Παρασκευή, Αυγούστου 04, 2017

Ιρλανδία: μια μοιρασμένη (;) χώρα




Όσο τα χρόνια περνούν, όσο οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις στοιβάζονται, όσο η γνωριμία με μια χώρα προστίθεται στην άλλη, αναρωτιέμαι ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να γνωρίσουμε  έναν τόπο κι ένα λαό. Μήπως θα ήταν προτιμότερο, αντί να τριγυρίζουμε σ’ όλες τις πόλεις κι όλα τα αξιοθέατα μιας χώρας, να μείνουμε σε μια μόνο πόλη, να την περιδιαβούμε, να μιλήσουμε με τους ανθρώπους, να αισθανθούμε την αύρα και την ιδιαιτερότητα της χώρας και του λαού;
Grafton street
Βέβαια, δεν παραγνωρίζω πως κάνω αυτές τις σκέψεις τώρα που έχω δει κι έχω χορτάσει από παλάτια, κάστρα, μουσεία, κτήρια σ’ όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες. Όταν όμως ξεκινάς να ταξιδεύεις, η δίψα να δεις και να γνωρίσεις τα πάντα σ’ έναν τόπο είναι ακόρεστη. Κι ας ανακαλύπτεις στο τέλος πως το παλάτι ή το κάστρο της μιας χώρας ελάχιστα διαφέρει από της άλλης.
Φέτος, στην Ιρλανδία, μπορώ να πω, συνδυάσαμε το στερεότυπο (παλάτια-κάστρα-μουσεία) με την ιδιαιτερότητα του τόπου και του λαού. Είχαμε χρόνο να
Η μπιραρία του James Joyce
περπατήσουμε στο Δουβλίνο, στο Μπέλφαστ, λιγότερο στην όμορφη παραλιακή πόλη Γκαλγουέη, είχαμε την άνεση για συζητήσεις γύρω από την ιστορία, τη γλώσσα, την πολιτική κατάσταση της χώρας. Πρώτη γλωσσική παρατήρηση οι δίγλωσσες πινακίδες, ιρλανδικά και αγγλικά. Τι γίνεται; Έχουν  ξεχωριστή γλώσσα οι Ιρλανδοί; Μιλιέται η ιρλανδική; Συζητάμε μεταξύ μας, διαφωνούμε, ρωτάμε. Μαθαίνουμε. Οι αυτόχθονες είχαν τη δική τους, τη γκαελλική (κελτική) γλώσσα. Μα ήρθαν οι Άγγλοι κατακτητές από απέναντι. Τους απαγόρευσαν τη γλώσσα, τους άλλαξαν τη θρησκεία, ο Καθολικισμός τέθηκε εκτός νόμου. Γλώσσα και θρησκεία. Απαραίτητα συστατικά ενός έθνους. Όταν η Ιρλανδία, ένα μέρος της τουλάχιστον, κατάφερε το 1922 να γίνει ανεξάρτητο κράτος, η προσπάθεια επαναφοράς της γλώσσας επανήλθε. Σήμερα διδάσκεται υποχρεωτικά σ’ όλες τις τάξεις του σχολείου. Είναι, μαζί με την αγγλική, οι δυο επίσημες γλώσσες του κράτους. Σε εκδηλώσεις και υποδοχή ξένων μπορεί ο πρόεδρος να απευθύνει ένα σύντομο χαιρετισμό στα ιρλανδικά. Όμως η αγγλική επεκράτησε. Είναι η κοινή γλώσσα, η γλώσσα της καθημερινής επικοινωνίας, κι ας έχει ήδη από το 2005 αναγνωριστεί η ιρλανδική ως επίσημη ευρωπαϊκή γλώσσα.
Ο ποταμός Λίφυ διασχίζει το Δουβλίνο
Προσπαθούμε να καταλάβουμε το πολιτικό καθεστώς. Χρόνια ακούγαμε για την ένοπλη δράση του  IRA (Ιρλανδικός Δημοκρατικός Στρατός). Θυμάμαι ακόμα τις 66 μέρες απεργίας πείνας του θρυλικού Μπόμπι Σαντς που κατέληξαν στο θάνατό του. 

Ο Μπόμπι Σαντς σε δρόμο του Μπέλφαστ

Οχτώ άλλοι νέοι ακολούθησαν το παράδειγμά του. Τώρα, σε μεγάλες περίοπτες τοιχογραφίες στο Μπέλφαστ απαθανατίζονται τα πρόσωπά τους. Πού πήγαν; Τι απέγιναν εκείνες οι θυσίες; (Άραγε ό,τι απέγιναν και οι θυσίες των παλικαριών της ΕΟΚΑ;) Σήμερα 26 κομητείες αποτελούν την Ιρλανδική Δημοκρατία, ενώ 6, η επαρχία Ώλστερ, είναι αγγλικό έδαφος. Δεν υπάρχουν βεβαίως σύνορα μεταξύ τους, δεν υπάρχει έλεγχος, η διακίνηση είναι εντελώς ελεύθερη μεταξύ των δύο κομματιών της χώρας. Στον βορρά (ας ονομάσουμε έτσι το έδαφος που αποτελεί μέρος της Μ. Βρετανίας) το νόμισμα είναι η λίρα. Στο νότο, το ευρώ. Πάνω έχουν μίλια, κάτω χιλιόμετρα. Πάνω κυματίζει η γνωστή αγγλική σημαία, κάτω η τρίχρωμη (άσπρο-κόκκινο-πράσινο) ιρλανδική. Τι θα γίνει όμως μετά το Brexit κανείς δεν ξέρει. Αξιοσημείωτο είναι ότι σε χωριστά δημοψηφίσματα που έγιναν, φάνηκε ότι ούτε οι μεν ούτε οι δε θέλουν να ενωθούν (εξού και το ερωτηματικό του τίτλου στο κείμενό μου).
Η άρπα, έμβλημα της χώρας και της Guiness
Δουβλίνο. Η πρωτεύουσα. Οι τρεις μέρες της εκεί παραμονής μας αποδεικνύονται πολύ λίγες για να το γνωρίσουμε, να το περπατήσουμε, να το απολαύσουμε όσο θα θέλαμε. Το ποτάμι Λίφυ που το διασχίζει, τα παλιά, όμορφα κτήρια, τα καταπράσινα πάρκα, ο πεζόδρομος Γκράφτον με τα καταστήματα, τους μουσικούς του δρόμου και το χαρούμενο πλήθος που τον πλημμυρίζει, το πανεπιστήμιο, από τα πιο παλιά της Ευρώπης και προπάντων το λογοτεχνικό πνεύμα που στοιχειώνει την πόλη, δημιουργούν μια ακαταμάχητη γοητεία. Και οι μπιραρίες! Αχ, αυτές οι μπιραρίες! Το ημίφως, η παλιά, ξύλινη επένδυση και επίπλωση, τα μπουκάλια αραδιασμένα στους τοίχους… Όλα αποπνέουν μια μαγική αύρα, κάτι παλιό που ξεκινάει δεκάδες, κάποτε εκατοντάδες χρόνια πριν και φτάνει αναλλοίωτο ως σήμερα. Η ατμόσφαιρα πολλαπλασιάζει την απόλαυση της περίφημης μαύρης Guiness, της οποίας τον τρόπο παρασκευής  θα έχουμε την ευκαιρία να δούμε με  κάθε λεπτομέρεια στο τετραώροφο, εξαιρετικά ενδιαφέρον εργοστάσιό της.
Trinity College
Αναζητούμε  τη μπιραρία του μεγάλου τέκνου του Δουβλίνου, του Τζέημς Τζόυς. Αυτήν στην οποία σύχναζε και την οποία μνημείωσε στο κλασικό πια «Ulysses», τον «Οδυσσέα» του, βάζοντας τον ήρωά του, τον Λέοπολντ Μπλουμ, καθώς περιπλανιέται στο Δουβλίνο στις 16 Ιουνίου 1904 (την περίφημη Bloomsday) να σταματά εκεί για ένα σάντουιτς με γκοργκοντζόλα κι ένα ποτήρι Βουργουνδίας. Ενθουσιασμός όταν βρίσκουμε την ιστορική μπιραρία σ’ ένα πεζόδρομο, στην οδό Duke 21. Είναι η μπιραρία Davy Byrnes που λειτουργεί από το 1798! Οι σερβιτόροι, ενήμεροι για το ιστορικό και λογοτεχνικό παρελθόν του χώρου, μας υποδεικνύουν τις ωραίες τοιχογραφίες, το πορτρέτο του Τζόυς, μας εφοδιάζουν με σχετικό ενημερωτικό υλικό. Πώς να μη νιώθεις κι εσύ, ο ασήμαντος σημερινός τουρίστας, κάτι από αυτή την αύρα που εκλύουν τα πνεύματα που έζησαν κι ακόμα σου φαίνεται πως ζουν σ’ αυτό το μαγικό χώρο!

Έχει λεχθεί πως αν μια μέρα το Δουβλίνο καταστρεφόταν, θα μπορούσε να ξαναδημιουργηθεί με βάση την περιδιάβαση του ήρωα του Τζόυς! Δεν είχαμε βέβαια το χρόνο, ούτε κι όλοι τα ίδια ενδιαφέροντα, ώστε να βαδίσουμε στ’ αχνάρια του Λέπολντ Μπλουμ. Όμως το ποτάμι, ο Λίφυ, εξακολουθεί να διασχίζει την πόλη όπως και τότε, το φαρμακείο του Σουήνυ βρίσκεται στην ίδια θέση, ο καθεδρικός ναός του Αγίου Πατρικίου δεν άλλαξε, το περίφημο Trinity College συνεχίζει τη λειτουργία του από το  1592! Ακόμα κι όσοι την έχουμε ξαναδεί εντυπωσιαζόμαστε από την μεγαλύτερη αίθουσα βιβλιοθήκης (μήκους 64μ.) της Ευρώπης. Και μια κρυφή περηφάνια μας διακατέχει καθώς διαβάζουμε τα ονόματα στις προτομές που περιστοιχίζουν τις δυο μακρές πλευρές της βιβλιοθήκης: Σωκράτης, Πλάτων, Αριστοτέλης…
Η βιβλιοθήκη του Trinity College
Ο Τζόυς δεν είναι βέβαια το μοναδικό πνευματικό τέκνο της Ιρλανδίας. Δεν ξέρω αν υπάρχει σε άλλη χώρα μουσείο συγγραφέων. Στο Δουβλίνο υπάρχει. Μικρό, διώροφο, συμπαθητικό, στεγάζει τη ζωή και το έργο των ιρλανδών δημιουργών. Ο υπεύθυνος του μουσείου, πλήρως κατατοπισμένος για τη ζωή και το έργο των συγγραφέων, μας μιλά για ώρα πολλή, απαντώντας και στις πιο περίεργες απορίες μας. Με δικαιολογημένη περηφάνια αναφέρει τα τέσσερα ιρλανδικά Νόμπελ λογοτεχνίας (Yeats, Bernard Shaw, Samuel Beckett, Seamus Heaney), και μας κάνει μια σύντομη σκιαγράφηση της λογοτεχνικής ιστορίας της χώρας. Μοναδική εμπειρία.
Στο μουσείο των συγγραφέων
Μ’ έναν απίθανα δροσερό καιρό (ενώ η Κύπρος φλέγεται στο ιουλιανό καμίνι των 40ο), διασχίζουμε την καταπράσινη ιρλανδική ύπαιθρο. Διανυκτερεύουμε στο Λίμερικ, μια όμορφη, μικρή, συμπαθητική πολιτεία στα νοτιοδυτικά, στις όχθες του ποταμού Σάννον, πατρίδα του Φρανκ ΜαΚώρτ, που με τόση αγάπη απαθανάτισε στα μυθιστορήματά του τη ζωή και τη φτώχια της Ιρλανδίας. Συνεχίζουμε για το Γκαλγουέη, μια γοητευτική φοιτητούπολη πάνω στον Ατλαντικό, με τον ποταμό Κόριπ να τη διασχίζει αυξάνοντας τη γοητεία της και από εκεί ανηφορίζουμε για το Μπέλφαστ.
Όσκαρ Ουάιλντ
Είναι εντυπωσιακό πώς οι Ιρλανδοί (κι όχι μόνο αυτοί βέβαια) αξιοποιούν τουριστικά (και οικονομικά!) το φυσικό περιβάλλον. Προβάλλουν και διαφημίζουν μια σειρά από απότομα βράχια στη δυτική ακτή, που καταλαμβάνουν μια έκταση οχτώ χιλιομέτρων κατά μήκος του Ατλαντικού. Είναι οι περίφημοι βράχοι Moher για τους οποίους βέβαια ο επισκέπτης πληρώνει είσοδο. Είναι ένα εξαιρετικό θέαμα και φημισμένος βιότοπος, για όποιον αντέχει να ανηφορίσει μερικά… χιλιόμετρα για να θαυμάσει τη θέα τους. Και ασφαλώς καφετέριες και καταστήματα τουριστικών ειδών είναι απαραίτητο συμπλήρωμα του χώρου.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με το περίφημο Giants Causeway (Το μονοπάτι του γίγαντα), όπου γυρίζεται η σειρά Game of Thrones, στο βόρειο άκρο της Ιρλανδίας, απέναντι από τη Σκωτία. Είναι ένα πολύ πρωτότυπο, γεωλογικό φαινόμενο, κάπου 40.000 πολυγωνικές στήλες σε παράξενους συνδυασμούς, δημιουργημένο λόγω ηφαιστειακής δραστηριότητας πριν από 50 ή 60 3κατομμύρια χρόνια. Φυσικό ήταν να το περιβάλουν μύθοι και θρύλοι.
Queen's University, Μπέλφαστ
Στο "μονοπάτι του γίγαντα"
Ομολογώ ότι τα πολυδιαφημισμένα αυτά αξιοθέατα της Ιρλανδίας δεν μου προκάλεσαν ιδιαίτερη εντύπωση, αν και η τουριστική μου συνείδηση μου επέβαλλε να μην τα παραλείψω. Τουριστικό αξιοθέατο είναι και το περίφημο μουσείο του Τιτανικού στο Μπέλφαστ, που άνοιξε τις πύλες του το 2012, στην εκατοστή επέτειο της βύθισης του θρυλικού πλοίου, αλλά αυτό δεν πρέπει να το παραλείψει κανείς. Είναι ένα εξαιρετικό τεχνολογικό επίτευγμα.
Από του μουσείο Τιτανικού. Η περίφημη σκάλα
 
Ως γνωστό, εδώ στα ναυπηγεία του Μπέλφαστ κατασκευάστηκε το μυθικό πλοίο. Μυθικό για την εποχή του, αλλά και μυθικό κυρίως για το τραγικό του τέλος (βεβαίως όχι λίγο συνετέλεσε στη μυθοποίησή του στην εποχή μας και η γνωστή ταινία του James Cameron). Σ’ ένα πρωτότυπο κτήριο, που οι πλευρές του θυμίζουν πλευρές πλοίου, σε έξι επίπεδα, οι επισκέπτες μπορούν με τη βοήθεια των σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, να παρακολουθήσουν το πλοίο από τη στιγμή τα δημιουργίας του ως τη στιγμή του μοιραίου τέλους.
Ωραίοι στίχοι του Tomas Hardy
Η επίσκεψη ενός τουλάχιστον κάστρου επιβάλλεται. Εδώ το κάστρο Burantti
Βεβαίως στην αυλή του Κάστρου μόνο ανάλογα ντυμένοι στρατιώτες μπορούν να περιπολούν!
Η τραπεζαρία του Κάστρου έτοιμη να μας δεχτεί για ένα μεσαιωνικό δείπνο...
...η σερβιτόρα να περιποιηθεί τους ευγενείς...
... και η  ωραία με την άρπα της να μας διασκεδάσει.
Φορτωμένοι εικόνες, εντυπώσεις, εμπειρίες, γνώσεις, σκέψεις, αποχαιρετούμε την Ιρλανδία και με χαρά ξαναγυρίζουμε στην αγαπημένη βραχονησίδα μας. Κάποτε σκέφτομαι μήπως ένα μεγάλο μέρος της  ταξιδιωτικής απόλαυσης βρίσκεται σ’ αυτή τη χαρά της επανόδου. Μήπως είχε δίκαιο ο Καζαντζάκης που φαντάστηκε τον Οδυσσέα, αφού εξόντωσε τους μνηστήρες, να ξαναφεύγει και πάλι για να ‘χει ξανά τη χαρά του νόστου…



Κυριακή, Ιουλίου 02, 2017

Ο Έλληνας γιατρός

Καρολίνα Μέρμηγκα
Ο Έλληνας γιατρός
Μελάνι, 2016
"Το παρελθόν δεν υπάρχει. Το παρελθόν είναι αυτό που θέλει το παρόν. Η ιστορία δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο η ματιά πάνω σ' αυτήν, ο τρόπος μας να την κοιτάμε και να την ερμηνεύουμε".
Πάνε  μέρες που τέλειωσα τον "Έλληνα γιατρό" (με θλίψη, μπορώ να πω, θα 'θελα να συνεχιζόταν ακόμα) κι όμως διστάζω ν' αρχίσω να γράφω. Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για ένα τέτοιο έργο χωρίς να το προδώσεις. Κι όμως πρέπει. Αν όχι για τους άλλους, για τον εαυτό μου τουλάχιστον, για να θυμάμαι, όσο μπορούμε να θυμόμαστε, όταν τα χρόνια περάσουν.
Τι είναι λοιπόν "Ο Έλληνας γιατρός" που με ενθουσίασε; Βιογραφία; Ιστορικό μυθιστόρημα; Μυθιστορηματική βιογραφία; Τίποτα από αυτά και όλα αυτά μαζί. Είναι η ζωή ενός ανθρώπου, ενός Έλληνα γιατρού που γεννήθηκε το 1874 σ΄ ένα χωριό της Μάνης και πέθανε στην Αθήνα το 1941. Είναι ταυτόχρονα η ιστορία της Ελλάδας όλων αυτών των χρόνων. Η ταραγμένη ιστορία. Η γεμάτη πολέμους, ήττες, νίκες, καταστροφές και μεγαλείο. Γνωστά τα γεγονότα από την Ιστορία, από πλήθος άλλα κείμενα και ιστορικά μυθιστορήματα. Κι όμως να που υπάρχει τρόπος να τα δούμε, ή μάλλον να τα ζήσουμε ξανά, μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα. Ο λόγος, πιστεύω, είναι γιατί μας δίνονται μέσα από την προσωπική ματιά και εμπλοκή του κεντρικού ήρωα.
Ο γιατρός Κωνσταντίνος Μ. (έτσι μας δίνεται σε όλο το βιβλίο) γίνεται στρατιωτικός γιατρός, μετεκπαιδεύεται στη Γερμανία, την οποία πολύ αγάπησε, υφηγητής, καθηγητής πανεπιστημίου, χρηματίζει για ένα διάστημα βουλευτής του Βενιζέλου, Δήμαρχος στην Κατοχική Αθήνα, πράγμα για το οποίο επικρίθηκε, αλλά που ο ίδιος δήλωνε ότι το έκανε για να βοηθήσει όσο μπορούσε την κατακτημένη πόλη.
Χαρακτήρας κλειστός, αυστηρός, ορθολογιστής, παντρεύεται σ' ένα συμβατικό γάμο τη Μίτσα, αν και ερωτευμένος με την παντρεμένη Μαργαρίτα. Πρωτοπόρος στον τομέα της ιατρικής, αλλά και ανθρωπιστής, με αγάπη για τη λογοτεχνία. Μεταφράζει Φάουστ, αλλά δεν λείπει από τα πεδία των μαχών. Και δεν έγιναν και λίγες στη διάρκεια της ζωής του: Πόλεμος του 1897, Βαλκανικοί, ο φοβερός διχασμός Βενιζέλου-βασιλιά Κωνσταντίνου, Μικρασιατική εκστρατεία και Καταστροφή, Γερμανική Κατοχή. Πόσα αξιοσημείωτα γεγονότα! Οι πρώτοι Ολυμπιακοί αγώνες στην Αθήνα, το ανάθεμα κατά του Βενιζέλου, δολοφονίες, της αυτοκράτειρας Ελισάβετ (Σίσσυ), του βασιλιά Γεωργίου, του Δηλιγιάννη, του Δραγούμη, η απόπειρα κατά του Βενιζέλου, η δραματική περιγραφή της εκτέλεσης των έξι, πόσο πυκνή ύλη ιστορίας...
Το μεγάλο επίτευγμα της συγγραφέως (εγγονής του γιατρού) είναι, πιστεύω, η εύστοχη πρόσμειξη και η διασταύρωση της προσωπικής ζωής με τη δημόσια. Συναντάμε τον γιατρό στον πόλεμο, στα χειρουργεία στα πεδία των μαχών, αλλά τον βρίσκουμε και στα σαλόνια της αστικής Αθήνας σε συζητήσεις πολιτικές, φιλοσοφικές ή περί Τέχνης. Συνομιλεί με τον Παλαμά, την Πηνελόπη Δέλτα, είναι γιατρός του βασιλιά Κωνσταντίνου και αργότερα του νεαρού, αδικοχαμένου βασιλιά Αλέξανδρου (πέθανε, ως γνωστό, από δάγκωμα πιθήκου) στις τελευταίες στιγμές του οποίου παρίσταται, χωρίς εντούτοις να γίνει δεχτή η εισήγησή του περί ακρωτηριασμού. Τραγική ειρωνεία! Ο γιατρός πέθανε το 1941 από σηψαιμία (όπως και ο Αλέξανδρος), λόγω ενός επιπόλαιου τραυματισμού, ενώ προσπαθούσε να επιβιβαστεί στο τραμ!
Σπάνια συναντάμε τόσο επιτυχημένο συνδυασμό της ιστορικής πραγματικότητας, την οποία επιβεβαιώνουν οι πλούσιες υποσημειώσεις και οι ακριβείς χρονολογίες, με την τόσο ενδιαφέρουσα λογοτεχνική αφήγηση, με τους διαλόγους, με την απόδοση των ενδιάθετων σκέψεων των προσώπων. Δεν έχει σημασία αν ο γιατρός σκέφτηκε ή ένιωσε έτσι ούτε αν στη συνάντηση με την Πηνελόπη Δέλτα είπαν ακριβώς αυτά. Σημασία έχει ότι αυτά, εναρμονισμένα με το ήθος των προσώπων και την ιστορική πραγματικότητα, θα μπορούσαν πράγματι να είχαν συμβεί.
Γράφει η συγγραφέας στον σύντομο, εξαιρετικό επίλογο του βιβλίου: "Το παρελθόν δεν υπάρχει, κι αυτό ισχύει για την ιστορία των ανθρώπων και για τις ιστορίες των ανθρώπων. Δεν μπορούμε να ξέρουμε τις ζωές των άλλων-"βιογραφία" είναι ένας άλλος τρόπος να τις επινοούμε. Ακούμπησα ονόματα, ακούμπησα ζωές, γιατί εκμεταλλεύτηκα τα "απερίγραπτα δικαιώματα επί της τέχνης". Γι' αυτό παρακαλώ τον αγαπητό αναγνώστη να μην ξεχάσει ούτε λεπτό ότι αυτό που κράτησε στα χέρια του είναι, μόνο, ένα μυθιστόρημα".

Τετάρτη, Ιουνίου 21, 2017

Τα 11α μου γενέθλια

Ήταν 21 Ιουνίου του 2006, όταν δημιούργησα αυτό το blog. Δεν ήξερα (και δεν πίστευα) ότι θα κρατούσε τόσα χρόνια. Το κράτησε όμως η αγάπη μου για το διάβασμα που δεν με εγκατέλειψε ποτέ, το διατήρησε στη ζωή το ενδιαφέρον με το οποίο το αγκάλιασαν πλήθος επισκέπτες, το πλούτισε η γνωριμία και η επικοινωνία με άλλους bloggers.
Από τότε ως σήμερα πολλά άλλα blogs γεννήθηκαν και πέθαναν, πολλοί άλλοι bloggers αραίωσαν ή διέκοψαν τη λειτουργία των blog τους. Η anagnostria, μαζί με κάποιους άλλους πιστούς, συνεχίζουμε να "ρίχνουμε μποτίλιες στο πέλαγος" της ανάγνωσης. Το διάβασμα, η αναζήτηση της καλής λογοτεχνίας, η ανταλλαγή απόψεων σε λογοτεχνικά θέματα, εξακολουθεί να είναι "μονάχη έγνοια μου".
Χρόνια πολλά και στον γνωστό-άγνωστο Πατριάρχη Φώτιο, που εγκαινίασε το Βιβλιοκαφέ του την ίδια μέρα που εγώ "γέννησα" την anagnostria. Εύχομαι να συνεχίσει να μας κερνάει τους μυρωδάτους καφέδες του για πολλά πολλά ακόμα χρόνια.



Παρασκευή, Ιουνίου 09, 2017

Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας

Έλενα Ακρίτα
Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας
Διόπτρα, 2017
(ebook)
Αν κάποιος θέλει να περάσει ένα ευχάριστο, ξεκούραστο, δροσερό και ενδιαφέρον αναγνωστικό Σαββατοκύριακο, ας προσπαθήσει να ανακαλύψει "Το μυστικό της μπλε πολυκατοικίας", διαβάζοντας το τελευταίο μυθιστόρημα της Έλενας Ακρίτα. Αστυνομικό και όχι μόνο. 
"Τα σερβίτσια είναι Rosenthal. Τα μαχαιροπίρουνα Christofle. Τα ποτήρια από κρύσταλλο Βοημίας. Ένα απαλό αεράκι ανασηκώνει ελαφρά τις άκρες απ' τα ιβουάρ τραπεζομάντιλα". Η εισαγωγική πρόταση του μυθιστορήματος μας βάζει κατευθείαν στον κόσμο της υψηλής αριστοκρατίας. Στην πανέμορφη, παλιά, κτίσμα του 1906, επιβλητική έπαυλη στην Κηφισιά, το ζεύγος Σκιαδά γιόρταζε τα 42 χρόνια του γάμου του. Εκείνη είναι η Ρεγγίνα Σκιαδά, το γένος Θεοτόκη, γόνος παλιάς αριστοκρατικής οικογένειας Κερκυραίων. Με τίτλους αλλά χωρίς λεφτά. Εκείνος είναι ο πολιτικός Αντώνης Σκιαδάς, που έβαλε στόχο την προεδρία της Δημοκρατίας. Χωρίς τίτλους, αλλά με λεφτά από τη σαπωνοποιία του πατέρα του. Και μέσα σ' αυτή τη λαμπερή, χλιδάτη, εορταστική ατμόσφαιρα, μια σφαίρα αφήνει νεκρή την κόρη του ζεύγους.
Η δημοσιογράφος Ελσινόρη, γνωστή και από το πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα της Ακρίτα (Φόνος 5 αστέρων), παρούσα στη βραδιά της γιορτής, θα βρεθεί μπλεγμένη στην υπόθεση, μια και της είχε ανατεθεί από την εφημερίδα της να γράψει για τον πολιτικό Σκιαδά. Η Ελσινόρη ζει τώρα στην περίφημη (γιατί εδώ έζησαν πασίγνωστα ονόματα της ελληνικής τέχνης και διανόησης) Μπλε Πολυκατοικία στα Εξάρχεια, μαζί με τον σύντροφό της, τον  Αντρέα.
Πολλά είναι τα πρόσωπα που θα αναμιχθούν στην υπόθεση. Εκτός από την οικογένεια Σκιαδά, είναι η Γιόλο, ένα μυστηριώδες μαυροντυμένο κορίτσι, είναι η Κλειώ, επικοινωνιολόγος του Σκιαδά, ο Ντίλαν συγκάτοικος στην Μπλε Πολυκατοικία, η Άννα, μια γυναίκα επίσης στην ίδια πολυκατοικία που υποφέρει από τη βίαιη συμπεριφορά του άντρα της, αλλά ακόμα και πρόσωπα του παρελθόντος, μια και η διρεύνηση του φόνου πάει πολύ πίσω, φτάνοντας ως τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.
Μ' αρέσει αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε "Αθηναϊκό αστυνομικό μυθιστόρημαο", όπως αυτά του Πέτρου Μάρκαρη. Τα γεγονότα έτσι όπως διαδραματίζονται στο οικείο σε όλους μας αθηναϊκό τοπίο, γίνονται πιο αληθοφανή. Τα Εξάρχεια, η Θεμιστοκλέους, η Ακαδημίας, η Ομήρου, το βιβλιοπωλείο "Πολιτεία", η Κηφισιά, το Κολωνάκι, η Εθνική Πινακοθήκη κ.ά. είναι χώροι στους οποίους κινούνται τα πρόσωπα του έργου.
Η αναφορά σε βιβλία, μουσικές, έργα Τέχνης, κινηματογραφικά έργα (αχ, αυτή η "Καζαμπλάνκα"), ανεβάζουν τη λογοτεχνική αξία του έργου. Και ασφαλώς απολαμβάνουμε και το γνωστό σατιρικό στυλ της Ακρίτα, που  δεν την εγκαταλείπει ούτε και στα αστυνομικά της μυθιστορήματα.
Σύγχρονο μυθιστόρημα, φυσικό είναι να βρίθει στοιχείων της σύγχρονης τεχνολογίας: Λάπτοπ, κάρτα μνήμης, SIM, facebook, tuitter, tuit, google, smartphone, μέιλ κ.λπ. αφθονούν στο μυθιστόρημα. Πολύ φυσικοί και οικείοι όροι στους χρήστες του διαδικτύου, ίσως μικρά εμπόδια για την πλήρη αναγνωστική απόλαυση από τους τεχνολογικά αναλφάβητους. (Στην Ελλάδα μόνο 60% περίπου είναι χρήστες διαδικτύου και στην Κύπρο 65%. Όχι και σπουδαίες επιδόσεις).
Μαθαίνουμε τον δολοφόνο κάπου τριάντα σελίδες πριν το τέλος. Αλλά στις τελευταίες γραμμές μια αιφνίδια ανατροπή μας δημιουργεί την εύλογη υποψία ότι η "Μπλε πολυκατοικία" θα έχει συνέχεια.

Τετάρτη, Μαΐου 31, 2017

Λίγες και μια νύχτες

Ισίδωρος Ζουργός
Λίγες και μια νύχτες
Πατάκης, 2017
(ebook)
Ιστορία μιας ζωής, ιστορία μιας πόλης και ιστορία του 20ου αι. θα μπορούσε συνοπτικά  να χαρακτηριστεί το καινούριο βιβλίο του Ισίδωρου Ζουργού. Πόλη η Θεσσαλονίκη και σε μικρότερο βαθμό  ο Πειραιάς, η Οδησσός, η Μασσαλία, η Αμβέρσα, οι χώροι όπου κινείται ο ήρωάς του, ο Λευτέρης Ζεύγος ή Ευγένιος Ζιρντό.
Για  άλλη μια φορά ο γνωστός συγγραφέας μας ταξιδεύει στο παρελθόν, αρκετά πιο κοντά μας από τον αιώνα στον οποίο έζησε ο Ματίας Αλμοσίνο. Βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αι., συγκεκριμένα στο 1909, όταν ο έκπτωτος σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ εγκαθίσταται σε μια έπαυλη στη Θεσσαλονίκη, την έπαυλη Αλλατίνι, στη συνοικία των Εξοχών, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η λεωφόρος Βασιλίσσης Όλγας. Ήταν μια συνοικία με ωραίες επαύλεις που αντίκρυζαν τη θάλασσα, με εύπορους κατοίκους, κατά το πλείστον Εβραίους. Ανάμεσά τους και ο Αλπερέν Μπέης, σύμβουλος του σουλτάνου, εμφανιζόμενος ως μουσουλμάνος αλλά με εβραϊκές ρίζες.
Η νεαρή κόρη του Αλπερέν, η Μιρζά, επισκέπτεται τα βράδια τον σουλτάνο και ακούει τις αφηγήσεις του, σε μια αντιστροφή, θα λέγαμε, του ρόλου της Σεχραζάτ. Ο εντεκάχρονος γιος του κηπουρού της έπαυλης, ο Λευτέρης Ζεύγος, που κρυφακούει  τις βραδινές αφηγήσεις, ερωτεύεται τη νεαρή κόρη του Αλπερέν, τη Μιρζά. Είναι απ' εκείνους τους έρωτες που όσες γυναίκες κι αν γνωρίσει (και θα γνωρίσει πολλές) θα στοιχειώνει  ως το τέλος τη ζωή του.
Ο μικρός Λευτέηρης μεγαλώνει, η Μιρζά ανταποκρίνεται στον έρωτά του, αλλά ο πατέρας της και η ζωή θα τους χωρίσει για δεκαετίες ωσότου ξανασυναντηθούν. Η ζωή του Λευτέρη θα ακολουθήσει τις ιστορικές περιπέτειες του αιώνα. Τον διχασμό Βασιλιά-Βενιζέλου, την επιστράτευση, την αποστολή στην Ουκρανία στο πλάι του Λευκού στρατού, την αυτομόληση, τη φυγή μέσα από τη χιονισμένη στέπα, την άφιξη, με άλλο όνομα πια, στη Μασσαλία. Ο Λευτέρης λέγεται τώρα Ευγένιος Ζιρντό. Με τις κατάλληλες γνωριμίες, με τη βοήθεια της τύχης, των συμπτώσεων, των  ικανοτήτων του και των Γαλλικών που είχε μάθει από τη Γαλλίδα μητέρα του, θα γίνει ένας πλούσιος τυχοδιώκτης. Η ζωή και η δράση του τις επόμενες έξι περίπου δεκαετίες του 20ου αι. διεξάγεται αναπόφευκτα στο αντίστοιχο ιστορικό περιβάλλον, δίνοντας αφορμή στον συγγραφέα να αναφερθεί στα σχετικά ιστορικά γεγονότα. Από τον ελληνικό διχασμό στη Ρωσική Επανάσταση, από τη Μικρασιατική Καταστροφή και την προσφυγιά στον Πειραιά στον Μεταξά, τον Χίτλερ και το Άουσβιτς, στο διωγμό των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, στα Σεπτεμβριανά του '55 στην Κωνσταντινούπολη και πλήθος άλλα. Από τη μεγάλη πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης του 1917 ως το γκρέμισμα των ωραίων σπιτιών και την αντιπαροχή παρακολουθούμε τη σταδιακή μεταμόρφωση της Θεσσαλονίκης.
Ένα ωραίο, πρωτότυπο εύρημα του συγγραφέα είναι τα κεφάλαια που τιτλοφορεί "Στάσιμα". Σ' αυτά μαθαίνουμε ότι αυτό που διαβάζουμε είναι η μυθιστορηματική εκδοχή της πραγματικής ζωής του Ζιρντό. Γέρος πια και μισότυφλος, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου προσλαμβάνει ως αναγνώστη τον νεαρό Ορέστη. Του αφηγήθηκε τη ζωή του κι εκείνος τη μετουσίωσε σε μυθιστόρημα που τώρα, στη "μια" νύχτα του τίτλου, του διαβάζει. Είναι ένα πολύ ωραίο εύρημα. Όχι μόνο γιατί προσδίνει αληθοφάνεια στο μυθιστόρημα, αφού αυτό που διαβάζουμε, μας λέει, είναι η εξιστόρηση της ζωής ενός υπαρκτού προσώπου, αλλά και γιατί δίνεται η ευκαιρία στους διαλόγους Ζιρντό-Ορέστη να θιγούν θέματα λογοτεχνίας. "Δεν έγιναν έτσι τα πράγματα", σχολιάζει συχνά ο Ζιρντό, ή, "δεν απέδωσες σωστά τη ζωή μου". Και ο Ορέστης να απαντά: "Αυτός που θα μείνει στη μνήμη των επόμενων γενεών θα είναι ο φτιαγμένος από λέξεις και όχι από σάρκα". Το επιβεβαιώνει στην πράξη ο Ζουργός εμφανίζοντας τον Γιούγκερμαν του Καραγάτση ως ένα υπαρκτό πρόσωπο που μπαίνει στη ζωή του Ζιρντό, που συνεταιρεύει μάλιστα μαζί του σε μια κλωστοϋφαντουργία.
Το "Λϊγες και μια νύχτες" είναι ένα πολυσέλιδο, πολυπρόσωπο βιβλίο που μέσα από την ιστορία μιας πολυκύμαντης ζωής καταγράφει λογοτεχνικά την ιστορία του μεγαλύτερου μέρους του 20ου αι. Η Θεσσαλονίκη ως χώρος, με την ιστορία και τις μεταμορφώσεις της, που υπήρξε προσφιλής λογοτεχνικός χώρος για πολλούς λογοτέχνες (θυμάμαι για παράδειγμα τα εξαίσια διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου) δεν παύει να εμπνέει τους συγγραφείς και να γοητεύει τους αναγνώστες.

Τετάρτη, Μαΐου 17, 2017

Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν

Έλενα Φερράντε
Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν
[Η Τετραλογία της Νάπολης, βιβλίο τρίτο]
Μετ. Δήμητρα Δούση
Πατάκης, 2017
"Βλέποντας τη Νάπολη με τη ματιά της Φερράντε, τη βλέπεις σαν ένας ντόπιος", γράφει στους NewYorkTimes η Ann Mah, δημοσιογράφος γνωστή για τα ταξιδιωτικά της κείμενα. Συμπληρώνει η ίδια: "Σε μια επίσκεψή μου τον Σεπτέμβρη η σειρά των βιβλίων (της Φερράντε) με οδήγησαν μακριά από τους συνήθεις τουριστικούς χώρους και με βοήθησαν να εξηγήσω την κοινωνική, οικονομική και γεωγραφική κατάσταση της πόλης". Συνεχίζει λέγοντας πως περπάτησε την πόλη όχι κρατώντας έναν τουριστικό οδηγό ή χάρτη αλλά την "Τετραλογία" της Φερράντε: Η υπέροχη φίλη μου, Το νέο όνομα, Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν, Το παιδί που εξαφανίστηκε (το τελευταίο δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει στα Ελληνικά). Για παράδειγμα, η Rione Luzzatti είναι η εργατική φτωχογειτονιά όπου μεγάλωσαν η Λίλα και η Έλενα, στη Piazza Municipio είναι το θυρωρείο όπου εργαζόταν ο πατέρας της Έλενας, αυτό το ογκώδες κτήριο είναι το Λύκειο που τέλειωσε η Έλενα, η Piazza dei Martiri είναι η κομψή πλατεία όπου επιστρέφουν ξανά και ξανά οι ήρωες του βιβλίου. Εδώ είναι και το βιβλιοπωλείο Feltrinelli, όπου η Έλενα παρουσιάζει το βιβλίο της, αυτός είναι ο αριστοκρατικός δρόμος Chiaia, εδώ είναι η οδός Vittorio Emmanuele, όπου βρισκόταν το σπίτι της καθηγήτριάς της και η Έλενα για πρώτη φορά έρχεται σε επαφή με μια άλλη κοινωνική τάξη, εδώ στην οδό Rettifilo η Λίνα αγόρασε το νυφικό της κ.λπ. κ.λπ.
Μόλις τέλειωσα το τρίτο από τα τέσσερα βιβλία της Φερράντε, με το αναγνωστικό ενδιαφέρον να ακολουθεί ανιούσα πορεία. Ίσως γιατί τώρα περιορίστηκαν τα πρόσωπα. Δεν έπαψαν βέβαια να υπάρχουν όλοι οι χαρακτήρες που γνωρίσαμε στα δυο προηγούμενα βιβλία της σειράς, τώρα όμως το αφηγηματικό φως καταυγάζει περισσότερο τις δυο φίλες, τις οικογένειές τους, τους συντρόφους τους και λιγότερο τον υπόλοιπο περίγυρο.
Οι δυο φίλες, η Λίλα και η Έλενα μεγαλώνουν. Γεννημένες το 1944, τις συναντάμε τώρα κάπου στα τριάντα τους, τη δεκαετία του '70. Η Λίλα, που παρά τις πνευματικές και άλλες ικανότητές της σταματά τη μόρφωσή της με την αποφοίτησή της από το δημοτικό, παντρεμένη στα 16 της, έχει ένα γιο, έχει χωρίσει από τον άντρα της, τον Στέφανο, και μετά από μια σύντομη συμβίωση με τον Νίνο, τον παλιό, κρυφό έρωτα της Έλενας, ζει τώρα με το παιδί της και τον Έντσο. Κι ενώ για την επιβίωσή της αγωνίζεται κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες εργάτρια σ' ένα εργοστάσιο αλλαντικών, θα έρθει σε επαφή και θα εργοδοτηθεί στους πρωτόγονους υπολογιστές, μια άγνωστη για τον κόσμο έννοια, που τώρα αρχίζουν να  κάνουν την εμφάνισή τους.
Η Έλενα, αν και δεν φαινόταν τόσο χαρισματική όσο η Λίλα, είχε ακολουθήσει μια πιο επιτυχημένη πορεία. Σπούδασε στην Πίζα, γνώρισε και παντρεύτηκε τον Πιέτρο Αϊρότα, από καλή οικογένεια, καθηγητή πανεπιστημίου, έγραψε ένα πολύ επιτυχημένο βιβλίο, αγωνίζεται να γράψει ένα δεύτερο, ενώ έχει αποκτήσει και δυο κόρες.
Οι σχέσεις των προσώπων και η πορεία τους στη ζωή δεν συμβαίνουν ασφαλώς στο κενό. Η πολιτική κατάσταση στην Ιταλία, η σύγκρουση κομμουνισμού-φασισμού, η διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων, η απελευθέρωση της  γυναίκας, αποτελούν το πολιτικο- κοινωνικό-οικονομικό φόντο της ιστορίας. Όχι βέβαια με διακηρύξεις και μακροσκελείς περιγραφές, αλλά με γεγονότα ενταγμένα φυσιολογικά στη δράση των προσώπων.
Πολλοί προσπαθούν να εντοπίσουν ποια ή ποιος κρύβεται κάτω από το ψευδώνυμο Έλενα Φερράντε, μια και τίποτα δεν είναι γνωστό για τη συγγραφέα της "Τετραλογίας της Νάπολης". Νομίζω δεν έχει καμιά σημασία. Σημασία έχει ότι πρόκειται για ένα ελκυστικό βιβλίο, ένα βιβλίο που εκπέμπει  μεγάλη αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, που αναπαριστά με πειστικότητα αλλά χωρίς μακροσκελείς, ανιαρές περιγραφές του χώρου και του χρόνου. Όλα προβάλλουν με φυσικότητα μέσα από τον άνθρωπο και τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Εν τέλει, ένα βιβλίο που αξίζει, πιστεύω, τις επαινετικές κριτικές που δέχτηκε παγκοσμίως.

Τρίτη, Μαΐου 09, 2017

Το άλλο Κρυφό Σχολειό



Τάκη Γεωργίου, Το Άλλο Κρυφό Σχολειό
[Θεσμός του Σχολείου των Κρυφών Μηνυμάτων]
Κ.Μ Ζαχαράκης, 2017

Είναι πολύ πρόσφατη η διαμάχη, οι διαφωνίες, οι συζητήσεις, γύρω από το θέμα «Κρυφό σχολειό». Με πάθος αμφισβητήθηκε η ύπαρξη και λειτουργία του κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, με το ίδιο πάθος υποστηρίχθηκε. Ο γιατρός και συγγραφέας Τάκης Γεωργίου έρχεται με το καινούριο βιβλίο του να δώσει μια άλλη διάσταση, μια διαφορετική ερμηνεία του όρου «Κρυφό Σχολειό».
Αφού παραθέσει τα στοιχεία που συνέβαλαν στην ενίσχυση της άποψης για την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού, όπως είναι το γνωστό παιδικό τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό…»,  το ποίημα του Ιωάννη Πολέμη «Απ’ έξω μαυροφόρα απελπισιά…» και πολύ περισσότερο ο πίνακας του Νικολάου Γύζη, με τον ιερέα να διδάσκει τα συγκεντρωμένα γύρω του παιδιά στο ημίφως της εκκλησιάς, ο Γεωργίου δεν εστιάζει στην αντιπαράθεση της ύπαρξης ή μη του Κρυφού Σχολειού. Δίνει ένα διαφορετικό νόημα στον όρο «Κρυφό Σχολειό», υποστηρίζοντας την διαμέσου των αιώνων λειτουργία του «Θεσμού του σχολείου των κρυφών μηνυμάτων». Όπως ο ίδιος γράφει, «με τον όρο «Το άλλο Κρυφό Σχολειό» καθορίζεται ο «Θεσμός του Σχολειού των Κρυφών Μηνυμάτων». Πρόκειται για τον διαχρονικό θεσμό ή καλύτερα για τον κανόνα συλλογικής συμπεριφοράς και δράσης, που συντηρούσε τη μεγαλειώδη ιστορική μνήμη της αρχαίας ελληνικής σοφίας και την προσδοκία της ελευθερίας».
Στο ευσύνοπτο, πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του, με παράθεση και παραπομπή σε πλείστες ιστορικές πηγές, διατρέχει αιώνες ελληνικής Ιστορίας εντοπίζοντας τα γεγονότα, τους θεσμούς, τα πρόσωπα, διαμέσου των οποίων διατηρήθηκαν η γλώσσα, η εθνική συνείδηση, η γνώση του ιστορικού μεγαλείου του Γένους και η προσδοκία της ελευθερίας.
Ξεκινά από τις διώξεις των εθνικών κατά τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, δηλαδή την καταστροφή οτιδήποτε ελληνικού ως ταυτόσημου με την ειδωλολατρία, το σπάσιμο των αγαλμάτων, το κλείσιμο της Πλατωνικής Ακαδημίας, τον τερματισμό των Ολυμπιακών Αγώνων, τις διώξεις των φιλοσόφων (με πιο χαρακτηριστική τη δολοφονία της φιλοσόφου και μαθηματικού Υπατίας). Προχωρεί στην Τουρκοκρατία με όλη τη γνωστή καταπίεση και καταδυνάστευση του ελληνικού πνεύματος και φτάνει ως τις μέρες μας με το κλείσιμο των σχολείων κατά τη διάρκεια του Ενωτικού Αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959) και καταλήγει με τη δεύτερη, όπως την ονομάζει, Τουρκοκρατία και την καταπίεση των σχολείων στην Καρπασία.
Μέσα σε όλες αυτές τις ιστορικές περιόδους λειτούργησε, κατά τον συγγραφέα, «Το άλλο Κρυφό Σχολειό», ο «Θεσμός του Σχολείου των Κρυφών Μηνυμάτων». Άλλοτε με τους εθνικούς δασκάλους όπως ήταν ο Λιβάνιος (314-393 μ.Χ.), άλλοτε με τους κρυπτοεθνικούς λογίους του Βυζαντίου όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Πατριάρχης Φώτιος (810-893) και άλλοι, διασώθηκαν τα κλασικά κείμενα, η ελληνική γλώσσα και προπαντός η ελληνική εθνική συνείδηση.
Επιπλέον, τα ήθη και τα έθιμα, η λογοτεχνία στο Βυζάντιο, ποίηση, μυθιστόρημα, χρονογραφία, μεγάλοι δάσκαλοι του Άλλου Κρυφού σχολειού (ο Γεώργιος Πλήθων-Γεμιστός, ο Βησσαρίων, ο τελευταίος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος), τα πάμπολλα επαναστατικά κινήματα επί Τουρκοκρατίας, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, τα δημοτικά τραγούδια, τα κλέφτικα, οι Προφητείες και πολλά άλλα μέσα συνέβαλαν στη συνέχεια του ελληνισμού. Αξιοσημείωτο το κεφάλαιο στο οποίο δίνει παραδείγματα ακόμα και γονιδιακής συνέχειας.
Το βιβλίο κλείνει με αναφορά στο «Άλλο Κρυφό Σχολειό», αυτό της Αγίας Τριάδας και στη δασκάλα Ελένη Φωκά. Σχέδια των παιδιών και κείμενά τους, δείγματα των οποίων παραθέτει στο τέλος του βιβλίου, στοιχειοθετούν την ύπαρξη του Κρυφού Σχολειού.
Το βιβλίο του Τάκη Γεωργίου, αν και στηριγμένο στη μελέτη και γνώση των πηγών, δεν αποφεύγει τις προσωπικές απόψεις. Συχνά, ενίοτε και με χιούμορ, παραλληλίζει τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα με σύγχρονες καταστάσεις, αναφέροντας και προσωπικές εμπειρίες. 
Ασφαλώς, όπως κάθε προσωπική άποψη έτσι και οι απόψεις του συγγραφέα είναι πιθανόν να προκαλέσουν προβληματισμό, να γίνουν αφορμή για συζήτηση ή ακόμα και να αμφισβητηθούν. Κανένας όμως δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για το Έθνος, την αισιοδοξία και την πίστη του στη συνέχεια του Ελληνισμού.







Τετάρτη, Απριλίου 26, 2017

Υπηρέτριες Ένα όνειρο, δυο χρώματα

Κάθριν Στόκετ
Υπηρέτριες Ένα όνειρο, δυο χρώματα
Μίνωας, 2010
Μετ. Αναστασία Δεληγιάννη
(ebook)
[Τίτλος πρωτοτύπου: The help, 2009]
Μετά από το σκληρό, "ανδρικό" μυθιστόρημα "Λίγη ζωή", νομίζω ήταν ό,τι έπρεπε για διάβασμα το "γυνακείο", τρυφερό, λίγο μελό μυθιστόρημα της αμερικανίδας Κάθριν Στόκετ. Δεν έγινε, βέβαια, σκόπιμα η επιλογή αυτή. Τυχαία μια μέρα, μιλώντας με μια νεαρή, μου ανέφερε την ταινία "The help" που της είχε αρέσει. Όταν μου είπε ότι η ταινία στηρίχτηκε σε βιβλίο, επόμενο ήταν να το αναζητήσω.
Για τους νεότερους, ακόμα και για μας τους παλαιότερους που έχουμε εμπειρίες ταινιών και διαβασμάτων για τις φυλετικές διακρίσεις, που υπήρξαν ιδιαίτερα έντονες στον Αμερικανικό Νότο, ένα σύγχρονο βιβλίο που έχει ως θέμα αυτές τις διακρίσεις, ίσως μας φαίνεται εκτός εποχής. Έτσι φαινόταν και σε πολλούς εκδότες στους οποίους είχε απευθυνθεί η Κάθριν Στόκετ, οι οποίοι και το απέρριψαν. Όταν όμως βρέθηκε κάποιος που το εξέδωσε, το βιβλίο έγινε best seller, μεταφέρθυκε στον κινηματογράφο και πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα.
Διαδραματίζεται στο Τζάκσον του Μισισίπι το 1962-1964. Τρεις είναι οι αφηγηματικές φωνές: Είναι η Έιμπιλιν, μια μαύρη υπηρέτρια που εκτός από τα άλλα της καθήκοντα φροντίζει κι ένα μικρό κοριτσάκι, η Μίνι, μια άλλη μαύρη υπηρέτρια, δυναμική, αθυρόστομη, που πέρα από την υπηρεσία της σε σπίτια λευκών, έχει η ίδια να φροντίσει πέντε δικά της παιδιά κι ένα μέθυσο σύζυγο που συχνά την ξυλοφορτώνει. Η τρίτη φωνή είναι αυτή της κυρίας Σκίτερ, μιας νέας κοπέλας που μόλις έχει τελειώσει τις σπουδές της και γυρίζει στην πατρίδα της, το Τζάκσον (πατρίδα και της συγγραφέως).
Η Σκίτερ, παρ' όλο ότι έχει μεγαλώσει και η ίδια με τη νοοτροπία του διαχωρισμού μαύρων και λευκών, βλέπει τα πράγματα πολύ διαφορετικά. Αγανακτεί με τις διακρίσεις και η αγανάκτησή της κορυφώνεται όταν μια φίλη της, η Χίλι, που φαίνεται να έχει σημαντική θέση και βαρύνουσα γνώμη στην κοινωνία του Τζάκσον, προωθεί την ιδέα όλα τα σπίτια να χτίσουν ξεχωριστές τουαλέτες για χρήση των μαύρων υπηρετριών. Ακόμα περισσότερο δε, όταν μια μέρα βρίσκει στη βιβλιοθήκη  ένα φυλλάδιο με καταγραμμένους κάποιους από τους νόμους των διακρίσεων:
Κανείς δεν μπορεί να ζητήσει από οποιαδήποτε γυναίκα να παρέχει νοσηλευτικές υπηρεσίες σε θαλάμους ή δωμάτια που υπάρχουν μαύροι άντρες.
Ο νόμος επιβάλλει κάθε λευκό άτομο να παντρεύεται μόνο λευκό άτομο. Κάθε γάμος που παραβιάζει αυτή τη ρύθμιση θεωρείται άκυρος.
Κανείς μαύρος κουρέας δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμά του σε λευκές γυναίκες και κορίτσια.
Ο αρμόδιος λειτουργός δεν μπορεί να ενταφιάζει κάποιον μαύρο σε έδαφος που χρησιμοποιείται για την ταφή λευκών.
Τα βιβλία δεν μπορούν να ανταλλάσσονται μεταξύ σχολείων ατόμων διαφορετικού χρώματος, αλλά θα συνεχίσουν να ανήκουν αποκλειστικά στη φυλή που πρώτη τα χρησιμοποίησε.
Προσπαθώντας να γίνει συγγραφέας, η Σκίτερ αποφασίζει να καταγράψει αφηγήσεις και ιστορίες από τη ζωή των μαύρων υπηρετριών. Τη βοηθούν η Έιμπιλιν και η Μίνι, ενώ οι περισσότερες από όσες υπηρέτριες προσεγγίζονται αρνούνται. Ο φόβος τις διακατέχει, έστω κι αν δεν θα χρησιμοποιηθούν τα πραγματικά τους ονόματα ούτε θα αναφερθεί το Τζάκσον. Τελικά, με πολύ κόπο, η Σκίτερ κατορθώνει να γράψει και να εκδώσει το βιβλίο, πράγμα που θα έχει ποικίλες επιπτώσεις.
Το μυθιστόρημα της Στόκετ έχει συγκίνηση αλλά και χιούμορ. Στοιχεία της εποχής, τραγουδιστές όπως ο Μπομπ Ντίλαν, βιβλία όπως το "Όσα παίρνει ο άνεμος", πρόσωπα όπως η Ρόζα Παρκς ή ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, η δολοφονία του Κένεντι και άλλα διαθίζουν το κείμενο ως απλές αναφορές, συμβάλλοντας στη δημιουργία της ατμόσφαιρας της εποχής.
Το βιβλίο έχει χαρακτηριστεί ως μελό. Μπορεί να είναι. Είναι όμως ένα αξιοπρεπές μελό, που μεταφέρει τον αναγνώστη στο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον των αρχών της δεκαετίας του '60, που κυλάει άνετα, που διαβάζεται ευχάριστα. Ό,τι λέει η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η κυρία Σκίτερ, για το βιβλίο της ισχύει νομίζω και για το βιβλίο της Στόκετ: "Σκοπός του βιβλίου είναι να συνειδητοποιήσουν οι γυναίκες πως είμαστε άνθρωποι όλες μας. Πως αυτά που μας χωρίζουν δεν είναι και τόσο πολλά. Όχι τουλάχιστον τόσα όσα πιστεύαμε".

Τρίτη, Απριλίου 18, 2017

Λίγη ζωή

Hanya Yanagihara
Λίγη ζωή (A little life)
Μεταίχμιο, 2016
Μετ. Μαρία Ξυλούρη
[ebook]
Στα τόσα χρόνια που διαβάζω, από τα εκατοντάδες βιβλία που διάβασα, πρώτη φορά μου συμβαίνει ένα βιβλίο να μου δημιουργεί τόσο αντιφατικά συναισθήματα. Συγκίνηση, λύπη, θυμό, απέχθεια, αηδία, θαυμασμό, θλίψη, χαμόγελο, δάκρυα, ανατριχίλα...Να φτάνω στο σημείο να λέω "φτάνει, ως εδώ, δεν μπορώ να διαβάσω παρακάτω" κι όμως ταυτόχρονα σαν μαγνήτης να με τραβά να συνεχίσω.
Αρχίζοντας το βιβλίο τίποτα δεν προετοιμάζει τον αναγνώστη για τη φρίκη που θα συναντήσει στη συνέχεια. Παρακολουθούμε μια συνηθισμένη ιστορία. Τέσσερις φοιτητές, που η συγκατοίκηση τους έκανε φίλους, συνεχίζοντας και μετά την αποφοίτησή τους τη φιλία τους, έρχονται στη Νέα Υόρκη και αρχίζουν να αγωνίζονται για την πραγματοποίηση των ονείρων τους. Ο Μάλκομ αρχιτέκτονας, ο Τζέι Εμ ζωγράφος, ο Γουίλεμ ηθοποιος και ο Τζουντ δικηγόρος. Όλοι, εκτός από τον Μάλκομ που έχει πλούσιους γονείς, ξεκινούν χωρίς καμιά οικονομική υποστήριξη. Στις δεκαετίες που θα ακολουθήσουν όλοι θα πετύχουν τους στόχους τους, όλοι θα γίνουν πλούσιοι και διάσημοι. Σιγά-σιγά όμως το φως του συγγραφικού προβολέα βλέπουμε να επικεντρώνεται σε έναν απ' αυτούς. Είναι ο ωραίος Τζουντ που συστηματικά αποφεύγει να μιλήσει για το παρελθόν του, που ξέρει ένα σωρό πράγματα, αλλά που οι άλλοι δεν ξέρουν τίποτα γι' αυτόν. "Ήξερε γαλλικά και γερμανικά. Ήξερε τον περιοδικό πίνακα. Ήξερε-όσο κι αν δεν ήθελε-μεγάλα παραθέματα της Βίβλου σχεδόν απέξω. Ήξερε πώς να βοηθήσει στη γέννα ενός μοσχαριού και να αλλάζει ντουί στις λάμπες και να ξεβουλώνει σιφόνια και τον καλύτερο τρόπο να μαζέψεις καρύδια (...) κι έπειτα ήξερε πράγματα που ευχόταν να μην ήξερε, πράγματα που ήλπιζε να μη χρειαστεί ποτέ να ξαναχρησιμοποιήσει, πράγματα που, όταν τα σκεφτόταν ή τα ονειρευόταν τη νύχτα, τον έκαναν να ζαρώνει από μίσος και ντροπή".
Θ' αργήσουμε να μάθουμε τι ήταν αυτά που "τον έκαναν να ζαρώνει από μίσος και ντροπή". Είναι η τεχνική της συγγραφέως ν' αφήνει υπονοούμενα, να σκορπά μόνο νύξεις για το άγνωστο παρελθόν του Τζουντ, το οποίο μας αποκαλύπτει αργά-αργά, σε δόσεις που δεν ακολουθούν πάντα ομαλή χρονολογική σειρά. Σ' ένα τόσο πολυσέλιδο βιβλίο (864 ηλεκτρονικές σελίδες) έρχονται στιγμές που ο αναγνώστης πλήττει, σαν ν' αποκοιμιέται και ξαφνικά η συγγραφέας μας δίνει μια σπρωξιά και ξυπνάμε και ανυπομονούμε να δούμε τι θα γίνει παρακάτω. Ονόματα ρίχνονται στην αφήγηση χωρίς πολλές εξηγήσεις, ο αδελφός Λουκ, ο πατέρας Γκαμπριέλε, η Άνα...Ποιοι ήταν αυτοί; Τι ρόλο έπαιξαν στη ζωή του; "Η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή, γιατί είναι αμίλητη και προχωράει", θυμάμαι τον στίχο του Σεφέρη. Η φρίκη του παρελθόντος έχει εγκατασταθεί στην ψυχή και στο σώμα του Τζουντ. Επιτυχημένος πλέον δικηγόρος μεταπηδά από την Εισαγγελία ως διευθυντικό στέλεχος σε μια δικηγορική εταιρεία, από το άθλιο διαμέρισμα που μοιραζόταν με ένα από τους φίλους, τον Γουίλερ, αποκτά τώρα τον δικό του μεγάλο και όμορφο χώρο. Κι όμως ψυχικά δεν λέει να γιατρευτεί ποτέ. Συνεχώς χαρακώνει το σώμα του. Κρυφά τα βράδια το ξυράφι χαράζει τα χέρια του, το αίμα που τρέχει τον ανακουφίζει. Γιατί κόβεται ξανά και ξανά; "Μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο απαίσια, ή ντρέπομαι τόσο πολύ, και θέλω να σωματοποιήσω αυτό που νιώθω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω τόσο πολλά πράγματα και θέλω να μη νιώθω τίποτε απολύτως-με βοηθά να τα διώξω. Και μερικές φορές είναι επειδή νιώθω ευτυχισμένος, και πρέπει να μου υπενθυμίσω ότι δεν θα έπρεπε". Υποφέρει με τη σπονδυλική του στήλη, παθαίνει κρίσεις, κουτσαίνει, τον ταράζουν οι μολύνσεις, νοσηλεύεται επανειλημμένα στο νοσοκομείο. Δεν υπάρχει πιο ρημαγμένο σώμα.
Οι φίλοι δεν παύουν να του συμπαραστέκονται. Καθώς τα χρόνια περνούν παρακολουθούμε και τη δική τους επιτυχημένη πορεία. Η συγγραφέας επικεντρώνει την προσοχή και την αφήγησή της στους ανθρώπους, στη ψυχολογία τους, στις ανθρώπινες σχέσεις. Η πόλη και ο περίγυρος ελάχιστα την απασχολούν. Δεν μαθαίνουμε τίποτα για την εποχή, για το πολιτιστικό, πολιτικό, ιστορικό ή άλλο περιβάλλον και μόνο από κάποιες αόριστες αναφορές στη σύγχρονη τεχνολογία τοποθετούμαστε στην  εποχή μας. Ούτε υπάρχουν περιγραφές της φύσης ή του αστικού τοπίου. Συνήθως βρέχει ή χιονίζει επιτείνοντας τη ζοφερή ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος. Οι χαρακτήρες της είναι ακραία κακοί ή ακραία καλοί. Από τη μια αυτοί που κακοποίησαν φρικτά τον Τζουντ στην παιδική του ηλικία κι από την άλλη όσοι με αγάπη και ανιδιοτέλεια του παραστάθηκαν σ' όλη του τη ζωή. Η Άνα από το ίδρυμα που τον παρακίνησε και τον ενθάρρυνε να σπουδάσει, ο γιατρός Άντι που τον παρακολουθούσε και τον φρόντιζε σ' όλες τις φάσεις των χαρακιών και των μολύνσεων, ο Χάρολντ, ο καθηγητής του στο Πανεπιστήμιο που τον βοήθησε στην ανέλιξή του και που η αγάπη του έφτασε στο σημείο να τον υιοθετήσει. Και πάνω απ' όλους ο Γουίλερ, ο επιτυχημένος ηθοποιός, φίλος και σύντροφός του.
Πέρα από την αξιοθαύμαστη τεχνική της Χαναγκιχάρα εντυπωσιάζουν οι γνώσεις της για πλείστα όσα θέματα. Νομική, ζωγραφική, αρχιτεκτονική, μουσική, λογοτεχνία (από Προυστ μέχρι Τζέημς Τζόυς, Οδύσσεια και Ιλιάδα) διανθίζουν με αναφορές το μυθιστόρημα.
Το "Λίγη ζωή" θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως "ανδρικό μυθιστόρημα". Οι γυνακείοι χαρακτήρες είναι ελάχιστοι και με πολύ μικρό ρόλο. Είναι ακόμα μια σπονδή στην ανδρική φιλία και την ομοφυλοφιλία. Είναι μια καταγγελία της παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, μα πάνω απ' όλα είναι ένα καλό βιβλίο.

Δευτέρα, Απριλίου 03, 2017

Βραδιές μπαλέτου

Αλέξης Πανσέληνος
Βραδιές μπαλέτου
Μεταίχμιο, 2016
(α΄έκδοση, 1991)
[ebook]
Το αγόρασα για δυο κυρίως λόγους: Πρώτο, γιατί μου άρεσαν οι "Σκοτεινές επιγραφές" του ίδιου συγγραφέα και δεύτερο, λόγω της ευχέρειας απόκτησής του, μια και κυκλοφορεί και σε ψηφιακή μορφή. Αν όμως ήξερα σε τι λαβύρινθο θα περιπλανιόμουν, ίσως να μην αποτολμούσα την ανάγνωσή του.
Το μυθιστόρημα ανοίγει με μια ομάδα νέων ανθρώπων, ηθοποιών, και κυρίως  χορευτών της Λυρικής, με κεντρικό πρόσωπο μια νεαρή χορεύτρια, την Κάτια, που αγωνίζεται να ξεχωρίσει, να ανέβει καλλιτεχνικά. Ίντρικες, αντιζηλίες, φιλίες, λοξοί δρόμοι εκμετάλλευσης κρατικών πόρων χαρακτηρίζουν όλο αυτό το πλήθος. Τη νεαρή Κάτια έχει ερωτευτεί και βοηθά στην προσπάθειά της να ξεχωρίσει, ένας πολύ ηλικιωμένος, ο Γιώργης Μορφονιός που, εκτός από την τεράστια ηλικιακή διαφορά που έχει με την Κάτια, σε αντίφαση με το όνομά του, είναι και κακάσχημος. Όταν πεθαίνει, αφήνει στη διαθήκη του ένα ακίνητο για τη νεαρή Κάτια. Η σύζυγος και ο γιος του αντιδρούν βεβαίως, η δε Κάτια ζητά να διαβάσει το ημερολόγιο που κρατούσε ο γέρος, θέλοντας να διαπιστώσει την ειλικρίνεια των αισθημάτων του για κείνη.
Αυτός είναι ο βασικός καμβάς του μυθιστορήματος. Αλλά από κει και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα. Το ημερολόγιο, που βρίσκεται στην κατοχή δυο άλλων υπέργηρων φίλων του Μορφονιού, είναι σχεδόν ένα μυθιστόρημα μέσα στο μυθιστόρημα. Ο συγγραφέας του ανατρέχει σ' ολόκληρη τη ζωή του, συνυφασμένη με την ιστορία του τόπου. Εξιστορεί τη φιλία του με τους άλλους δυο συνομήλικούς του, τον Παρασκευαΐδη και τον Μαρκέα, αναφέρει τις οικογενειακές τους σχέσεις τοποθετώντας τες βεβαίως στο ιστορικό πλαίσιο. Οι χρόνοι της αφήγησης διαπλέκονται. Για παράδειγμα, από την αφήγηση γεγονότων που αναφέρονται στη Χούντα ('67-'74) πάει χρόνια πίσω στη δικτατορία του Μεταξά,  όταν γνωρίστηκαν οι τρεις, γέροι τώρα πια, φίλοι. Χωρίς προειδοποίηση μεταπηδά στην Κατοχή, στον Εμφύλιο, πηγαινοέρχεται στο παρόν του μυθιστορήματος (τέλος της δεκαετία του '80), συνειρμικά, χωρίς χρονική ακολουθία. Ο αναγνώστης χάνεται μέσα σ' αυτό το αφηγηματικό πέλαγος προσπαθώντας να θυμηθεί τα πολυάριθμα πρόσωπα και τις σχέσεις τους. Μια επιπλέον δυσκολία είναι το ότι τα πρόσωπα δεν αναφέρονται πάντα με το ίδιο όνομα. Π.χ. ο Μαρκέας άλλοτε αναφέρεται ως Σωτήρης, άλλοτε ως Γκαντέμης ή απλώς Γκ. Ο Παρασκευαΐδης άλλοτε είναι ο Μάριος, άλλοτε Δον Πάτσο κ.ο.κ. Αν σκεφτούμε τις γυναίκες των πιο πάνω, τους γιους τους, τα δεκάδες άλλα πρόσωπα που κυκλοφορούν στο μυθιστόρημα, διερωτάσαι γιατί ο συγγραφέας θέλησε να μας υποβάλει σ' ένα τέτοιο μαρτύριο!
Τα δυο μέρη του μυθιστορήματος, ο κόσμος της Τέχνης και οι καταγραφές του ημερολογίου, έχουν μια πολύ χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους. Εντούτοις το μυθιστόρημα δεν παύει να έχει ενδιαφέρον. Δεν είναι μόνο τα γεγονότα του πρόσφατου, σχετικά, παρελθόντος που προσελκύουν την προσοχή μας. Είναι προπάντων η κριτική ματιά με την οποία τα βλέπει τώρα πια ο ηλικιωμένος συγγραφέας. Κριτική για τις ιδεολογίες, γι' αυτούς που πίστεψαν και αγωνίστηκαν για τα πιστεύω τους κι αυτούς που εκμεταλλεύτηκαν τους αγώνες και τις θυσίες των άλλων. Αποδομεί ινδάλματα, τον Σεφέρη, τον Θεοτοκά, τη Λαμπέτη (Γράφει για τον Σεφέρη:"Αυτός ο μελαγχολικός απολογητής μιας γενιάς και μιας τάξης που κυλίστηκε παφλάζοντας μέσα στις λάσπες της 4ης Αυγούστου ευτύχησε παρομοίως "ν' ακουμπήσει όλη η Ελλάδα στο φέρετρό του". Είδα αμέτρητους αριστερούς στην κηδεία εκείνου που υπήρξε ο spokesman του Ι. Μεταξά προς τους ανταποκριτές του ξένου Τύπου-τότε που ο Γκαντέμης κι ο Δ.Π. τρώγαν ξύλο κι έλιωναν με τα πισινά τους τις παγοκολόνες του Φιξ. Decidement, η νεότερη ιστορία στον τόπο μας γράφεται το ίδιο ελαφρά τη καρδία όπως και η παλιά της"). Η ψυχολογία του ηλικιωμένου, σκέψεις για τα γηρατειά, ύστερα μια ανάμνηση από εκδρομή στους Δελφούς. "Ήμασταν εκεί, μοιραστήκαμε μια φέτα της ζωής που έτρεχε γοργά κάτω απ' τα πόδια όλων μας. Άνθρωποι χωρίς τίποτα κοινό-ούτε πόθους ούτε σκοπούς, ούτε τις ίδιες πληγές, ούτε την ίδια αμοιβή να μας προσμένει. Ήμασταν όμως κάποτε μαζί". Άλλοτε ξαναγυρίζει στα νιάτα του: "Μόνο γιατί ήμασταν νέοι έγινε κι αντέξαμε τόσα χρόνια! Μόνο γιατί το σώμα μπορούσε να τα ξεκεφαλώσει με το κρύο, με την πείνα, με τον ποδαρόδρομο".
Κι όταν ο φίλος του αντιδρά στην κοινοποίηση του ημερολογίου, τον αντιμετωπίζει με τη θλιβερή διαπίστωση: "Για τ' όνομα του Θεού Μάριε! Καταλαβαίνεις ή δεν καταλαβαίνεις πως οι περισσότεροι από τους ανθρώπους εκείνους έχουν πεθάνει κι έχουν λησμονηθεί; Ότι όσοι ζουν έχουν αποσυρθεί από τα εγκόσμια; Ότι κανείς δεν θυμάται ούτε τι ήσαν ούτε τι ρόλο έπαιξαν ούτε πότε ήταν που τον έπαιξαν αυτό τον ρόλο, ούτε ενδιαφέρεται να το μάθει; Πού ζεις λοιπόν;"
Δεν βρίσκω καταλληλότερο χαρακτηρισμό γι' αυτό το βιβλίο από την άποψη της Σταυρούλας Παπασπύρου: "Αλλόκοτο εγχειρίδιο εθνικής αυτογνωσίας" (Lifo, 16.12.2016).