Σάββατο, Νοεμβρίου 27, 2010

Ένας φίλος έφυγε...

Από τη στιγμή που ένα έμβιο ον έρχεται στη ζωή, τίποτα δεν υπάρχει πιο σίγουρο, πιο αναπότρεπτο γεγονός να το περιμένει, από τον τερματισμό αυτής της ζωής, το θάνατο. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε βαδίζουμε προς αυτό το προκαθορισμένο και αμετάθετο τέρμα. Κι ενώ δεν μας τρομάζει, ούτε, συνήθως, μας προβληματίζει η ανυπαρξία μας πριν από τη γέννησή μας, η εξαφάνιση της ζωής με τη μορφή που τη ξέρουμε, είτε πρόκειται για τη ζωή προσφιλών μας προσώπων, είτε για την προσωπική μας ύπαρξη, μας γεμίζει τρόμο και αγωνία, συχνά με άκρο απελπισμό.
Θρησκείες και φιλοσοφίες έχουν σαν κεντρικό τους άξονα το θέμα του θανάτου και προσπαθούν με τη θέση που παίρνουν να δώσουν μια βοήθεια στον άνθρωπο, για να ξεπεράσει το φόβο του. Βασική θέση των πιο πολλών απ' αυτές είναι πως με το θάνατο δεν τελειώνουν όλα, πως η ζωή με άλλη μορφή συνεχίζεται. Μερικές μάλιστα φιλοσοφίες και θρησκείες, όπως η πλατωνική φιλοσοφία ή η χριστιανική θρησκεία, προχωρούν ακόμη πιο πέρα. Όχι μόνο η ζωή συνεχίζεται, υποστηρίζουν, αλλά η άλλη ζωή που μας περιμένει είναι απείρως ωραιότερη, άλυπη, αιώνια, αυτή είναι η πραγματική ζωή. Αυτή που ζούμε ως θνητοί, η επίγεια, είναι μονάχα μια οδός βασάνων, δοκιμασιών που σκοπό έχουν να μας προετοιμάσουν για την άλλη, την αληθινή και αιώνια ζωή.
Ωραίες βέβαια και αισιόδοξες θεωρίες. Δεν ξέρω όμως πόσους  μπόρεσαν να απαλλάξουν από τον πόνο ή το φόβο του θανάτου. Για τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων παραμένει ένα μυστήριο, ένα ταξίδι προς το άγνωστο, που συνήθως προσπαθούμε να το αντιμετωπίσουμε αγνοώντας το και διώχνοντας μακριά ακόμα και τη σκέψη της πιθανότητας να μας συμβεί. Ο θάνατος είναι για τους άλλους, όχι για μας ή τους δικούς μας.
Ξανακάνω αυτές τις σκέψεις κάθε φορά που ένας φίλος, διαβαίνοντας την Αχερουσία, ξεκινάει για το ταξίδι χωρίς γυρισμό. Αυτή τη φορά είναι ο Γλαύκος Χρίστης, που έφυγε στις 18 Νοεμβρίου. Παιδί της Κερυνειώτικης γης, "Ωραίος σαν Έλληνας" στη μορφή και στην ψυχή, όπως τη γη που τον γέννησε, έζησε τη ζωή του ανάμεσα στα βιβλία, στο διάβασμα, στο γράψιμο. Δημοσιογράφος, μεταφραστής, αγωνιστής της ελευθερίας, είχε μια πλούσια σε εμπειρίες ζωή, που μας τις κατέλιπε στα τέσσερα βιβλία που εξέδωσε μετά την αφυπηρέτησή του: Κύπρος: Αναδρομές στο παρελθόν (2004), Ταξίδι στο χρόνο (2006), Χασαμπουλιά (2008), Αποικιακά παρασκήνια και παρατράγουδα (2010).
Καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή του, όταν άλλοι, πολύ νεότεροί του, ομολογούν "δεν έχω ιδέα απ' αυτά τα πράγματα", έγραφε, επικοινωνούσε, δημοσίευε στο διαδίκτυο.
Ήρεμος πάντα, ευγενής αριστοκράτης της παλιάς σχολής, ενδοστρεφής αλλά και μια ευχάριστη παρουσία για το στενό κύκλο των γνωστών, μ' ένα λεπτό χιούμορ που δεν του έλειψε ούτε ακόμη και στις τελευταίες μέρες της αρρώστιας του.
Ο θάνατος είναι πάντα μια οδυνηρή παρουσία, έστω κι αν αυτός που διαβαίνει "στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη" έζησε μια ολοκληρωμένη ζωή. Η ανάμνηση του ωραίου περάσματός του απ' αυτή τη ζωή ας είναι μικρή παρηγοριά για τη σύζυγο και τις δυο του κόρες.

Δευτέρα, Νοεμβρίου 22, 2010

Οι μάνες της άδειας αγκαλιάς

Όταν, πριν από λίγους μήνες, τελειώνοντας το μυθιστόρημα του Θοδωρή Παπαθεοδώρου "Οι κόρες της λησμονιάς", διάβαζα στην τελευταία σελίδα "Τέλος του πρώτου μέρους", άρχισα να ανυπομονώ πότε θα κυκλοφούρούσε το δεύτερο μέρος. Οι ημιτελείς ιστορίες των τριών γυναικών, της Μέλπως από τη Θεσσαλονίκη, της Αγγέλας από το Μυριόφυλλο, της Αριάδνης από την Αθήνα, ζητούσαν επιτακτικά τη συνέχεια. Κι ας ήταν ό,τι περίμενα να βρω και στο δεύτερο αυτό τόμο σελίδες τραγικές, σελίδες γεμάτες τρόμο, θλίψη, αίμα και δάκρυ, σελίδες άκρως ρεαλιστικές του πικρού εμφυλίου σπαραγμού.
Η ιστορία των τριών γυναικών και τα παράλληλα ιστορικά γεγονότα σταματούσαν στο 1945. Από εκεί παίρνει τη σκυτάλη ο δεύτερος τόμος, "Οι μάνες της άδειας αγκαλιάς" (Ψυχογιός, 2010) και φτάνει ως το 1948. Τα πιο άγρια χρόνια του εμφυλίου, εικόνες φρίκης, εγκλήματα που σε κάνουν να διερωτάσαι πώς ήταν δυνατό να διαπραχθούν από Έλληνες εναντίον Ελλήνων.
Παράλληλα με τα μυθιστορηματικά πρόσωπα, κυρίως τις τρεις γυναίκες που η κάθε μια με διαφορετικό τρόπο έχει χάσει και αναζητεί την κόρη της, πορεύονται τα ιστορικά γεγονότα της εποχής, τεκμηριωμένα επεισόδια του εμφυλίου, πρόσωπα-πρωταγωνιστές των σκοτεινών εκείνων χρόνων. Ο φανατισμός και από τις δύο πλευρές στην ύψιστή του μορφή. Ο συγγραφέας εξακολουθεί κι εδώ να ισοζυγιάζεται ανάμεσα στις αντιμαχόμενες παρατάξεις. Δεν παίρνει το μέρος καμιάς, καταγράφει μόνο γεγονότα, με πόνο ψυχής για τα αθώα θύματα, σ' όποια πλευρά κι αν ανήκουν. Από τις δεκάδες σκηνές και επεισόδια  επιλέγω δυο χαρακτηριστικές:
"Εκείνο το βράδυ και όλη την επόμενη μέρα, η Καλαμάτα έζησε ένα όργιο ακροδεξιάς βίας. Το μεσημέρι εκείνης της Κυριακής, 20 Ιανουαρίου 1946, περίπου χίλιοι οργανωμένοι ακροδεξιοί από όλη την Πελοπόννησο, αριθμός εκπληκτικός ακόμη και για τα δεδομένα της ευρύτερης περιοχής, συγκεντρώθηκαν στο χωριό Θουρία και με μία άμεση και αιφνίδια κίνηση μπήκαν στην πόλη από όλες τις διευθύνσεις. Μέσα σε μόλις λίγες ώρες, κατέλυσαν τις Αρχές και βύθισαν την πρωτεύουσα της Μεσσηνίας στο χάος και στην αναρχία. Σπίτια παραδόθηκαν στις φλόγες, καταστήματα αριστερών πολιτών λεηλατήθηκαν (...)Αργά το βράδυ της 21ης Ιανουαρίου οι ένοπλοι ακροδεξιοί αποχώρησαν από την Καλαμάτα έχοντας εκτελέσει μέσα στην πόλη έξι πολίτες και σέρνοντας μαζί τους άλλους εκατό σαν ομήρους".
"Ο καπετάνιος των ανταρτών, ο επονομαζόμενος και καπετάν Βροντάς, έβαλε τους τέσσερις άντρες να γονατίσουν με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από τον αυχένα κι έπειτα όπλισε το πιστόλι του και τους εκτέλεσε έναν προς έναν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Πρώτα τους τρεις συνοδούς και τελευταίο τον άντρα με το κοστούμι. Ένα δευτερόλεπτο πριν τον στείλει στον Άλλο Κόσμο, ένα θριαμβευτικό χαμόγελο σχηματίστηκε στα σφιχτά χείλια του καπετάν Βροντά (...) Ο καπετάνιος έκανε ένα νεύμα στο πρωτοπαλίκαρό του, που προχώρησε προς τον μικρό, έβγαλε το δικό του πιστόλι και τραβώντας τη σκανδάλη φύτεψε μια σφαίρα ανάμεσα στα δυο πελώρια από τρόμο και θλίψη παιδικά μάτια- "Ένα μοναρχοφασιστικό σκουπίδι λιγότερο", μουρμούρισε ικανοποιημένος"
Όπως και στον πρώτο τόμο, οι "Σημειώσεις του συγγραφέα" στο τέλος του βιβλίου, παρέχουν με συντομία και σαφήνεια ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για την εποχή. Τι ήταν η Συμφωνία της Βάρκιζας, το Ε.Α.Μ., ο Ο.Π.Λ.Α., ο Ε.Δ.Ε.Σ. η Εξαρχία, η Οργάνωση Χ, το "Σύμφωνο Πετριτσίου", το διαβόητο Μπούλκες, ποιος ήταν ο Νίκος Ζαχαριάδης, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Μάρκος Βαφειάδης, κ.λπ., κ.λπ. Βρήκα το μέρος αυτό του βιβλίου εξίσου ενδιαφέρον με το υπόλοιπο πολυσέλιδο βιβλίο. Είναι πληροφορίες όχι μόνο κατατοπιστικές για την εποχή αλλά και ενισχυτικές της αξιοπιστίας της μυθιστορίας.
Δεν υπάρχει ίσως συντομότερος και καταλληλότερος τρόπος να συνοψιστεί το περιεχόμενο του βιβλίου απ' αυτή την έξοχη παράγραφο: "Δόλια πατρίδα, δόλιε λαέ, εύπιστε και αφελή, έρμαιο παθιασμένο κάθε άκαπνου ήρωα Ζαχαριάδη και κάθε φευγατισμένου στα Λονδίνα βασιλιά, τραγουδιστή και υμνωδέ της κομμουνιστικής διεθνούς ή των βασιλικών παιάνων, λαέ που σκέφτεσαι με την καρδιά κι όχι με το μυαλό, δόλιε λαέ, άξιος της μοίρας και της σκέψης σου".
Τώρα δεν απομένει παρά να περιμένουμε το τρίτο μέρος αυτής της εξαιρετικής τριλογίας, που, όπως προαναγγέλλει ο συγγραφέας, θα κυκλοφορήσει τον Απρίλιο του 2011, με τίτλο "Τα δάκρυα των αγγέλων".

Τρίτη, Νοεμβρίου 09, 2010

Η συμφωνία των ονείρων

Το διάβασα μέσα σε δυο μέρες, αλλά δεν μου άρεσε. Αν αυτό ακούγεται αντιφατικό, θα εξηγήσω αμέσως γιατί.
Ο Νίκος Θέμελης έχει μια αφηγηματική ικανότητα που θέλγει, που κινεί το ενδιαφέρον, που σε κάνει να γυρίζεις βιαστικά τις σελίδες για να δεις τη συνέχεια. Διαβάζεται εύκολα, άνετα, τρέχει, γι' αυτό και το τέλειωσα τόσο σύντομα. Όμως, από την άλλη, το βρήκα ρηχό, χωρίς βαθιά νοήματα ή προβληματισμούς που θα σου τραβούσαν την προσοχή, που θα σε έκαναν να σταθείς για λίγο και να συλλογιστείς. Έχω διαβάσει και τα επτά μυθιστορήματα του Θέμελη και πιστεύω πως ό,τι είχε να πει το είπε με τα τρία πρώτα: Αναζήτηση, Ανατροπή, Αναλαμπή. Τα υπόλοιπα  δεν στέκονται καθόλου στο ίδιο ύψος. Παρ' όλα αυτά, κάθε βιβλίο του βρίσκεται αμέσως στα ευπώλητα. Να είναι άραγε άσχετο το ότι κάθε βιβλίο του διαφημίζεται πριν ακόμη κυκλοφορήσει ή ότι κριτικές και συνεντεύξεις αφθονούν, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με άλλους συγγραφείς, συχνά με αξιολογότερη δουλειά; (Αναφέρω το μυθιστόρημα του Θοδωρή Παπαθεοδώρου "Οι μάνες της άδειας αγκαλιάς", συνέχεια του "Οι κόρες της λησμονιάς", που κυκλοφόρησε σχεδόν ταυτόχρονα με τον Θέμελη, βιβλίο κατά τη γνώμη μου πολύ ανώτερο, που όμως δεν έτυχε της ίδιας προβολής).
"Η συμφωνία των ονείρων" (Μεταίχμιο, 2010) αποτελείται από τέσσερα μέρη, τέσσερις ιστορίες. Τα τρία πρώτα μέρη διαδραματίζονται στα Γιάννενα, ενώ το τελευταίο μέρος σ' ένα νησί που δεν κατονομάζεται. Χρονικά καλύπτει την περίοδο 1947-1990. Όμως τα ιστορικά στοιχεία της περιόδου δίνονται μόνο υπαινικτικά, με μια-δυο προτάσεις, με μια σύντομη αναφορά, έτσι που ο μη ενημερωμένος αναγνώστης, οι νεότεροι για παράδειγμα, που δεν έζησαν ή που δεν διάβασαν σχετικά, δεν μπορούν να καταλάβουν. Π.χ. Τα Σπίτια του Παιδιού της Φρειδερίκης, ο Συναγερμός, ο Πλαστήρας, ο Παπάγος, ο αγώνας της Κύπρου, η κρίση του Κυπριακού και των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, η Χούντα, ο Αντρέας "που είχε έρθει ουρανοκατέβατος", ο Κοσκωτάς και άλλα ανάλογα, έτσι όπως ρίχνονται στο κείμενο έχουν σημασία μόνο για όσους τα βίωσαν, οι άλλοι δεν θα καταλάβουν τίποτα. Και διερωτώμαι. Ένα βιβλίο γράφεται μόνο για τους συγχρόνους σαν να είναι ένα life style περιοδικό;
Τέσσερις ξεχωριστές ιστορίες με ήρωες που συνδέονται μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς συνθέτουν το περιεχόμενο του βιβλίου. Η γιαγιά Μαριάνθη, μια δυναμική, αυταρχική και καταπιεστική γυναίκα, που χρησιμοποεί την αλάθευτη ερμηνεία των ονείρων της για να επιβάλλει τη θέλησή της, κόρες και γαμπροί και νύφες και εγγόνια αποτελούν τον πληθυσμό του μυθιστορήματος. Δεν λείπει ούτε ο αντάρτης γιος, χαμένος για πάντα, ούτε ο αντιπαθητικός χαρακτήρας του εμπόρου, ούτε ο άπιστος και παρ' ολίγον αιμομίκτης σύζυγος, ούτε ο γιος που η συμπεριφορά της χήρας μητέρας του τον ωθεί να εξαφανιστεί στη Θεσσαλονίκη και άλλοι ακόμη χαρακτήρες. Η τελευταία ιστορία, με κύριο πρόσωπο την ορφανή κόρη του χαμένου αντάρτη, μοιάζει έξω από το κλίμα των υπολοίπων. Πάει να γίνει μια αστυνομική ιστορία, κάπως απίθανη και με πολύ προβλεπτό τέλος.
Κάνοντας μια γενική αποτίμηση για το βιβλίο θα έλεγα το εξής: Καλογραμμένες ιστορίες που δεν σου αφήνουν τίποτα.

Τετάρτη, Νοεμβρίου 03, 2010

Ήρεμο χάος

"Ήρεμο χάος, σκέφτομαι. Όπως εκείνο όλων των γονιών χθες το απόγευμα στο σχόλασμα, όπως κάθε στιγμή στην ψυχή όλων των παιδιών του κόσμου. Μόνο που τώρα το σκέφτομαι για μένα, γι' αυτό το στήριγμα που συνεχίζει να με σώζει από τα βάσανα που όλοι, οι πάντες, φαντάζονται ότι είμαι θύμα τους, κι ακόμη δεν είναι έτσι. Είναι ένα ήρεμο χάος, ναι, έτσι είναι αυτό που έχω μέσα μου. Ένα ήρεμο χάος".
Η φράση-τίτλος του μυθιστορήματος επανέρχεται αρκετές φορές στη διάρκεια της μακράς αφήγησης του Πιέτρο Παλαντίνι, κεντρικού ήγρωα και αφηγητή στο πολυσέλιδο βιβλίο του σύχρονου Ιταλού συγγραφέα Sandro Veronesi. Το "Ήρεμο χάος" (Πάπυρος 2010, μετ. Λητώ Σεϊζάνη), που ήδη έχει γυριστεί σε ταινία, είναι ένα αντιπροσωπευτικό, χαρακτηριστικό της εποχής μας έργο. Ένα κομμάτι του σύγχρονου κόσμου μας, τουλάχιστον όπως τον ξέρουμε στις χώρες της Δύσης. Με μια πρωτότυπη στη σύλληψή της ιδέα, ο συγγραφέας, από ένα παγκάκι στο οποίο βρίσκεται καθισμένος ο ήρωάς του για τρεις μήνες, επεκτείνεται πολύ πιο μακριά από το άμεσο, γύρω του περιβάλλον.
Ο Πιέτρο Παλαντίνι, 43χρονος κάτοικος του Μιλάνου, στέλεχος σε μια πολυεθνική, περνά τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού στο παραθαλάσσιο εξοχικό του. Μια μέρα, βλέποντας μια γυναίκα να κινδυνεύει να πνιγεί, ρίχνεται στη θάλασσα και με κίνδυνο της δικής του ζωής και μεγάλη προσπάθεια, τη σώζει. Την ίδια ώρα, στο σπίτι, η γυναίκα του πεθαίνει ξαφνικά, αβοήθητη, μπροστά στα μάτια της δεκάχρονης κόρης τους. Η ζωή του Πιέτρο από τη μια στιγμή στην άλλη ανατρέπεται. Επιπλέον κινδυνεύει και η επαγγελματική του ζωή, μια και η εταιρεία του πρόκειται να συγχωνευθεί με έναν άλλο κολοσσό, πράγμα που αναπόφευκτα θα φέρει απολύσεις και οπωσδήποτε πολλές αλλαγές.
Την πρώτη μέρα της νέας σχολικής χρονιάς, αφού συνοδέψει την κόρη του στο σχολείο, την ώρα που τη χαιρετούσε, της είπε αυθόρμητα: "Θα σε περιμένω ώσπου να σχολάσεις", πράγμα που κάνει. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και την επομένη και πλέον η συνήθεια αυτή αποκτά μια μονιμότητα. Καθισμένος στο αυτοκίνητό του ή στο παγκάκι του  πάρκου, κοιτάζει και καταγράφει τη ζωή που περνάει μπροστά του με μια καθημερινή ομοιομορφία. Οι γονείς που φέρνουν τα παιδιά τους στο σχολείο ή τα παίρνουν το απόγευμα, μια κοπέλα που βγάζει το σκύλο της περίπατο στο μικρό πάρκο, ο Πακιστανός που καθαρίζει τα παρμπρίζ των αυτοκινήτων, ένα παιδί με σύνδρομο Ντάουν που περνάει με τη μητέρα του, ο τροχονόμος, υπάλληλοι ενός πρακτορείου ταξιδίων που βγαίνουν για καφέ κ.λπ. γίνονται αντικείμενο της παρατήρησης και των σκέψεών του.
Από το γραφείο του επικοινωνούν μαζί του, του φέρνουν όταν χρειάζεται κάτι να υπογράψει, αλλά ταυτόχρονα το παγκάκι και το αυτοκίνητο γίνονται, όπως λέει, "ένα τείχος των δακρύων". Συγγενείς, συνάδελφοι που απολύθηκαν ή αντιμετωπίζουν άλλα προβλήματα, ο αδελφός του, η κουνιάδα του, φίλοι, ακόμα και προϊστάμενοί του ένας-ένας καταφθάνουν, καθένας με τα δικά του προβλήματα.  Ο Πιέτρο με έκπληξη διαπιστώνει πως ο μεγάλος πόνος από το θάνατο της γυναίκας του που περίμενε να εμφανιστεί δεν έχει έρθει. Ούτε και στην κόρη του, που περιμένει να την παρηγορήσει. Όλα είναι ένα ήρεμο χάος.
Μέσα από την ακινησία του ήρωά του ο Veronesi απλώνει τη ματιά του και αγκαλιάζει τον κόσμο. Στις 529 σελίδες του μυθιστορήματος περνάνε πλήθος θέματα. Ο θάνατος, η ενοχή, οι τύψεις, όνειρα, εμπειρίες ζωής, ανθρώπινες σχέσεις, σχέσεις αδελφιών, γονιών-παιδιών, κινηματογραφικά έργα, στίχοι από ένα cd των Radiohead που έρχονται και επανέρχονται, ατομικά δράματα, εμπειρία από το κάπνισμα οπίου, ακόμα και μια αναφορά στην οικονομική πτυχή του ολοκαυτώματος, αλλά πάνω απ' όλα ο σκληρός, ανταγωνιστικός κόσμος των επιχειρήσεων.
Δεν λείπει το χιούμορ ούτε η συγκίνηση. Κάποτε μόνο η αφήγηση γίνεται τόσο υπερβολικά λεπτομερειακή που ο αναγνώστης αισθάνεται κάποια πλήξη, αδημονώντας για τη συνέχεια.
Κλείνοντας το βιβλίο μαζί με την ικανοποίηση από ένα ωραίο λογοτεχνικό έργο ένιωθα και τη μελαγχολία που μπόρεσε να μου μεταδώσει ο συγγραφέας για τον κόσμο μας. Πράγματι, "It's a wild world", όπως ο Πιέτρο διαπιστώνει.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 25, 2010

Η θάλασσα

Δεν ξέρω ποια βιβλία ήταν υποψήφια για το βραβείο Booker το 2005, ούτε αν υπήρχαν καλύτερα από το "Η θάλασσα' του Τζων Μπάνβιλ (Καστανιώτης 2005, μετ. Τόνια Κοβαλένκο) που τελικά το πήρε. Μπορώ όμως να πω με βεβαιότητα ότι το άξιζε. Και είναι από τις λίγες φορές που ένιωσα ότι θα ήθελα να το διαβάσω στο πρωτότυπο. Όχι γιατί υστερεί η μετάφραση της Κοβαλένκο, ίσα-ίσα πιστεύω πως καθόλου δεν προδίδει την ατμόσφαιρα και την ποιητικότητα του βιβλίου. Όμως, θα ήθελα να το διάβαζα στα Αγγλικά, παρ' όλες τις δυσκολίες που μια τέτοια ποιητική χρήση της γλώσσας θα μου δημιουργούσε, ακριβώς γιατί μεγάλο μέρος της γοητείας του βιβλίου έγκειται στη γλώσσα.
Ο αναγνώστης δεν πρέπει να αναμένει  μια ενδιαφέρουσα ιστορία που η σημασία της έγκειται στην πλοκή και την εξέλιξη του μύθου. Υπάρχουν βέβαια κι αυτά. Υπάρχουν πρόσωπα και χαρακτήρες, υπάρχει υπόθεση, υπάρχει στο τέλος και μια ανατροπή που καθόλου δεν προαναγγέλλεται. Όμως, η μεγαλύτερη έμφαση μέσα από το μονόλογο του πρωτοπρόσωπου αφηγητή δίνεται στην ενδοσκόπηση και τη μνήμη. Στις σκέψεις και τις αναμνήσεις του Μαξ Μέρντεν, που ηλικιωμένος πια, επιστρέφει σ΄ ένα παραθαλάσσιο χωριό, όπου περνούσε τα καλοκαίρια των παιδικών του χρόνων, πενήντα χρόνια πριν. Όμως η μνήμη του λειτουργεί και για το πιο πρόσφατο παρελθόν, καθώς θυμάται τον πρόσφατο θάνατο της γυναίκας του μετά από αρρώστια ενός χρόνου.
"Δεν επρόκειτο να κολυμπήσω ξανά, ύστερα από εκείνη την ημέρα", μας λέει κιόλας στην πρώτη σελίδα. Ποια ήταν εκείνη η μέρα; Τι συνέβη; Θα το μάθουμε πολύ αργότερα, προς το τέλος του βιβλίου, όταν σχεδόν θα έχουμε ξεχάσει αυτή τη δήλωση. Οι σκέψεις του περιστρέφονται γύρω από ένα θερινό εξοχικό σπίτι που ονομαζόταν Κέδροι και που το νοίκιαζε η οικογένεια Γκρέις. Την οικογένεια αποτελούσαν οι γονείς και τα δυο παιδιά, οι δίδυμοι Μάιλς και Χλόη, με τα οποία ο αφηγητής αρχίζει να κάνει παρέα, παρ' όλη τη διαφορά της κοινωνικής τους τάξης. Καθώς θυμάται εκείνα τα καλοκαίρια, η σκέψη του σταματά σε σκηνές, σε λεπτομέρειες, σε συναισθήματα εκείνης της μακρινής εποχής. Στην έλξη που του ασκούσε η μητέρα Γκρέις αλλά και στη σχέση που ανέπτυξε -πρώτη νεανική αγάπη-με την κόρη, τη Χλόη. Μα πάνω απ' όλα, επιμένει στη λεπτομέρεια. "Δεν είναι περίεργο πώς γίνονται μόνιμοι κάτοικοι της μνήμης μας τα πιο φαινομενικά ανούσια πράγματα;", θα πει κάποια στιγμή. Και με άπειρες λεπτομέρειες θα μας περιγράψει μια εκδρομή στην ακρογιαλιά, ένα γαλατά και το αγρόκτημα στο οποίο πήγαινε ως παιδί, ένα όνειρο, το δάγκωμα στο χέρι από ένα σκυλί, ένα νεροβάρελο, το κήρυγμα πριν από την πρώτη του κοινωνία, ένα περίπατο στο πάρκο, τη δεξίωση του γάμου του, την επίσκεψη μαζί με τη γυναίκα του στο γιατρό και τη διάγνωση της μοιραίας της αρρώστιας.
Αλλού μιλάει για τα σημάδια της ηλικίας κι αλλού με μια διάθεση αυτογνωσίας προβαίνει σε μια ενδοσκόπηση γύρω από τον εαυτό του. "Η μνήμη απεχθάνεται την κίνηση, προτιμά να διατηρεί τα πράγματα σε ακινησία κι όπως τόσες άλλες αναμνήσεις μου, έτσι κι αυτή τη βλέπω σαν αποκρυσταλλωμένο στιγμιότυπο", θα πει πριν από μια άλλη του ανάμνηση.
Έτσι κυλάει όλο το βιβλίο. Τα πρόσωπα και τα γεγονότα είναι μόνο η αφορμή για να συλλογιστεί, και μαζί του κι εμείς, πάνω στους μηχανισμούς της μνήμης. Ακόμα και η "αθανασία" μας είναι θέμα μνήμης. "Κουβαλάμε τους νεκρούς μαζί μας μόνο μέχρι να πεθάνουμε κι εμείς κι έπειτα είμαστε εμείς που μεταφερόμαστε για λίγο νοερά κι ύστερα οι μεταφορείς μας πέφτουν κι αυτοί με τη σειρά τους κι έτσι συνεχίζονται οι γενιές μέχρι εκεί που δεν χωράει ο νους. Θυμάμαι την Άννα, η κόρη μας, η Κλερ, θα θυμάται την Άννα κι εμένα, ύστερα η Κλερ θα αποχωρήσει και θα υπάρχουν άνθρωποι που θα θυμούνται εκείνη, μα όχι εμάς, κι αυτή θα είναι η ύστατή μας διάλυση. Πράγματι, κάτι δικό μας θα απομένει, μια ξεθωριασμένη φωτογραφία, μια μπούκλα μαλλιών, μερικά αποτυπώματα, κάποια δικά μας μόρια στον αέρα του δωματίου όπου αφήσαμε την τελευταία μας πνοή, κι όμως, τίποτε από αυτά δεν θα είμαστε εμείς, αυτό που είμαστε κι αυτό που υπήρξαμε, παρά μόνο των νεκρών οι στάχτες"

Δευτέρα, Οκτωβρίου 18, 2010

Περί τυφλότητος

Ομολογώ (όχι χωρίς κάποιο δισταγμό ντροπής) ότι είναι το πρώτο βιβλίο του Πορτογάλου νομπελίστα Ζοζέ Σαραμάγκου που διαβάζω. Δεν ξέρω αν θα επιδιώξω να διαβάσω άλλο, καμιά φορά έρχονται από μόνα τους τα βιβλία και μας βρίσκουν. Ασφαλώς όχι γιατί δεν μου άρεσε το "Περί τυφλότητος" (Καστανιώτης, 1998, μετ. Αθηνά Ψύλλια). Αντιθέτως, μου άρεσε και πολύ μάλιστα, αλλά είναι τόσο εφιαλτικό που δεν θα ήθελα να ξαναζήσω παρόμοια αναγνωστική φρίκη, αν είναι και τα άλλα του βιβλία  παρόμοια.
Σε μια πόλη που δεν κατονομάζεται (όπως και όλα τα πρόσωπα είναι ανώνυμα) κάποιος, ενώ οδηγεί το αυτοκίνητό του, περιμένοντας μπροστά στο φανάρι ν' ανάψει πράσινο, ξαφνικά τυφλώνεται. Ένας περαστικός φροντίζει να τον οδηγήσει στο σπίτι του, βρίσκει όμως και την ευκαιρία να του κλέψει το αυτοκίνητο. Μαζί με τη γυναίκα του ο πρώτος αυτός τυφλός επισκέπτεται έναν οφθαλμίατρο, ο οποίος δεν του βρίσκει τίποτα παθολογικό. Όμως, τόσο ο οφθαλμίατρος όσο και οι άλλοι που βρίσκονταν στην αίθουσα αναμονής και ήρθαν, σε οπτική έστω, επαφή με τον πρώτο τυφλό, αρχίζουν να τυφλώνονται. Πρόκειται για μια επιδημία τύφλωσης! Η πολιτεία, όταν διαπιστώνει τη μεταδοτικότητα της τύφλωσης, για να εμποδίσει την εξάπλωσή της, απομονώνει τους τυφλούς σ' ένα δαιδαλώδες παλιό ψυχιατρείο. Στρατιώτες φρουρούν την είσοδο με εντολή να πυροβολούν όποιον δοκιμάσει να βγει και παρακολουθούμε τέτοιες εκτελέσεις. Οι τυφλοί αυξάνονται ραγδαία. Οι έγκλειστοι περιέρχονται σταδιακά σε απελπιστική κατάσταση. Η τροφοδοσία τους που γίνεται με προμήθειες που αφήνονται στην είσοδο ολοένα και δυσχεραίνεται, καθώς η τυφλότητα κυριεύει σιγά-σιγά όλη την πόλη. Τα πιο άγρια ένστικτα ξυπνούν. Το ένστικτο της επιβίωσης, το σεξουαλικό ένστικτο καταδυναστεύουν την κοινότητα των εγκλείστων.
Ο Σαραμάγκου ρίχνει το φως του συγγραφικού του προβολέα κυρίως σε μια ομάδα, την πρώτη ομάδα τυφλών που γνωρίσαμε. Είναι ο πρώτος τυφλός, η γυναίκα του, μια κοπέλα με σκούρα γυαλιά, ένα παιδί με στραβισμό, ένας γέρος με μια καλύπτρα στο μάτι, ο γιατρός και η γυναίκα του, που όλως παραδόξως δεν έχει τυφλωθεί. Με αυτούς τους χαρακτηρισμούς τους αναφέρει σ' όλο το βιβλίο, ονόματα δεν υπάρχουν πουθενά. Παρ' όλη τη στέρηση της τροφής, τη βρωμιά, την κακοποίηση και τον εξευτελισμό, ίσως χάρις στη γυναίκα του γιατρού που βλέπει (πράγμα που φροντίζει να κρατάει κρυφό από όλους εκτός από τον άντρα της) η ομάδα επιβιώνει και κάποια στιγμή βγαίνει από τον εγκλεισμό. Όμως η κατάσταση στην πόλη είναι ακόμη χειρότερη. Τίποτα δεν λειτουργεί πια. Ούτε ύδρευση υπάρχει, ούτε ηλεκτρισμός, ούτε τρόφιμα. Όλοι έχουν τυφλωθεί. Όλος ο κόσμος έχει ως μόνη επιδίωξη την επιβίωση. "Ο θάνατός σου η ζωή μου", μοιάζει να μας λέει ο συγγραφέας. Σκηνές αποτροπιασμού, σκύλοι που τρώνε πτώματα, ωμοφαγία από ανθρώπους, αποπνικτική βρωμιά παντού. Όταν μια μέρα δέχονται την ευεργετική καθαριότητα που τους προσφέρει η βροχή, αισθανόμαστε σαν να μας καθαρίζει κι εμάς από όλη τη βρωμιά που μαζεύτηκε μέσα μας από την τόσο δυνατή, ρεαλιστική γραφή του Σαραμάγκου. Το τέλος αισιόδοξο. Ας μην το προδώσω.
Εντυπωσιάζει η ιδιαίτερη τεχνική του συγγραφέα. Όχι μόνο η απουσία ονομάτων, σύνηθες άλλωστε και σε πολλά άλλα έργα, αλλά και η ιδιόμορφη χρήση των σημείων στίξης. Απουσιάζει το ερωτηματικό καθώς και τα εισαγωγικά στους διαλόγους. Επιπλέον οι διάλογοι είναι ενσωματωμένοι στην αφήγηση και το μόνο που ξεχωρίζει την αλλαγή του προσώπου που μιλά είναι η χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων στη μέση της πρότασης. Το εντυπωσιακό είναι πως δεν δημιουργείται καμιά δυσκολία στην ανάγνωση.
Πολύ συχνά ο Σαραμάγκου παρεμβάλλει σύντομες σκέψεις, ένα είδος συμπύκνωσης, ένα δικό του σχόλιο, που σε σταματά, λειτουργώντας αποφθεγματικά.
Δεν προσπάθησα να βρω κανένα αλληγορικό νόημα στο έργο, που μπορεί και να υπάρχει. Το είδα σαν ένα έργο επιστημονικής φαντασίας, τι θα μπορούσε να συμβεί αν όλοι τυφλωνόμαστε, πόσο το ένστικτο μπορεί να κυριαρχήσει, αφαιρώντας μας όλο αυτό το περίβλημα που ονομάζουμε πολιτισμό. Μου θύμισε ανάλογες (αν και πολύ διαφορετικές ) εφιαλτικές καταστάσεις όπως το "1984" ή τη "Δίκη".

Τρίτη, Οκτωβρίου 12, 2010

Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή

"Όσο αδύνατο είναι να εξηγήσει κανείς γιατί τα αστέρια είναι όμορφα, άλλο τόσο είναι και να εκφράσει την ομορφιά των μαθηματικών". Μια φράση από το βιβλίο της Γιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα "Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή" (Άγρα, 2010, μετ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης) που αποδίδει ακριβώς αυτό που αισθάνομαι για τη "μαθηματική λογοτεχνία". Μου αρέσει, με γοητεύει, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω γιατί. Μου αρέσει έστω κι αν πολλές φορές δεν μπορώ να κατανοήσω πλήρως τις μαθηματικές έννοιες, όρους ή σχέσεις που εκφράζουν οι αριθμοί.
Όμως στο βιβλίο της Ογκάουα η έμφαση δεν δίνεται στα μαθηματικά, παρ' όλο που αποτελούν τον άξονα της ιστορίας της. Η έμφαση δίνεται ακριβώς στην αγάπη για τα μαθηματικά και στην έλξη και τη γοητεία που μπορεί να ασκήσουν, ακόμη και σε κάποιον χωρίς ιδιαίτερες μαθηματικές γνώσεις.
Ο καθηγητής, κεντρική μορφή του έργου, είναι ένας εξηντατετράχρονος πρώην καθηγητής μαθηματικών, παθιασμένος με την επιστήμη του, που πριν από 17 χρόνια (βρισκόμαστε στο 1992) έχασε την μνήμη του μετά από ένα ατύχημα. Από εκείνη τη μέρα και μετά η μνήμη του δεν μπορεί να καταγράψει περισσότερα από ογδόντα λεπτά. Κυκλοφορεί με σημειώματα καρφιτσωμένα στο σακάκι του, για να θυμάται βασικά πράγματα της καθημερινότητας.
"Τι νούμερο παπούτσια φοράτε;" είναι η πρώτη ερώτηση που υποβάλλει στην καινούρια οικιακή βοηθό. Μια ερώτηση που θα της υποβάλλει κάθε μέρα, αφού η βοηθός κάθε μέρα πρέπει να ξανασυστήνεται.-" Ποιος είναι ο αριθμός του τηλεφώνου σας;" κι ενθουσιάζεται όταν σ' αυτούς τους αριθμούς βρίσκει μια ωραία μαθηματική σχέση: "Ω, ένας καθαρός αριθμός", αναφωνεί όλο χαρά, "το παραγοντικό του 4" (1χ2χ3χ4=24). Ή, "μα αυτό είναι υπέροχο. Ισούται με την ποσότητα των πρώτων αριθμών που υπάρχουν μέχρι τα εκατό εκατομμύρια". Πρώτοι αριθμοί, δίδυμοι πρώτοι, φίλοι αριθμοί, τέλειοι αριθμοί, το θεώρημα του Φερμά κ.λπ. αποκαλύπτουν τη γοητεία τους στην οικιακή βοηθό, που είναι και η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια.
Συχνά στο σπίτι του καθηγητή πηγαίνει, αφού σχολάσει, και ο δεκάχρονος γιος της βοηθού, τον οποίο ο καθηγητής αποκαλεί Ρουτ (root=ρίζα), γιατί βρήκε ότι το κεφάλι του ήταν επίπεδο, μοιάζοντας με την τετραγωνική ρίζα.
Μεταξύ των τριών αυτών προσώπων δημιουργούνται τρυφεροί δεσμοί φιλίας. Εκτός απ' την αγάπη για τα μαθηματικά που ο ηλικιωμένος καθηγητής κατορθώναει να εμπνεύσει στους άλλους δυο, τους ενώνει και η αγάπη για το μπέηζμπολ. Πολλές αναφορές σε παίκτες, σε σημαντικά στιγμιότυπα από αγώνες, αλλά και περιγραφή ενός αγώνα που παρακολουθούν, υπάρχουν στο βιβλίο. Ακόμα όμως κι εκεί, στους αριθμούς των θέσεών τους (7-14 και 7-15) ο καθηγητής θα ανακαλύψει μυστικές σχέσεις.
Το μυθιστόρημα της Γιόκο Ογκάουα είναι μια τρυφερή ιστορία αγάπης, στοργής, φιλίας, αγνών αισθημάτων και πάνω απ' όλα μια ιστορία της γοητείας που κρύβουν μέσα τους οι αριθμοί.

Παρασκευή, Οκτωβρίου 08, 2010

Το νόμπελ λογοτεχνίας 2010

Επιτέλους! Κι ένα νόμπελ που διαβάζεται! Υπέροχος ο Λιόσα τόσο στο "Η γιορτή του τράγου" όσο και στο "Το παλιοκόριτσο".

Τρίτη, Οκτωβρίου 05, 2010

Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα

Ένα βιβλίο που ασχολείται με άλλα βιβλία έχει κάτι το ακαταμάχητα γοητευτικό, μου ασκεί (όπως και άλλες φορές έχω πει) μια ιδιαίτερη έλξη και, έχω τη γνώμη, ότι αυτό συμβαίνει με κάθε βιβλιόφιλο. Τελευταίο τέτοιο βιβλίο που αγόρασα ευθύς μόλις περιέπεσε στην αντίληψή μου είναι το "Βιβλιοθήκες γεμάτες φαντάσματα" του Jacques Bonnet (Άγρα, 2010, μετ. Βάνα Χατζάκη).
Δεν ξέρω γιατί, τελειώνοντάς το, ο χαρακτηρισμός που μου ερχόταν στο μυαλό σαν γενική εικόνα ήταν: χαριτωμένο. Το διάβαζα μ' ένα χαμόγελο στα χείλη, ήταν στιγμές που ένιωθα σαν κάποιος να κρατούσε μπροστά μου ένα καθρέφτη όπου έβλεπα να καθρεφτίζεται το είδωλό μου. Με λίγα λόγια το απόλαυσα.
Ο συγγραφέας είναι εκδότης, επιμελητής εκδόσεων, συγγραφέας, βιβλιόφιλος, κάτοχος μιας βιβλιοθήκης με πάνω από είκοσι χιλιάδες τόμους βιβλία. Με χιούμορ, με μια άνεση να κινείται ανάμεσα σε βιβλία διαφόρων εποχών και λογοτεχνιών (κυρίως όμως της γαλλικής λογοτεχνίας) μας περιφέρει σ' αυτό το μαγικό για κάθε βιβλιόφιλο σύμπαν, στις βιβλιοθήκες. Καταθέτει τις σκέψεις του, την αγάπη του για το βιβλίο, προσπαθεί να απαντήσει σε ερωτήματα που απασχολούν κάθε βιβλιόφιλο.
-Ποιες είναι οι μορφές της βιβλιομανίας που υπάρχουν; Διακρίνει τους συλλέκτες (που μπορεί και να μη διαβάζουν τα βιβλία που συλλέγουν) και τους μανιακούς αναγνώστες.
-Πώς ταξινομούνται τα βιβλία; Ταξινομείτε τα βιβλία σύμφωνα με το θέμα τους, τη γλώσσα, τον συγγραφέα, τη χρονολογία έκδοσης, το σχήμα τους ή μήπως με ένα εντελώς διαφορετικό κριτήριο που μόνο εσείς το γνωρίζετε; Μπορεί κανείς να τοποθετήσει πλάι πλάι σ' ένα ράφι δύο συγγραφείς που ήσαν θανάσιμα τσακωμένοι μεταξύ τους όσο ζούσαν;
-Πώς και πού διαβάζετε; Καθισμένος ή όρθιος ή, και γιατί όχι, περπατώντας. Το ιδεώδες πάντως παραμένει να διαβάζει κανείς ξαπλωμένος λες και η στάση αυτή αφήνει το κείμενο να εισχωρήσει καλύτερα στο σώμα.
-Από πού έρχονται τα βιβλία; Πώς έφτασαν τα βιβλία στη βιβλιοθήκη μου; Από την ανάμειξη τυχαίων περιστατικών, συστηματικής περιέργειας και επιθυμιών που μου γεννήθηκαν από διάφορες συζητήσεις και αναγνώσεις.
Πάρα πολλές αναφορές γίνονται σε ένα άλλο εξαίρετο "βιβλιοβιβλίο", "Το χάρτινο σπίτι". Δεν μπορώ όμως να τελειώσω την ανάρτηση χωρίς να αναφέρω λίγα ακόμη αποσπάσματα:
-Το μόνο πλεονέκτημα με μια βιβλιοθήκη σαν τη δική μου είναι πως ποτέ δεν τράβηξε το ενδιαφέρον των διαρρηκτών που με τίμησαν κατά καιρούς με την επίσκεψή τους: Τα βιβλία είναι πολύ βαριά και έχουν ελάχιστη μεταπωλητική αξία.
-Η βιβλιοθήκη προστατεύει από την έξωθεν εχθρότητα, φιλτράρει τους θορύβους του κόσμου, μετριάζει το κρύο που βασιλεύει στην ατμόσφαιρα, ενώ σου δίνει ταυτόχρονα και μια αίσθηση παντοδυναμίας. Γιατί η βιβλιοθήκη αμβλύνει το πεπερασμένο των ανθρώπινων δυνατοτήτων: αντιπροσωπεύει τη συμπύκωνση του χώρου και του χρόνου.

Τρίτη, Σεπτεμβρίου 28, 2010

Το μαγικό Πιεστάνυ, κάτι σαν..."Το Μαγικό Βουνό"

Όταν, γοητευμένη, διάβαζα και ξαναδιάβαζα "Το Μαγικό Βουνό" του Τόμας Μαν, όταν δεν ήθελα να φύγω από κείνη την ονειρώδη ατμόσφαιρα (κι ας ήταν ατμόσφαιρα σανατορίου) δεν φανταζόμουν ότι κάποια μέρα θα είχα την ευτυχία να ζήσω σε μια παρόμοια ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται για σανατόριο ούτε για βουνό. Είναι όμως ένα θεραπευτήριο στο κέντρο μιας πανέμορφης, καταπράσινης, γαλήνιας φύσης, που έντονα μου θύμισε "Το μαγικό Βουνό", αλλά που δεν είναι απαραίτητο να είσαι άρρωστος για να απολαύσεις την ηρεμία, την αναζωογόνηση, την ανανέωση που μπορεί να σου προσφέρει. Χάρις στην ευγενική πρόσκληση του TOP KINISIS TRAVEL, μια ομάδα από δέκα άτομα, ζήσαμε τέσσερις ονειρεμένες μέρες σ' ένα εκπαιδευτικό ταξίδι γνωριμίας με την υπέροχη αυτή γωνιά της γης.
Η μικρή πόλη Πιεστάνυ της Σλοβακίας (με 30-35 χιλιάδες κατοίκους) βρίσκεται σε απόσταση δύο ωρών περίπου από τη Βιέννη, στα βορειοδυτικά της πρωτεύουσας της Σλοβακίας Μπρατισλάβα. Είναι μια ήσυχη, πανέμορφη, καταπράσινη πόλη, με τον ποταμό Βαχ να τη διασχίζει, χαρίζοντάς της την ομορφιά και την ηρεμία των νερών του.




Ο ποταμός Βαχ


Η άλλη πλευρά του Βαχ

 Όμορφοι κύκνοι διασχίζουν το ποτάμι


Ένας μοναχικός κύκνος στο δρόμο

Η διεθνής όμως φήμη και η σημασία του Ποτεστάνυ δεν βρίσκεται μόνο στην όμορφη, μικρή πόλη. Σ΄ενα νησάκι που σχηματίζεται ανάμεσα στις δυο όχθες του ποταμού Βαχ, συγκεντρωμένα σ' ένα εκπληκτικό φυσικό περιβάλλον, μέσα σ' ένα καταπράσινο πάρκο, ωραία, πολυτελή ξενοδοχεία φιλοξενούν επισκέπτες απ' όλα τα μέρη του κόσμου, που έρχονται και ξανάρχονται εδώ. Η φύση, εκτός από ομορφιά, προίκισε το Πιεστάνυ με τις φυσικές θεραπευτικές ιδιότητες των θειούχων νερών και της θειούχας λάσπης.

Πανύψηλα δέντρα αγγίζουν σχεδόν το μπαλκόνι σου

Η παράδοση του Πιεστάνυ ως τόπου ιαματικών πηγών πάει πολύ μακριά στο παρελθόν. Ήδη από το 16ο αι. υπάρχουν συγγράμματα που μιλούν για τις θεραπευτικές πηγές του Πιεστάνυ. Τη διεθνή του όμως φήμη και την προσέλκυση επισκεπτών άρχισε να γνωρίζει στο τέλος του 19ου αι., όταν το ενοικίασε η οικογένεια Winter. Τις πρώτες ξύλινες κατασκευές και τις τρύπες στο έδαφος διαδέχτηκαν τα σημερινά πολυτελή ξενοδοχεία και οι σύγχρονες εγκαταστάσεις και θεραπείες. Γιατροί το σύστηναν κυρίως για τη θεραπεία ρευματισμών, αρθριτικών ή άλλων κινητικών προβλημάτων. Σύντομα το Πιεστάνυ έγινε ένα πολυσύχναστο κέντρο από το οποίο πέρασαν (και περνούν) όχι μόνο απλοί άνθρωποι, αλλά και εξέχουσες προσωπικότητες της πολιτικής και πολιτιστικής ζωής.
Κάθεσαι στο μπαλκόνι του δωματίου, αντικρίζεις αυτή την ήρεμη ομορφιά, μακριά από θορύβους και καυσαέρια, το stress φεύγει και αισθάνεσαι πως η θεραπεία έχει κιόλας αρχίσει. Πανύψηλα, καταπράσινα δέντρα, ο "ήχος της σιωπής" τον οποίο διακόπτει μόνο ο ήχος του νερού, συντροφεύουν τις σκέψεις σου.

 Θέα από το μπαλκόνι


Στο ξενοδοχείο Splendid

Πάνω από 60 θεραπευτικές μέθοδοι είναι σήμερα στη διάθεση των επισκεπτών του Πιεστάνυ: Μασάζ, μερικό ή ολόσωμο, ατομική ή ομαδική λασποθεραπεία, σάουνα, αλατοθεραπεία (στη σπηλιά με το αλάτι, εισπνέοντας ιώδιο και άλλα στοιχεία, χαλαρώνοντας με κατάλληλη μουσική, αναζωογονείται σώμα και πνεύμα).

Κινησιοθεραπεία στο νερό

Με την οξυγονοθεραπεία, εισπνέοντας αέρα με 40-60% οξυγόνο, ενδυναμώνεται όλος ο οργανισμός. Αλλά ακόμη βελονισμός, θεραπεία με παραφίνη, με λέιζερ, ρεφλεξολογία, θεραπεία για χάσιμο βάρους, για καταπολέμηση του stess και πάνω απ' όλα για αποκατάσταση της κινητικής ικανότητας, μετά από εγχείρηση, για αποθεραπεία μετά από κατάγματα, φυσιοθεραπεία, κινησιοθεραπεία μέσα ή έξω από το νερό είναι ελάχιστα από όσα μπορεί να προσφέρρει το Πιεστάνυ στον επισκέπτη του.


Λασποθεραπεία


Ομαδική λασποθεραπεία

Όχι άδικα το έμβλημα, το σήμα κατατεθέν του Πιεστάνυ είναι η μορφή ενός νεαρού άντρα που σπάει το δεκανίκι του. Δεν του χρειάζεται πια. Το βλέπουμε παντού: Στην είσοδο του ξενοδοχείου, στην πόλη εκεί που αρχίζει η περιοχή των θεραπευτηρίων, στις μπλούζες του προσωπικού, στα μπουρνούζια, σε αναμνηστικά δωράκια.



Το έμβλημα του Πιεστάνυ

Υπάρχουν διαφόρων κατηγοριών ξενοδοχεία, ξενοδοχεία για  όλα τα βαλάντια (αν και γενικά το οικονομικό κόστος είναι πολύ χαμηλό σε σχέση με το δικό μας κόστος ζωής), όμως το στολίδι του Πιεστάνυ είναι το πεντάστερο, αριστοκρατικό, παλιό αρχοντικό ξενοδοχείο, χτισμένο σε Αρτ Νουβό το 1912, το ξενοδοχείο Thermia. Λουλουδισμένα μπαλκόνια, μια τραπεζαρία που μοιάζει τραπεζαρία παλατιού, με ζωντανή μουσική να συνοδεύει τα γεύματα, καταπληκτική θέα απ' όλα τα παράθυρα, λουλούδια, νερά, σε μεταφέρουν σ' ένα άλλο, ονειρώδη κόσμο.


Το ξενοδοχείο Thermia


Τα λουλουδισμένα μπαλκόνια του Thermia


Θέα από δωμάτιο του Thermia. Στο βάθος το ποτάμι

Συνεχόμενο με το Thermia είναι το ξενοδοχείο Irma και στο ενδιάμεσο ο ψηλός θόλος κάτω από τον οποίο η μεγάλη πισίνα με τη ζεστή, θεραπευτική, θειούχα λάσπη, δέχεται καθημερινά όσους αντέχουν τη θερμοκρασία των πάνω από 40 βαθμών Κελσίου. Σε μια κόγχη στο εξωτερικό του Irma, η προτομή της κοσμαγάπητης Σίσσι. Πώς ήταν δυνατό να μη φτάσει κι εδώ η θλιμμένη αυτοκράτειρα;


Η Σίσσι

Για τους φιλοξενούμενους στο Πιεστάνυ δεν προσφέρονται μόνο θεραπείες. Πολλές άλλες δραστηριότητες είναι στη διάθεσή τους. Από γκολφ μέχρι ιππασία, τένις, ποδηλασία ή ακόμη πολιτιστικές δραστηριότητες, όπως το μουσικό φεστιβάλ που διεξάγεται εδώ από το 1955. Δεν λείπει ούτε το καζίνο για όσους αγαπούν τα τυχερά παιγνίδια. Τα απογεύματα και τα βράδια ζωντανή μουσική είναι στη διάθεση των επισκεπτών που μπορούν να χαλαρώσουν μ' ένα ποτό στον ήχο του βιολιού και του πιάνου ή ... οι νεότεροι να εκτονωθούν με το χορό.


Χορεύοντας στο club του Esplanade

Η μικρή πόλη του Πιεστάνυ βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής από τα θεραπευτήρια. Και είναι πραγματική απόλαυση να διασχίζει κανείς αυτό το θαυμάσιο πάρκο και να φτάνει στη γραφική πόλη.


Διασχίζοντας το πάρκο


Στην ηρεμία της μοναξιάς


Φθινοπωρινή εικόνα στο πάρκο. Ο χειμώνας πλησιάζει.



Λίγο πιο πέρα ανθισμένα νούφαρα.


Ακόμα μια ανθισμένη γωνιά

Ακόμα κι αν είσαι ο βιαστικός, αγχώδης κάτοικος της πόλης, εδώ αναγκαστικά ηρεμείς. Δεν ακούς τους ενοχλητικούς θορύβους των αυτοκινήτων, εδώ οι πάντες κυκλοφορούν με ποδήλατα.


Διασχίζοντας το πάρκο με ποδήλατο


Ποδήλατα παντού


Μικρό γεφυράκι στην πόλη


Κι εδώ λουλούδια


Καφετέρια σε πεζόδρομο της πόλης


Σιντριβάνια στην πόλη

Ένα από τα βράδια της παραμονής μας στο Πιεστάνυ παίρνουμε το δείπνο μας σ' ένα εστιατόριο λίγο έξω από την πόλη. Είναι το εστιατόριο Furman, δηλ. η ταβέρνα "Του αμαξά". Σπεσιαλιτέ του το ελάφι.


Ασφαλώς δεν είναι το ελάφι που φάγαμε...


Το εστιατόριο Furman

ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΑΤΙΑ ΣΤΗ ΒΙΕΝΝΗ
Πριν πάρουμε την πτήση για την επιστροφή, έχουμε περίπου τρεις ώρες στη διάθεσή μας για να περιδιαβάσουμε για λίγο σ' αυτό που κατά τη γνώμη μου αποτελεί την επιτομή του πολιτισμού. Στην όμορφη, κοσμαγάπητη, αριστοκρατική Βιέννη. Είναι ένα ήρεμο, βροχερό απόγευμα. Η Κέρτνερ Στράσσε όπως τη ξέρουμε εδώ και χρόνια, όπως είναι ίσως εδώ και αιώνες. Πολύβουη, γεμάτη από ξένους κυρίως, με μουσικούς του δρόμου, με χάππενιγκς, με τον Άγιο Στέφανο στο τέρμα της.


Στη Κέρτνερ Στράσσε


Μουσικός στο δρόμο


Υπαίθριος ζωγράφος


Δυο κοριτσάκια θαυμάζουν τον κλόουν


Η αμαξάρισσα περιμένει πελατεία


Ο...Μότσαρτ διαφημίζει τη συναυλία του


Και ασφαλώς μια σοκολατίνα στο Σάχερ είναι must όσες φορές κι αν έχεις πάει στη Βιέννη!

Σημ. Αντιπρόσωποι του Πιεστάνυ στην Κύπρο είναι το ταξιδιωτικό γραφείο TOP KINISIS TRAVEL (http://www.taxidiamprosta.com/)

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 27, 2010

Μια γυναίκα στο Βερολίνο

Δεν είναι μυθιστόρημα. Δεν είναι ένα βιβλίο στο οποίο θέλεις "να δεις τι θα γίνει παρακάτω", δεν έχει μύθο. Είναι ένα βιβλίο ζέουσας πραγματικότητας, είναι οι ημερολογιακές σημειώσεις μιας τριαντάχρονης Γερμανίδας, τις οποίες κρατούσε από τις 20 Απριλίου ως τις 22 Ιουνίου του 1945, ενώ το Βερολίνο βομβαρδιζόταν και οι συμμαχικές δυνάμεις το κατελάμβαναν. Το ημερολόγιο (Ανώνυμη, Μια γυναίκα στο Βερολίνο, Κέδρος, 2007 μετ. Πελαγία Τσινάρη και επίσης την ίδια χρονιά άλλη έκδοση: Νάρκισσος, μετ. Γιάννης Καστανάρας) δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1954 στις Η.Π.Α. σε αγγλική μετάφραση. Πέντε χρόνια αργότερα εκδόθηκε και στα Γερμανικά. Η έντονη όμως αντίδραση που προκάλεσε γιατί το περιεχόμενό του "κηλίδωνε την τιμή των Γερμανίδων", καθώς αναφερόταν στις χιλιάδες βιασμούς τους από τους Ρώσους στρατιώτες, το έκανε να περιπέσει στην αφάνεια και μόνο μετά το θάνατο της ανώνυμης συγγραφέως το 2001 το ημερολόγιο επανεκδόθηκε το 2003.
Αυτή η ανωνυμία δημιούργησε κάποιες αμφιβολίες ως προς την αυθεντικότητά του. Σ' αυτό συνέβαλε και η λογοτεχνικότητα του κειμένου. Όμως η συγγραφέας ήταν δημοσιογράφος, εργαζόταν σ' ένα εκδοτικό οίκο, είχε ταξιδέψει σε διάφορες χώρες, ανάμεσα στις οποίες και στη Ρωσία, όπου έμαθε κάπως και τη γλώσσα, στοιχεία που δικαιολογούν τόσο το λογοτεχνικό ύφος στην έκφραση, όσο και το περιεχόμενο, τις λεπτομέρειες της περιγραφής, τις λεπτές παρατηρήσεις, τις σκέψεις, ενίοτε το πικρό χιούμορ. Σήμερα η αυθεντικότητα του ημερολογίου δεν αμφισβητείται πια, ένας μάλιστα διακεκριμένος κριτικός και δημοσιογράφος, απεκάλυψε και το όνομα της συγγραφέως, κατονομάζοντάς την ως Μάρτα Χίλερ.
Είναι 20 Απριλίου, ημέρα Παρασκευή όταν αρχίζει να γράφει. Το Βερολίνο συγκλονίζεται από τους βομβαρδισμούς. Οι Ρώσοι απέχουν ελάχιστα καθώς πλησιάζουν από τα ανατολικά. Το σπίτι της αφηγήτριας έχει βομβαρδιστεί και μετακομίζει σε μια σοφίτα, συγκατοικώντας με άλλους, καταφεύγοντας στο υπόγειο της πολυκατοικίας στη διάρκεια των βομβαρδισμών.
Μέρα με τη μέρα καταγράφει όχι μόνο γεγονότα αλλά και σκέψεις και συναισθήματα. Ο θάνατος τριγυρίζει τους εναπομείναντες κατοίκους του Βερολίνου, κυρίως γυναικόπαιδα, αλλά και η πείνα κι όταν οι Ρώσοι μπαίνουν στην πόλη η εμπειρία των μαζικών βιασμών κυριαρχεί στο ημερολόγιο. Θύμα και η ίδια βιασμού, αποφασίζει να προκαλέσει την προσοχή και την εύνοια ενός Ρώσου αξιωματικού, ώστε να έχει μια στοιχειώδη προστασία από τους άγνωστους, μεθυσμένους στρατιώτες. Το θέμα γίνεται τόσο συνηθισμένο και καθημερινό, ώστε φτάνει να το αντιμετωπίζει με πικρό χιούμορ. Ρωτάει όταν συναντιέται με μια φίλη της: "Πόσες φορές σε βιάσανε Ίλζε;"- "Τέσσερις. Εσένα;"- "Δεν έχω ιδέα, πάντως χρειάστηκε να αναρριχηθώ αρκετά ψηλά στην ιεραρχία, από το σώμα ανεφοδιασμού έφτασα σε ταγματάρχη".
Έντονα επικριτική εμφανίζεται για τη στάση των ανδρών που μοιρολατρικά, χωρίς να αντιδρούν, γίνονται μάρτυρες αυτής της κατάστασης ή ακόμη, όπως θα συμβεί και στην ίδια στο τέλος, οι σύντροφοί τους τις εγκαταλείπουν. Πιο πολύ στις ημερολογιακές σημειώσεις κυριαρχεί η πείνα. Επιβιώνουν με ελάχιστη τροφή, συχνά μόνο με νερό στο οποίο έχουν βράσει τσουκνίδες. Ευπρόσδεχτα γίνονται τα σπάνια τρόφιμα που οι Ρώσοι τους προμηθεύουν. Δεν υπάρχει παροχή νερού, το κουβαλούν από μακριά, το ηλεκτρικό ρεύμα έχει διακοπεί, κάποτε την επιστρατεύουν μαζί με άλλες γυναίκες για ολοήμερη εξαντλητική εργασία. Γράφει: "Καινούρια μέρα. Είναι τόσο περίεργο να ζει κανείς χωρίς εφημερίδα, χωρίς ημερολόγιο, χωρίς ώρα, χωρίς τέλος του μηνός. Ένας άχρονος χρόνος, που κυλάει σαν το νερό, που τον μετράμε όχι με τους δείκτες του ρολογιού, αλλά με το πηγαινέλα των αντρών με τις ξένες στολές".
Γράφοντας τονώνει η ίδια το φρόνημα και την αντοχή της. Κάποτε οι αναμνήσεις την οδηγούν σε ευτυχισμένες στιγμές του παρελθόντος, άλλες φορές όσα βιώνει της δημιουργούν ποικίλες σκέψεις τις οποίες και καταγράφει: "Τίποτα δεν μας ανήκει πλέον σ' αυτή τη χώρα παρεκτός η κάθε στιγμή που ζούμε".
Το ημερολόγιο σταματά στις 22 Ιουνίου 1945, κλείνοντας με το πείσμα της να επιβιώσει και με την αισιόδοξη πιθανότητα να ξανανταμώσει με το σύντροφό της: "Ξέρω μόνο ότι θέλω να επιβιώσω-ενάντια σε κάθε νόημα και λογική, έτσι απλά, σαν ένα ζώο. Άραγε να με σκέφτεται ακόμα ο Γκερτ; Ίσως οι δρόμοι μας ξανασμίξουν κάποτε".

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 12, 2010

Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος

Νομίζω πως στην παρουσίαση του προηγούμενου βιβλίου της Νοέλ Μπάξερ "Από δρυ παλιά και από πέτρα" είχα κάπως αδικήσει τη συγγραφέα. Τα έντονα συναισθήματα αντίδρασης που μου προκάλεσε η χρησιμοποίηση του ονόματος της Κερύνειας, που πρόδιδε όμως μια λειψή γνώση του τόπου και της ιστορίας του, δεν μου επέτρεψαν να εκτιμήσω όσο έπρεπε τη συγγραφική ικανότητα και τα θετικά του βιβλίου.
Βρήκα το δεύτερο βιβλίο της Μπάξερ που μόλις τελείωσα, "Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος" (Ψυχογιός, 2010) πολύ καλύτερο, χωρίς τα αρνητικά που είχα επισημάνει στο πρώτο της βιβλίο. Όχι μόνο γιατί το αντικρίζω χωρίς την υποκειμενική φόρτιση με την οποία διάβασα το πρώτο βιβλίο, αλλά γιατί πιστεύω ότι και αντικειμενικά είναι έργο πολύ αρτιότερο, ωριμότερο. Η ατμόσφαιρα της Κερασούντας τότε (1921) και τώρα, δίνεται πολύ πειστικά. Το γενικότερο δράμα των Ποντίων προβάλλει έντονα μέσα από την ατομική ιστορία μιας οικογένειας. Δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, όμως μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων της έμμεσα διαγράφεται μια τραγική σελίδα του νεότερου Ελληνισμού.
Αν εξαιρέσουμε το πρώτο, το εισαγωγικό κεφάλαιο, όπου υπαινικτικά δίνονται στοιχεία από όλο το βιβλίο, όλο το υπόλοιπο είναι η αφήγηση της κεντρικής ηρωίδας, της Σουλτάνας Καπαγιαννίδου, προς τον Τούρκο ξάδερφό της Σερχάν, αφήγηση που κρατάει όλο το βράδυ. Καθισμένη στο καφενείο του, στην Κερασούντα, του μιλάει στη γλώσσα της, που εκείνος βέβαια δεν καταλαβαίνει, ούτε απαντάει, είναι ένας σιωπηλός ακροατής. Είναι μια αφήγηση-ενδοσκόπηση. Το παρόν μπλέκεται με το παρελθόν, το ατομικό με το συλλογικό. Η ηρωίδα, την παραμονή των πεντηκοστών της γενεθλίων θυμάται, αναπολεί, προβληματίζεται. Η κατάληξη όλης αυτής της αναπόλησης θα είναι οι σημαντικές αποφάσεις που πρέπει να πάρει για τη ζωή της.
Μεγαλωμένη από τη συνονόματη γιαγιά της (η μητέρα είχε μεταναστεύσει στη Γερμανία) στο Κουρουτζού, ένα προσφυγικό χωριό έξω από την Καβάλλα που μετονομάστηκε σε Κρυονέρι, μεγαλώνει ακούγοντας τις αφηγήσεις της γιαγιάς που έφτασε εδώ μετά το διωγμό των Ποντίων από τις προγονικές τους εστίες. Η ιστορία της πορείας της "λευκής εξορίας", με τη γιαγιά Σουλτάνα να κουβαλάει στην πλάτη τη μικρότερη αδελφή της, η οποία προσβεβλημένη από δυσεντερία "άδειασε την κοιλίτσα της στην πλάτη της" και που εξακολούθησε να τη μεταφέρει κι όταν η μικρή είχε πια πεθάνει, συνοψίζει συμβολικά όλο το δράμα των ξεσπιτωμένων Ποντίων.
Οι αφηγήσεις της γιαγιάς ξυπνούν στη συνονόματη εγγονή την επιθυμία να επισκεφθεί το μέρος όπου έζησαν οι πρόγονοί της, την Κερασούντα. Εκεί θα γνωρίσει το παρακλάδι της οικογένειας που τούρκεψε. Η αδελφή της γιαγιάς, η Ευδοκία, παντρεμένη με Τούρκο για να σωθεί, είναι πια η Οζγκιούρ με παιδιά κι εγγόνια. "Στον Πόντο σήμερα μπορεί να μην υπάρχουν Έλληνες, αλλά υπάρχει ελληνικό αίμα", θα πει κάποια στιγμή. Την πρώτη επίσκεψη ακολουθούν πολλές άλλες και τώρα, παραμονή των γενεθλίων της, εδώ έρχεται η Σουλτάνα για να σκεφτεί και να πάρει τις αποφάσεις της.
Παράλληλα όμως με το Ποντιακό παρελθόν εκτυλίσσεται μια άλλη, σύγχρονη ιστορία. Η Σουλτάνα που είχε σπουδάσει νομικά, προτίμησε το αστυνομικό σώμα. Μια αστυνομική ιστορία, δυο φόνοι, προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνώστη όπως κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα. Η σύνδεση των αφηγηματικών ρευμάτων, του αστυνομικού μυστηρίου αφενός και του Πόντου αφετέρου, αλλά και της προσωπικής ζωής της ηρωίδας είναι πολύ χαλαρή. Όμως παραμένει βασικός συνδετικός κρίκος η Σουλτάνα, η ζωή της, οι σκέψεις, οι προβληματισμοί της, οι αποφάσεις που πρέπει να πάρει αυτή "τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος".
Χρησιμοποιώντας την ίδια τεχνική η συγγραφέας, όπως  στο πρώτο της βιβλίο παρενέβαλλε στίχους από την Οδύσσεια, έτσι κι εδώ παρεμβάλλει αποσπάσματα από την Κύρου ανάβαση του Ξενοφώντα, παραλληλίζοντας την πορεία των Μυρίων με τη μαρτυρική πορεία των Ποντίων. Η χρήση των αποσπασμάτων γίνεται σε πολύ μικρότερο βαθμό κι αυτό είναι προς όφελος του βιβλίου. Οι σχεδόν ταυτόσημες πορείες φανερώνουν τη διαχρονικότητα, την ομοιόμορφη επανάληψη καταστάσεων, τη σύνδεση του παλαιότερου με το νεότερο Ελληνισμό. Προσωπικά δεν συμπαθώ αυτή την τεχνική κι ελπίζω νη μη συνεχίσει να τη χρησιμοποιεί και στα επόμενα βιβλία της η συγγραφέας.
Κάτι που δένει με την όλη ατμόσφαιρα κάνοντάς την πιο πειστική είναι η μετρημένη χρήση της Ποντιακής διαλέκτου και η ακόμη μικρότερη των Τουρκικών φράσεων. Γενικά, το μυθιστόρημα της Μπάξερ κατορθώνει με επιτυχία να συνδέσει το παρόν με το παρελθόν. Είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα με τις ρίζες του βυθισμένες στην ιστορία, σε μια πρόσφατη, τραγική σελίδα του Ελληνισμού.