Πέμπτη, Ιανουαρίου 28, 2021

Ελληνική Μυθολογία


Νίκος Τσιφόρος 
Ελληνική Μυθολογία
Ερμής, 1991
 Τσιφόρος; Πού τον θυμήθηκα; Ναι, τον θυμήθηκα και τον νοστάλγησα. Λίγο χαμόγελο μέσα στην καταχνιά της πανδημίας και του εγκλεισμού. Τον ξαναβρήκα, τον ξαναδιάβασα, τον απόλαυσα, κέρδισα επιτέλους λίγη αισιοδοξία μέσα στη σκυθρωπότηταα των ημερών. Ξαναδιάβασα για τη ζωή του, ξαναμέτρησα τα δεκάδες έργα του, θυμήθηκα τις καταπληκτικές κωμωδίες, θεατρικές και κινηματογραφικές της νιότης του και της νιότης μας.
Αλήθεια, πώς μπόρεσε μέσα στα λίγα (σχετικά) χρόνια ζωής που έζησε (1909-1970) να μας αφήσει δεκάδες βιβλία,  δημοσιογραφικά κείμενα, σκηνοθετικές δημιουργίες; Έργα που δεν στηρίζονται μόνο στη φαντασία, αλλά και στη μελέτη; Εμείς και οι Φράγκοι, Ιστορία της Αθήνας, Σταυροφορίες, Διηγήματα, Ιστορία της Αγγλίας και πλήθος άλλα.
Η Ελληνική Μυθολογία, γραμμένη για πρώτη φορά ως ανεξάρτητα κεφάλαια δημοσιευμένα στο περιοδικό "Ταχυδρόμος" το 1964, εκδόθηκαν σε βιβλίο το 1970, αλλά και σε νεότερες εκδόσεις.
Δεν υπάρχει καλύτερος τρόπος να μάθει κάποιος την πλουσιότατη ελληνική μυθολογία (την οποία συχνά οι ξένοι γνωρίζουν καλύτερα από μας) παρά απολαμβάνοντας τη Μυθολογία του Τσιφόρου. Χωρίς να παρεκκλίνει καθόλου από τη μυθολογία όπως την ξέρουμε, τη διανθίζει με χιούμορ, περιγραφές, διαλόγους και γλώσσα της εποχής μας. Ένα  μικρό δείγμα από το πολυσέλιδο βιβλίο: "Στα πάθη της η Ήρα είναι ασυγκράτητη. Κυνηγάει όχι μόνο τις ερωμένες του Δία, αλλά και τα παιδιά τους. Του δόλιου του Ηρακλή, μωρό στην κούνια, του έστειλε δυο τεράστια φίδια να τον φάνε. Έβαλε τις φωνές ο μικρός, έτρεξε η μάνα του, έτρεξε ο Αμφιτρύωνας με το σπαθί, αλλά ο πιτσιρίκος τα 'χε χουφτιάσει τα φίδια και τα' πνιξε...Από τότε φάνηκε η δύναμή του. Της τη σκάσανε όμως και της Ήρας...Ο Ζευς που είχε αδυναμία στον ήρωα γιό του, παρατήρησε πότε κοιμάται η γυναίκα του κι έστειλε τον Ερμή.
-Πήγαινε φέρε τον μικρό...
-Τον Ηρακλή;
-Ναι, ρε μπούφο...Τώρα που κοιμάται η Ήρα να τον βάλουμε να τη βυζάξει κι έτσι να' χει πιει θεϊκό γάλα και να μη φοβάται τίποτα.
Ο Ερμής, που ήτανε ο "μεσάζων" του Διός, πήγε κι έφερε τον μικρό και τον κόλλησε στο μαστό της Ήρας...άρχισε ρούφαγε ο πιτσιρής, ξύπνησε η Ήρα και τον έκανε πέρα...Το γάλα τινάχτηκε κι έτσι γίνηκε ο ...Γαλαξίας στον ουρανό." 
Χωρισμένο σε αυτόνομα κεφάλαια, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί και επιλεκτικά. Να μερικοί τίτλοι κεφαλαίων: Η πρώτη κυρία του Ολύμπου, Δεσποινίς καλής ανατροφής, Ο Απόλλων στα σοβαρά, Αφροδίτες όλου του κόσμου ενωθείτε, Ελενάρα η κουκλάρα... κ.ο.κ
Ο Τσιφόρος δεν αρκείται απλώς στο να γράφει τους γνωστούς μας μύθους με το εύθυμο, προσωπικό του ύφος, διακωμωδώντας τους. Προχωρεί στη διερεύνηση της προέλευσής τους, συγκρίνει με ινδοευρωπαϊκούς και άλλους μύθους, εντοπίζει ακόμα στοιχεία που έχουν κληροδοτηθεί στη χριστιανική παράδοση.
Και τελειώνοντας ο Τσιφόρος γράφει, ανάμεσα σ' άλλα, στον επίλογο του βιβλίου: "Πρέπει να πούμε κάτι αληθινό. Πολύ λίγοι επό εμάς, τους Έλληνες, ξέρουνε καλά την Ελληνική Μυθολογία (...)Μας τη διδάσκουνε τόσο επιπόλαια  και τόσο επιδερμικά στα σχολεία. Κι όμως πρέπει να τη ξέρουμε, έστω και όχι τέλεια. Η μυθολογία μας είμαστε εμείς οι ίδιοι, το χθες μας, το σήμερά μας, το αύριο."

 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 14, 2021

Ο λιμός


 Πάνος Αμυράς
Ο λιμός
Διόπτρα, 2018
 Ένας πρωτότυπος συνδυασμός αστυνομικής πλοκής και ιστορικών γεγονότων, μυθιστορηματικών και ιστορικών προσώπων, ιστορίας και λογοτεχνίας, συνθέτουν το εξαιρετικά ενδιαφέρον μυθιστόρημα του Πάνου Αμυρά.
Το έργο αρχίζει στις 5 Δεκεμβρίου 1941 στην Αθήνα και τελειώνει τον Φεβρουάριο του 1942. Κατοχή, πείνα, κρύο, θάνατοι, ο πιο μαύρος χειμώνας που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Η δολοφονία ενός Γερμανού αξιωματικού, του Χάιντριχτ Κράους, στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία, ειδικού απεσταλμένου του Γκαίμπελς, είναι η εναρκτήρια σκηνή που θέτει σε κίνηση το έργο. Την εξιχνίαση της δολοφονίας αναλαμβάνουν τόσο οι Γερμανοί όσο και η Ελληνική Αστυνομία. Ένας ικανότατος Έλληνας υπαστυνόμος, ο Νίκος Αγραφιώτης, αν και βρισκόταν σε διαθεσιμότητα λόγω μη εξιχνίασης της υπόθεσης κλοπής της σβάστικα από την Ακρόπολη, καλείται να συνεργαστεί με τους Γερμανούς, ώστε να βρεθεί ο δολοφόνος του Κράους, καθώς και ο σκοπός της δολοφονίας. Έτσι αρχίζει μια περιδιάβαση σε χώρους, πρόσωπα, καταστάσεις της κατεχόμενης Αθήνας. Τριγυρνάμε μαζί με τον  Αγραφιώτη σε δρόμους, κτίρια, πλατείες, γνώριμα κι αγαπημένα μέρη: Σύνταγμα, Ομόνοια, Πανεπιστημίου, Σταδίου, Πατησίων, Εξάρχεια, Κολωνάκι και πλήθος άλλα. Ο συγγραφέας μας περιγράφει και μας γνωρίζει κτίρια και στέκια που πια δεν υπάρχουν, τα γραφεία της Βέρμαχτ, το κολαστήριο της οδού Μέρλιν, τα γραφεία του Ερυθρού Σταυρού, τη Ριζάρειο Σχολή που είχε μετατραπεί σε νοσοκομείο για παιδιά... Με την ολοζώντανη αφήγηση μπαίνουμε σε καφενεία, μπαρ, ζαχαροπλαστεία, στο Καζίνο της οδού Πατησίων (πόσοι άραγε ξέρουν ότι υπήρξε ένα τέτοιο μέρος;).
Με κεντρικό άξονα τη δολοφονία του Γερμανού αξιωματικού και την εξαφάνιση ενός χαρτοφύλακα που είχε μαζί του, γνωρίζουμε πλήθος πτυχές της κοινωνικής, πολιτικής, οικονομικής, ιστορικής ζωής της λιμοκτονούσας Αθήνας. Παιδιά με πρησμένες από την πείνα κοιλιές, πτώματα που κάθε πρωί μαζεύονται με τα κάρα και ρίχνονται σε ομαδικούς τάφους, μαυραγορίτες που εκμεταλλεύονται την κατάσταση  και αγοράζουν σπίτια και περιουσίες για ένα ντενεκέ λάδι ή ένα σακκί αλεύρι. Ο πληθωρισμός στα ύψη, όσπρια 1.800 δραχμές η οκά, αλεύρι 2.200 κ.λπ. Η διεθνής πολιτική, σκληρή και αδιάφορη για τα ανθρώπινα δράματα, επιβάλλει τον αγγλικό ναυτικό  αποκλεισμό για να στερήσουν από τους Γερμανούς τον ανεφοδιασμό, παραβλέποντας ότι έτσι καταδικάζουν ένα ολόκληρο λαό στον θάνατο από πείνα.
Κι όμως μέσα σ' όλο αυτό το ζοφερό σκηνικό κάποιοι άνθρωποι εξακολουθούν να παραμένουν έντιμοι, αγνοί αγωνιστές. Μια τέτοια ομάδα, με την οποία λόγω της έρευνάς του έρχεται σε επαφή ο Νίκος Αγραφιώτης, προσπαθεί να συγκεντρώσει φωτογραφίες από όλη αυτή τη φοβερή κατάσταση της πείνας, του θανάτου, της απελπισίας, και να βρει τρόπο, παρακάμπτοντας τη γερμανική απαγόρευση, να τις στείλει στο εξωτερικό. Να κάνει γνωστή την κατάσταση της Ελλάδας, να εξασφαλίσει βοήθεια.
Το εντυπωσιακό με το μυθιστόρημα του Αμυρά είναι η απόλυτα φυσική ανάμειξη ιστορικών και μυθιστορηματικών προσώπων. Συναντάμε πολύ φυσιολογικά ενταγμένα στο έργο την Ιωάννα Τσάτσου, τον Άγγελο Σικελιανό, τον  πρωθυπουργό της πρώτης δωσίλογης κυβέρνησης Τσολάκογλου, τη Λιλίκα Νάκου που υπηρετεί στη Ριζάρειο και γράφει την "Κόλαση των παιδιών", τη Μαρία Ιορδανίδου που εργάζεται στον Ερυθρό Σταυρό, τον Τσώρτσιλ, τον Αρχιεπίσκοπο Αμερικής Αθηναγόρα, τον Σπύρο Σκούρα και πληθώρα άλλων. Δεκάδες ιστορικά πρόσωπα που άλλοτε διαδραματίζουν ενεργό ρόλο και άλλοτε απλώς αναφέρονται. Είναι πραγματικό συγγραφικό επίτευγμα το να μη σε κουράζουν, να μη σε συγχίζουν όλα αυτά τα πρόσωπα, αλλά αντίθετα, να μπορείς να τα συγκρατείς στη μνήμη σου και να αγωνιάς για τη συνέχεια. Κι ανάμεσα σ' όλα αυτά μια τρυφερή, ερωτική σχέση, μόλις διακριτή κι ευγενική, χωρίς τον έντονο σεξουαλισμό άλλων μυθιστορημάτων.
Αυτός ο συνδυασμός ιστορικών γεγονότων με το αστυνομικό στοιχείο και την περιπέτεια, συνθέτουν ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον, αξιοδιάβαστο μυθιστόρημα, που ξεχωρίζει ανάμεσα στην πληθώρα της σύγχρονης, ελληνικής λογοτεχνίας
 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2021

Τρεις σκάλες ιστορία


 
Σταύρος Χριστοδούλου
Τρεις σκάλες ιστορία
Καστανιώτης, 2020
 "...Μια γυναίκα χαμένη, στην αίθουσα αφίξεων του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών. Στριμωγμένη στο κενό που δημιουργεί η ραγισματιά του χρόνου (...) Ήταν Δεκαπενταύγουστος του 2017  και η Χλόη Αρτεμίου ένα εικοσιτετράωρο πριν είχε κλείσει τα εξήντα ένα της χρόνια. Μια διαλυμένη γυναίκα που στεκόταν αναποφάσιστη στην αίθουσα αφίξεων του αεροδρομίου της Αθήνας, γνωρίζοντας πως ένα βήμα της θα σηματοδοτούσε την προσωπική της ενηλικίωση. Τη λύτρωσή της. Γιατί επιτέλους θα δραπέτευε από κείνο το δεκαοχτάχρονο κορίτσι που τρεφόταν ακόμα από το μαράζι. Έσκυψε και ανασήκωσε τη μικρή βαλίτσα από το πάτωμα..."
 "Τρεις σκάλες ιστορία". Σε ενα πανέμορφο κομμάτι γης στη Λάπηθο, τριγυρισμένο από τις μυρωδιές των λεμονανθών, το γαλάζιο της θάλασσας, τον ήχο του Κεφαλόβρυσου, στο εξοχικό της οικογένειας Αρτεμίου, ζει το καλοκαίρι του 1974 η δεκαοχτάχρονη Χλόη με τη μητέρα της Θεοδοσία, Ελλαδίτισσα από τον Πύργο Ηλείας και τον πατέρα της Σωτήρη, αξιωματικό της Εθνικής Φρουράς.
"Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονά". Ο σεφερικός στίχος διατρέχει ολόκληρο το βιβλίο. Αυτή τη μνήμη θέλει η δεκαοχτάχρονη τότε Χλόη Αρτεμίου να σβήσει, σαραντατρία χρόνια μετά, δοκιμάζοντας να συναντήσει τον βιαστή της στην Κωνσταντινούπολη. Ακόμα όμως διστάζει, ακόμα δεν είναι έτοιμη. Στέκεται δίβουλη στην αίθουσα τράνζιτ του αεροδρομίου Αθηνών. Να αποτολμήσει την αναχώρηση, να πάει να συναντήσει τους εφιάλτες της με την ελπίδα να τους ξορκίσει ή να γυρίσει πίσω, να βυθιστεί και πάλι στο μαύρο πηγάδι των αναμνήσεων;
Η επιφύλαξη με την οποία άρχισα να διαβάζω το μυθιστόρημα του Σταύρου Χριστοδούλου ("πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε", σκεφτόμουν, καθώς έχουμε διαβάσει τόσα και τόσα για την πρόσφατη ιστορία του τόπου μας) μετατράπηκε από την πρώτη κιόλας σελίδα σε ενδιαφέρον και περιέργεια για τη συνέχεια. Δεκαετίες έχουν περάσει, η Ιστορία προχωρεί, ο κόσμος αλλάζει, το παρελθόν δεν ξανάρχεται κι όμως υπάρχουν ακόμη πληγές που αιμορραγούν, σαρανταέξι σχεδόν χρόνια μετά. Δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, παρ' όλο που τα ιστορικά γεγονότα το διατρέχουν από την αρχή ως το τέλος. Είναι περισσότερο το ψυχολογικό δράμα που βιώνουν οι ήρωες του έργου και προπάντων η κεντρική ηρωίδα, η Χλόη. Έχοντας υποστεί επανειλημμένα βιασμό από έναν νεαρό Τούρκο εισβολέα, μένει έγκυος και παρ' όλες τις προτροπές αρνείται να κάνει έκτρωση. Γεννά το παιδί, το δίνει για υιοθεσία, αλλά το δράμα που έζησε δεν την εγκαταλείπει. Αυτή την πληγή θέλει να επουλώσει, τους δαίμονες που την κυνηγούν μια ζωή θέλει να ξορκίσει. Θα τα καταφέρει άραγε;
Με φορείς δεκάδες μυθιστορηματικά πρόσωπα παρακολουθούμε τα ιστορικά γεγονότα και πώς αυτά επέδρασαν στη ζωή τους. Τα παρακολουθούμε όχι σαν ψυχρή, ιστορική καταγραφή, αλλά μέσα από τις επιπτώσεις  στη ζωή τους. Μαζί με τους ήρωες τριγυρνούμε στους δρόμους της Λευκωσίας, από την οδό Κλήμεντος, όπου βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας Αρτεμίου, στην οδό Λήδρας, στη λεωφόρο Στασίνου, στην Ακτή του Κυβερνήτη, στα κατεχόμενα μέρη όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, στην Κωνσταντινούπολη όπου η Χλόη αναζητά τη λύτρωση από τους εφιάλτες της.
Η περιγραφή, η αφήγηση, οι διάλογοι, εναλλάσσονται με την ψυχολογική εμβάθυνση. Στην ομορφιά του τοπίου παρεμβάλλονται αναμνήσεις της εισβολής και σκέψεις για το πώς ο αδυσώπητος χρόνος επιδρά αλλοιώνοντας έννοιες που μας φαίνονταν μόνιμες και σταθερές. Τι είναι τελικά η πατρίδα; Για τους πρόσφυγες, τους ξεριζωμένους, πατρίδα είναι  τα χωριά και τα σπίτια τους στα οποία γεννήθηκαν, μεγάλωσαν διατηρούν άσβηστη την ανάμνησή τους. Τι γίνεται όμως όταν στα ίδια σπίτια, στα ίδια χωριά, κάποιες άλλες αναμνήσεις έχουν πια δημιουργηθεί; Έντεχνα, υποδόρια, ο συγγραφέας μας υποβάλλει τον προβληματισμό.
Οι σκόρπιες τουρκικές λέξεις και η σποραδική χρήση της κυπριακής διαλέκτου (που ερμηνεύονται σε "Γλωσσάρι" στο τέλος) συμβάλλουν στη δημιουργία πιο ρεαλιστικής ατμόσφαιρας. Που δεν παύει να δονείται από μια ποιητική αύρα καθώς πλήθος στίχοι ενσπείρονται και ενσωματώνονται στο κείμενο.
Ο Σταύρος Χριστοδούλου τολμά να αναμετρηθεί με ένα θέμα που πολύ λίγο έχει θιγεί στην ιστορική ή λογοτεχνική αποτύπωσή του. Ένα επιμέρους θέμα που το εντάσσει στο ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, το πραξικόπημα, την εισβολή, τα ατομικά και συλλογικά δράματα, τον προβληματισμό.
 "Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί".  Έτσι τελειώνει το βιβλίο. Λογοτεχνία, όπως αυτό το εξαιρετικό μυθιστόρημα, ίσως συμβάλλει στο να πονά κάπως λιγότερο.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 29, 2020

Με τον Όμηρο στις μέρες του Κορωνοϊού


 Βάσος  Καραγιώργης
Με τον Όμηρο στις μέρες του Κορωνοϊού
Εκδόσεις Καπόν, 2020 
 Ερωτευμένος, θα μπορούσαμε να πούμε, όλη του τη ζωή με τον Όμηρο, ο γνωστός, διακεκριμένος αρχαιολόγος Βάσος Καραγιώργης, αυτός που ανέσκαψε κι έφερε στο φως τον αρχαίο κόσμο της Σαλαμίνας και της Παλαιπάφου, μας χαρίζει με το τελευταίο του βιβλίο πάμπολλες στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης. Γράφει ο ίδιος στον πρόλογο του βιβλίου: "Εκεί που συμπλήρωνα το ενενηκοστό πρώτο έτος της ηλικίας μου, "πλήρης ημερών", όπως γράφουν οι εφημερίδες όταν αναγγέλλουν τον θάνατο ενός υπέργηρου, επέρχεται στην υφήλιο η μεγάλη καταστρφή, ο κορωνοϊός, που θερίζει κθημερινά χιλιάδες ανθρώπους κάθε ηλικίας, και βρίσκει την ανθρωπότητα ακόμη ανήμπορη να τον αντιμετωπίσει, ούτε καν να τον αντικρίσει (...) Εγκλεισμένος κι εγώ στο σπίτι μου, ανήκοντας μάλιστα και στην κατηγορία των "ευπαθών και ευάλωτων", μακριά από κάθε δραστηριότητα που θα απαιτούσε μελέτη σε μουσεία, σε βιβλιοθήκες, συναντήσεις με συναδέλφους και συνεργασία με τεχνικούς, έπρεπε να βρω πάση θυσία μια διέξοδο, μια απόδραση από αυτή την απομόνωση. Και τότε ήλθε ο θείος Όμηρος να μου προσφέρει μια καταφυγή". 
Δεν πρόκειται για δυσνόητο, επιστημονικό ανάγνωσμα, κατάλληλο μόνο για τους ειδικούς. Είναι μια επιλογή αποσπασμάτων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας που μας μεταφέρουν στην ομηρική ζωή και σκέψη. Διαβάζοντάς το βυθιζόμαστε στον ομηρικό κόσμο, μαθαίνουμε ή ξαναθυμόμαστε επεισόδια, σκηνές, συνήθειες, συγκινούμαστε ή χαμογελούμε καθώς συναντάμε θεούς, ήρωες, ασχολίες, ιδέες ενός κόσμου που έζησε τρεις περίπου χιλιάδες χρόνια πριν κι όμως μοιάζει τόσο κοντινός μας.
Αφού προτάξει  ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται "Εισαγωγή στον Όμηρο, με αναφορές στην Ομηρική αρχαιολογία", ο Βάσος Καραγιώργης μας παρασύρει μέσα από σύντομα κεφάλαια σε θέματα, ιδέες, πρόσωπα, επεισόδια, εικόνες. Η ζωή και ο θάνατος, τα γηρατειά, οιογενειακές σχέσεις, ο έρωτας και ο γάμος, οι θεοί, τα ταφικά έθιμα, η θέση και οι ασχολίες της γυναίκας και πολλές άλλες ακόμη όψεις του ομηρικού κόσμου παρατίθενται, τεκμηριωμένες με αποσπάσματα, σε μετάφραση, από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.
 Συναντάμε όμορφες ειδυλλιακές εικόνες, όπως τη συνάντηση της νεαρής βασιλοπούλας Ναυσικάς με τον ναυαγισμένο Οδυσσέα στο νησί των Φαιάκων ή τη μοναδική στη συγκίνηση σκηνή του αποχαιρετισμού του Έκτορα προς τη γυναίκα του Ανδρομάχη κι εκείνο το υπέροχο, αμετάφραστο, "δακρυόεν γελάσασα" !
Δεν λείπουν και σκηνές πονηριάς, όπως το επεισόδιο με την Κίρκη και το μαγικό βοτάνι  ή η πονηριά της Πηνελόπης που όλη μέρα ύφαινε και το βράδυ ξήλωνε, για να μην τελειώσει ποτέ το σάβανο του Λαέρτη, ώστε να αναγκαστεί να παντρευτεί έναν από τους μνηστήρες. Διασκεδάζουμε με την κωμικοτραγική σκηνή της αποκάλυψης της μοιχείας που διαπράττει η Αφροδίτη με τον Άρη, όταν νομίζουν ότι ο νόμιμος σύζυγος, ο Ήφαιστος, απουσιάζει στη Λήμνο. Όμως τους πιάνει επ' αυτοφόρω και ακόμα και οι θεοί σκάνε στα γέλια.
Πλήθος άλλες στιγμές και ιδέες του ομηρικού κόσμου αναφέρονται στο βιβλίο: Η κατάβαση του Οδυσσέα στον Άδη, η συνάντηση εκεί με τη νεκρή μητέρα του, η συνομιλία με τον Αχιλλέα και η αγάπη για τη ζωή που προβάλλει μέσα απ' αυτήν. Οι τιμές που αποδίδει ο Αχιλλέας στον σκοτωμένο φίλο του Πάτροκλο που φτάνουν στην ανθρωποθυσία και ολόκληρη η ραψωδία Ψ έκαναν τον Schiller να πει: "Όποιος διάβασε την 23η ραψωδία της Ιλιάδας (Ψ), δεν πρέπει να παραπονιέται ότι έζησε επί ματαίω".
Συχνά στο κείμενο παρεμβάλλονται στοιχεία της αρχαιολογίας που αποδεικνύουν πολλά απ' όσα διαβάζουμε στον Όμηρο. Επιπλέον  φωτογραφίες αρχαιολογικών ευρημάτων όχι μόνο διακοσμούν το βιβλίο, αλλά και ζωντανεύουν αυτόν τον τόσο μακρινό κι όμως τόσο κοντινό μας κόσμο.
Ένα απολαυστικό βιβλίο, αλλά κλείνοντάς το δεν μπόρεσα να αποφύγω κάποιες μελαγχολικές σκέψεις. Ιδέες, συνήθειες, έθιμα ταφής, υφαντά, οι ποιητάρηδες-αοιδοί, αρχαιολογικά ευρήματα, ονόματα (Αφροδίτη, Πάτροκλος, Αχιλλέας, Έκτορας, Ναυσικά, Αθηνά και πλήθος άλλα) που επιβιώνουν α' αυτό το νησί που μας έλαχε να ζούμε, αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία της ελληνικότητας αυτού του τόπου. Πώς τα καταφέραμε, αλήθεια, να τον κάνουμε αυτό που είναι σήμερα;

Τρίτη, Δεκεμβρίου 15, 2020

Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη


 Όσκαρ Ουάιλντ
Το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη
Εκδόσεις Δαρεμά (χ.χ.)
Μετ. Στέλλα Βουρδούμπα
Στην πρώτη σελίδα του παμπάλαιου, κιτρινισμένου απ' τον καιρό βιβλίου, συναντώ την ιδιόχειρή μου σημείωση: Αθήναι, 1959. Το ξαναβρήκα τώρα ψάχνοντας να ξεφύγω από την πλειονότητα της μετριότητας της σύγχρονης, ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και να το ξαναδώ με μια καινούρια ματιά, εμπλουτισμένη  με την αναγνωστική εμπειρία δεκαετιών.
Δημιουργός του Ντόριαν Γκραίη το αγαπημένο παιδί της Ιρλανδίας, ο Όσκαρ Ουάιλντ (1856-1900). Με εξαιρετικές σπουδές,  με ιδιαίτερη αγάπη στα Ελληνικά, επιτυχημένος θεατρικός συγγραφέας, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, έγραψε μόνο ένα μυθιστόρημα, "Το ποτραίτο του Ντόριαν Γκραίη". Ίσως δε να μην ήταν υπερβολή να πούμε πως, στην εποχή του τουλάχιστον, η ζωή του απασχόλησε τους συγχρόνους του πιο πολύ από το έργο του. Μια περιπετειώδης ζωή κατά την οποία δεν απέκρυβε τις ομοφυλικές του τάσεις, πράγμα που οδήγησε στη δίκη και την καταδίκη του σε δύο χρόνια φυλάκιση με καταναγκαστικά έργα. Συνέπεια και η οικονομική του καταστροφή και μόνο με  βοήθεια φίλων του κατέφυγε στο Παρίσι, όπου και πέθανε το 1900. 
Δεν νομίζω να υπάρχει κανείς που να μην ξέρει τη βασική ιδέα του μυθιστορήματος. Με την πληθώρα των εκδόσεων, από το 1890 της πρώτης έκδοσης μέχρι σήμερα, με την κινηματογραφική και θεατρική μεταφορά, ξέρουμε όλοι πια τη λαχτάρα του Ντόριαν Γκραίη, αλλά ίσως και κάθε ανθρώπου, για την αιώνια νεότητα. Σε μια παραλλαγή του μύθου του Φάουστ που πουλά την ψυχή του στον διάβολο για να ξαναγίνει νέος, ο Ντόριαν, όταν βλέπει το πανέμορφο πορτραίτο του που ζωγράφισε ο ζωγράφος φίλος του Μπάζιλ Χώλλουορντ, εύχεται κάτι ανάλογο: "Τι θλιβερό που είναι! Θα γεράσω, θα γίνω φριχτός και τρομαχτικός. Μα τούτη η εικόνα θα μείνει για πάντα νέα. Ποτέ δεν θα γεράσει περισσότερο απ' αυτή τη σημερινή μέρα του Ιουνίου...Να μπορούσε να γινόταν αλλιώτικα! Να μπορούσα να έμενα εγώ πάντα νέος και να γερνούσε η εικόνα! Θα έδινα το καθετί γι' αυτό-το καθετί! Ναι, δεν υπάρχει τίποτα σ' ολόκληρο τον κόσμο που να μην το έδινα! Θα έδινα και την ψυχή μου ακόμα!!"
Και κατά ένα μαγικό τρόπο η ευχή του εισακοέται.
Ο Ντόριαν Γκραίη είναι ένας πανέμορφος νεαρός λόρδος. Πλούσιος και ωραίος, είναι το χαϊδεμένο παιδί της λονδρέζικης αριστοκρατίας. Ζει μόνο για να απολαμβάνει τις παρέες, τα δείπνα, την ομορφιά σε κάθε τομέα της Τέχνης. Η γνωριμία του με τον λόρδο Χένρυ Ουόττον  θα έχει καταλυτική επίδραση στη ζωή του. Ο λόρδος Χένρυ πιστεύει ότι μόνο η ομορφιά και η ικανοποίηση των αισθήσεων αξίζει. Ο ηδονισμός έναντι οποιουδήποτε τιμήματος. Γίνεται ένα είδος οδηγού και τρόπου ζωής για τον Ντόριαν, που δεν διστάζει να διαπράξει οποιαδήποτε ανηθικότητα. Χωρίς καμιά τύψη ή μεταμέλεια ραγίζει την καρδιά της αθώας, νεαρής ηθοποιού Σίβυλλα Βέιν που τον ερωτεύτηκε, οδηγώντας την στην αυτοκτονία. Καταπατά κάθε κανόνα ηθικής, φτάνει μέχρι το  έγκλημα.
Κι ενώ η ωραία μορφή του παραμένει αναλλοίωτη, με τρόμο βλέπει όλη την άσωτη ζωή του να αποτυπώνεται στον πίνακα. Κάθε φορά που κάνει ένα βήμα στην έκλυτη ζωή, στην ανηθικότητα, κυνηγώντας μόνο την ικανοποίηση των αισθήσεων, άσχετα με το τίμημα και το κακό που προκαλεί, μια αλλοίωση παρουσιάζεται στο πορτραίτο, αλλοίωση που σταδιακά οδηγεί στη γήρανση και την ασχήμια της εικόνας, όχι του ίδιου. Τρομοκρατημένος ο Ντόριαν κρύβει το πορτραίτο, να μην μπορεί να το δει κανείς. Η συνέχεια και το τέλος έχουν στοιχεία αστυνομικής πλοκής που δεν θα ήθελα να αποκαλύψω.
Το τραγικό, από πολλές απόψεις τέλος, επιβεβαιώνει την ευαγγελική ρήση: "Τι γαρ ωφελείται άνθρωπος εάν τον κόσμον όλον κερδίσει, την δε ψυχήν αυτού ζημιωθεί;"
Η γραφή του Όσκαρ Ουάιλντ, γεμάτη από αφορισμούς, κυρίως από τον αμοραλιστή Λόρδο Χένρυ, κατά κανόνα κυνικούς και σαρκαστικούς, εκφράζουν περισσότερο ίσως και από το ίδιο το έργο τον αμοραλισμό και τον κυνισμό: Π.χ.
-Οι γυναίκες εκπροσωπούν το θρίαμβο της ύλης πάνω στο πνεύμα, ακριβώς όπως οι άντρες εκροσωπούν το θρίαμβο του πνεύματος πάνω στην ηθική.
-Ζούμε σε μια εποχή που διαβάζει πάρα πολύ για να μπορεί να είναι σοφή, και που σκέπτεται πάρα πολύ για να μπορεί να είναι όμορφη.
-Ξυπνούν νωρίς γιατί έχουν πάρα πολλά να κάνουν και πλαγιάζουν νωρίς γιατί έχουν τόσο λίγα να συλλογιστούν.
-Μ' αρέσουν οι άντρες που έχουν κάποιο μέλλον και οι γυναίκες που έχουν παρελθόν.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 04, 2020

Η βιβλιοθηκάριος του Άουσβιτς


 Antonio G. Iturbe
Η βιβλιοθηκάριος του Άουσβιτς
Κλειδάριθμος, 2020
Μετ. Αγγελική Βασιλάκου
Τον Ισπανό συγγραφέα δεν τον είχα ξανακούσει, για το βιβλίο δεν μου είχε μιλήσει κανείς, όμως η λέξη "βιβλιο.." στον τίτλο ήταν αρκετή για να το αναζητήσω. Κι ας ήταν επίσης στον τίτλο και η λέξη "Άουσβιτς", για το οποίο έχει γραφτεί πληθώρα βιβλίων, για το οποίο έχουμε διαβάσει ξανά και ξανά. Κι όμως. Όπως με τα ίδια υλικά μπορεί να χτιστεί μια καλύβα ή ένα παλάτι, το ίδιο μπορεί να συμβεί και στη λογοτεχνία. Με τα ίδια παλιά υλικά μπορεί να οικοδομηθεί κάτι νέο, κάτι που θα μπορεί να μας δώσει τη χαρά και την απόλαυση ενός ωραίου βιβλίου, όπως τη "Βιβλιοθηκάριο του Άουσβιτς".
Στο γεμάτο φρίκη, θαλάμους αερίων και κρεματόρια Άουσβιτς, στο στρατόπεδο BIIb, ένα μπλοκ ξεχώριζε. Ήταν ο θάλαμος 31, όπου ο Φρεντ Χιρς, ηγετική φυσιογνωμία, μια προσωπικότητα που θα διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε όλο το βιβλίο, πείθει τις γερμανικές αρχές του στρατοπέδου ότι η απασχόληση των παιδιών σε ένα θάλαμο, θα διευκόλυνε τη δουλειά των γονιών στο στρατόπεδο. Οι Γερμανοί το επιτρέπουν, όχι μόνο για τον λόγο αυτόν, αλλά και γιατί ένας τέτοιος θάλαμος θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιτρίνα σε περίπτωση που θα επισκέπτονταν το στρατόπεδο άνθρωποι του Ερυθρού Σταυρού. Όρος βέβαια να ασχολούνται τα παιδιά μόνο με ψυχαγωγικές δραστηριότητες και όχι με μαθήματα.
Κι όμως. Μέσα σ' αυτόν τον ζόφο των μαρτυρίων και του θανάτου η αγάπη για τη γνώση και το βιβλίο βρίσκει τη θέση της. Κάποιοι δάσκαλοι γίνονται "ζωντανά βιβλία". Αφηγούνται δηλαδή το περιεχόμενο βιβλίων που θυμούνται, ενώ οχτώ πραγματικά βιβλία, φθαρμένα, μισοδιαλυμένα, αποτελούν τη "δανειστική βιβλιοθήκη": Ένας ταλαιπωρημένος άτλαντας, Οι βασικές αρχές της γεωμετρίας, Η σύντομη ιστορία του κόσμου του Χ. Τζ. Γουέλς, μια ρωσική γραμματική, ένα γαλλικό μυθιστόρημα, η Εισαγωγή στην ψυχανάλυση του Φρόιντ κι ένα τσέχικο μυθιστόρημα, Ο καλός στρατιώτης Σβέικ. Μια δεκατετράχρονη κοπελίτσα, η Ντίτα από την Πράγα, που μαζί με την οικογένειά της είχε φτάσει στο Άουσβιτς τον Ιανουάριο του 1944 και η οποία διακρίνεται για την υπέρμετρη αγάπη της για τα βιβλία, ορίζεται ως "βιβλιοθηκάριος". "Η Ντίτα κοίταζε τα βιβλία, αλλά κυρίως τα χάιδευε. Ήταν τσακισμένα και ταλαιπωρημένα, με καφεκόκκινα στίγματα μούχλας και υγρασίας, κάποια ήταν κατακρεουργημένα, αλλά δεν έπαυαν να είναι θησαυρός. Η ευθραυστότητά τους τα έκανε ακόμη πιο πολύτιμα. Συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να φροντίζει αυτά τα βιβλία σαν υπέργηρους επιζήσαντες μιας καταστροφής, επειδή ήταν ζωτικής σημασίας: χωρίς αυτούς μπορούσε να χαθεί η σοφία αιώνων πολιτισμού. Η γεωγραφία, που μας έδειχνε πώς ήταν ο κόσμος. Η τέχνη της λογοτεχνίας, που πλούτιζε απίστευτα τη ζωή του αναγνώστη. Η επιστημονική πρόοδος που συνδεόταν με τα μαθηματικά, η Ιστορία, που μας θύμιζε από πού ήρθαμε και ίσως μας βοηθούσε να αποφασίσουμε πού έπρεπε να πάμε, η γραμματική, που επέτρεπε να στήσουμε νήματα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων...Τα βιβλία ήταν πολύτιμα. Θα έδινε και τη ζωή της για να τα προστατεύσει".
 Για άλλη μια φορά παρακολουθούμε τις συνθήκες ζωής σ' αυτό το κολαστήριο, στο Άουσβιτς. Την πείνα, το κρύο, τις απάνθρωπες τιμωρίες, τις μολυσματικές ασθένειες, την έλλειψη στοιχειωδών κανόνων υγιεινής, τα φρικτά πειράματα του Μέγκελε, τους θαλάμους αερίων και τα κρεματόρια. Παρακολουθούμε ενίοτε την αλληλοβοήθεια των κρατουμένων, αλλά συχνότερα τον εγωιστικό αγώνα της επιβίωσης. Τον εξευτελισμό της ανθρώπινης ύπαρξης αλλά και αμυδρές φωτεινές αχτίνες αγάπης και έρωτα.
Πότε-πότε τα βιβλία ξεπροβάλλουν σαν φωτεινές νησίδες παρηγοριάς μέσα στο σκοτάδι του κακού. Η νεαρή Ντίτα αναπολεί και περιγράφει εκτενώς βιβλία που τη σημάδεψαν: "Το Κάστρο" του Κρόνιν, "Το μαγικό βουνό" του Τόμας Μαν, τον "Κόμη Μοντεχρίστο" του Αλέξανδρου Δουμά". "Όταν ξεκινάς ένα βιβλίο, είναι σαν να επιβιβάζεσαι σ' ένα τρένο για να πας διακοπές", σκέφτεται.
Την άνοιξη του 1945 η Ντίτα μεταφέρεται μαζί με άλλους κρατούμενους από το Άουσβιτς στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν στη Γερμανία. Εκεί θα την βρει η απελευθέρωση. Γυρίζει στην Πράγα, όπου και θα συναντήσει έναν άλλον επιβιώσαντα του Άουσβιτς, θα παντρευτούν και θα φύγουν για το Ισραήλ.
Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα και υπαρκτά πρόσωπα "Η βιβλιοθηκάριος του Άουσβιτς" είναι ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που επιβεβαιώνει τη ρήση του Γουίλιαμ Φώκνερ, όπως αυτή παρατίθεται σαν μότο του βιβλίου: "Αυτό που κάνει η λογοτεχνία είναι αυτό που κάνει κι ένα σπίρτο στο ξέφωτο στη μέση της νύχτας. Ένα σπίρτο δεν φωτίζει σχεδόν τίποτε, μας επιτρέπει όμως να δούμε το σκοτάδι που υπάρχει γύρω μας".

Κυριακή, Νοεμβρίου 22, 2020

Καλό μου παιδί


 Romy Hausmann
Καλό μου παιδί
Μεταίχμιο, 2020
Μετ. Δέσποινα Κανελλοπούλου
 Τα θρίλερ είναι μια κατηγορία βιβλίων που μ' αρέσει και αρκετά τέτοια βιβλία έχω παρουσιάσει στο blog μου (Η σιωπηλή ασθενής, Η γυναίκα στο παράθυρο, Αιχμηρά αντικείμενα κ.λπ.). Η αγάπη μου γι' αυτού του είδους τα βιβλία είναι που με οδήγησε στην αγορά του βιβλίου της (άγνωστής μου) Romy Hausmann, "Καλό μου παιδί". Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, με επηρέασαν και κάποιοι χαρακτηρισμοί για το βιβλίο, όπως αυτοί δημοσιεύονται από τον εκδοτικό οίκο: "Μια άφθαστη σπουδή στο σασπένς", "κλειστοφοβικό, "τρομακτικό και απόλυτα καθηλωτικό" κ.λπ.
Για όλους αυτούς τους χαρακτηρισμούς, όσο και γενικότερα για το βιβλίο έχω τις αντιρρήσεις μου. Αρχίζει με μια πληροφορία περί της εξαφάνισης μιας 23χρονης φοιτήτριας, ένα βράδυ, καθώς επέστρεφε στο σπίτι της από ένα πάρτι. Ακολουθεί ένα κεφάλαιο σε πρωτοπρόσωπη γραφή, χωρίς να ααφέρεται το πρόσωπο που μιλά. Άδικα προσπαθεί ο αναγνώστης να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Όλο το υπόλοιπο βιβλίο αποτελείται από σχετικά σύντομα κεφάλαια, στα οποία τα πρόσωπα του έργου, μιλώντας πάντα σε πρώτο πρόσωπο, προωθούν τον μύθο. Κατέβαλα φιλότιμες προσπάθειες για να καταλάβω τα πρόσωπα, τις μεταξύ τους σχέσεις και τον ρόλο του καθενός στο έργο. Λένα, Άννα, Ματίας, Κάριν, κα Γκρατς, κα Χάμστεντ, Γιασμίν,  κα Μπαρ-Λεβ... Καθώς διάβαζα κρατούσα σημειώσεις, προσπαθούσα να καταλάβω τι γίνεται, αλλά και πάλι υπήρξε δύσκολο να τοποθετήσω όλα αυτά τα πρόσωπα, τόσο χρονικά (αν δηλαδή ανήκουν στο παρόν ή το παρελθόν της ιστορίας) όσο και στις μεταξύ τους σχέσεις.
Μια δεύτερη αντίρρησή μου είναι ως προς τη δημιουργία σασπένς και αγωνίας. Πώς μπορεί ο αναγνώστης να έχει τέτοια συναισθήματα (προκειμένου πάντα για θρίλερ) όταν από την αρχή ξέρει το τέλος; Και μια αμφισβήτηση για την πρωτοπρόσωπη γραφή. Πώς μπορεί ένα πρόσωπο-θύμα απαγωγής και κακοποίησης να έχει τη νοητική διαύγεια και την ψυχολογική αντοχή ώστε να μας εκθέτει σε παρόντα χρόνο και με κάθε λεπτομέρεια την όλη κατάσταση;
Σπάνια γράφω επικριτικά για ένα βιβλίο. Αυτή τη φορά όμως δεν άντεξα. Το συγκεκριμένο με ταλαιπώρησε για μέρες, τρεις φορές το ξανάρχισα προσπαθώντας να το κατανοήσω, αλλά στάθηκε μάταιο.
Εννοείται, βέβαια, πως είμαι πρόθυμη να συζητήσω κάθε αντίθετη άποψη.


Κυριακή, Νοεμβρίου 08, 2020

Η μυστική ιστορία


 Donna Tartt
Η μυστική ιστορία
Λιβάνης, 1995
Μετ. Σάντυ Παρίση
"Το χιόνι στα βουνά έλιωνε, και ο Μπάνι ήταν νεκρός αρκετές βδομάδες πριν ανιληφθούμε τη σοβαρότητα της κατάστασης, στην οποία είχαμε περιέλθει. Το πτώμα του βρέθηκε μετά από δέκα μέρες, ξέρετε".
Ο Μπάνι ήταν νεκρός. Πόσο ενδιαφέρον μπορεί να έχει ένα μυθιστόρημα 632 σελίδων, όταν στην πρώτη κιόλας φράση, στην πρώτη γραμμή του κειμένου δηλώνεται ένας θάνατος, που θα αποτελέσει κεντρικό σημείο της ιστορίας; Αυτό μόνο η συγγραφική ικανότητα της καταπληκτικής Donna Tartt μπορεί να το κατορθώσει και οι χιλιάδες των αναγνωστών των κατά κανόνα πολυσέλιδων βιβλίων της να το επιβεβαιώσουν. 
Αφηγητής της "μυστικής ιστορίας" είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της, ο Ρίτσιαρντ Παπέν, ένα νεαρό παιδί που από το Πλέινο της Καλιφόρνιας έρχεται να φοιτήσει στο Κολλέγιο Χάμπτεν, στην Πολιτεία Βερμόντ. "Χάμπτεν:έτος ίδρυσης 1895 (Αυτό μόνο έφτανε να με καταπλήξει. Απ' ό,τι ήξερα, τίποτα στο Πλέινο δεν είχει ιδρυθεί πριν από το 1962). Αριθμός φοιτητών: πεντακόσιοι. Μεικτό. Προοδευτικό. Εξειδικευμένο στις ελευθέριες σπουδές. Αυστηρά επιλεκτικό".
Οι πρώτες εντυπώσεις του Παπέν δίνονται με συναισθηματική φόρτιση: "Εκείνες τις πρώτες μέρες, πριν αρχίσουν τα μαθήματα, τις πέρασα μόνος στο κάτασπρο δωμάτιό μου, στα ηλιόλουστα λιβάδια του Χάμπτεν. Κι ένιωθα ευτυχισμένος εκείνες τις πρώτες μέρες όσο δεν είχα νιώσει ποτέ στο παρελθόν, τριγυρίζοντας σαν υπνοβάτης, αποσβολωμένος και μεθυσμένος από ομορφιά".
Τα γεγονότα δεν τοποθετούνται χρονικά. Υποθέτουμε ότι πρόκειται για τη δεκαετία '70. Δεν υπάρχουν υπολογιστές, ούτε κινητά τηλέφωνα. Τότε, αλλά ίσως και σήμερα ακόμη, σε κάποια πανεπιστήμια, ορισμένοι καθηγητές είχαν τη συνήθεια να συγκεντρώνουν γύρω τους μια ομάδα επίλεκτων φοιτητών, για τους οποίους γίνονται μέντορες και καθοδηγητές. Μια τέτοια ομάδα πέντε φοιτητών διακρίνει ο νεαρός, επαρχιώτης και με πολύ περιορισμένα οικονομικά, Ρίτσιαρντ Παπέν και διακαώς επιθυμεί να γίνει μέλος της. Την αποτελούν οι Χένρι, ωραίος, πλούσιος, ηγετικός τύπος, ο Φράνσις, ο Μπάνι και τα δίδυμα Ταρλς και  Καμίλα. Καθηγητής τους ο Τζούλιαν Μόροου. Ειδικός και λάτρης της κλασικής αρχαιότητας, απορρίπτει την πρώτη προσπάθεια του Παπέν να ενταχθεί στην ομάδα, αλλά τελικά τον δέχεται. Έτσι τον χαρακτηρίζει ο Παπέν: "Ήταν υπέροχος ομιλητής, μαγικός ομιλητής, και μακάρι να μπορούσα νε μεταφέρω όσα έλεγε, μα ένας νους που πολεμάει να ξεφύγει από τη μετριότητα είναι αδύνατο να αποδώσει τα λόγια ενός ανώτερου πνεύματος-ειδικά όταν έχουν περάσει χρόνια-μένοντας απόλυτα πιστός στο πρωτότυπο".
Και σε πολλά άλλα σημεία της αφήγησης θα αναφερθεί ο Ρίτσιαρντ στον καθηγητή τους, στις συζητήσεις μαζί του, στα κοινά τους δείπνα, στη διδασκαλία του. Όμως δεν θα σχολιάσει τη στάση του Τζούλιαν όταν εκείνος μαθαίνει την εμπλοκή των μαθητών  του στον φόνο, στον οποίο έμμεσα τα μαθήματά του είχαν οδηγήσει. Απλώς αναφέρει ότι ο Τζούλιαν δίνει την παραίτησή του και φεύγει από το Χάμπτεν. Γιατί άραγε; Από τύψεις; Κατανοώντας τη δική του ευθύνη; Ο μαθητής δεν θέλει να αποδομήσει τον καθηγητή του; Ποιος ξέρει...
Η επίδραση των μαθημάτων ωθεί  τους τέσσερις φοιτητές από την ομάδα των έξι να επιχειρήσουν να αναπαραστήσουν τα Βακχικά μυστήρια. Ένα βράδυ (με ποτά; ναρκωτικά;) κατορθώνουν να περιπέσουν σε μια ασύνειδη κατάσταση και χωρίς πρόθεση, τυχαία, σκοτώνουν έναν άγνωστό τους αγρότη. Ο Μπάνι, που απουσίαζε από την ομάδα των "διονυσιαστών", υποψιάζεται, εκβιάζει, γίνεται επικίνδυνος. Μόνη λύση, η εξόντωσή του. Πουθενά δεν εκφράζονται τύψεις ή μεταμέλεια. Σκέψεις και συναισθήματα δεν αναλύονται. Ο αναγνώστης αφήνεται να συμπεράνει ο ίδιος τις επιπτώσεις που είχε ο φόνος για τους πέντε φοιτητές. Κάπνισμα, καταφυγή στο ποτό, στα ναρκωτικά, σωματική αρρώστια, μέχρι την ακραία πράξη της αυτοκτονίας. Οι σχέσεις της ομάδας δεν είναι πια οι ίδιες. Διαλύονται.
Το ενδιαφέρον που δημιουργεί το βιβλίο δεν εξαντλείται στην αστυνομική ιστορία, που δεν είναι το κύριο θέμα. Γι' αυτό άλλωστε ο φόνος δηλώνεται εξαρχής. Πλάι σ' αυτήν είναι τα μαθήματα φιλοσοφίας, η αγάπη της κλασικής αρχαιότητας, οι ελληνικές φράσεις (λιγότερες οι λατινικές) που ακούγονται, αν και θα περίμενε κανείς μεγαλύτερη έμφαση στο κύριο αυτό θέμα διδασκαλίας. Πλάι σ' αυτά όμως το βιβλίο γίνεται αξιοδιάβαστο από πολλά άλλα θέματα που το πλημμυρίζουν. Η φοιτητική ζωή,  πάρτι,  συζητήσεις,  έρωτες,  φιλίες,  ναρκωτικά, εργασίες και εξετάσεις, η απώλεια και το πένθος κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον. Η ζοφερή ατμόσφαιρα διανθίζεται με ωραίες εικόνες από τη φύση, ανοιξιάτικα ή παγωμένα τοπία. "Ήταν χαρούμενη βραδιά, αξέχαστη βραδιά. Αναμμένα φώτα, ποτήρια που τσούγκριζαν, βροχή που έπεφτε δυνατά στη στέγη. Έξω οι κορυφές των δέντρων σείονταν κάνοντας ένα θόρυβο που θύμιζε άφρισμα σόδας σε ποτήρι. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά κι ένα υγρό δροσερό αεράκι χάιδευε τις κουρτίνες, σαγηνευτικά άγριο και γλυκό".
Τι είναι εν τέλει "Η μυστική ιστορία"; Ένα μυθιστόρημα φοιτητικής ζωής; Λατρείας της κλασικής αρχαιότητας; Φόνου; Νεανικής τρέλας; Απερισκεψίας; Ονείρων;  Πάνω απ' όλα είναι μια αξιοθαύμαστη λογοτεχνική δημιουργία.


 

Παρασκευή, Οκτωβρίου 30, 2020

Ύμνος ζωής

 

 

Χριστόφορου Καδή, Ύμνος ζωής

Λευκωσία, 2020

 «Ποίηση: ανέκκλητη συμπύκνωση». Ο καλύτερος ίσως ορισμός που άκουσα ποτέ για την ποίηση. Διαβάζεις ένα στίχο και στη σκέψη σου ανοίγονται πλήθος εικόνες, ανασύρονται χιλιάδες σελίδες, αναδεύονται άπειρα συναισθήματα.

Αυτή την επενέργεια της ποίησης δοκίμασα άλλη μια φορά διατρέχοντας την ποιητική συλλογή του Χριστόφορου Καδή, Ύμνος ζωής. Είναι πράγματι ένας χαμηλόφωνος, υποβλητικός ύμνος σ’ όλες τις μορφές της ζωής. Από τα εγγόνια, την καινούρια ζωή, στα οποία ο ποιητής αφιερώνει τη συλλογή του, ως την πατρώα γη, «τον τόπο που γεννήθηκα». Οι αιματοβαμμένοι αγώνες για ελευθερία, η περιφρόνηση του θανάτου, η ιδέα πάνω από την ύλη, η αυτόβουλη θυσία, δίνονται με την περηφάνια, αλλά και τη θλίψη που συνοδεύει το πικρό αποτέλεσμα. «Χωρίς απολυτήριο» οι αγωνιστές κι όμως γράφουν «Κείμενα της ζωής και του θανάτου».

Πόσο υπαινικτικά εκφράζεται ο πόνος για τις «Συλημένες εκκλησιές»!

την ώρα του όρθρου

ξένα ρήματα

ξένα δόγματα

ξένα διδάγματα

…………..

Υποβλητικά, χαμηλόφωνα, με  ευδιάκριτες εικόνες ζωγραφίζεται σ’ ένα εξαιρετικό ποίημα η μοιρασμένη Λευκωσία.

Παίρνω τον μακρύ σου δρόμο

Και με σταματούν χαλάσματα

Πώς να σε διασχίσω;

Παίρνω των μαλλιών σου

το διάδημα,

της Βενετιάς ατίμητο

μαργαριτάρι

και καταλήγω σε αδιέξοδα.

Πώς να σε περιέλθω;

(Μοιρασμένα γιασεμιά)

Θεωρώ το τρίτο μέρος της συλλογής, «Της γενέθλιας γης», ως το πιο συναισθηματικό, το πιο υπαινικτικό, γνήσια έκφραση της αγάπης για τη γενέθλια γη, που δίνεται με εικόνες που αγγίζουν με συγκρατημένη νοσταλγία και θλίψη, κοινά βιώματα.

Πάρε ένα λίζο

ξένε και από μένα

να με γλυκάνεις

(Στιγμές του χωριού)

Τικ τακ απ’ τα χαράματα

το αλακάτι γυρίζει

κι η ψυχή μου γεμίζει

με νερά κρυστελλένια

και παλμούς μυστικούς

της συνάδουσας φύσης

(Δοξολογία)

Και πάνω απ’ όλα η νοσταλγική ανάμνηση της γενέθλιας γης, δεμένη με το χάδι της μάνας, τον λόγο του πατέρα, τη νοσταλγία του πατρικού σπιτιού.

Χαρμολύπη είναι το συναίσθημα που νιώθουμε καθώς κλείνουμε την ποιητική συλλογή του Χριστόφορου Καδή. Μια νοσταλγία για όσα ανέκκλητα πέρασαν, αλλά και μια ευδαιμονία γιατί τα ζήσαμε.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 26, 2020

Μετά το τέλος


 

Clare Mackintosh
Μετά το τέλος
Μεταίχμιο, 2020
Μετ. Βάσια Τζανακάρη
"Γιατί σ' εμένα, γιατί σ' έμάς, γιατί στο παιδί μου;" Πόσοι ως τώρα γονείς δεν εκστόμισαν ή έστω δεν σκέφτηκαν με απόγνωση αυτή την αγωνιώδη διαμαρτυρία μπροστά σ' ένα παιδί που δεν πρόλαβε καν να ζήσει, όταν ξαφνικά και αναίτια βρίσκονται αντιμέτωποι με μια ανίατη ασθένεια του παιδιού τους; Αυτό είναι το θέμα του πολύ ωραίου και συγκινητικού μυθιστορήματος της Clare Mackintosh "Μετά το τέλος". Ένα βιβλίο που γίνεται ακόμα πιο συγκινητικό, αφού στηρίζεται σε προσωπικές εμπειρίες της συγγραφέως.
Ο τρίχρονος Ντίλαν, πρώτο παιδί του Μαξ και της Πιπ Άνταμς, διαγνώσκεται με όγκο στον εγκέφαλο. Χειρουργείται, αλλά η αφαίρεση του όγκου δεν μπορεί να είναι πλήρης χωρίς να αγγίξει ουσιώδη μέρη του εγκεφάλου. Διασωληνώσεις, ο μικρός Ντίλαν με δυσκολία κρατιέται στη ζωή. Οι γονείς μόνο για λίγες ώρες το βράδυ φεύγουν από κοντά του. Η Λέιλα, μια Ιρανή γιατρός, πολύ ικανή και γεμάτη αγάπη τόσο για τον Ντίλαν όσο και για τα άλλα παιδιά του θαλάμου εντατικής θεραπείας, στέκεται συμπαραστάτης και βοηθός στις δύσκολες ώρες που περνούν παιδί και γονείς. 
Κι εκεί που φαίνεται ότι δεν υπάρχει ελπίδα ζωής, ο πατέρας του παιδιού διαβάζει για μια καινούρια θεραπεία που εφαρμόζεται στην Αμερική  και συνίσταται σε ακτινοθεραπεία με πρωτόνια, που κι αν ακόμη δεν θεραπεύει εντελώς, δίνει τουλάχιστον παράταση ζωής. Τόσο η γιατρός Λέιλα όσο και η μητέρα δεν συμφωνούν. Όχι μόνο γιατί η θεραπεία συνεπάγεται απίστευτη ταλαιπωρία μεταφοράς  του παιδιού από την Αγγλία στην Αμερική, όχι γιατί απαιτούνται τεράστια έξοδα, λεφτά που οι γονείς δεν διαθέτουν, αλλά προπάντων γιατί κι αν ακόμα παραταθεί η ζωή του παιδιού δεν θα είναι κανονική ζωή. Δεν θα μπορεί να περπατήσει, να μιλήσει, θα είναι πλήρως εξαρτημένο από άλλους.
Μετά από πολλή σκέψη και προβληματισμό, με πόνο ψυχής, η μητέρα απορρίπτει αυτή την επιλογή. Ο πατέρας επιμένει. Ανοίγει λογαριασμό στο διαδίκτυο, συγκεντρώνει χρήματα. Η υπόθεση γίνεται ευρύτερα γνωστή. Κόσμος συγκεντρώνεται έξω από το νοσοκομείο, ζητώντας να δοθεί μια ευκαιρία για ζωή στον μικρό Ντίλαν. Στο θέμα παρεμβαίνει και το νοσοκομείο, το οποίο μπροστά στη διαφωνία των γονιών καταφεύγει στο δικαστήριο. Αφού ακούσει τις δύο πλευρές ο δικαστής αποφαίνεται: "Με βαριά καρδιά, αλλά με απόλυτη βεβαιότητα για το συμφέρον του Ντίλαν, συναινώ στην αίτηση του Νοσοκομείου Παίδων Σεντ Ελίζαμπεθ και αποφασίζω ότι δύνανται να αποσύρουν νομίμως κάθε θεραπεία εκτός από την παρηγορητική φροντίδα και να επιτρέψουν στον Ντίλαν να πεθάνει με αξιοπρέπεια".
Όμως τα πράγματα, μυθιστορηματικά τουλάχιστον, δεν είναι τόσο απλά. Στο επόμενο κεφάλαιο η συγγραφέας μας παραθέτει μια εντελώς διαφορετική απόφαση: "Ο δικαστής βάζει τα γυαλιά του και πιάνει τις σημειώσεις του:"Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Με κάποια ανησυχία, αλλά και με απόλυτη βεβαιότητα για το συμφέρον του Ντίλαν, αποφασίζω ότι ο Μαξ Άνταμς μπορεί να πάει τον γιο του στην Αμερική για θεραπεία που μπορεί να παρατείνει τη ζωή του".
Τι θα συνέβαινε λοιπόν αν ίσχυε η πρώτη απόφαση και τι αν ίσχυε η δεύτερη; Ό,τι και να συνέβαινε, η  ζωή του ζευγαριού οπωσδήποτε θα επηρεαστεί. Αυτό υποδηλοί και ο τίτλος του βιβλίου "Μετά το τέλος", που  είναι ένα βιβλίο που δημιουργεί μεγάλο προβληματισμό. Αξίζει να παρατείνεται η ζωή όταν όλα δείχνουν πως δεν θα είναι πραγματική ζωή;
Το βιβλίο δομείται σε κεφάλαια στα οποία εναλλάσσονται τα κύρια πρόσωπα, ο Μαξ, η Πιπ, η γιατρός Λέιλα και τα γεγονότα δίνονται μέσα από την οπτική του καθενός. Η συγγραφέας δεν δίνει λύση, δεν απαντά στο ουσιώδες ερώτημα. Όταν κλείνουμε το βιβλίο κρατάμε μόνο μια σκέψη του δικαστή: "Το ερώτημα γύρω από το οποίο περιστρέφεται αυτή η θλιβερή υπόθεση δεν είναι μόνο αν η ακτινοθεραπεία με πρωτόνια θα επεκτείνει τη ζωή του Ντίλαν, αλλά ποια θα είναι η ποιότητα αυτής της ζωής. Τι συνιστά ζωή στην πραγματικότητα;"

Δευτέρα, Οκτωβρίου 19, 2020

Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος


 Ιαν Ριντ
Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος
Πατάκης, 2020
Μετ. Αντώνης Καλοκύρης
Από το blog του προσφιλούς librofilo, ένα από τα μακροβιότερα, αξιόλογότερα και ενδιαφέροντα blogs, γνώρισα ως τώρα πολλά ωραία βιβλία. Η ανάρτησή του όμως για το βιβλίο "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος" στην οποία γίνεται αναφορά και στην ομώνυμη ταινία (Ι'm thinking of ending things, του Τσάρλι Κάουφμαν) δεν με βρίσκει σύμφωνη. Χαρακτηρίζει το βιβλίο "εκπληκτικό μυθιστόρημα", "εξαιρετικό ψυχολογικό θρίλερ", "ύψιστη λογοτεχνική απόλαυση". Εξίσου επαινετική είναι η κριτική του και για την ταινία, αν και βρίσκει ότι ελάχιστη σχέση έχει με το βιβλίο.
Διάβασα το βιβλίο, είδα και την ταινία, αλλά εξακολουθώ να είμαι πολύ προβληματισμένη. Θα αναφερθώ μόνο στο βιβλίο, γιατί δεν έχω ιδιαίτερη σχέση με τον κινηματογράφο, ειδικά τον σύγχρονο. Όμως για το βιβλίο, μετά από εκατοντάδες, ίσως και χιλάδες βιβλία που έχω διαβάσει, για πολλά από τα οποία έχω γράψει, νομίζω είμαι σε θέση να εκφράσω άποψη.
Εν πρώτοις με απωθούν τα βιβλία, όπως και κάθε λογοτεχνική δημιουργία, που μοιάζει με γρίφο, αίνιγμα που πρέπει να λύσεις. Που σε κάνει να αναρωτιέσαι:Τι θέλει να πει;  Κορυφαίες δημιουργίες στη φιλοσοφία και στη λογοτεχνία γίνονται άμεσα κατανοητές. Έχουμε καμιά δυσκολία να συμμεριστούμε τις ύψιστες φιλοσοφικές ιδέες των Πλατωνικών διαλόγων ή την ομορφιά της αρχαίας τραγωδίας; Το ίδιο συμβαίνει και με κορυφαία λογοτεχνικά έργα. Πόση δυσκολία αντιμετωπίζουμε διαβάζοντας Ντοστογιέφσκι ή Τολστόη, τον Ντίκενς ή τον Προυστ, τον Παπαδιαμάντη, τον Κάφκα ή τον Σαίξπηρ; Κι όμως στη σύγχρονη λογοτεχνία πολύ συχνά συναντάμε  έργα δυσνόητα, έργα που δεν γίνονται εύκολα κατανοητά, ποιο είναι το θέμα τους, τι θέλουν να μεταδώσουν στον αναγνώστη. Έτσι ένιωσα διαβάζοντας το "Σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος" κι ας έχουν γραφτεί και από τον Librofilo, αλλά και άλλους πολύ επαινετικές κριτικές.
Μια ανώνυμη αφηγήτρια που μιλάει σε πρώτο πρόσωπο ταξιδεύει με τον σύντρφό της Τζέικ, οδεύοντας προς το σπίτι των γονιών του, για να τους τη γνωρίσει. Το "σκέφτομαι να βάλω ένα τέλος" είναι η σκέψη που κάνει η ανώνυμη αφηγήτρια, σκεφτόμενη να βάλει ένα τέλος στη σχέση τους. Όταν όμως ο αναγνώστης φτάσει στο τέλος, αναρωτιέται αν αυτό εννοούσε ή κάτι άλλο. Στη σύντομη και αποσπασματική μεταξύ τους συνομιλία καθώς ταξιδεύουν, παρεμβάλλονται αναμνήσεις εκείνης από την παιδική της ηλικία, τηλεφωνήματα από κάποιον άγνωστο που κατά περίεργο τρόπο φαίνεται να γίνονται από τον αριθμό του δικού της κινητού, αλλά που ως το τέλος δεν μαθαίνουμε τίποτα γι'  αυτά τα περίεργα τηλεφωνήματα.
Μέσα σε μια συνεχή χιονόπτωση, φτάνουν στην αγροικία των γονιών του Τζέικ. Πριν μπουν περιδιαβάζουν στο αγρόκτημα, συναντούν νεκρά πρόβατα, σκουληκιασμένα γουρούνια, μια κότα που τρώει το αυγό της! Στο σπίτι όλα μοιάζουν παλαιικά, φθαρμένα. Κλειστές πόρτες, περίεργες φωτογραφίες, ένα σκοτεινό υπόγειο με παράξενους πίνακες.
Στο δρόμο της επιστροφής η σκοτεινιά και το χιόνι συνεχίζονται. Σταματούν κάπου για παγωτό και σε μια ερημιά συναντούν ένα τεράστιο Λύκειο. Χάνονται στους έρημους διαδρόμους, σε κλειστές αίθουσες διδασκαλίας, μ' έναν επιστάτη μόνο να σκουπίζει (μέσα στ' άγρια μεσάνυχτα!). Και πολύ θα ΄θελα κάποιος να μου εξηγήσει σε τι χρησιμεύουν τέσσερις σελίδες του βιβλίου γεμάτες μόνο με την ερώτηση: "Ακόμα κάθεστε, ακόμα κάθεστε, ακόμα κάθεστε..." Τέσσερις ολόκληρες σελίδες!
Το μυθιστόρημα τελειώνει με μια τρομακτική σκηνή που δεν θέλω να τη σκέφτομαι. Και τότε μόνο ο αναγνώστης μπορεί να κατανοήσει κάποιους διαλόγους που παρεμβάλλονται μεταξύ των κεφαλαίων και στους οποίους δεν ξέρουμε ποιοι μιλούν, απλώς ότι αναφέρονται σ' ένα φόνο. Φόνο ή αυτοκτονία; Το ερώτημα αφήνεται να αιωρείται μαζί με όλα τα άλλα ερωτηματικά που δημιουργούνται στον αναγνώστη.
Τελικά τείνω να πιστεύω ότι η ταινία είναι καλύτερη από το βιβλίο!
 

Δευτέρα, Οκτωβρίου 12, 2020

Το σκισμένο τούλι


 Έλενα Ακρίτα 
Το σκισμένο τούλι
Διόπτρα, 2020
Όταν αρχίζεις ένα βιβλίο της Έλενας Ακρίτα, δεν μπορείς να το αφήσεις. Βιαστικά γυρίζεις τις σελίδες, θέλεις κι άλλο κι άλλο...Όχι μόνο γιατί ανυπομονείς να δεις τι θα γίνει παρακάτω (αφού αυτή η ακαταμάχητη γοητεία ισχύει και για τα αυτοτελή χρονογραφήματά της), αλλά γιατί σε ελκύει το μοναδικό και ανεπανάληπτο ύφος της. Ο γοργός ρυθμός της αφήγησης, το χιούμορ, η ειρωνεία, η σάτιρα, ο λόγος ο καθημερινός και οικείος, το χαμόγελο που σου προκαλεί ο μοναδικός τρόπος γραφής. Αυτά αρχίζοντας την ανάγνωση. Όταν όμως φτάσεις κάπου στη μέση, τότε προσπαθείς να επιβραδύνεις, τότε σκέφτεσαι: "Ας καθυστερήσω λίγο, να 'χω να διαβάζω πιο πολλές μέρες". Αυτή την αμφιθυμία μου προκάλεσε και το τελευταίο βιβλίο της Ακρίτα, "Το σκισμένο τούλι". Περιττό να πω πως νίκησε η πρώτη σκέψη και το τέλειωσα σε δυο μέρες (κρίμα!).
Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω, χωρίς μ' αυτόν τον χαρακτηρισμό να υποβαθμίζω την αξία και τη σημασία του, "στρατευμένη λογοτεχνία". Στρατευμένη, όχι σε κάποιο πολιτικό ή ιδεολογικό αγώνα, αλλά στρατευμένη στον αγώνα της γυναίκας για τη θέση που ακόμα δεν έχει βρει, δυστυχώς, στην κοινωνία.
Πέντε γυναίκες πρωταγωνιστούν στο βιβλίο: "Η Νένα, η Μάρω, η Ιοκάστη, η Σολφέζ, η Μιράντα. Πέντε γυναίκες έσμιξαν τις ζωές τους και πορεύτηκαν μαζί χέρι χέρι, αδιαφορώντας για ηλικίες, γενιές και για όσα θα μπορούσαν να τις χωρίζουν". Οι δυο είναι φίλες αχώριστες από τα μαθητικά τους χρόνια, μια άλλη είναι ιδιοκτήτρια πολυτελούς κομμωτηρίου, άλλη είναι υπάλληλος σ' αυτό το κομμωτήριο, μια είναι πρώην τραγουδίστρια, άλλη ζει με την εγγονή της, αφού οι γονείς της ζουν και εργάζονται σε άλλη πόλη. Καταστάσεις ποικίλες. Δεσμοί φιλίας, ο έρωτας που σε βρίσκει ξαφνικά τη μέρα που παντρεύεσαι κάποιον άλλον, ο έρωτας που ανθίζει σε μεγάλες ηλικίες που η κοινωνία δεν είναι έτοιμη να αποδεχτεί, η συμβίωση δυο γυναικών και ο ιδιαίτερος δεσμός τους και πάνω απ' όλα ο βιασμός. Αυτή η τόσο εξευτελιστική για τη γυναίκα κατάσταση, που την τραυματίζει σωματικά και ψυχικά. Ένας βιασμός κυριαρχεί στο βιβλίο, με τα πλήθος ερωτήματα και τις συνέπειες που τον ακολουθούν. Να καταγγείλει η βιασθείσα την αποτρόπαια πράξη ή όχι; Έχει τη δύναμη να αντέξει τον διασυρμό που θα υποστεί καταφεύγοντας στη δικαιοσύνη; Κι αυτούς που θα σκεφτούν "ε, τα 'θελε κι αυτή"; Η ηρωίδα της Ακρίτα θα το τολμήσει. Δεν θέλω να αποκαλύψω το αποτέλεσμα της δίκης ή το αναπάντεχο τέλος που δίνεται πέντε χρόνια αργότερα (2025).
Κι ο τίτλος; Τι σημαίνει άραγε; Λέει η συγγραφέας: "Σκισμένα τούλια ήταν οι γυναίκες με τους αποτυχημένους γάμους. Αυτές που πήγαν στην εκκλησία, στεφανώθηκαν δόξη και τιμή, και ύστερα όλα στη ζωή τους, όλα, πήγαν κουτσά και στραβά".
Είναι πολύ δύσκολη η παρουσίαση ενός βιβλίου της Ακρίτα. Γιατί η απόλαυση της ανάγνωσης προέρχεται κυρίως από το ύφος. Τον γοργό ρυθμό, τον λόγο τον καθημερινό, τις γνώσεις που διανθίζουν και πλουτίζουν τη γραφή. Γνώσεις από όπερα μέχρι λαϊκά τραγούδια, γνώσεις από διαβάσματα, γνώσεις της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Παρ' όλη την ειρωνεία και τη σκληρότητα του καθημερινού λόγου (λέξεις όπως: ρουφιανεύω, παπαριές, γκόμενος, μαλάκας, μαλακοπίτουρας, χαμουρεύομαι, κεράτωμα, κατινιά κ.λπ. ακούγονται συχνά) είναι στιγμές που δεν λείπει η λυρικότητα και η συγκίνηση: "Σπίτι, σκέφτηκε η Μιράντα, είναι οι μυρωδιές από την κουζίνα σου. Το γεράνι που ανθίζει στον κήπο. Η βρύση που χάλασε, το μαξιλάρι το δικό σου που έχει γούβα στη μέση αλλά σε βολεύει, το μισοτελειωμένο βιβλίο στο κομοδίνο σου. Σπίτι είναι του ανθρώπου σου η αγάπη που τις νύχτες σε σκεπάζει μην κρυώσεις. Σπίτι είναι το φιλί το μονάκριβο, οι φίλοι τα βράδια, τα γέλια και τα κλάματα, και οι πόνοι και οι χρόνοι που περνούν και που σε νοιάζονται".
Τι άλλο να πω; Ακόμα μια απολαυστική Έλενα Ακρίτα.
 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 24, 2020

Η απατηλή ζωή των ενηλίκων


ΕΛΕΝΑ ΦΕΡΡΑΝΤΕ
Η απατηλή ζωή των ενηλίκων
Πατάκης, 2020
Μετ. Κατερίνα Δότση 
 Η Νάπολη, οι δρόμοι, οι πλατείες, οι γειτονιές της, οικογενειακοί δεσμοί αγάπης και μίσους, κορίτσια στην αρχή της εφηβείας και αγόρια, βεβαίως, αλλά σε δεύτερη μοίρα. Τα ίδια υλικά  αναμειγνύονται ξανά και ξανά σ' όλα τα βιβλία της παράξενης, αγνώστων λοιπών στοιχείων, Ιταλίδας συγγραφέως  Έλενα Φερράντε. Βιβλία μεταφρασμένα σε 45 γλώσσες, με πωλήσεις εκατομμυρίων, με μεταφορά τους στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Πώς τα καταφέρνει; Ποιο είναι το μυστικό της όταν, χρησιμοποιώντας τα ίδια σχεδόν υλικά από βιβλίο σε βιβλίο κατορθώνει να γίνονται ανάρπαστα;
Από την παράξενη σαγήνη που ασκεί η γραφή της δεν έχω ξεφύγει ούτε εγώ. Από το πρώτο της βιβλίο που διάβασα ("Μέρες εγκατάλειψης") την ακολουθώ βήμα-βήμα σ' όλες τις συγγραφικές της δημιουργίες: Την περίφημη "Τετραλογία της Νάπολης", τη "Βάναυση αγάπη" και τώρα το "Η απατηλή ζωή των ενηλίκων". Πρωταγωνίστρια σ' αυτό το τελευταίο (τι άλλο;) ένα δεκατριάχρονο κορίτσι, η Τζοβάνα ή Τζανίνα που αφηγείται την όλη ιστορία. "Δυο χρόνια πριν φύγει από το σπίτι ο πατέρας μου είπε στη μητέρα μου ότι ήμουν πολύ άσχημη. Τη φράση αυτή την είπε ψιθυριστά, στο διαμέρισμα που είχαν αγοράσει οι γονείς μου, νιόπαντροι ακόμα, στο Ριόνε Άλτο της οδού Σαν Τζιάκομο ντέι Κάπρι. Τα πάντα-η Νάπολη, το μπλε φως ενός ψυχρού Φεβρουαρίου, τα λόγια εκείνα-πάγωσαν". Και κάποια άλλη στιγμή θα τον ακούσει να λέει: "Η φάτσα της έχει αρχίσει να γίνεται ίδια με της Βιττόρια". Η εισαγωγική πρώτη παράγραφος του βιβλίου μας βάζει αμέσως στο κλίμα της ιστορίας. Ο πατέρας έχει φύγει, η φράση του πατέρα της θα γίνει πληγή, θα προστεθεί στην αβεβαιότητα και στη συναισθηματική αστάθεια της προεφηβικής ηλικίας. Αχώριστη φίλη η Τζοβάνα με δυο άλλα συνομίληκα περίπου κορίτσια, την Άντζελα και την Ίντα περνούν μαζί την τόσο δύσκολη ηλικία της εφηβείας. Λένε τα μυστικά τους, ανταλλάσσουν εμπειρίε, εξερευνούν το σώμα τους, μιλάνε για αγόρια. 
Μα ποια είναι επιτέλους αυτή η θεία Βιττόρια, αδελφή του πατέρα της Τζοβάνα, για την οποία εκφράστηκε τόσο απαξιωτικά ο πατέρας; Θα τη γνωρίσει κάποτε η Τζοβάνα κι ένας άλλος κόσμος θα της αποκαλυφθεί. Είναι οι "πάνω" και οι "κάτω", οι καλές γειτονιές της Νάπολης και οι φτωχογειτονιές της. Ο παθιασμένος έρωτας της θείας Βιττόρια για έναν ήδη παντρεμένο με τρία παιδιά που είχε γίνει χρόνια πριν, εισάγει στην ιστορία καινούρια πρόσωπα. Η επίδραση της παράξενης, φιλελεύθερης, τόσο διαφορετικής από τον καθωσπρεπισμό των γονιών της Τζοβάνας θείας, θα είναι καθοριστική για την Τζοβάνα. Ένα οικογενειακό κειμήλιο, ένα βραχιόλι, πηγαινοέρχεται ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου.
Καθώς ο χρόνος προχωρεί, τα κορίτσια γνωρίζουν και την ανατομική  κατασκευή των αγοριών, έχουν τις πρώτες επαφές, τα πρώτα φιλιά, που καθόλου δεν τις ενθουσιάζουν. Οι προβληματισμοί της Τζοβάνα δεν αφορούν μονάχα το σώμα της ή τα αγόρια. Η απόρριψη των γονιών και η σύγκρουση μαζί τους, προπάντων όταν διαπιστώνεται η "απατηλή"  τους ζωή, διαβάσματα άσχετα με τα μαθήματα, οι αμφιθυμίες και η συναισθηματική αστάθεια της εφηβείας, σκέψεις, αμφιταλαντεύσεις, πονηριές, ψέματα, ακαταμάχητη έλξη από κάποιο πρόσωπο, τα παρακολουθούμε όλα με λεπτομέρειες, σαν να βρισκόμαστε στο μυαλό της εφήβου.
Το βιβλίο τελειώνει με τη λεπτομερή περιγραφή της σεξουαλικής μύησης κι επομένως του τέλους της εφηβείας για τη νεαρή Τζοβάνα. Μια σκηνή που δεν κλείνει τίποτα οριστικά. Σαν να μένουν όλα μετέωρα. Άραγε αυτό είναι μια ένδειξη ότι το βιβλίο μπορεί να έχει συνέχεια; Ποιος ξέρει...
Κλείνουμε το βιβλίο με την ίδια πάντα απορία: Γιατί μας άρεσε;

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 14, 2020

Γεώργιος Βιζυηνός


 Δημήτρης Παπαχρήστος

Γεώργιος Βιζυηνός (Ο τρυφερόκαρδος κύριος Γ.Β.)
Σειρά: "Βίοι Αγίων-Υπόγειες διαδρομές.
Εκδ. Ηλέκτρα, 2005

 Όταν στο δημοτικό σχολείο απαγγέλλαμε

"Στου σπιτιού μας την αυλή
γάβου γάβου το σκυλί..."
 
ή διαβάζαμε  εκείνον τον τόσο συγκινητικό διάλογο του ναυτόπουλου με τη μάνα του, όπου εκείνη του 'λεγε "παιδί μου ώρα σου καλή" κι εκείνο τη διαβεβαίωνε "μάνα μην κλαις θα ξαναρθώ", ή όταν με βουρκωμένα μάτια διαβάζαμε τον "Παλαιολόγο" που, μαρμαρωμένος, δεν πέθανε αλλά κοιμάται, μαθαίναμε πως όλ' αυτά τα είχε γράψει κάποιος ποιητής με το παράξενο όνομα Βιζυηνός. Έπρεπε να μεγαλώσουμε, να διαβάσουμε ξανά και ξανά τα υπέροχα διηγήματά του, να συγκινηθούμε με τις περιπέτειες του βίου του, για να εκτιμήσουμε όσο έπρεπε τον Γεώργιο Βιζυηνό. Έχουν περάσει πάνω από εκατό χρόνια από τον θάνατό του (1896). Κι όμως εξακολουθούν ακόμα να εκδίδονται τα έργα του, να γράφονται μελέτες γι' αυτά, να παρατίθενται καινούρια στοιχεία στη βιογραφία του.
Το βιβλίο του Δημήτρη Παπαχρήστου στη σειρά των εκδόσεων "Ηλέκτρα" που τιτλοφορείται "Βίοι Αγίων", έρχεται να ρίξει μια ακόμα ματιά στη ζωή και το έργο του Βιζυηνού. Δύσκολο να ενταχθεί σε συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Δεν είναι βιογραφία, δεν είναι κριτική μελέτη. Είναι ένας συνδυασμός βιογραφικών στοιχείων, αποσπασμάτων από έργα του, αναφορά σε κρίσεις γι' αυτόν, αλλά προπάντων είναι μια έκφραση αγάπης του συγγραφέα για τον ιδιόρρυθμο Γεώργιο Βιζυηνό, στον οποίο αναφέρεται ως τον "Τρυφερόκαρδο κύριο Γ.Β."
Γεννημένος στο μικρό, τουρκοκρατούμενο χωριό Βιζύη της Θράκης, ο Βιζυηνός γνώρισε από μικρός τον θάνατο. Του πατέρα του πρώτα, μετά ενός αδερφού του, μιας αδερφής σε βρεφική ηλικία ("Το αμάρτημα της μητρός μου"), αργότερα μιας υιοθετημένης αδερφής. Η φτώχεια τον φέρνει στην Κωσταντινούπολη ως μαθητευόμενο ραφτάκι. Η γνωριμία μ' έναν πλούσιο έμπορο από την Κύπρο, τον Γιάγκο Τσελεπή, οδηγεί τα βήματά του στο νησί, υπό την προστασία του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου. (Πού να το 'ξερα όταν μικρή έπαιζα στη γειτονιά του Τρυπιώτη, όπου και μεγάλωσα, ότι τους ίδιους δρόμους περπάτησε ο Βιζυηνός, εκεί έζησε για τέσσερα χρόνια, εκεί ερωτεύτηκε ένα νέο κορίτσι, την  Ελένη Φυσεντζίδου, γεγονός που οδήγησε το διώξιμό του από την Κύπρο!)
Ξανά στην Κωσταντινούπολη, από εκεί στη Χάλκη, αλλά η εκκλησιαστική ζωή δεν ήταν στη φύση του. Ένας άλλος πλούσιος ομογενής, ο Γεώργιος Ζαρίφης, θα γίνει ο μεγάλος προστάτης του, αυτός που θα χρηματοδοτήσει τις σπουδές που πάντα ονειρευόταν, στη Φιλοσοφική Αθηνών. "Η Αθήνα ήταν το κέντρο της ελεύθερης Ελλάδας, η απτή πραγματικότητά της: σπασμένα μάρμαρα, μεγαλειώδη ερείπια ενός ένδοξου παρελθόντος, να αιωρούνται μέσα στην πλημμυρίδα ενός υπέρλαμπρου ήλιου, αλλά και βρώμα και φτώχεια, και χαμόσπιτα, πενιχρή κληρονομιά τεσσάρων αιώνων ανατολίτικης παρουσίας. Εξήντα χιλιάδες ψυχές που ονειρεύονταν την Πόλη, τη βασιλεύουσα, το "μέγα μοναστήρι".
Από εκεί θα βρεθεί στη Γερμανία, στη Γοτίγγη πρώτα, στο Βερολίνο μετά, εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή. Στην Αθήνα όμως άδικα προσπαθεί να εξασφαλίσει την υφηγεσία στο Πανεπιστήμιο. "Οι νεωτερικές απόψεις του για τη φιλοσοφία και την ψυχολογία απορρίπτονται από το πνευματικό κατεστημένο, που έχει εδραιωθεί στο πανεπιστήμιο, τις εφημερίδες και τα περιοδικά".
Δημοσιεύει ποίηση, βραβεύεται σε σχετικούς διαγωνισμούς, προωθεί τη συλλογή λαογραφικών στοιχείων, προσπαθεί να βρει συνεταίρους και χρηματοδότες για εκμετάλλευση μεταλλείων χρυσού που βρίσκονται στη Θράκη, όχι μακριά από το χωριό του. Αλλά οι ενδείξεις για την επερχόμενη τρέλα είναι ήδη παρούσες: "Η κατασπατάληση των δυνάμεών του, η βαθιά απογοήτευση, η καθημερινή ένδεια, ο παραγκωνισμός της προσωπικότητας και του έργου του, λειτούργησαν σαν θερμοκήπιο μέσα του, ένα θερμοκήπιο που θα βοηθούσε να ξεδιπλωθεί σε όλη της τη φρίκη η ασθένειά του. Μίλησε στον γιατρό για αϋπνίες, νευρικότητα, αστάθεια, διαρκή κόπωση και τσιμπιές βαθιά στα κόκαλά του, όμως εκείνος δεν μπόρεσε να βρει τι έχει..."
Το 1892 οι φίλοι του διαπιστώνουν ότι πρέπει πια να τύχει θεραπείας στο Δρομοκαΐτειο. Εκεί θα παραμείνει για τέσσερα χρόνια, ενώ στα φωτεινά διαλείμματα της τρέλας του συζητά ή γράφει και πάλι ποίηση. Είναι πραγματικά εξαιρετικές οι τελευταίες σελίδες του βιβλίου του Παπαχρήστου. Η αντίθεση ανάμεσα στην πανηγυρική ατμόσφαιρα της Αθήνας, που γιορτάζει την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων, και του θανάτου του Βιζυηνού, καθιστά τον θάνατο ακόμα πιο τραγικό. Είναι η 16η Απριλίου 1896. Τον επικήδειο εκφωνεί ο Κωστής Παλαμάς. Τάφηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και στον απέριττο τάφο του χαράκτηκαν οι στίχοι του:
Κι αντηχούνε στη μαύρη σιγή
τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια.