ο συγγραφέας, οι τοίχοι του σαλονιού είναι τεράστιες τηλεοράσεις από όπου διαρκώς ακούγονται ήχοι (πόσο απέχουμε σήμερα αναζητώντας ολοένα και μεγαλύτερες τηλεοράσεις;) Οι άνθρωποι έχουν διαρκώς στ' αυτιά τους την "αχηβάδα" ή "σκώρο", όπως μεταφράζεται, μικροσυσκευές από τις οποίες και πάλι διαρκώς εκπέμπονται ήχοι Άραγε δεν είναι μια γνώριμη σημερινή εικόνα της νεολαίας μας; Και πόσο τα χάπια που κατανάλωναν οι άνθρωποι του Μπράντμπερη για να ηρεμήσουν από την ένταση που δημιουργούσε ο τεχνολογικός πολιτισμός, σε σημείο που χρειάζονταν πλύση στομάχου, διαφέρουν από τα ηρεμηστικά, τα αγχολυτικά και τα υπνωτικά χάπια που σήμερα καταναλώνονται;
Κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα είναι ο πυροσβέστης Γκάη Μόνταγκ. Ένας πυροσβέστης που όπως και οι υπόλοιποι πυροσβέστες, δεν σβήνει αλλά ανάβει φωτιές για να κάψει βιβλία. Σ' αυτό τον μελλοντικό κόσμο τα βιβλία έχουν απαγορευτεί, γιατί δημιουργούν προβληματισμό, αμφισβήτηση, δυστυχία, σε μια κοινωνία που το μόνο που θέλει και επιδιώκει είναι να είναι ευτυχισμένη. Δέκα χρόνια ο Μόνταγκ ασκεί αυτό το επάγγελμα. Η αμφιβολία όμως αρχίζει να τον κυριεύει και  προβληματίζεται, όταν μια γυναίκα της οποίας έκαιγαν το σπίτι γιατί βρέθηκαν σ' αυτό βιβλία, αρνείται να φύγει και καίγεται μαζί με τα βιβλία της. Ο προβληματισμός του Μόνταγκ θα ενισχυθεί ακόμα περισσότερο όταν συναντάει ένα κορίτσι, την Κλάρις, να περπατά στη γειτονιά, πράγμα πολύ ανυνήθιστο μια και όλοι εποχούνται και μάλιστα τρέχοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα, που του μιλάει για την ομορφιά της φύσης και για περασμένες εποχές, τότε που οι άνθρωποι είχαν χρόνο, κάθονταν στις βεράντες τους, συνομιλούσαν μεταξύ τους, είχαν κάτι να πουν. Ο Μόνταγκ μπαίνει στον πειρασμό να κλέψει μερικά βιβλία. Τώρα κινδυνεύει και ο ίδιος.
Αργότερα  θα συναντήσει τον Φάμπερ, έναν πρώην καθηγητή λογοτεχνίας που θα του αποκαλύψει πως μέσα σ' αυτόν τον ζοφερό κόσμο υπάρχει μια αχτίδα ελπίδας. Μια μυστική κοινότητα έχει δημιουργηθεί από ανθρώπους-βιβλία. Καθένας αναλαμβάνει να απομνημονεύσει ένα βιβλίο. Κάποιος είναι η  "Πολιτεία" του Πλάτωνα, άλλος  ο Άινσταϊν, ο Αριστοφάνης, ο Λίνκολ κ.λπ. (Βεβαίως σήμερα με τη διαδικτυακή μεταφορά και γραφή των βιβλίων, τίποτα δεν χάνεται, αλλά αυτό βέβαια δεν μπόρεσε να το φανταστεί ο Μπάντμπερη).  Το μυθιστόρημα τελειώνει αισιόδοξα: Το βιβλίο, με τη μια ή την άλλη μορφή, δεν θα χαθεί.

Σημ. 1. Ο τίτλος αναφέρεται στη θερμοκρασία στην οποία μπορεί να δημιουργηθεί αυτανάφλεξη. Δηλ. κάποια υλικά, όπως το χαρτί, κάτω από ορισμένες συνθήκες, όταν φτάσουν σ' αυτή τη θερμοκρασία αναφλέγονται από μόνα τους.
2. Προτιμήστε να διαβάσετε μια διαφορετική έκδοση απ' αυτήν του "Γρηγόρη". Είναι και κακή έκδοση και κακή μετάφραση.

Δευτέρα, Ιουλίου 06, 2020

Ένα φιλί πριν πεθάνεις

Άιρα Λέβιν
Ένα φιλί πριν πεθάνεις
Γαλαξίας-Ερμείας, 1981
Μετ. Γιάννη Λάμψα
Ένα από τα καλύτερα θρίλερ (αν όχι το καλύτερο) που έχω διαβάσει. Η πρωτότυπη τεχνική, οι συνεχείς ανατροπές, η αγωνία να φτάσεις στο τέλος, όχι για να μάθεις τον δολοφόνο, αυτόν τον ξέρεις από την αρχή, αλλά για να δεις αν θα αποκαλυφθεί και στα πρόσωπα του έργου κι αν εν τέλει θα αποδοθεί δικαιοσύνη, όλα αυτά σε ελκύουν ακαταμάχητα.
Το είχα πρωτοδιαβάσει πριν από χρόνια, μπορεί και πάνω από σαράντα χρόνια πριν, κι όμως το θυμόμουνα. Όχι βέβαια όλες τις λεπτομέρειες, αλλά το βασικό θέμα και τη γενικότερη ατμόσφαιρα. Μια έντονη επιθυμία με κατέλαβε να το ξαναδιαβάσω. Βεβαίως στη βιβλιοθήκη μου δεν το βρήκα. Ποιος ξέρει πού χάθηκε, δανεισμένο κι αγύριστο ίσως και τώρα πια εξαντλημένο από τον εκδοτικό του οίκο. (Πραγματικά διερωτώμαι γιατί βιβλία σαν κι αυτό δεν επανεκδίδονται). Όμως πωλείται ακόμα μεταχειρισμένο κι έτσι μπόρεσα να το ξαναδιαβάσω. Ξανάζησα όχι μόνο την αγωνία ενός ωραίου θρίλερ, αλλά όπως συχνά συμβαίνει, ξανάζησα τις συνθήκες του πρώτου, μακρινού εκείνου διαβάσματος: Την πολύ νεότερη ηλικία που είχα τότε, πιο ευτυχισμένες προσωπικές στιγμές και μια παραθαλάσσια πόλη που, αλοίμονο, δεν υπάρχει πια...
Από τις πρώτες κιόλας σελίδες ξέρουμε τον δολοφόνο. Όχι το όνομά του, αλλά την εξωτερική του εμφάνιση, την καταγωγή, τον χαρακτήρα, τα σχέδιά του, τον στόχο του. Λεπτό προς λεπτό παρακολουθούμε τις σκέψεις του, τις ενέργειές του κι η αγωνία μας κορυφώνεται καθώς παρακολουθούμε τα βήματα τόσο του δολοφόνου όσο και του ανίδεου θύματος.
Κι ύστερα η ατμόσφαιρα αλλάζει. Άλλα πρόσωπα μπαίνουν στη σκηνή κι ο αναγνώστης διερωτάται: Είναι άραγε κάποιο απ' αυτά ο ανώνυμος δολοφόνος που γνωρίσαμε αρχικά; Θα γίνει κι άλλος φόνος; Πώς και πότε; Κι αυτή η απορία θα μας ακολουθεί ως το τέλος που κλείνει με μια επίσης αγωνιώδη σκηνή. Η παρουσίαση ενός τέτοιου βιβλίου καθίσταται ιδιαίτερα δυσχερής και χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή για να μην αποκαλύψεις στοιχεία που θα μείωναν το ενδιαφέρον μελλοντικών αναγνωστών.
Το "Ένα φιλί πριν πεθάνεις" κέρδισε στην Αμερική το "Βραβείο Έντγκαρ Άλλαν Πόε" σαν το καλύτερο μυθιστόρημα αγωνίας. Το 1991 μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο. Πολύ γνωστά και δυο άλλα έργα του Άιρα Λέβιν (1929-2007), επίσης μεταφερμένα στον κινηματογράφο: "Τα παιδιά από τη Βραζιλία" (1978) και (αλήθεια, ποιος δεν το θυμάται;) "Το μωρό της Ρόζμαρι" που, σε σκηνοθεσία του Ρομάν Πολάνσκι (1968), αποτελεί εμβληματικό σταθμό στις ταινίες τρόμου.

Σημ. Ευχαριστίες οφείλω στον αδερφό μου,  που βρήκε και μου  έστειλε το βιβλίο από τη Λάρισα.

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2020

Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός

Σταύρος Χριστοδούλου
Τη μέρα που πάγωσε ο ποταμός
Καστανιώτης noir, 2018
Διπλά βραβευμένο το μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου, πρώτα με το Κυπριακό Βραβείο Μυθιστορήματος (2018) και αργότερα με το βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (2020), δεν μπορούσε να μην αποτελέσει μέρος των αναγνωστικών μου επιλογών. Όχι γιατί τρέφω ιδιαίτερη εκτίμηση για τα βραβεία οποιουδήποτε είδους (ακόμη και για το Νόμπελ) αλλά γιατί πάντα ήθελα να έχω άποψη για τα βραβευμένα βιβλία.
Το μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου χαρακτηρίζεται ως noir, δηλαδή μυθιστόρημα δυστοπίας, με αστυνομικά στοιχεία, αλλά και πολλά άλλα χαρακτηριστικά. Σκοτεινιά (noir) ως προς τους ήρωες που είναι κατά κανόνα δυστυχισμένοι, φτωχοί, συχνά εγκληματίες, άνθρωποι γενικά του περιθωρίου, ενώ οι πιο υποβαθμισμένες περιοχές των πόλεων αποτελούν τον χώρο όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα. Κι εκεί ακόμα που κάποιοι ήρωες πάνε να ξεφύγουν "απ' το κακό το ριζικό τους", να ονειρευτούν "ένα δρόμο με άσπρα σπίτια και βουκαμβίλιες", σύντομα βυθίζονται και πάλι στη σκοτεινιά και τη δυστυχία.
 Ήταν μια παγωμένη νύχτα του Φεβρουαρίου του 1985, όταν ένα παιδί, ο Γιάνος, γεννιέται στη Βουδαπέστη. Χρόνια αργότερα θα τον βρούμε μετανάστη στην Ελλάδα, σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Αυτός θα γίνει το κεντρικό πρόσωπο γύρω από το οποίο στήνουν χορό πλήθος άλλα πρόσωπα, τόσα που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να συγκρατήσει και να θυμάται τις μεταξύ τους σχέσεις, προπάντων για πρόσωπα που φευγαλέα κάνουν την εμφάνισή τους. Αντιστάθμισμα στο εμπόδιο αυτό είναι η εντύπωση που αποκομίζει ο αναγνώστης, ότι δηλαδή κινείται σ' ένα υπαρκτό κόσμο, ότι τριγυρίζει από τους κακόφημους δρόμους γύρω από την πλατεία Ομονοίας, σε μια αριστοκρατική γειτονιά στο Κολωνάκι, από τη Βουδαπέστη την οποία φαίνεται να γνωρίζει καλά ο συγγραφέας στην επίσης γνώριμη Αθήνα.
Κεντρικό σημείο της ιστορίας γύρω από το οποίο κινούνται όλα αυτά τα πρόσωπα, άλλοτε πιο χαλαρά κι άλλοτε σε μεγαλύτερη συνάφεια μεταξύ τους, είναι η δολοφονία του μεσήλικα, ομοφυλόφιλου ζωγράφου, Μίλτου Αδριανού. Την εξιχνίαση της δολοφονίας αναλαμβάνει (όχι με μεγάλο ζήλο) ο αστυνόμος Σουρούνης, αλλά κυρίως ο δημοσιογράφος Στράτος Παπαδόπουλος. Πρώτος ύποπτος, ο οποίος και συλλαμβάνεται, ο Ούγγρος Γιάνος, που διατηρούσε μια ιδιαίτερη σχέση  με τον δολοφονηθέντα. Είναι άραγε αυτός; Είναι κάποιο άλλο από τα πάμπολλα πρόσωπα του έργου; Όπως σε κάθε αστυνομική ιστορία, η λύση βρίσκεται στις τελευταίες σελίδες.
Ως τότε όμως ο συγγραφέας θα αναπτύξει πλήθος θεμάτων σε βαθμό που η δολοφονία να μοιάζει μάλλον το πρόσχημα για να πει άλλα πράγματα: Η μετανάστευση, η φτώχεια, ο κόσμος της νύχτας, τα ναρκωτικά και η εκμετάλλευση προσώπων, η ομοφυλοφιλία... θα τον απασχολήσουν εξίσου.
Μεγάλη είναι η περιγραφική δύναμη του συγγραφέα. Η συντομία των περιγραφών, χώρων και προσώπων, δεν εμποδίζει τη ζωντάνια τους. "Δεν θεωρούνταν ωραίος, με τον κλασικό τρόπο τουλάχιστον. Ήταν ψηλός, με οστεώδες πρόσωπο και σχιστά γκρίζα μάτια. Το βλέμμα του χανόταν πίσω από μια θαμπάδα που του προσέδιδε μια μάλλον χαμένη έκφραση", γράφει για τον Γιάνος. Για το "Acapulco", ένα ημιυπόγειο μαγαζί που αποτελεί κεντρικό σημείο της δράσης, γράφει: "Άντρες με βαριά σλάβικη προφορά. γυναίκες με έντονο μακιγιάζ, έξαλλα τραβεστί, πρόθυμες πόρνες και αγόρια που θα έκαναν πολλά για μερικά χαρτονομίσματα. Καθώς η νύχτα προχωρούσε και το κέφι άναβε, τα ελληνικά τσιφτετέλια εναλλάσσονταν με αλβανικά ποπ, βουλγάρικα, ρουμάνικα, ακόμα και τούρκικα λαϊκά σουξέ".
Με σύντομες, χαρακτηριστικές πινελιές μας τοποθετεί στο κλίμα της εποχής και στην ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Δεν λείπει ούτε η αναφορά στο Πολυτεχνείο, ούτε στην Κύπρο, ούτε στις ταραχές, τις διαδηλώσεις και τις φωτιές του 2012. Και μια πολύ σύντομη αναφορά, φόρος τιμής στον Καβάφη...
Το βιβλίο του Σταύρου Χριστοδούλου διαβάζεται με μεγάλο ενδιαφέρον. Το μελαγχολικό ερώτημα όμως που με απασχόλησε τελειώνοντάς το ήταν:  Λοιπόν, αυτή είναι η Αθήνα, αυτός είναι ο κόσμος μας σήμερα; Τίποτα καλό δεν υπάρχει; Δεν ζουν ανάμεσά μας μετανάστες τίμιοι, εργατικοί, νομιμόφρονες; Η φτώχεια και η απόρριψη είναι άραγε επαρκείς δικαιολογίες για την καταφυγή στην παρανομία, το έγκλημα, τον πουλημένο έρωτα; Θέλω να ελπίζω πως όχι. Πως πέρα από τη noir πλευρά, που ο συγγραφέας την αναπαράστησε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, υπάρχει και μια φωτεινή πλευρά που μας δίνει ελπίδες για το μέλλον.


Κυριακή, Ιουνίου 21, 2020

Το blog μου γίνεται δεκατεσσάρων χρονών


Τα πνευματικά μου παιδιά
 Πόσο μακρινή μου φαίνεται εκείνη η μέρα, 21 Ιουνίου 2006, μέρα που "γέννησα" αυτό το πνευματικό παιδί! Με ελάχιστες γνώσεις διαδικτύου, με άγνοια ακόμα και βασικών όρων, όμως με μια έντονη επιθυμία που την ενίσχυε η θέληση να συμβαδίσω με την εποχή μου (κι ας μην ήμουν πλέον στην πρώτη, αλοίμονο, ούτε και στη δεύτερη νεότητα!), ψάχνοντας, ρωτώντας, ζητώντας βοήθεια,  δημιούργησα αυτόν τον βιβλιοφιλικό χώρο.
Δεκατέσσερα χρόνια κλείνουν σήμερα. Σημαδιακή μέρα. Η πιο μεγάλη μέρα του χρόνου, παγκόσμια μέρα μουσικής. Πόσα συνέβησαν όλα αυτά τα χρόνια! Χαρές και λύπες, μέρες ταραγμένες και μέρες ήρεμες, γαλήνη και τρικυμίες, αρρώστιες κι ευτυχίες...Και τα βιβλία και τα διαβάσματα και το blog πάντα εδώ, σταθεροί σύντροφοι. Και τώρα ακόμα, που από τον περασμένο Σεπτέμβρη "ζω στην παράταση", το blog κι οι αναγνώστες του με συνοδεύουν στην αναγνωστική περιδιάβαση. Ευγνώμων για όσα η ζωή μου χάρισε, συνεχίζω.
Χρόνια πολλά και στο συνεορτάζον Βιβλιοκαφέ και στους ιδιοκτήτες Πατριάρχη Φώτιο και Πάπισσα Ιωάννα.

Τετάρτη, Ιουνίου 10, 2020

Θάνατος στη Βενετία

Τόμας Μαν
Θάνατος στη Βενετία
γράμματα, 1990
Μετ. Κλαίρη Τρικεριώτη
Νομίζω δεν υπάρχει άλλο λογοτεχνικό έργο τόσο σύντομο, ουσιαστικά μια νουβέλα, που να έχει γνωρίσει τόσες πολλές εκδόσεις και διαφορετικές μεταφράσεις, ακόμα και στα ελληνικά, που έχει τόσο πολύ αναλυθεί, που έχει γίνει κινηματογραφική ταινία (Λουκίνο Βισκόντι, 1971) όσο ο "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν (1875-1955). Κι ας είναι ένα έργο που στο γερμανικό πρωτότυπο πρωτοκυκλοφόρησε το 1912.
Το διακρίνει περισσότερο σκέψη παρά δράση, ελάχιστοι είναι οι διάλογοι, επικρατεί κυρίως ο ενδιάθετος λόγος και η σκέψη του πρωταγωνιστή Γουσταύου φον Άσενμπαχ, όπως μας τα αποκαλύπτει ο τριτοπρόσωπος, παντογνώστης αφηγητής. Ο Άσενμπαχ είναι ένας μεσήλικας, καταξιωμένος, διάσημος συγγραφέας, αφοσιωμένος στην Τέχνη. Μια μέρα, κουρασμένος από τη συγγραφή, ξεκινάει για έναν περίπατο στους δρόμους του Μονάχου. Κάποια στιγμή, έξω από ένα νεκροταφείο (προϊδεασμός άραγε;) συναντά έναν άγνωστο. "Η ταξιδιωτική εμφάνιση του ξένου ερέθισε τη φαντασία του, είτε βρέθηκε κάτω από κάποια άλλη φυσική ή ψυχική επιρροή, ένιωσε σαστισμένος ένα παράξενο άνοιγμα μέσα του, κάτι σαν διάχυτη αναστάτωση, μια νεανική δίψα και λαχτάρα για τόπους μακρινούς". Μια σφοδρή επιθυμία για ταξίδια τον κατέλαβε. Πηγαίνει πρώτα σ' ένα νησί της Αδριατικής. Πολύ σύντομα νιώθει ότι ο προορισμός αυτός δεν τον ικανοποιεί και φεύγει για τη Βενετία. "Αχ, η Βενετία! Υπέροχη πόλη! Μια πόλη με ακαταμάχητη γοητεία για τους μορφωμένους ανθρώπους, και για την ιστορία της και για τα σημερινά της θέλγητρα!"
Η Βενετία συμπρωταγωνιστεί, θα λέγαμε, σ' όλο το βιβλίο με τον Άσενμπαχ. Τόπος ομορφιάς με τα παλαιικά, μυστηριώδη κτίρια και τους νερένιους δρόμους, αλλά και τόπος που αποπνέει μια δυσωδία και κρύβει ένα μυστήριο. Πολλές οι αναφορές στο βιβλίο για την αινιγματική πόλη. Έτσι την αντίκρισε ο Άσενμπαχ με την άφιξή του: "Έτσι, είδε πάλι την πιο καταπληκτική προκυμαία, εκείνη την εκθαμβωτική σύνθεση από υπέροχα οικοδομήματα που παράταξε η Δημοκρατία στα γεμάτα δέος και σεβασμό βλέμματα των ναυτικών που πλησίαζαν την πόλη, την ανάλαφρη μεγαλοπρέπεια του Παλατιού και τη Γέφυρα των Στεναγμών, τους κίονες με το λιοντάρι και τον άγιο στο μόλο, τον παραμυθένιο ναό που πρόβαλλε επιδεικτικά τη μία του πλευρά, τη θέα στον Πύργο του Ρολογιού, και σηκώνοντας τα μάτια του, σκέφτηκε πως το να φτάνεις απ' τη στεριά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Βενετίας είναι σαν να μπαίνεις σ' ένα παλάτι από την πίσω πόρτα κι ότι δε θα 'πρεπε κανείς να έρχεται στην πιο απίθανη απ' τις πόλεις αλλιώτικα, παρά μόνο όπως αυτός τώρα, απ' την ανοιχτή θάλασσα".
Κι αλλού πάλι θα πει: "Αυτή ήταν η Βενετία, η κολακευτική και ύποπτη καλλονή-αυτή η πόλη μισή παραμύθι μισή παγίδα για τους ξένους, που μέσα στον πνιγηρό και υγρό αέρα της η τέχνη θέριεψε κάποτε οργιαστική κι ενέπνευσε στους μουσικούς μελωδίες λικνιστικές κι ερωτικά νανουρίσματα".
Το πρώτο βράδυ της παραμονής του στο ξενοδοχείο, ανάμεσα σε ποικίλους άλλους ξένους, διακρίνει μια οικογένεια Πολωνών και ειδκά τα τρία κορίτσια και το αγόρι της οικογένειας. Η αψεγάδιαστη ομορφιά του δεκατετράχρονου αγοριού τον συναρπάζει. "Το πρόσωπό του χλομό, με μια γλυκιά εσωστρέφεια, πλαισιωμένο από μαλλιά στο χρώμα του μελιού, ίσια μύτη, ένα χαριτωμένο στόμα, με μια έκφραση γλυκιάς και θεϊκής σοβαρότητας, θύμιζε ελληνικά αγάλματα της χρυσής εποχής, και με την ολοκάθαρη τελειότητα της μορφής είχε μια τόσο σπάνια προσωπική γοητεία, που ο παρατηρητής νόμιζε πως δεν είχε ξαναδεί ποτέ κάτι παρόμοιο ούτε στη φύση μα ούτε και στην τέχνη".
Μια αλλαγή του καιρού δημιουργεί στον Άσενμπαχ την επιθυμία να εγκαταλείψει τη Βενετία. Όμως οι αποσκευές του φορτώνονται κατά λάθος σε τραίνο για άλλο προορισμό και, ερμηνεύοντάς το σαν επέμβαση της μοίρας, αποφασίζει να μείνει περιμένοντας την επιστροφή των αποσκευών του. Η παρακολούθηση του ωραίου αγοριού είναι συνεχής. Με λεπτομέρειες περιγράφει το ντύσιμό του, τις κινήσεις του, τη συμπεριφπρά του με άλλους συνομίληκους, τα παιγνίδια στη θάλασσα. Μαθαίνει το όνομά του: Τάτζιο. Τα συναισθήματά του φτάνουν στον συγκλονισμό όταν αναπάντεχα ένα βράδυ ο Τάτζιο αυθόρμητα του χαμογελά. "...χαμογελούσε σ' αυτόν ανοίγοντας αργά τα χείλη του, σαν να του μιλούσε, εμπιστευτικά, θελκτικά κι ανυπόκριτα. Ήταν το χαμόγελο του Νάρκισσου που σκύβει πάνω από τον καθρέφτη του νερού, εκείνο το μαγεμένο, βαθύ και παρατεταμένο χαμόγελο καθώς απλώνει τα χέρια στο είδωλο της ομορφιάς του..."
Βλέπει τον εαυτό του και τον νεαρό σαν τον Σωκράτη και τον Φαίδρο στον ομώνυμο διάλογο. Φαντάζεται το ειδυλλιακό τοπίο της Αττικής στο οποίο ο Πλάτωνας τοποθετεί το έργο, στη σκέψη του επαναλαμβάνει τα λόγια του Σωκράτη για τη σχέση της ομορφιάς με τις ιδέες.
Ακολουθούν γεγονότα που θα 'λεγε κανείς ότι περιγράφουν σημερινές καταστάσεις. Η Βενετία απολυμαίνεται. Στις ερωτήσεις του Άσενμπαχ απαντούν πως πρόκειται απλώς για ένα προληπτικό μέτρο. Στην πραγματικότητα έχει ενσκήψει  η Ινδική χολέρα, αλλά οι αρχές το αποκρύπτουν φοβούμενες τις οικονομικές καταστάσεις. Πολλοί φεύγουν, αλλά ο Άσενμπαχ, παρ' όλες τις προτροπές, δεν φεύγε. Για να τον βρει ξαφνικά ο θάνατος χωρίς να διευκρινίζεται αν ήταν από την επιδημία ή για άλλο λόγο.
Ο "Θάνατος στη Βενετία" είναι ένα βιβλίο που απαιτεί αργό διάβασμα, που η φιλοσοφική σκέψη επισκιάζει τη δράση, που επιδέχεται πολλές ερμηνείες και συμβολισμούς. Όπως για παράδειγμα η γόνδολα που περιγράφεται ως φέρετρο, ή μια δυσοίωνη γενικά ατμόσφαιρα ή η πιθανότητα το όλο έργο να συμβολίζει τον θάνατο της Ευρώπης, που από τον Διαφωτισμό εξέπεσε σταδιακά στην παρακμή και στον Α΄και Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ότι και να συμβαίνει, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι το σύντομο αυτό έργο δίκαια αξίζει την προσοχή και τη σημασία που του αποδίδεται.

Δευτέρα, Ιουνίου 01, 2020

Συνομιλίες του Αιγαίου




 Δημήτρης Λεβέντης
Συνομιλίες του Αιγαίου
Το Ροδακιό, 2020
Διηγήματα χαρακτηρίζει ο συγγραφέας τα εικοσιτέσσερα κείμενά του που φιλοξενούνται στην πρόσφατη έκδοση "Συνομιλίες του Αιγαίου". Εγώ μάλλον θα τα χαρακτήριζα "στιγμιότυπα". Μοιάζουν με φωτογραφίες που αποτυπώνουν με λόγια ισάριθμες στιγμές. Που σε κάνουν, όπως ξεφυλλίζεις ένα άλμπουμ με αναμνηστικές φωτογραφίες και αναπολείς και θυμάσαι και νοσταλγείς, το ίδιο να νιώθεις γυρίζοντας τη μια σελίδα του βιβλίου μετά την άλλη. Χρώματα, με το γαλάζιο να κυριαρχεί ασφαλώς, μυρωδιές και ακούσματα, γεύσεις και αγγγίγματα, όλες οι αισθήσεις σε συναγερμό.
Εικοσιτέσσερις συνομιλίες, εικοσιτέσσερα αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Και ο συγγραφέας, ευδιάκριτος αν και σε τρίτο πρόσωπο πάντα, πότε σαν φοιτητής, πότε σαν μέλος φιλικής συντροφιάς, πότε σαν παππούς, μας παίρνει μαζί του, αναμοχλεύει δικές μας αναμνήσεις, ξυπνάει "πόθους παλιούς που μέσα μας κοιμούνται".
Και μ' όλη τη συντομία τους, τα εικοσιτέσσερα στιγμιότυπα κατορθώνουν να αποτυπώσουν την ιδιαιτερότητα κάθε νησιού, ενώ συχνά, υποδόρια, υπολανθάνουν κυπριακές και ειδικά αμμοχωστιανές αναμνήσεις. Η Σαλαμίνα της Κύπρου σμίγει με τη Σαλαμίνα του Αιγαίου, η Αφροδίτη των Κυθήρων με την Κύπριδα, οι Ιππότεςς της Ρόδου ανακαλούν στη μνήμη την κουμανταρία των Ιπποτών της Κύπρου, η Εκατονταπυλιανή στην Πάρο μετεωρίζει τη σκέψη στο Σταυροβούνι και την Αγία Ελένη...
Στη Σαντορίνη ο συγγραφέας γοητεύεται  από το πασίγνωστο ηλιοβασίλεμα της Οίας. ΣτηνΤήνο, εκτός από τη Μεγαλόχαρη, αναδεικνύεται και το Καθολικό στοιχείο με τη Μονή των Ουρσουλινών, στην Αίγινα προβάλλει από το ύψος του και την υπέροχη θέα ο ναός της Αφαίας και οι Χαλεπιανές, στις Σπέτσες συγκίνηση  στο σπίτι της Μπουμπουλίνας, νοσταλγία στο σπίτι του Βαμβακάρη ακούγοντας τη γλυκιά Φραγκοσυριανή. Ονομασίες ψαριών, κουρκούνες και προσφυγούλες, στρίλιες και μπαρμπούνια και καλαμάρια, ένας καφές ή μια παγωμένη μπίρα αντικρίζοντας το απέραντο γαλάζιο, αναμνηστικά φλιντζάνια και το τεράστιο, ξαπλωμένο, ημιτελές άγαλμα στη Νάξο, το μικρό, διώροφο σπιτάκι του Παπαδιαμάντη στη Σκιάθο...Πόση Ιστορία, πόσος μύθος, πόση φύση αναδεύονται μέσα από μνήμες παλιές και πιο πρόσφατες!
Οι "Συνομιλίες του Αιγαίου" είναι ένα νοσταλγικό ταξίδι στην Ιστορία, στον μύθο, στη φύση, στο φως και προπάντων στη μοναδική, την ανεπανάληπτη γαλάζια ομορφιά του Αιγαίου.

Τρίτη, Μαΐου 26, 2020

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης


Μιχαήλ Δούκας
Γεώργιος Σφραντζής
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης
Μιχαήλ Κριτόβουλος

Μεταγραφή στην κοινή νεοελληνική:
Γ. ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗΣ
Λευκωσία, 2020



«Όταν είδε τους εχθρούς να τον πιέζουν και να μπαίνουν ορμητικά στην πόλη από το γκρεμισμένο τείχος, λέγεται ότι είπε μεγαλοφώνως: Η πόλη κυριεύεται και εγώ ακόμα ζω; Και όρμησε στη μέση των εχθρών και σκοτώθηκε». (Μιχαήλ Κριτόβουλου, Έργα και πράξεις Μωάμεθ).
Κορυφαίο γεγονός στην ιστορία του Ελληνισμού αποτελεί χωρίς αμφιβολία η άλωση της Κωνσταντινούπολης. Χαρακτηριστικό είναι ότι πέρα από τις συνέπειες που μέχρι σήμερα εξακολουθούν να επηρεάζουν την ιστορία του Δυτικού κόσμου, μελέτες, συζητήσεις, έρευνες, πανεπιστημιακά μαθήματα, θρύλοι και παραδόσεις, λογοτεχνία, δεν έπαψαν να απασχολούν τους ιστορικούς, τους ερευνητές, τους λογοτέχνες*. Χωρίς αμφιβολία όμως τις πιο αυθεντικές και πιο αξιόπιστες μαρτυρίες μας έχουν αφήσει τέσσερις ιστορικοί, σύγχρονοι της Άλωσης, που δίκαια έχουν αποκληθεί «Συγγραφείς της Αλώσεως». Είναι οι: Μιχαήλ Δούκας, Γεώργιος Σφραντζής, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, Μιχαήλ Κριτόβουλος. Από το ευρύτερο κείμενο του ιστορικού τους έργου, ο εμβριθής μελετητής και συγγραφέας Γιώργος Χατζηκωστής σε μια αξιολογότατη και άκρως ενδιαφέρουσα πρόσφατη έκδοση, επέλεξε και μας παρουσιάζει τα τμήματα εκείνα που αναφέρονται στην Άλωση. Το ακόμα πιο  σημαντικό που χαρακτηρίζει την παρούσα έκδοση είναι η μεταγραφή από τη γλώσσα της συγγραφής στη σημερινή κοινή νεοελληνική, καθιστώντας έτσι το βιβλίο ακόμη πιο ενδιαφέρον και προσιτό στην εποχή μας.
Μετά από ένα σύντομο πρόλογο ο συγγραφέας παραθέτει, επίσης πολύ σύντομα, πληροφορίες για τη ζωή και το έργο των τεσσάρων ιστορικών. Ακολουθεί το κείμενο καθενός για την Άλωση και, τέλος, «Σε επίμετρο παρατίθεται μια επιλογή ποιημάτων για την Άλωση και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ενδεικτική της έμπνευσης των νεοελλήνων ποιητών από το συνταρακτικό ιστορικό γεγονός».
Διαβάζοντας το βιβλίο με αδιάπτωτο ενδιαφέρον γινόμαστε μέτοχοι του ιστορικού, κοινωνικού, θρησκευτικού, πολιτικού περιβάλλοντος της εποχής. Φωτίζονται οι προσωπικότητες τόσο του Κωνσταντίνου και άλλων  προσώπων του Βυζαντίου (π.χ. του Νοταρά) αλλά και του Μωάμεθ, που δεν υστερούσε σε εξυπνάδα και μόρφωση, αν και ήταν μόλις είκοσι χρονών, όταν διαδέχτηκε τον πατέρα του Μουράτ.
Παρατίθενται λεπτομέρειες για την άμυνα και την πολιορκία, για τις διαφωνίες μεταξύ υπερασπιστών της ένωσης των εκκλησιών και των αντιτιθεμένων, οι αριθμοί των εμπολέμων (σε κάθε ένα υπερασπιστή της Πόλης αντιστοιχούσαν 500 (!) Τούρκοι), για τον αρίφνητο πλούτο της Κωνσταντινούπολης τον οποίο υποσχόταν στους στρατιώτες του ο Μωάμεθ, οι δεισιδαιμονίες. Το ενδιαφέρον κορυφώνεται καθώς διαβάζουμε για την παραμονή της τελικής επίθεσης. Γράφει ο Σφραντζής (Χρονικόν μέγα): « Στις είκοσι εφτά Μαΐου το βράδυ ο αμηράς (Μωάμεθ) έδωσε διαταγή να ανάψουν φώτα όλη εκείνη τη νύχτα και την επόμενη μέρα, και να μείνουν νηστικοί όλη τη μέρα και να λουστούν εφτά φορές, και να παρακαλέσουν τον θεό, νηστικοί και καθαροί, να νικήσουν την Πόλη».
Ως λογοτέχνης παρά ως ιστορικός μας δίνει ο Σφραντζής και του Κωνσταντίνου την αγωνία: «Ο δε βασιλιάς, φθάνοντας στον πάνσεπτο ναό της Σοφίας του Θεού κι αφού προσευχήθηκε με δάκρυα, μετάλαβε τα θεία μυστήρια. Το ίδιο έκαμαν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα, γυρίζοντας στα ανάκτορα, αφού έμεινε λίγο και ζήτησε από όλους συγχώρηση, ποιος μπορεί να διηγηθεί τα κλάματα και τους θρήνους την ώρα εκείνη μέσα στο παλάτι; Κι αν ακόμα ο άνθρωπος ήταν από ξύλο ή πέτρα, δεν μπορούσε να μη θρηνήσει».
Και βεβαίως και οι τέσσερις ιστορικοί μας περιγράφουν τις σφαγές, τη διαρπαγή του πλούτου, τις αιχμαλωσίες, όλα τα δεινά που ακολούθησαν την Άλωση. Την πιο χαρακτηριστική εικόνα της καταστροφής μας δίνει ο Κριτόβουλος, ακριβώς γιατί τη δίνει μέσα από τα μάτια του εχθρού: «Ο δε Μωάμεθ, έπειτα απ’ αυτά, μπαίνοντας στην Πόλη, κοίταζε και μελετούσε το μέγεθος και την τοποθεσία της, τη λαμπρότητα και την ομορφιά της, το πλήθος, το μέγεθος και την ομορφιά των ναών, των δημόσιων οικοδομημάτων και των ιδιωτικών σπιτιών-των απλών και των πολυτελών- και τη θέση του λιμανιού και του ναύσταθμου και ότι όλα στην πόλη ήταν καλοφτιαγμένα και τακτοποιημένα και γενικά όλη την οργάνωση και τον στολισμό της.
Έβλεπε δε και το πλήθος των όσων είχαν χαθεί και την ερήμωση των σπιτιών και την ολοκληρωτική καταστροφή της και τον όλεθρο. Και αμέσως ένιωσε οίκτο και μεταμέλεια όχι μικρή, για την απώλεια και τη διαρπαγή και άφησε ένα δάκρυ από τα μάτια του.  Κι αφού έβγαλε ένα μεγάλο και γεμάτο πάθος στεναγμό, είπε: Ποια πόλη δώσαμε σε διαρπαγή και ερήμωση! Σε τέτοια ψυχική κατάσταση έφτασε».
Διαβάζουμε κι αναπολούμε και θλιβόμαστε. Για πάντα  όμως θα συνοδεύει την Πτώση, ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη, όπως τη διασώζει ο Μιχαήλ Δούκας (Βυζαντινή ιστορία), η απάντηση του Κωνσταντίνου στην πρόταση του Μωάμεθ να φύγει με τους άρχοντές του και τα υπάρχοντά τους και ελεύθερα να πάει όπου θέλει: «Κράτα τα Κάστρα που κυρίευσες, αν θέλεις θα σου πληρώνουμε και φόρο… Το δε την πόλιν σοι δούναι ούτ’ εμόν εστί ούτ’ άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
Η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Γιώργου Χατζηκωστή, «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης», γραμμένου με απλότητα και ιστορική ακρίβεια, μπορεί να αποτελέσει ένα χρησιμότατο βοήθημα για τη διδασκαλία της Ιστορίας, αλλά και ένα ενδιαφέρον ανάγνωσμα για όλους μας.

* Αναφέρω μερικά σύγχρονα λογοτεχνικά έργα, σχετικά με την Άλωση:
Μαρίας Λαμπαδαρίδου Πόθου, Πήραν την Πόλη, πήραν την (εκδ. Πατάκης)
Μίκα Βαλτάρι, Ιωάννης Άγγελος (εκδ. Καλέντης)
Λεία Βιτάλη, Ιερή Παγίδα (εκδ. Πατάκης)
Ελένη Τσαμαδού, Οι άνεμοι του χρόνου (εκδ. Ψυχογιός)