Πέμπτη, Ιουνίου 25, 2009

Μετά τα μεσάνυχτα



Στον αγαπητό Librofilo οφείλω πολλά από τα ωραία βιβλία που έχω διαβάσει. Το πιο πρόσφατο, μια ευσύνοπτη νουβέλα μόλις 128 σελίδων. Τίτλος, "Μετά τα μεσάνυχτα" (Μελάνι, 2008, μετ. Γωγώ Αρβανίτη, τίτλος πρωτοτύπου Don't Look Now). Συγγραφέας η αγαπημένη μου Δάφνη Ντι Μωριέ (Στα χρόνια της εφηβείας μου τη "Ρεβέκκα" της τη ξαναδιάβαζα κάθε καλοκαίρι, την είχα μάθει σχεδόν απ' έξω).
Η Βενετία υπήρξε (και είναι ακόμη) προσφιλής λογοτεχνικός τόπος. "Ο έμπορος της Βενετίας", του Σέξπηρ, "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν, "Γιατί όχι στη Βενετία;" της Μισέλ Μανσό, "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" του δικού μας Μαμαλούκα, είναι λίγα μόνο από τα έργα που μου έρχονται πρόχειρα στο νου. Φαίνεται ότι η σκοτεινή γοητεία των καναλιών της, τα ερειπωμένα αρχοντικά της, τα αδιέξοδα δρομάκια της, η όλη ατμόσφαιρα που έχει κάτι το ρομαντικό και μυστηριώδες ταυτόχρονα, εμπνέουν πολλούς λογοτέχνες (κι ας μη ξεχνάμε ότι κάποτε εθεωρείτο must για μήνα του μέλιτος!).
Σ' αυτή την ατμόσφαιρα μας σεριανάει η Δάφνη ντι Μωριέ με την καταπληκτική αυτή νουβέλα, της οποίας η κινηματογραφική μεταφορά το 1973 θεωρείται μια από τις καλύτερες ταινίες του βρετανικόυ κινηματογράφου (Να αναφέρω εδώ ότι ο Librofilo, εκτός από την ωραία παρουσίαση του βιβλίου κάνει και μια πολύ κατατοπιστική σύγκριση βιβλίου-ταινίας).
"Μην κοιτάξεις" είπε ο Τζον στη γυναίκα του, "αλλά δυο τραπέζια πιο πέρα κάθονται δύο γεροντοκόρες που προσπαθούν να με υπνωτίσουν". Και μόνο αυτή η εναρκτήρια πρόταση είναι αρκετή για να κάνει τον αναγνώστη να θέλει να προχωρήσει. (Έχουν λεχθεί πολλά για τις εναρκτήριες φράσεις διάσημων λογοτεχνικών έργων. Κάτι που πολλοί σύγχρονοι συγγραφείς νομίζω θα 'πρεπε να μελετήσουν).
Ένα νεαρό ζευγάρι, ο Τζον και η Λόρα έρχονται για διακοπές στη Βενετία, στην προσπάθειά τους να συνέλθουν από το πένθος στο οποίο τους βύθισε ο θάνατος της μικρής τους κόρης. Το ζευγάρι έχει ακόμη ένα γιο, που τον έχουν αφήσει στο οικοτροφείο του σχολείου του. Καθώς τριγυρίζουν στη Βενετία, κάνουν τον περίπατό τους ή τρώνε σε ρομαντικά ταβερνάκια, συναντούν σε κάθε τους βήμα αυτό το παράξενο ζευγάρι των ηλικιωμένων δίδυμων αδελφών. Η μια απ' αυτές, παρ' όλο που είναι τυφλή, ισχυρίζεται ότι βλέπει κοντά στο ζευγάρι τη μικρή, νεκρή τους κόρη. Η Λόρα νιώθει μια χαρά, μια παρηγοριά μέσα στο πένθος της, ενώ ο άντρας της, σκεπτικιστής, δεν πιστεύει σ' αυτά. Όταν η τυφλή προειδοποιεί το ζευγάρι για μια επικείμενη συμφορά, τότε η μεταφυσική συγκρούεται άμεσα με τη λογική. Ποια θα υπερισχύσει; Δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο. Η νουβέλα κρατάει αιχμάλωτο τον αναγνώστη ως το απρόσμενο τέλος, που έρχεται στην τελευταία σελίδα.
Όσοι αναγνώστες πιστεύουν στα μεταφυσικά φαινόμενα θα ενθουσιαστούν. Όσοι είναι ορθολογιστές και λογικοκρατούμενοι (αναμεσά τους κι εγώ) θα απολαύσουν ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο.

Τρίτη, Ιουνίου 23, 2009

Τα τρίτα μου γενέθλια

Να πω "Πόσο γρήγορα περνά ο καιρός" θα ήταν μεγάλη κοινοτοπία (αλίμονο, όσο μεγαλώνεις τόσο πιο γήγορα περνάει). Το "μου φαίνεται σαν χτες" επίσης χιλιοειπωμένο. Κι όμως συχνά δεν έχουμε άλλη επιλογή παρά να καταφύγουμε σ΄αυτές τις τόσο κοινότοπες εκφράσεις. Σ' αυτές καταφεύγω κι εγώ για να γιορτάσω την τρίτη επέτειο των γενεθλίων του blog μου.
Αισθάνομαι πολύ ευτυχής που συμπλήρωσα προχθές ακόμα ένα χρόνο "μπλογκικής" ζωής. Γυρίζω πίσω. Ξαναδιαβάζω και θυμάμαι. Βιβλία που με μάγεψαν και βιβλία που με απογοήτευσαν. Σχόλια κι επικοινωνία με φίλους, γνωστούς και αγνώστους. Στιγμές της ζωής μου που συνδέθηκαν με τα διαβάσματά μου. Και καταφεύγω και πάλι στην ευχή που πάει να γίνει κι αυτή κλισέ: "Του χρόνου και πάλι εδώ".

Τετάρτη, Ιουνίου 17, 2009

Κόκκινο στην πράσινη γραμμή



"Μια απέραντη ξεγνοιασιά επικρατεί-οι ζωντανοί με τους ζωντανούς και οι πεθαμένοι με τους πεθαμένους". Φράση που ακούγεται στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Βασίλη Γκουρογιάννη "Κόκκινο στην πράσινη γραμμή" (Μεταίχμιο, 2009). Μια φράση που μοιάζει να μας χαρακτηρίζει ως Κυπρίους για όποιον, ερχόμενος στην Κύπρο τώρα για πρώτη φορά, βλέπει τις πολυπληθείς παραλίες, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τις γεμάτες νεολαία καφετέριες. Μοιάζει σαν να έχουμε ξεχάσει τα δεινά μας, σαν να μην έχουμε κανένα πρόβλημα. Αν κρίνω από τον εαυτό μου, ναι, θέλω να ξεχάσω. Κι ας ήταν για χρόνια μετά την εισβολή αναρτημένο παντού το σύνθημα "δεν ξεχνώ" κι ας το βλέπουμε ακόμα πότε-πότε να προβάλλει μισοσβησμένο. Θέλω να ξεχάσω επιτέλους, γιατί από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου έζησα μέσα στο θάνατο και τις συγκρούσεις. Πότε με τους Άγγλους, πότε με τους Τούρκους, πότε μεταξύ μας. Κι έρχονται βιβλία σαν αυτό του Γκουρογιάννη να ανασκαλίσουν τη μνήμη, να θυμίσουν "οικεία κακά", να μας ξυπνήσουν "πόνους παλιούς που μέσα μας κοιμούνται".
Ο άγνωστος κι αγνοημένος πόλεμος του 1974 (μα έγινε πόλεμος τότε;) και η συμμετοχή των Ελλαδιτών στρατιωτών σ' αυτόν, είναι το κεντρικό μοτίβο του βιβλίου. Αφορμή έδωσε το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄Δημοτικού που ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων πριν από μερικά χρόνια. Οι βετεράνοι του '74 ζητούν να προστεθεί στις ελάχιστες γραμμές που το βιβλίο αφιερώνει σ' αυτόν τον πόλεμο, ακόμα μιάμιση γραμμή για τη δική τους συμμετοχή. Ο πρόεδρος της οργάνωσης ΝΟΜΕ (Νέα Οργάνωση Ελλήνων Μαχητών), που είναι και το κεντρικό πρόσωπο του μυθιστορήματος, έρχεται στην Κύπρο επικεφαλής μιας ομάδας βετεράνων που διοργανώνουν ένα συνέδριο, με σκοπό μέσα από τις αναμνήσεις, τις αφηγήσεις, τις μαρτυρίες τους, να μπορέσουν να συνοψίσουν τη μιάμιση γραμμή για να προστεθεί στο βιβλίο της Ιστορίας.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί τους συνέδρους από την πρώτη μέρα της τριήμερης παραμονής τους στο νησί, που αρχίζει με κατάθεση στεφάνου στον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, όπου είναι θαμμένοι οι πεσόντες Ελλαδίτες, μέχρι την αναχώρησή τους από την Κύπρο. Ήδη από την πρώτη στιγμή, με το βαριεστημένο τρόπο που γίνεται η κατάθεση, που ψάλλεται ο Εθνικός Ύμνος, ενώ η σκέψη μέσα στο αυγουστιάτικο λιοπύρι της Λευκωσίας πετά προς μια ανακουφιστική παγωμένη μπίρα που τους περιμένει στο ξενοδοχείο, φαίνεται η ματιά με την οποία θα κοιτάξει το θέμα του ο συγγραφέας. Οι αναμνήσεις, όπως αυτές θα ξεδιπλωθούν μέσα από τις μαρτυρίες στο συνέδριο ή μέσα από τις ενδόμυχες σκέψεις και φαντασιώσεις του προέδρου, δεν έχουν τίποτα το ηρωικό. Αναμνήσεις που σχετίζονται με εγκλήματα πολέμου, με εκτελέσεις αιχμαλώτων, με την έλλειψη όπλων, με την απουσία οργανωμένης άμυνας, αλλά και με τη μάχη που έδωσε η ΕΛΔΥΚ και "έσωσε την τιμή της Ελλάδας". Οι αναμνήσεις και αφηγήσεις αγκαλιάζουν και το πραξικόπημα που, οργανωμένο από τη χούντα, ανέτρεψε τον πρόεδρο Μακάριο κι έγινε αφορμή για την Τουρκική εισβολή. Πότε τραυματίστηκε στο πόδι ο πρόεδρος των βετεράνων; Στην επίθεση εναντίον του ΡΙΚ (Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου), ήταν επομένως με το μέρος των πραξικοπηματιών ή κατά την τουρκική εισβολή πολεμώντας στο ύψωμα Κοτζάκαγια; Γιατί αμφισβητείται η γνησιότητα του τραυματισμού του; Τι τον βασανίζει και καταναλώνει συνεχώς αγχολυτικά; Στο κάτω-κάτω κι αν πήγε με τους πραξικοπηματίες τι έφταιγε αφού εκτελούσε διαταγές;
Με έξαιρετική περιγραφική ικανότητα και με συγκίνηση θα έλεγα (ή μήπως εγώ το βλέπω έτσι;) δίνεται η μετάβαση των συνέδρων στα Κατεχόμενα και η συνάντησή τους με Τούρκους βετεράνους του ίδιου πολέμου. "Οι αλήθειες των άλλων" προβάλλουν συχνά στο βιβλίο κι είναι βέβαιο πως στη δική μας πλευρά θα προκαλέσουν αντιδράσεις. "Ας όψονται οι αίτιοι" είναι μια φράση που ακούγεται συχνά στην Κύπρο, όταν σκεφτόμαστε την κατάστασή μας. Ποιοι όμως είναι οι αίτιοι; "Η συγκεκριμένη φράση είναι δίκοπο μαχαίρι όταν ακούγεται από Κυπρίους αυτής της ηλικίας και πάνω. Αίτιος μπορεί να είναι ή ο Μακάριος ή ο Γρίβας ή η χούντα των Αθηνών ή οι Εγγλέζοι ή η ΕΟΚΑ Β΄ κτλ."
Δυσκολεύεται να πιστέψει κανείς ότι ο Γκουρογιάννης δεν πολέμησε στην Κύπρο τότε. Είναι τόση η γνώση τόπων, γεγονότων, λεπτομερειών που μόνο η μελέτη των πηγών τις οποίες και παραθέτει δεν θα μπορούσε από μόνη της να κάνει τόσο πειστική την αφήγησή του. (Από τις ελάχιστες ανακρίβειες που επεσήμανα είναι το χωριό όπου έγιναν σφαγές Τούρκων, που λέγεται Τόχνη και όχι Πόχνη, καθώς και η προσπάθεια απόδοσης της κυπριακής προφοράς που ασφαλώς δεν ήταν εύκολο να αποδοθεί σωστά).
Η μυθιστορηματική εκμετάλλευση του '74 στην Κύπρο χρειαζόταν μεγάλη τόλμη. Μια καυτή πατάτα στα χέρια του συγγραφέα, όμως ο Γκουρογιάννης κατάφερε να μην τον τσουρουφλίσει. Αν κάτι μένει στο τέλος στον αναγνώστη, είναι η καταδίκη του πολέμου, του κάθε πολέμου. Όσο για την Κύπρο..."τώρα καλύτερα να λησμονήσουμε...Δε φελά να μιλάμε".

Δευτέρα, Ιουνίου 08, 2009

Της ζωής και της αγάπης



Μπορεί το τελευταίο βιβλίο της Ελένης Τσαμαδού "Της ζωής και της αγάπης" (Ψυχογιός 2009) να είναι το λιγότερο ιστορικό ανάμεσα στα τέσσερα μυθιστορήματα που έχει γράψει ως τώρα, χωρίς αμφιβολία όμως είναι το πιο "διαβαστερό". Η συγγραφέας έχει δώσει στο μυθιστόρημά της μια χροιά μυστηρίου, θα έλεγα ένα άρωμα αστυνομικής ιστορίας, χωρίς δολοφονίες και εγκλήματα (αν και υπάρχει κι ένας θάνατος που καλύπτεται από μυστήριο), που κρατάει τον αναγνώστη αιχμάλωτο στις σελίδες του βιβλίου.
Στο αδιάπτωτο ενδιαφέρον που προκαλεί η υπόθεση του μυθιστορήματος, συμβάλλει όχι λιγότερο και η τεχνική. Το μυθιστόρημα "ανοίγει" μ' ένα κεφάλαιο που τιτλοφορείται "1944-Οι γυναίκες". Μεταφερόμαστε στον τελευταίο χρόνο της Γερμανικής Κατοχής. Ένα καμένο χωριό, νεκροί όλοι οι άντρες. Το δεύτερο κεφάλαιο έχει τίτλο "2005-Το τηλεφώνημα". Τα κύρια πρόσωπα του έργου μπαίνουν στη σκηνή. Είναι η Νάσια, μια νέα δημοσιογράφος, που φαίνεται να διατηρεί μια προβληματική ερωτική σχέση με τον Μάνο, που είναι αρχιτέκτονας, και ο άγνωστός της δικηγόρος Νίκος θεοδώρου, που την ειδοποιεί να περάσει από το γραφείο του για κάτι που την αφορά. Το βιβλίο προχωρεί έτσι, με κάποια κεφάλαια να αναφέρονται στο παρελθόν, ενώ τα περισσότερα διαδραματίζονται στο παρόν του 2005-2006. Τι συνδέει τα πρόσωπα και τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν 60 τόσα χρόνια πριν, με το σήμερα; Και τι σημαίνει η κληρονομιά που ο δικηγόρος Θεοδώρου της παραδίδει εκ μέρους ενός πελάτη του που πέθανε και που η νεαρή δημοσιογράφος καθόλου δεν γνώριζε;
Η ¨κληρονομιά" ήταν ένα δέμα με φωτογραφίες μιας περασμένης εποχής. Τι σημαίνουν όλα αυτά; Με διεγερμένο το δημοσιογραφικό ενδιαφέρον η Νάσια αρχίζει να ερευνά το παρελθόν διερωτώμενη τι σχέση μπορεί να έχει με την ίδια. Βοηθός πολύτιμος στην έρευνα ο δικηγόρος με τον οποίο σιγά-σιγά αναπτύσσεται μια αρμονική φιλική σχέση. Παράλληλα παρακολουθούμε και τα διλήμματα της νέας κοπέλας από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Αργά-αργά, μεθοδικά, το πέπλο του μυστηρίου διαλύεται, τα σκοτάδια του παρελθόντος φωτίζονται, οι χαμένοι κρίκοι που συνδέουν το πριν με το τώρα ανακαλύπτονται.
Τα χαρακτηριστικά του ιστορικού μυθιστορήματος δεν εγκαταλέιπουν τη γραφή της Τσαμαδού, δημιουργώντας το κατάλληλο πλαίσιο δράσης, θυμίζοντας στους πιο ηλικιωμένους αναγνώστες γεγονότα, πρόσωπα, καταστάσεις και διασώζοντάς τα για τους νεότερους. Όχι μόνο τα καθαρά ιστορικά στοιχεία, η Κατοχή, οι δωσίλογοι, ο εμφύλιος, οι παιδουπόλεις της Φρειδερίκης, τα Ιουλιανά, η χούντα, οι εξορίες κ. ά. αλλά και πάρα πολλά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας περνούν μέσα από την αφήγηση: η φυματίωση και οι βίλες στην Εκάλη, τα καλοκαίρια στις Σπέτσες, γνωστά στέκια της Αθήνας, η Αλάσκα στο Κεφαλάρι, η Αρζεντίνα, η Αθηναία, χοροί στο Μ. Βρετανία, το σινεμά Παλάς, ηθοποιοί της εποχής, πλήθος προσωπικές, όπως φαίνεται αναμνήσεις της συγγραφέως, συνείρονται αρμονικά δημιουργώντας πειστικά την ατμόσφαιρα της εποχής. Δεν λείπει ούτε ο προβληματισμός πάνω σε σύγχρονα κοινωνικά θέματα, όπως για παράδειγμα το θέμα των εκτρώσεων.
"Το να γράψεις ένα βιβλίο που αναφέρεται στην πρόσφατη ιστορία, ακόμη κι αν πρόκειται για μυθιστόρημα, είναι σαν να παίρνεις εν γνώσει σου ένα επικίνδυνο μονοπάτι. Προσπάθησα να προσεγγίσω τα γεγονότα με σεβασμό και όσο γινόταν αντικειμενικά. Αν δεν το κατάφερα, ζητώ την συγγνώμη και την επιείκειά σας", γράφει προλογικά η συγγραφέας. Να είναι όμως βέβαιη ότι δεν χρειάζεται ούτε την επιείκεια ούτε τη συγγνώμη μας. Μας έδωσε ένα μυθιστόρημα με σοβαρότητα, με ευγένεια ήθους, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες, με γλώσσα πλούσια, χωρίς τις συνήθεις στη σύγχρονη λογοτεχνία χυδαιότητες και κατόρθωσε με την πλοκή του έργου να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία, 512η σελίδα.

Τρίτη, Ιουνίου 02, 2009

Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα



Δεν ξέρω γιατί καθυστέρησα τόσο να διαβάσω αυτό το εξαιρετικό βιβλίο της Μαριάννας Κορομηλά, παρ' όλο που η πρώτη του έκδοση έγινε το 1988 και ακολούθησαν πολλές ανατυπώσεις. Το διάβασα τώρα, σε έκδοση Άγρα, 2005. Ποιος ξέρει, ίσως οι συγκυρίες το φέρνουν έτσι, ώστε η συνάντησή μας με κάποια βιβλία να γίνεται την κατάλληλη στιγμή, τότε που είμαστε έτοιμοι και ώριμοι να τα συναντήσουμε.
"Αυτό το βιβλίο", γράφει η συγγραφέας, "είναι ένα ταξίδι και μια βιογραφία. Αρχίζει με την περιγραφή του χώρου μέσα στον οποίο κινήθηκε ο ήρωας της ιστορίας μας και, παρακολουθώντας τη ζωή του, περιγράφει το τέλος του ταξιδιού στον δυτικό, τον βόρειο και τον ανατολικό Εύξεινο Πόντο. Όμως, όπως κάθε βιβλίο, έτσι κι αυτό έχει τη δική του ιστορία και εξελίσσεται μαζί του".
Το "μια ζωή σαν μυθιστόρημα" μου φαίνεται πολύ κοινότοπο για να χαρακτηρίσει μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, μια ζωή με εμπειρίες πλουσιότερες κι απ' αυτές του ομηρικού Οδυσσέα, μια ζωή που συνοψίζει τη ζωή άλλων τριών εκατομμυρίων Ελλήνων του Πόντου.
Ο Γιάνκος Δανιηλόπουλος γεννήθηκε το 1899 σ' ένα χωριό της Ανατολικής Θράκης, στα σύνορα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Βουλγαρία. Έχοντας άλλα 11 αδέλφια, με πατέρα προύχοντα του τόπου, πέρασε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια. Το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων βρίσκει το χωριό του να έχει δοθεί στη Βουλγαρία. Οι περιπέτειες αρχίζουν. Θα γίνει εφτά φορές πρόσφυγας, θ' αλλάξει ποικίλα επαγγέλματα, θα ζήσει μέσα σε πλούτη και ωραία ζωή, θα γνωρίσει πολέμους και διωγμούς, θα τα χάνει όλα και θα ξαναρχίζει απ' την αρχή και θα καταλήξει σε μια γωνιά της Αττικής, ξεριζωμένος για πάντα από το Μαυροθαλασσίτικο τοπίο. Πριν πεθάνει, το 1987, έγραψε το ιστορικό της ζωής του. Η μικρότερη κόρη του, Ντέπη Αθανασίου, τακτοποίησε το υλικό και το εξέδωσε σε 200 αντίτυπα. Ένα απ' αυτά στάληκε στη Μαριάννα Κορομηλά. Η εξαίρετη ιστορικός, ερευνήτρια και συγγραφέας το αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο και μας έδωσε το υπέροχο αυτό βιβλίο.
Βιογραφία και ταξιδιωτικό, ιστορία, μυθολογία, γεωγραφία, λογοτεχνία, μυθιστόρημα με μύθο μια πραγματικότητα, λυρισμός και ρεαλισμός, τραγικές στιγμές αλλά συχνά και χιούμορ, συνθέτουν ένα ανάγνωσμα που δεν θέλεις να το αφήσεις από τα χέρια σου, που το τελειώνεις και το ξαναρχίζεις και πάλι. Εμπλουτισμένο με φωτογραφίες της εποχής, σε μεταφέρει σ' ένα κόσμο όχι και τόσο μακρινό, χαμένο όμως πια για πάντα.
Τα κεφάλαια του βιβλίου εναλλάσσονται. Υπάρχουν τα κεφάλαια σε πρώτο πρόσωπο, η αφήγηση του Δανιηλόπουλου, οπωσδήποτε επεξεργασμένη από τη συγγραφέα, και παρεμβάλλονται κεφάλαια με τίτλο "Ιστορικά", στα οποία η Κορομηλά μας εισάγει στο ιστορικό περιβάλλον της εποχής, μιας εποχής που άλλαξε την όψη της νοτιοανατολικής Ευρώπης: Βαλκανικοί, Α΄ Παγκόσμιος, Σοβιετική Επανάσταση, το Νέο Τουρκικό Εθνικό Κράτος, Β΄Παγκόσμιος. Χώρες στις οποίες ο Δανιηλόπουλος αναγκαστικά μετακινήθηκε: Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία, Τουρκία, Ελλάδα...
"Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα", στίχος παρμένος από το ποίημα του Σεφέρη "Πάνω σ' ένα ξένο στίχο". Δεν υπήρχε νομίζω καταλληλότερος τίτλος γι' αυτό το "γεμάτο περιπέτειες γεμάτο γνώσεις" ταξίδι.

Τρίτη, Μαΐου 26, 2009

Η Χάλκινη Εποχή



Ένα από τα ωραιότερα (αν όχι το ωραιότερο) μυθιστορήματα τα εμπνευσμένα από τον απελευθερωτικό αγώνα της Κύπρου (1955-59) είναι "Η Χάλκινη Εποχή" του Ρόδη Ρούφου (Εστία, α΄ έκδοση 1960-αφού εκδόθηκε πρώτα στα Αγγλικά: "The age of Bronze"). Γραμμένο σχεδόν ταυτόχρονα με τα γεγονότα, αποτυπώνει με ενάργεια και πειστικότητα όχι μόνο αυτούσια επεισόδια, αλλά προπάντων το πνεύμα και το ήθος του μεγαλειώδους εκείνου αγώνα.
Ο Δίων (persona πιστεύω του συγγραφέα), που είχε υπηρετήσει στο Ελληνικό Προξενείο στη Λευκωσία το 1954-56 όπως και ο Ρούφος, ζώντας πια στην Αθήνα, παραλαμβάνει ταχυδρομικώς ένα δέμα από τον Αλέξη Μπαλαφάρα, ένα φίλο του από την Κύπρο, έναν αγωνιστή που, καταδικασμένος σε θάνατο από τους Άγγλους, πρόκειται το ίδιο εκείνο βράδυ να εκτελεστεί. Ο Δίων τηλεφωνεί σε μια κοινή τους φίλη, τη Νταίζη και μαζί αρχίζουν να διαβάζουν τις χειρόγραφες σελίδες που περιείχε το δέμα και που είναι η αφήγηση του Αλέξη. Όλο το βράδυ ο Δίων και η Νταίζη διαβάζουν το χειρόγραφο, υπό τη σκιά της επίγνωσης ότι το πρωί ο Αλέξης θα οδηγηθεί στην αγχόνη. Όλο το μυθιστόρημα, εκτός από τον πρόλογο και τον επίλογο του Δίωνα, καθώς και δυο σύντομα "ιντερμέδια" στα οποία, διακόπτοντας την ανάγνωση του χειρογράφου, σχολιάζουν τα γεγονότα, αποτελεί την σε πρώτο πρόσωπο αφήγηση του Αλέξη Μπαλαφάρα.
Ο Αλέξης, Κύπριος, αφού σπούδασε φιλολογία στην Αθήνα, έζησε τη Γερμανική Κατοχή και πήρε μέρος στην Αντίσταση, συνέχισε στην Ευρώπη τις μελέτες του, μαζεύοντας υλικό για μια διατριβή πάνω στη μυστικιστική φιλοσοφία του Μεσαίωνα. Αφού έζησε χρόνια ξεκομμένος από το νησί του, πείθεται τελικά να γυρίσει στη Λευκωσία και να αναλάβει θέση καθηγητή στο Ελληνικό Γυμνάσιο της πόλης. Ο πρώτος καιρός περνάει ήσυχα. Απολαμβάνει το ειδυλλιακό περιβάλλον του νησιού, τη διδασκαλία του, ξαναβρίσκει σιγά-σιγά τους δεσμούς του μ' ένα κόσμο από τον οποίο είχε απομακρυνθεί. Αγαπά τους μαθητες του κι ευχαριστιέται με τη συντροφιά εξίσου Ελλήνων και Άγγλων με τους οποίους γνωρίζεται. Ανάμεσα στους τελευταίους ξεχωρίζει ο Χάρρυ (πιστεύω πλασμένος στ' αχνάρια του Λώρενς Ντάρρελ) καθώς και το ζεύγος Μπλάκγουντ, διοιηκητή της Κερύνειας, του οποίου την ελληνίδα σύζυγο Σύλβια ο Αλέξης ερωτεύται παράφορα.
Με τη νέα σχολική χρονιά τα πρώτα μηνύματα του ξεσηκωμού βρίσκουν τον Αλέξη μετέωρο ανάμεσα στις παναθρώπινες τάσεις του, στο οικουμενικό πνεύμα του "πολίτη του κόσμου" και την αγάπη για τον τόπο του και την ελευθερία. Τελικά θα μπει κι αυτός στον αγώνα. Παίρνει μέρος σε επιθέσεις και ενέδρες, συλλαμβάνεται, βασανίζεται, δραπετεύει κι ανεβαίνει στο βουνό, χωρίς να πάψει να είναι ο διανοούμενος που δρα, αλλά ταυτόχρονα διαλογίζεται και προβληματίζεται. Συλλαμβάνεται ξανά και καταδικάζεται σε θάνατο, αφού προηγουμένως, σ' ένα χωριό στο οποίο βρισκόταν κρυμμένος, κατέγραψε όλη την ιστορία και την έστειλε στον φίλο του Δίωνα στην Αθήνα.
Ο Αλέξης Μπαλαφάρας είναι ο τύπος του ήρωα-στοχαστή, αυτού που μπαίνει συνειδητά στον αγώνα και στο κίνδυνο, όχι με τον αυθορμητισμό της άσκεφτης συχνά νιότης, γι' αυτό και πιο πολύ αξίζει η προσφορά και η θυσία του. Παραμένει πάντα ένας στοχαστής, ένας άνθρωπος που δεν μπορεί να μισήσει κανένα, ούτε κι αυτούς τους Άγγλους που πολεμά, που αποδοκιμάζει πολλές από τις ακρότητες των δικών του. Κι όμως, σταθερά και ψύχραιμα, παρόλους τους ενδοιασμούς του, πιστεύοντας στο ύψιστο αγαθό της ελευθερίας, μένει πιστός στον αγώνα ως το τέλος. Κι ας του δόθηκε η ευκαιρία, ακόμα κι όταν είχε καταδικαστεί, να γλιτώσει το θάνατο. Η προσπάθεια του Φιτζγκίμπονς, του πανίσχυρου συμβούλου του Κυβερνήτη, να προσεταιριστεί τον Αλέξη, που ενώ είναι καταδικασμένος, τον καλεί στο γραφείο του και στο άνετο, πολιτισμένο περιβάλλον του ακούνε μουσική πίνοντας το ποτό τους και συζητώντας ήρεμα, πέφτει στο κενό. Είναι πραγματικά εκπληκτικό πώς, κάποιες από τις απόψεις του Φιτζγκίμπονς, που προσπαθεί να πείσει τον Αλέξη για το μάταιο του αγώνα, θα αποδειχτούν προφητικές για το μέλλον του νησιού μας. Είναι ένας διάλογος που μου θύμισε ανάλογους διαλόγους, όπως αυτόν στο "Μηδέν και το Άπειρο" του Άρθρουρ Καίσλερ, μεταξύ των δύο πρώην ιδεολογικών συντρόφων. Ο Αλέξης όμως απορρίπτει κι αυτή την ύστατη διέξοδο διαφυγής του θανάτου.
Αυτούσια γεγονότα της Κυπριακής εξέγερσης μετουσιώνονται λογοτεχνικά από τον συγγραφέα. Όπως, για παράδειγμα, η αυθόρμητη, γεμάτη ενθουσιασμό συμμετοχή της μαθητικής νεολαίας και οι διαδηλώσεις, σε μια από τις οποίες ο θάνατος του σημαιοφόρου μαθητή εξεικονίζει το θάνατο του Πέτρου Γιάλλουρου. Ή ο αποκλεισμός σε μια σπηλιά ενός από τους ωραιότερους τύπους ήρωα στο βιβλίο, του Κώστα Λεβέντη που αναπαριστά το ηρωικό τέλος του Γρηγόρη Αυξεντίου. Πλήθος άλλα επεισόδια του Κυπριακού αγώνα, η όλη ατμόσφαιρα της εποχής, βρίσκουν στο μυθιστόρημα του Ρούφου τη λογοτεχνική καταξίωσή τους.
"Η Χάλκινη Εποχή", τίτλος παρμένος από το ομότιτλο άγαλμα του Ροντέν, είναι ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα βαμμένο με το πύρωμα και το αίμα της ψυχής της Κύπρου. Μιας καθαρά ελληνικής ψυχής κι όχι "εν μέρει ελληνίζουσας".

Δευτέρα, Μαΐου 18, 2009

Όταν πρωταγωνιστεί η ρουλέτα





Αγόρασα το "Όλα στο μηδέν" της Αργυρώς Μαντόγλου (Ελληνικά Γράμματα 2009) γιατί μου αρέσουν τα καζίνα, μου αρέσει η ρουλέτα (όσο κι αν τα οικονομικά μου δεν μου επιτρέπουν βέβαια το ρίσκο και τη συγκίνηση που μπορεί να σου προσφέρει) και γιατί ήλπιζα να διαβάσω μια καινούρια εκδοχή (και από τη γυνακεία μάλιστα σκοπιά) του "Χορού των ρόδων" του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης, 1995) που με είχε ενθουσιάσει όταν το πρωτοδιάβασα. Έστω κι αν πολλοί λένε πως δεν πρέπει να κάνουμε συγκρίσεις, πως το κάθε βιβλίο έχει τη δική του αυτόνομη ύπαρξη και σαν τέτοιο πρέπει να κρίνεται, η σύγκριση είναι αναπόφευκτη, χωρίς αυτό να σημαίνει πως η πλάστιγγα θα γέρνει κατ' ανάγκην στη μια ή την άλλη πλευρά.
Αν και το τοπικό πλαίσο είναι σε μεγάλο μέρος το ίδιο, τα καζίνα, τα δυο βιβλία διαφέρουν και ως προς το περιεχόμενο και ως προς την τεχνική. Το βιβλίο της Μαντόγλου, πολύ αξιόλογο, αλλά πολύ διαφορετικό από εκείνο του Σουρούνη. Είναι πιο ενδοστρεφές και ακολουθεί, θα έλεγα, ένα μεταμοντέρνο στυλ γραφής. Του Σουρούνη χαρακτηρίζεται από εξωστρέφεια και ακολουθεί μια κλασική μυθιστορηματική μορφή, με ένα παντεπόπτη αφηγητή και μια ευθύγραμμη χρονολογική πορεία.
Ας γίνω πιο συγκεκριμένη. Στο "Όλα στο μηδέν" κεντρική ηρωίδα είναι η Αυγή. Ανύπαντρη στα 36 της χρόνια, προβληματισμένη και ανασφαλής, έρχεται στην Ελλάδα από την Αγγλία όπου ζει η υπόλοιπη οικογένεια (μητέρα και αδερφή, αφού ο πατέρας, διπλωμάτης, είχε αυτοκτονήσει πέντε χρόνια πριν). Προσπαθεί να γράψει ένα μυθιστόρημα, τα κεφάλαια του οποίου με τίτλο "Περιπέτεια εσωτερικού χώρου", γραμμένα σε δεύτερο πρόσωπο, εναλλάσσονται με κεφάλαια με τίτλο "Περιπέτεια του μηδενός" και που είναι η ζωή της Αυγής αφηγημένη σε τρίτο πρόσωπο. Το περίεργο είναι ότι το πρόσωπο του μυθιστορήματος που γράφει η Αυγή είναι το ίδιο με το πρόσωπο που πρωταγωνιστεί και στη ζωή της. Είναι ο Σταύρος, γκρουπιέρης αλλά και παίκτης ο ίδιος. Μια έντονη ερωτική σχέση αρχίζει μεταξύ τους, αλλά ο Σταύρος διατηρεί και μια παράλληλη σχέση με τη Σίλβια, σύζυγο ενός πλούσιου ανάπηρου άντρα, η οποία τον χρηματοδοτεί για να παίζει στο καζίνο.
Τα καζίνα της Πάρνηθας, της Ρόδου, του Λουτρακίου γίνονται το σκηνικό των σχέσεων αλλά και του παθιασμένου κυνηγητού της τύχης. Νικήτρια στο παιγνίδι της ζωής και της τύχης θα αναδειχτεί στο τέλος η Αυγή. Θα τη συναντήσουμε μερικά χρόνια αργότερα, ήρεμη και κατασταλαγμένη. "Στο παιγνίδι, όπως και στον έρωτα, πρέπει να ξέρεις πότε να φεύγεις". Η Αυγή φαίνεται πως έμαθε πότε να φεύγει. Ο Σταύρος όχι.
Ένα εντελώς διαφορετικό μυθιστόρημα μας έδωσε ο Αντώνης Σουρούνης, που με πολλή ευχαρίστηση διάβασα τώρα για δεύτερη φορά. Εδώ πρωταγωνίστρια είναι η ρουλέτα. Τόπος η Γερμανία. Ένας Έλληνας μετανάστης, ο Νούσης, που συχνάζει στο καζίνο, γνωρίζεται μ' έναν Καθηγητή που εμπνέεται ένα σύστημα για να κερδίζει στη ρουλέτα. Κοντά σ' αυτούς και τρεις άλλοι σχηματίζουν μια νικηφόρα πεντάδα που εφαρμόζει στη συνέχεια κι άλλα συστήματα, τριγυρίζοντας στα καζίνα της Γερμανίας. Αποκορύφωμα της κερδοφόρας "συμμαχίας" τους είναι η πρόσκλησή τους στον ετήσιο "Χορό των ρόδων" στο καζίνο του Μονακό, στον οποίο χορό προσκαλούνται οι μεγιστάνες του πλούτου, σταρ, βασιλιάδες και ξεχωριστοί παίχτες.
Καζίνο, ωραίες γυναίκες, μεγάλη ζωή, η χαρά του κέρδους, η χαρά της ζωής, πλημμυρίζει το βιβλίο. Πολλές είναι οι πολυσέλιδες παρεκβάσεις που σχετίζονται με τη ζωή των ηρώων του βιβλίου, όχι απαραίτητα και με το κεντρικό θέμα. Και παρ' όλο που κάποιες πτυχές των ιστοριών δεν είναι και τόσο εύθυμες, το όλο βιβλίο πλημμυρίζει από μια αισιόδοξη αντίκριση της ζωής. Το παιγνίδι στη ρουλέτα φαίνεται να γίνεται μόνο και μόνο για τη χαρά του ίδιου του παιγνιδιού, όχι για το κέρδος ως αυτοσκοπό (τότε μόνο κερδίζεις, όπως λέει κι ο Καθηγητής).
Και τα δυο βιβλία κινούνται με το γύρισμα της μπίλιας στη ρουλέτα. Όμως το "Όλα στο μηδέν" είναι γεμάτο ενδοσκόπηση και σκέψεις. Η συγγραφέας συχνά καταφεύγει σε αφορισμούς της Βιρτζίνια Γουλφ, του Ντοστογιέφσκι (από τον "Παίκτη") ή άλλων συγγραφέων. Ενώ "Ο χορός των ρόδων" είναι μια κεφάτη παρέα που διασκεδάζοντας ξετινάζει τα καζίνα της Ευρώπης. Μήπως τελικά θα 'πρεπε να δούμε και την ίδια τη ζωή σαν ένα παιγνίδι;

Τρίτη, Μαΐου 12, 2009

Εν μέρει ελληνίζων

Και μόνο το ότι ένας μη Κύπριος συγγραφέας εμπνέεται και γράφει ένα μυθιστόρημα τοποθετημένο τοπικά στην Κύπρο και χρονικά στη δεκαετία του '50 και στον απελευθερωτικό μας αγώνα, αποτελεί ένα αξιοσημείωτο και ιδιαίτερα ενδιαφέρον γεγονός.
Ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος είναι ιστορικός με πλήθος ιστορικών έργων στο ενεργητικό του, τιμημένος με το χαλκό μετάλλιο της Ακαδημίας Αθηνών, αλλά το "Εν μέρει ελληνίζων" (Εστία, 2009) είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Η ιστορική του ιδιότητα και παιδεία κυριαρχεί στο βιβλίο. Έχοντας μελετήσει πλήθος πηγές, έχοντας συνομιλήσει με πρόσωπα-γνώστες της Κύπρου, έχοντας επισκεφθεί την Κύπρο τόσο το 1973 όσο και μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, κατορθώνει να αναστήσει έναν ολόκληρο κόσμο και μια ολόκληρη εποχή.
Έχει λεχθεί πως με τον "Οδυσσέα" του Τζόις θα μπορούσε κάποιος να χαρτογραφήσει το Δουβλίνο. Κάτι ανάλογο, πιστεύω, θα μπορούσε να γίνει με το μυθιστόρημα του Χατζόπουλου όσον αφορά την Κύπρο του '50, προπάντων την Κερύνεια, την Αμμόχωστο και ειδικότερα τη Λευκωσία. Ξεχωριστή έμφαση δίνεται στα μνημεία, τα οποία δεν έχουν αλλάξει ίσαμε σήμερα. Αλλά και οι δρόμοι, τουλάχιστον της Λευκωσίας που μπορούμε να επισκεφθούμε, παραμένουν αναλλοίωτοι: Πάφου, Λήδρας, Ονασαγόρου, Ερμού, Τρικούπη, Σούτσου, Πατριάρχου Γρηγορίου κ. ά. μπορεί και σήμερα κανείς να τους ακολουθήσει στην παλιά πόλη.
Κεντρικός μυθιστορηματικός ήρωας του βιβλίου είναι ο έφηβος Δημήτρης Δωρίδης. Μαζί με τον πατέρα του και την άρρωστη μητέρα του ζει σ' ένα λιθόκτιστο αρχοντικό στην οδό Γλάδστονος, ένα δρόμο με ωραία, παλιά αρχοντικά και μεγάλους κήπους, που και σήμερα μπορεί κανείς να δει, να περπατήσει και να θαυμάσει. Η μητέρα του Δημήτρη πεθαίνει. Μια τρυφερή σχέση του πατέρα του που είχε αρχίσει πριν ακόμη πεθάνει η γυναίκα του, διακόπτεται από μια άλλη γνωριμία, η οποία τελικά και θα καταλήξει σε γάμο.
Τα πρώτα σύννεφα της επερχόμενης θύελλας του κυπριακού αγώνα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται στον ορίζοντα. Φοβούμενος τις ταραχές, ο πατέρας του Δημήτρη τον μετακινεί από το Παγκύπριο Γυμνάσιο και τον εγγράφει στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Εκεί ο Δημήτρης αρχίζει να συναναστρέφεται περισσότερο με τους Άγγλους συμμαθητές του, αλλά και με Τουρκοκύπριους. Πιο πολύ όμως τον κύκλο των φίλων του αποτελούν νεαρές Αγγλίδες. Με τη Σάρα θα γνωρίσει τον έρωτα σε ένα ωραίο εξοχικό στην Κερύνεια, αλλά θα ερωτευτεί την Άννα, κόρη Άγγλου πάστορα, που για χάρη της θα παρακολουθήσει πολλές ακολουθίες στην Αγγλικανική εκκλησία (παρεμπιπτόντως κι αυτή εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια θέση). Ο αγώνας αρχίζει. Οι μαθητικές διαδηλώσεις, η σύλληψη και η πρώτη καταδίκη σε θάνατο, του Καραολή, περιγράφονται πολύ ζωντανά από τον συγγραφέα. Ο ήρωάς του όμως τα βλέπει όλα από απόσταση, καμιά ουσιαστική ανάμειξη δεν έχει στα γεγονότα, παρ' όλο που από μια παρεξήγηση συλλαμβάνεται και κρατείται για λίγο από τις δυνάμεις ασφαλείας. Κι αν τελικά φεύγει κρυφά και κρύβεται στην Αμμόχωστο και τελικά φυγαδεύεται από την Κύπρο, δεν είναι εξαιτίας της συμμετοχής του στον αγώνα, αλλά λόγω ενός άλλου, εντελώς άσχετου επεισοδίου.
Ο τύπος του Δημήτρη είναι ο τύπος του έφηβου που στέκεται μετέωρος. Συμπαθεί τον αγώνα, αλλά δεν συμμετέχει. Γενικά η οπτική του συγγραφέα είναι η οπτική μιας μεγαλοαστικής τάξης της Κύπρου που σχετιζόταν με τους Άγγλους και που αγαπούσε την αγγλική λογοτεχνία, δείγματα της οποίας αφθονούν στο βιβλίο. Η κυπριακή φωνή που ακούγεται, μεταφορικά και κυριολεκτικά, αφού καταγράφει και την κυπριακή λαλιά, είναι η φωνή της Φροσούς, μιας νεαρής "κοπελλούδας" στην υπηρεσία της οικογένειας Δωρίδη, που χαρίζει πολλές ερωτικές στιγμές στον Δημήτρη.
Βρήκα το βιβλίο ενδιαφέρον, αλλά σχημάτισα την εντύπωση μιας "τεχνικής κατασκευής". Χρησιμότατος οδηγός για να περιηγηθεί κάποιος τα μνημεία της Λευκωσίας, όχι μόνο της ελεύθερης αλλά και της τουρκοκρατούμενης, όπως και της Κερύνειας και της παλιάς Αμμοχώστου, περίκλειστης και απαγορευμένης για μας ήδη από το 1964. Η προσπάθεια του συγγραφέα να αναστήσει με αληθοφάνεια μια εποχή, πράγμα που επιτυγχάνει, αφαιρεί από το έργο θέρμη και πνοή, το καθιστά κάπως εγκεφαλικό και ψυχρό. Διαβάζοντάς το θέλησα να ξαναζήσω την εποχή αυτή μέσα από ένα άλλο, καταπληκτικό μυθιστόρημα, γραμμένο με "πύρωμα ψυχής", σχεδόν ταυτόχρονα με τα γεγονότα. Είναι η "ΧΑΛΚΙΝΗ ΕΠΟΧΗ" του Ρόδη Ρούφου. Και το ξαναδιάβασα. Η διαφορά είναι αυτή που υπάρχει στην απεικόνιση του ίδιου τοπίου με φωτογραφία ή ζωγραφικό πίνακα. Είναι η διαφορά μεταξύ γεγονότων που περιγράφονται από έναν αμέτοχο, εξωτερικό παρατηρητή κι έναν που είναι ζυμωμένος ο ίδιος μ' αυτά, έστω κι αν ούτε ο Ρούφος ήταν Κύπριος. Δεν θέλω να επεκταθώ τώρα σ' αυτό το μυθιστόρημα, θα επανέλθω όμως.
Και κάτι τελευταίο για τον τίτλο. Ελπίζω με το "Εν μέρει ελληνίζων" ο συγγραφέας να υπονοεί την αμφιταλάντευση και τους διασταγμούς των ηρώων του κι όχι την Κύπρο την ίδια. Γιατί η Κύπρος είναι ίσως πιο Ελλάδα από την Ελλάδα.






Δευτέρα, Μαΐου 04, 2009

Πρόζα σαν ποίηση και ποίηση σαν πρόζα





Δυο ευσύνοπτα βιβλία, ένα πεζό κι ένα ποιητικό, που οι δημιουργοί τους είχαν την καλοσύνη να μου στείλουν, μου χάρισαν όμορφες στιγμές αναγνωστικής ηρεμίας, γαλήνης και αναπολήσεων κοινών βιωμάτων.
Το πεζό ανήκει στη Ρίκα Σεϊζάνη κι έχει τίτλο "Στην ιδιαίτερη πατρίδα μου τα Πατήσια" (Μαΐστρος, 2007) και το ποιητικό, με τίτλο "Το γαλάζιο μου σακκίδιο" (Πλανόδιον, 2006) στη Λητώ Σεϊζάνη.
Θα ξεκινήσω από το πεζό. Είναι ένα αυτοβιογραφικό κείμενο, μια καταγραφή της ζωής της συγραφέως που, όπως γράφει, ξεκίνησε το 1933 σ' ένα σπίτι στα Πατήσια και, μένοντας πάντα στο ίδιο σπίτι, είδε όλες τις αλλαγές που έγιναν στα Πατήσια και στην Αθήνα. Ανέμελα παιδικά χρόνια, οι εκκλησιές της περιοχής, συμμαθητές και φίλοι, το σχολείο της γειτονιάς στο οποίο φυσικά πήγαιναν με τα πόδια, ανοιχτά παράθυρα απ' τα οποία ξεχείλιζε η μουσική, ανοιχτές πόρτες να μπαινοβγαίνουν οι γείτονες, κι ύστερα ο Πόλεμος, η Κατοχή, ο Εμφύλιος, πάντα ιδωμένα μέσα από τη ματιά του κοριτσιού που ήταν τότε η συγγραφέας.
Η αφήγηση δεν ακολουθεί αυστηρή χρονολογική σειρά. Τα κεφάλαια επικεντρώνονται σ' ένα θέμα, όπως αυτό προβάλλει στις αναμνήσεις της. Για παράδειγμα, το σχολείο, το συσσίτιο της κατοχής, η οσία Ξένη, οι βεγγέρες, η συνάντησή της με τον Κόντογλου (ενδιαφέρουσα η πληροφορία ότι αγιογράφησε τον Άγιο Νικόλαο), ονόματα δρόμων που δεν άλλαξαν ίσαμε σήμερα, πρόσωπα της οικογένειας, προπάντων η μορφή της γιαγιάς και του πατέρα, γείτονες που έρχονταν ή έφευγαν, στιγμιότυπα από την επαφή με ηθοποιούς-μύθους, όπως ο Μυράτ ή ο Λογοθετίδης, οι αλλαγές που σταδιακά συμβαίνουν στα Πατήσια κ. ά. Γύρω από το κεντρικό θέμα κάθε κεφαλαίου υφαίνονται οι ποικίλες αναμνήσεις που συνειρμικά ανακαλούνται.
Διαβάζοντας το βιβλίο της Ρίκας Σεϊζάνη είναι σαν να ξεφυλλίζεις τις σελίδες ενός άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες (μερικές πράγματι κοσμούν το βιβλίο). Σε ελκύει και σε γοητεύει αυτή η ευγενική φωνή που ζωντανεύοντας το προσωπικό της παρελθόν ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή.
Σε αντίθεση με την αισιοδοξία της μνήμης που υπαγορεύει τη γραφή της Ρίκας, η ποιητική συλλογή της Λητώς αποπνέει μια μελαγχολία. Η ποιήτρια θυμάται κι αυτή. θυμάται την πορεία της ζωής της που την έφερε ως εδώ. Θυμάται ταξίδια της, στη Λισσαβώνα, στην Ελλάδα ή στην Ιταλία. Όμως αυτή η ανάμνηση είναι ακόμα μια αιτία μελαγχολίας.
Δεν ήμουνα πια είκοσι χρονών
δεν κουβαλούσα τον υπνόσακκο στην πλάτη
................................................................
ένα αδιαμφισβήτητο σημάδι γερατειών
Αφετηρία της ποιητικής έκφρασης γίνονται σκέψεις και συναισθήματα που της προκαλεί ένα τοπίο, μια μουσική, ένα κείμενο, μια ανάμνηση. Όμως η μελαγχολία δεν παύει να σταλάζει. Τις βραδινές ώρες
Μια-μια αρχίζουνε οι ήττες οι προσωπικές να παρελαύνουν
.............................................................................................
και σε μια τέτοια ώρα βραδινή και βροχερή
το μέλλον μου κοιτάζω μελαγχολική
Άλλοτε αναζητάει παρηγοριά στην ποίηση, αλλά κι εκεί
δεν με σώζει ούτ' ένα διάβασμα καβαφικό
Ιδιαίτερα με σταμάτησε το ποίημα "Ένα γνωστό μου πρόσωπο". Νόμιζα πως διάβαζα τη δική μου προσωπογραφία. Κι εμένα μ' άρεσαν μικρή τα παζλ, κι εγώ έσκυψα ώρες ατέλειωτες πάνω σε κεντήματα κι εγώ είχα τα ίδια αγαπημένα διαβάσματα. Αχ, αυτό το Μάντερλεϊ (φαντάζομαι της αγαπημένης μου "Ρεβέκκας") κι αυτό το Μπρούκλιν, άλλο πολύτιμο ανάγνωσμα της εφηβείας και τα "Ανεμοδαρμένα ύψη" (λιγότερο αγαπητό όμως, ίσως λόγω της σκοτεινότητας του πάθους του).
Η μελαγχολία της ποίησης της Λητώς δεν είναι η πεισιθάνατη απαισιοδοξία του Καρυωτάκη, για παράδειγμα. Είναι η ήρεμη μελαγχολία που μας διαπερνά καθώς νιώθουμε το πέρασμα του χρόνου κι αναπολούμε την περασμένη μας νιότη. Μια μελαγχολία κοινή, σ' όσους τουλάχιστον...έχουμε κάποια ηλικία, γι' αυτό και η ποιητική της απόδοση μας συγκινεί και με αμεσότητα μας μεταγγίζει τα συναισθήματά της.

Τρίτη, Απριλίου 28, 2009

Πάσχα στη Λέσβο-Ένα οδοιπορικό


Απόγευμα Μεγάλης Πέμπτης. Μόλις έχουμε φτάσει στη Μυτιλήνη. Ανοίγω τις κουρτίνες. «Ο ήλιος του απογεύματος» καθρεφτίζεται στα ήρεμα νερά του λιμανιού μπροστά μου. Ολόγυρα, αμφιθεατρικά η όμορφη πόλη. Στέκομαι άφωνη και θαυμάζω τη γαλήνια ομορφιά. «Πολύ όμορφη η Μυτιλήνη», στέλλω ένα SMS στο γιο μου. Απάντηση: «Πες μου ένα μέρος της Ελλάδας που πήγες και δεν ήταν όμορφο».
Χαμογέλασα με το πείραγμα. Χρόνια τώρα το Πάσχα το περνάω με φίλους στην Ελλάδα. Από το Γύθειο και τη Μονεμβασιά, στην Καστοριά ή στην Καβάλα, στα Γιάννενα ή στη Θάσο, στα Ζαγοροχώρια ή στο Πήλιο και στο Βόλο. Στη Λευκάδα, στην Κρήτη, στη Σάμο… τι να πρωτοθυμηθώ, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή φυσιογνωμία και ομορφιά. Δεν ξέρω αν είναι η εποχή, η αναγεννημένη φύση, η ελπίδα κι αισιοδοξία που σκορπά η μεγάλη γιορτή που κάνουν τον κάθε τόπο που πέρασα το Πάσχα τόσο μοναδικό. Ή μήπως, υποψιάζομαι, η κάθε γωνιά της Ελλάδας είναι μπλεγμένη μ’ εκείνο το γαλάζιο όνειρο που μας έθρεψε γενιές γενιών εδώ στην Κύπρο. Δεν ξέρω αν αυτή η λατρεία για κάθε τι ελληνικό δεν προέρχεται από το ανέφικτο πια όνειρο για μας, της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό.
Την περπατήσαμε πολύ την πόλη της Μυτιλήνης. Ξανά και ξανά τριγύρω στο λιμάνι, είναι μια απόλαυση να περιδιαβάζει κανείς, οποιαδήποτε ώρα της μέρας ή με τα φώτα της νύχτας να αντανακλώνται στα ήρεμα νερά. Λίγο πιο μέσα, στη μια πλευρά του λιμανιού, σειρά τα καφέ της πόλης σφύζουν από την πολύβουη νεολαία. Στην άλλη πλευρά, ψαροταβέρνες προκαλούν τις μεγαλύτερες ηλικίες. Η εμπορική οδός Ερμού με τα μαγαζάκια της σε παρασύρει να χαζεύεις δεξιά κι αριστερά.
Παλιά αρχοντικά, όμορφες παλιές κατοικίες ή νεοκλασικά κτίρια δίνουν ένα αέρα αρχοντιάς κι αφηγούνται το λαμπρό παρελθόν του νησιού. Στη Μυτιλήνη δεν θα δει κανείς ψηλά κτίρια. Μας λένε πως απαγορεύεται η ανέγερση πολυκατοικιών πάνω από τρεις ορόφους.
Πλήθος και οι εκκλησιές της πόλης, αδύνατο να τις επισκεφθούμε όλες. Οπωσδήποτε βλέπουμε τον Άγιο Αθανάσιο, τη Μητρόπολη, που είναι γνωστή και ως Άγιος Θεόδωρος, γιατί εκεί βρίσκεται το σκήνωμα του Αγίου. Από τις πιο παράξενες εκκλησιές που έχω δει, ο Άγιος Θεράπων, που υπήρξε και Επίσκοπος Κύπρου. Ο πανύψηλος τρούλος του δεσπόζει στην προκυμαία, ενώ ο ναός συνδυάζει στοιχεία κλασικής, βυζαντινής και μπαρόκ αρχιτεκτονικής.
Όμως η Λέσβος δεν είναι μόνο η Μυτιλήνη. Κι εμείς βιαζόμαστε να τη γνωρίσουμε.
Ξεκινάμε την περιήγησή μας από το φημισμένο μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ. Μεγάλη Παρασκευή πρωί. Το καταστόλιστο επιτάφιο έτοιμο να δεχτεί τον αποκαθηλωμένο Χριστό. Παρακολουθούμε για λίγο την Ακολουθία των Ωρών, προσκυνάμε, ακούμε τη μαρτυρική ιστορία των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης. Στον κάτω ναό, το πιθάρι όπου οι Τούρκοι έκαψαν τη μικρή Ειρήνη ξαναφέρνει στο νου τα μαρτύρια, τους διωγμούς, τις σφαγές. Ακόμα κι αν δεν είσαι πολύ πιστός, ακόμα κι αν σου φαίνονται εξωπραγματικές όλες αυτές οι αφηγήσεις για τα μαρτύρια, για την εμφάνιση του Αγίου στα όνειρα ευσεβών γυναικών, για το θαυματουργό τρόπο εύρεσης των οστών, είναι τόσο πυκνός ο αέρας από τις άπειρες δεήσεις, από τις προσευχές, από την πίστη των ανθρώπων που έρχονται εδώ να ζητήσουν ένα θαύμα, που άθελά σου επηρεάζεσαι.
Απέναντι τα βουνά της Τουρκίας, το θρυλικό Αϊβαλί, τόσο κοντά που αν φωνάξεις νομίζεις θ’ ακουστείς ως εκεί. Η σκέψη μελαγχολεί. Τόσο κοντά κι όμως αυτοί κατάφεραν να ελευθερωθούν. Κι εμείς, στον εικοστό πρώτο αιώνα, ακόμα στο μαρτύριο της σκλαβιάς…
Επόμενος σταθμός μας η Αγιάσος. Τα καλντερίμια στα στενά δρομάκια είναι αρκετά κουραστικά καθώς ανηφορίζουμε για να φτάσουμε στο κέντρο της μικρής πολίχνης που είναι η εκκλησία ης Παναγιάς της Αγιάσου. Η παλιά, φθαρμένη εικόνα, βρήκε εδώ καταφύγιο στην εποχή της εικονομαχίας, φερμένη από έναν ευσεβή καλόγηρο. Γύρω από την εκκλησία γραφικά, παραδοσιακά καφενεδάκια δέχονται τους πιστούς που μόλις έχουν βγει από την εκκλησία. Πλήθος και τα τουριστικά καταστήματα, γεμάτα από είδη λαϊκής τέχνης, που φαίνεται, δυστυχώς, να έχει υποκύψει κι αυτή στη βιομηχανοποίηση.
«Την ώρα που άρχισε να σουρουπώνει, περπατήσαμε ως τη Βαρειά, την εξοχική τοποθεσία όπου είχε ζήσει η οικογένεια του ζωγράφου, ανάμεσα σε μαλακές κατηφοριές γεμάτες λιόδεντρα και ανοίγματα απ’ όπου, ξαφνικά, έβλεπες τη θάλασσα και πιο βαθιά, καθαρογραμμένα τα βουνά της Ανατολής».
Έτσι περιγράφει ο Οδυσσέας Ελύτης (μεγάλος και αθεράπευτος εραστής της Λέσβου) την πρώτη επίσκεψη στη γειτονιά του Θεόφιλου, για τον οποίο και έχει γράψει μια εξαιρετική μονογραφία. Η δική μας επίσκεψη στη Βαρειά και στο Μουσείο Θεόφιλου έγινε μέσα στο πρωινό, ανοιξιάτικο φως του Απρίλη. Προχωρούμε αργά στο γαλήνιο τοπίο και νιώθουμε πως δεν υπήρχε καταλληλότερο μέρος για να δημιουργηθεί αυτό το μουσείο, χάρις στην έμπνευση και την αγάπη του τεχνοκριτικού, συλλέκτη και εκδότη Στρατή Ελευθεριάδη-Τεριάντ για το μεγάλο λαϊκό ζωγράφο. Δεκάδες έργα του Θεόφιλου συγκεντρωμένα σ’ αυτό το απέριττο κτίσμα αιχμαλωτίζουν τη ματιά και τη σκέψη για ώρα πολλή.
Οι ανορθόγραφες λεζάντες που συνοδεύουν τα έργα, χαρακτηριστικές της αθωότητας και αυθεντικότητας του ζωγράφου: «Η Κυρία με τον κύνα της», «Διά σκοινίου σκάλας αναβιβαζόμενος ο Ερωτόκριτος χαιρετών την Αρετούσαν», «Παλαιός Μιτυληναίος». Ήρωες του ’21, σκηνές της καθημερινής ζωής της Λέσβου, μυθολογία, όλη η ζωή και η παράδοση του Έθνους, θα ‘λεγε κανείς, διυλισμένη μέσα από τη γνήσια λαϊκή ματιά.
Πίσω από το Μουσείο Θεόφιλου, το Μουσείο Τεριάντ. Οι πρωτότυπες εκδόσεις του, συνδυασμός ποίησης και ζωγραφικής, περιλαμβάνουν ζωγράφους όπως ο Ματίς, ο Πικάσο, ο Τζιακομέτι.
Η διαδρομή των 42 χμ. από τη Μυτιλήνη στο Πλωμάρι, όπου θα έχουμε το πασχαλινό μας γεύμα, μας χαρίζει σπάνιο θέαμα φυσικής ομορφιάς. Ο κλειστός κόλπος της Γέρας, ακύμαντος, μια γαλάζια επιφάνεια που λες πως θα μπορούσες να περπατήσεις επάνω. Και πίσω τα βουνά, ήμερα βουνά, φορτωμένα με το πράσινο της ελιάς που καλύπτει απ’ άκρη σ’ άκρη το νησί. «Τα τριανταφυλλένια βουνά που μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο και καμπυλώνονται με τη χάρη γυναίκας ηδονικής», η ποιητική περιγραφή του Ελύτη θα επανέρχεται πολύ συχνά στη σκέψη. Η φύση όλη στην πιο καλή, στην πιο οργιαστική της ώρα. Ο Άδωνις ξαναγυρίζει στην Αφροδίτη, η Περσεφόνη ανεβαίνει από τον Άδη, ο Χριστός ανασταίνεται νικώντας το θάνατο. Η νεκρή φύση ξαναζωντανεύει. Καθώς τα μάτια μου γεμίζουν από φως κι ομορφιά σκέφτομαι τι κρίμα που είναι μια τέτοια χώρα όπως η Ελλάδα να έχει περάσει τόσα δεινά. Κι ύστερα λέω πως ίσως να ΄ναι το τίμημα που πληρώνει για την ομορφιά της.
Δροσερό πρωινό στη Σκάλα Καλλονής. Οι ψαράδες «ξεψαρίζουν». Καλή σοδειά φαίνεται. Βέβαια, δεν είναι εποχή της σαρδέλας, της περίφημης σαρδέλας Καλλονής, για την οποία τον Αύγουστο γίνεται γιορτή με σειρά εκδηλώσεων. Θα μάθουμε όμως πολλά για τον ιδιαίτερο τρόπο που παρασκευάζονται οι σαρδέλες εδώ στη Λέσβο, ψημένες μόνο σε αλάτι και θα τις βρούμε συσκευασμένες στα καταστήματα. Μαζί με το λαδοτύρι και το πασίγνωστο πια ούζο, αποτελούν χαρακτηριστικά προϊόντα της Λέσβου και αρκετοί από μας θα πάρουν μαζί τους, για δώρα σε φίλους ή για να παρατείνουν για λίγο την ανάμνηση του ωραίου νησιού.
Από τη Σκάλα Καλλονής ανηφορίζουμε για την Μονή Λειμώνος. Ανδρικό μοναστήρι, ιδρυμένο το 1526 από τον Άγιο Ιγνάτιο. Έχουμε ακούσει πολλά για το μοναστήρι αυτό, αλλά τίποτα απ’ όσα έχουμε ακούσει δεν μας προετοιμάζει γι’ αυτό που αντικρίζουμε. Ένας τεράστιος χώρος, με σκορπισμένα τριγύρω 34 εκκλησάκια, αφιερώματα των πιστών. Σε λίγο θ’ ακούσουμε για την ιστορία της μονής, για τον τεράστιο ρόλο που διαδραμάτισε ως μορφωτικό και πολιτιστικό κέντρο με τη Λειμωνιάδα Σχολή, αλλά και τη σημερινή κοινωνική της προσφορά που συνεχίζεται με τη λειτουργία γηροκομείου, οικοτροφείου και ιερατικής σχολής. Γύρω από δυο μεγάλες εσωτερικές αυλές αναπτύσσονται διώροφα και τριώροφα κτίρια. Το Καθολικό της μονής, δηλ. η κεντρική εκκλησία, είναι άβατο για τις γυναίκες. Μας αποζημιώνουν όμως τα μουσεία, εκκλησιαστικό, λαογραφικό κ.λπ. Χιλιάδες τόμους φιλοξενεί η βιβλιοθήκη, πολύτιμες μεμβράνες και χειρόγραφα από τον 9ο αι. Περιδιαβάζοντας βιαστικά, προσπαθώντας να δούμε όσο περισσότερα μπορούμε στο λίγο χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας, μια εντοιχισμένη επιγραφή σταματά το βλέμμα και τη σκέψη: «Εδώ, εις το κτίριον τούτο υπεγράφη η παράδοσις της Λέσβου εις τον Ελληνικόν Στρατόν. Ημέραν Σάββατον 8 Δεκεμβρίου 1912». Και στο πλάι μια τουρκική σημαία, λάφυρο του ελληνικού στρατού». Συγκίνηση, αγιάτρευτος καημός για τη δική μας μοίρα…
Ξανά κατηφορίζουμε προς τη θάλασσα, στη βορειοδυτική τώρα Λέσβο. Από μακριά αντικρίζουμε ήδη τις κόκκινες κεραμιδοσκεπές του χωριού Πέτρα. Πέτρινα καλντερίμια, αρχοντικά, λιθόστρωτα δρομάκια, μια αμμουδερή παραλία, όμορφη φύση, ταβέρνες και εστιατόρια, τα πιο πολλά σήμερα (Δευτέρα του Πάσχα) κλειστά, αλλά με τη φαντασία μπορούμε να σκεφτούμε τι θα γίνεται εδώ το καλοκαίρι.
Σημαντικότερο αξιοθέατο της Πέτρας, ο βράχος στην κορυφή του οποίου δεσπόζει η εκκλησία της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας. 114 σκαλοπάτια μας οδηγούν ως εκεί, όχι μόνο για να προσκυνήσουμε, αλλά και για να απολαύσουμε την πανοραμική θέα. Άλλος ένας παλιός θρύλος συνοδεύει την ίδρυση του ναού εδώ. Γύρω στα 1600 ένα πλοίο στο οποίο ένας ναυτικός μετέφερε μια εικόνα της Παναγίας, αγκυροβόλησε στον όρμο της Πέτρας. Ένα βράδυ η εικόνα εξαφανίστηκε και βρέθηκε στην κορυφή του βράχου. Ο καπετάνιος τη μετέφερε στο πλοίο, αλλά και πάλι η εικόνα χάθηκε. Τότε θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι, ότι η εικόνα ήθελε να παραμείνει εκεί, κι έτσι χτίστηκε η εκκλησία.
Την Ευθαλού ή Εφταλού θα τη φανταστούμε μονάχα. Ο χρόνος δεν μας παίρνει για να επισκεφθούμε το σπίτι του Ηλία Βενέζη, εδώ όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και πέθανε το 1973. Ούτε και τον τάφο του Αργύρη Εφταλιώτη, άλλου μεγάλου τέκνου της Λέσβου. Συνεχίζουμε για το Μόλυβο ή Μήθυμνα, την τουριστική πρωτεύουσα της Λέσβου.
Σκαρφαλωμένη στην απότομη πλαγιά ενός λόφου η κωμόπολη φαίνεται να έχει μείνει αναλλοίωτη αιώνες τώρα, έχοντας χαρακτηριστεί ως διατηρητέος οικισμός. Στην κορυφή του λόφου το άπαρτο κάστρο της με άλλον ένα μύθο να συνοδεύει το πάρσιμό του από τον Αχιλλέα (η Λέσβος, λόγω γειτονίας και εμπορικών σχέσεων ήταν σύμμαχος των Τρώων). Μύθος και ιστορία, παρελθόν και παρόν έρχονται στο νου καθώς κατηφορίζουμε τα φιδογυριστά, γραφικά, λιθόστρωτα μονοπάτια του Μόλυβου, που μοσκομυρίζουν απ’ τις ανθισμένες πασχαλιές. Κάτω στο βάθος λαμπυρίζει η θάλασσα, το παλιό λιμάνι και αχνά προβάλλουν τα βουνά της Τουρκίας.
«Κατάμπροστα στο ψαραδολίμανο, μέσα στο μάτι του μπονέντη, ορθώνεται πάνω σε θεόρατη θαλασσοβραχιά το ξωκλήσι της Παναγιάς της Γοργόνας».
Πλημμυρισμένη από ανυπόμονη προσμονή, με τη σκέψη στην περιγραφή του Μυριβήλη, τρέχω σχεδόν ν’ ανέβω «της Παναγιάς τα Ράχτα». Βρίσκω το μικρό εκκλησάκι, έτσι όπως το περιγράφει στο μυθιστόρημά του, κι ας είναι γύρω εστιατόρια, καφετέριες, αυτοκίνητα, κόσμος που χαίρεται τη γιορτή του Πάσχα. Όμως κάποτε, όταν τα διαβάσματα μας έχουν πολύ συνοδέψει στη ζωή, βλέπουμε με τα μάτια της ψυχής περισσότερο. Έτσι κι εγώ, περιμένω να δω την παράξενη ζωγραφιά που «στέκεται κει ως τα σήμερα, μισοσβησμένη από τον αγέρα και τ’ αλάτι της θάλασσας, και είναι μια Παναγιά, η πιο αλλόκοτη μέσα στην Ελλάδα και σ’ όλο τον κόσμο της χριστιανοσύνης». Άδικα. Τέτοια Παναγιά δεν υπάρχει. Ασβεστώθηκε το εκκλησάκι κι η παράξενη εικόνα χάθηκε.
Στέκομαι για λίγο γεμάτη απογοήτευση. Φαντάζομαι την εικόνα, φαντάζομαι το γέρο-Αυγουστή που ανεβασμένος στα ράχτα ονομάτιζε ένα-ένα τα μέρη απέναντι, στο Αϊβαλί, σίγουρος πως όπου να ‘ναι θα ξαναγυρίσουν οι πρόσφυγες στους τόπους τους, φαντάζομαι το Φόρτη να λέει τις ιστορίες του στον καφενέ του, κάτω απ’ τη μουριά που στέκεται ακόμα εκεί, στο «Καφενείον η Συκαμινιά». Ίσως, όπως λέει κάπου και ο Ουράνης, είναι καλύτερα να μην επισκεπτόμαστε τα μέρη που έχουμε ζήσει με τη φαντασία μας.
Ολοκληρώνουμε την περιδιάβασή μας στο νησί με προσκύνημα στον προστάτη Άγιο όλης της Λέσβου, τον Ταξιάρχη, στο χωριό Μανταμάδος. Μεγάλο μοναστήρι, γνωστό κυρίως για τη μοναδική ανάγλυφη εικόνα σ’ όλη την ορθοδοξία. Η παράδοση θέλει τη σκουρόχρωμη εικόνα να έχει γίνει από λάσπη και το αίμα των μοναχών που σφαγιάστηκαν από Σαρακηνούς πειρατές. Πλήθος οι προσκυνητές στη στρωμένη ακόμα με τα βαγιόφυλλα της Λαμπρής εκκλησία, σωρός τα πολύτιμα τάματα γύρω από την εικόνα, δίπλα στον Άγιο τα σιδερένια παπούτσια με τα οποία διατρέχει όλο το νησί. Ένας νέος άντρας προχωρεί γονατιστός προς την εικόνα. Ποιος ξέρει από πού ξεκίνησε, ποιος ξέρει ποιο τάμα τον φέρνει γονατιστό στον Ταξιάρχη…
Η Λέσβος μας καλωσόρισε με το γλυκό φως του δειλινού. Την αποχαιρετούμε ρίχνοντας μια ματιά από ψηλά στο αχνό φως του πρωινού κι η ποιητική περιγραφή του Ελύτη στριφογυρνάει στη σκέψη: «Πουθενά, σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου, ο Ήλιος και η Σελήνη δε συμβασιλεύουν τόσο αρμονικά, δε μοιράζονται τόσο ακριβοδίκαια την ισχύ τους όσο επάνω σ’ αυτό το κομμάτι γης που κάποτε, ποιος ξέρει σε τι καιρούς απίθανους, ποιος θεός, για να κάνει το κέφι του, έκοψε και φύσηξε μακριά, ίδιο πλατανόφυλλο καταμεσής του πελάγους».

[Ακολουθούν φωτογραφίες, που δυστυχώς δεν μπόρεσα να εντάξω στο κείμενο]


Ανθισμένη πασχαλιά στην αυλή της Μονής Λειμώνος




















Κατηφορίζοντας σε δρομάκι στο Μόλυβο





Υπεραιωνόβιος (1813) πλάτανος στο Πλωμάρι



Το λιμάνι της Μυτιλήνης (δεξιά στην άκρη ο τρούλος του Αγίου Θεράποντα) Ψαράδες στη Σκάλα Καλλονής
















Δευτέρα, Απριλίου 27, 2009

Ένας σύγχρονος δεκαεξάχρονος

Η τάση των εφήβων-πρωταγωνιστών στη λογοτεχνία φαίνεται να περνάει και στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Όχι με την έννοια των αναμνήσεων των ενηλίκων πια συγγραφέων, αλλά με αυτούσια τη φωνή των δεκαεξάχρονων, όπως τη δανείζεται και την αναπαράγει ο συγγραφέας.
Μετά από δυο πρόσφατα μυθιστορήματα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, "Υποβρύχιο" και "Μαύρος Κύκνος", να τώρα και η ελληνική εκδοχή. Μας έρχεται από την Τατιάνα Αβέρωφ με το μυθιστόρημά της "Θράσος" (Κέδρος, 2009). Ο Θράσος, όνομα που ευθέως παραπέμπει στη θρασύτητα της ηλικίας, είναι ένα μοναχοπαίδι που, σαν χιλιάδες άλλους νέους της εποχής μας, περνάει το χρόνο του ανάμεσα στο σχολείο, το σπίτι και τον υπολογιστή. Κρατάει ένα ηλεκτρονικό ημερολόγιο που διαρκεί περίπου όσο μια σχολική χρονιά. Καταγράφει τις σκέψεις του, την προσπάθειά του για επικοινωνία μέσω του διαδικτύου, την απόπειρά του να γίνει συγγραφέας, βρίσκοντας υλικό στις αφηγήσεις του παππού του, παλιού ηθοποιού. Ο σκύλος του, οι γονείς του, ο φίλος του Κλάξος, η άγνωστη με την οποία αλληλογραφεί διαδικτυακά, η καθηγήτριά του, η Μαυρίδου, που τον ενθαρρύνει και τον καθοδηγεί στο γράψιμό του, γεμίζουν τις σελίδες του. Γλώσσα κοφτή, αγχώδης, γεμάτη από τις σύγχρονες εκφράσεις της νεολαίας, το διαδίκτυο καθημερινός σύντροφος.
Η αφήγηση αρχίζει μ' ένα "geia sou" που πληκτρολογεί στον υπολογιστή. Μια άλλη νεανική φωνή του απαντά. Αυτοσυστήνεται ως δικηγόρος 28 χρονών και φυσικά δεν του περνάει απ' το μυαλό πως κι η συνομιλήτριά του που συστήνεται ως Μαριάννα 21 ετών, μπορεί να λέει ψέματα, όπως κι αυτός. Η προσπάθεια εντοπισμού της Μαριάννας είναι ο συνεκτικός δεσμός που κρατάει το βάρος της ιστορίας, ενώ επάνω σ' αυτόν σχεδιάζεται η ζωή του, η μητέρα του που έχει εξωσυζυγική σχέση, ο απόμακρος πατέρας, ο ενοχλητικός παππούς, η όλη προσπάθεια του νέου να βρει στόχο και νόημα στη ζωή του.
Η συγγραφέας δηλώνει πως για μια σχολική χρονιά (2005-06) παρακολούθησε από κοντά τη σχολική ατμόσφαιρα της Α1 Λυκείου και "γνώρισε" τους ήρωές της Θράσο και Κλάξο. Ίσως γι' αυτό οι ήρωές της είναι τόσο πειστικοί, αν και μερικές φορές εκφράζουν σκέψεις ενδεικτικές μιας μεγαλύτερης ωριμότητας, για παράδειγμα όταν ο Θράσος αναλύει το ημιτελές έργο του Μιχαήλ Αγγέλου "Οι σκλάβοι", έστω κι αν υποτίθεται ότι μεταφέρει λόγια της καθηγήτριάς του.
Τα greenglish του βιβλίου, ενοχλητικά κάπως στην αρχή, μας μεταφέρουν πειστικά στον τρόπο της γραπτής επικοινωνίας της νεολαίας. Κι η φωνή του Θράσου, που συνοψίζει τη φωνή της γενιάς του, αντηχεί στ' αυτιά μας κι όταν ακόμη έχουμε κλείσει το βιβλίο: "Εμείς οι νέοι...Ήρωες, και μας βρίζουν. Τι ξέρουν οι μεγάλοι; Ας άντεχαν αυτοί για δέκα λεπτά μόνο τα μαρτύρια που τραβάμε εμείς κάθε μέρα. Όλη μέρα. Και όλη νύχτα. Ένα πράγμα σαν γκρίζο. Απαράλλαχτα όλα, στάσιμα. Μια βαρεμάρα"


Τρίτη, Απριλίου 14, 2009

Slumdog Millionaire (Ποιος θέλει να γίνει δισεκατομμυριούχος;)

Πρωτότυπο, ευρηματικό, ενδιαφέρον, συγκινητικό, καταθλιπτικό, αισιόδοξο, ευχάριστο, όλοι οι χαρακτηρισμοί μπορούν να αποδοθούν στο βιβλίο του Ινδού διπλωμάτη Vikas Swarup (Μίνωας, 2009, μετ. Αλέξης Καλοφωλιάς). Είναι ένα μεγάλο, ή μάλλον πολλά εκτενή παραμύθια που διαδραματίζονται στη σύγχρονη Ινδία, παραμύθια όμως που δεν απέχουν από την πραγματικότητα. Το διαβάζεις με αμείωτο ενδιαφέρον από την αρχή ως το τέλος, πότε λυπάσαι με την απίστευτη φτώχεια και τη σκληρότητα και πότε χαμογελάς με το λεπτό χιούμορ, την ευαισθησία, την καλοσύνη.
Το θέμα, λόγω της πολυβραβευμένης ταινίας που στηρίχτηκε στο βιβλίο (αρκεί να αναφέρουμε τα οχτώ Όσκαρ) και στα όσα σχετικά δημοσιεύτηκαν, είναι πολύ γνωστό. Ένα δεκαοχτάχρονο, αμόρφωτο παιδί, που εργάζεται ως σερβιτόρος, παίρνει μέρος στο γνωστό τηλεοπτικό παιγνίδι "Ποιος θέλει να γίνει δισεκατομμυριούχος". Απροσδόκητα απαντάει σωστά και στις δώδεκα ερωτήσεις, αλλά οι διοργανωτές του παιγνιδιού, μη έχοντας τόσα χρήματα, τον κατηγορούν για απάτη και η αστυνομία τον συλλαμβάνει. Τότε όμως εμφανίζεται μια νέα κοπέλα, δηλώνει ότι είναι η δικηγόρος του, τον παίρνει σπίτι της και ζητάει να μάθει πώς κατάφερε να κερδίσει, πώς ήξερε όλες αυτές τις απαντήσεις. Κάθε κεφάλαιο του βιβλίου αντιστοιχεί και σε μια περίοδο της περιπετειώδους ζωής του νεαρού Ραμ Μοχάμαντ Τόμας. Και είναι πολύ έξυπνο από μέρους του συγγραφέα το ότι δεν μας δηλώνει εξαρχής την ερώτηση. Προηγείται η αφήγηση και στο τέλος του κεφαλαίου έρχεται η ερώτηση.
Δεν είναι απλώς δύσκολο, είναι αδύνατο να αποδοθούν έστω και περιληπτικά όλες οι περιπέτειες του νεαρού Ραμ. Και πρέπει ασφαλώς να δεχτούμε τη λογοτεχνική σύμβαση τόσο πολλών συμπτώσεων, αλλά και τόσο μεγάλης τύχης, να του υποβληθούν ερωτήσεις που σχετίζονται με τις εμπειρίες του. Όμως, είναι, πιστεύω, το τέχνασμα του συγγραφέα για να μας οδηγήσει από τη Βομβάη στο Δελχί, από το Δελχί στην Άγκρα, από τις παραγκουπόλεις στα πορνεία και στα ορφανοτροφεία, στις θρησκευτικές διαφορές και στον πόλεμο Ινδίας-Πακιστάν, στη διαφθορά της αστυνομίας, στον ινδικό κινηματογράφο, σε τοπικά φαγητά, σε παραδόσεις και βουντού, στο έγκλημα, στη φτώχεια, στην κακοποίηση παιδιών, αλλά και στη σταθερή φιλία, στην άδολη αγάπη, στην καλοσύνη των ανθρώπων. Να μας περιγράψει τις παραγκουπόλεις αλλά και το υπέροχο Ταζ Μαχάλ.
Ήδη το όνομα του πρωταγωνιστή δηλώνει τις τρεις θρησκευτικές ομάδες της Ινδίας: Ραμ (ινδουιστικό), Μοχάμαντ (μουσουλμανικό), Τόμας (χριστιανικό). Αφημένος έκθετο βρέφος έξω από ένα χριστιανικό ορφανοτροφείο, μεγάλωσε με τη φροντίδα ενός ιερέα που τον δίδαξε και Αγγλικά. Θα ζήσει σε αναμορφωτήριο, θα συνδεθεί με μια δυνατή φιλία με ένα άλλο ορφανό παιδί, τον Σελίμ, θα εργαστεί άλλοτε ως υπηρέτης, άλλοτε ως παράνομος ξεναγός, θα πέσει θύμα ληστείας, θα ερωτευτεί μια κοπέλα σ' ένα πορνείο, θα βοηθήσει ανθρώπους, θα εκδικηθεί κακούς. Μοιάζουν όλες αυτές οι περιπέτειες σαν τα παραμύθια της Χαλιμάς που μας κρατάνε άγρυπνους, αγωνιώντας για το τέλος.
Ποιες ήταν οι ερωτήσεις; Δεν νομίζω ότι πρέπει να τις αποκαλύψω, μια και ο συγγραφέας θέλησε να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, τοποθετώντας κάθε ρώτηση στο τέλος του σχετικού κεφαλαίου.
Νομίζω δεν υπήρχε προσφυέστερος τρόπος για να γνωρίσουμε αυτή την αχανή, πολύπαθη και μυστηριώδη χώρα που είναι η Ινδία, έστω κι αν η έμφαση δίνεται στις φτωχογειτονιές και στις παραγκουπόλεις. Εμπεδωμένη στη συνείδηση η διάκριση των τάξεων συνοψίζεται στη συμβουλή των γερόντων: "Ποτέ μην περνάς τη γραμμή που χωρίζει τους πλούσιους από τους φτωχούς". Ο Ραμ όμως τόλμησε και τα κατάφερε. Τα δεινά μιας ζωής εξουδετερώνονται από την αισιοδοξία του τέλους του βιβλίου και της καταληκτήριας φράσης: "Επειδή η τύχη έρχεται από μέσα σου".


Πέμπτη, Απριλίου 09, 2009

Βίλλα Αμάλια

Όσοι στο βιβλίο "Βίλλα Αμάλια" (Άγρα, 2008, μετ. Βάνα Χατζάκη) θα αναζητήσουν μια ιστορία που θα τους σπρώχνει με ανυπομονησία να γυρίζουν σελίδα για να δουν "τι θα γίνει παρακάτω", θα απογοητευτούν από το μυθιστόρημα του Pascal Quignard, παρ' όλο που η αρχή σε προδιαθέτει για κάτι τέτοιο.
Μια 47χρονη γυναίκα, η Ανν Χίντεν, μουσικός, πιανίστρια και συνθέτις, βλέπει τον άντρα της σε μια στιγμή απιστίας του. Η απογοήτευση και η θλίψη που την πλημμυρίζει, εκτονώνεται κάπως όταν συναντά ένα παλιό συμμαθητή και φίλο, τον Ζωρζ, με τη βοήθεια του οποίου αποφασίζει να εξαφανιστεί. Να κόψει όλους τους δεσμούς κι όλες τις γέφυρες που την ενώνουν με το παρελθόν. Είναι φανερό πως η απιστία του άντρα της ήταν μόνο η αφορμή, πως η απόφαση ν' αλλάξει τον εαυτό της, να αναζητήσει μιαν άλλη ταυτότητα υπόβοσκε από καιρό μέσα της. Πουλάει σπίτι, έπιπλα, τα τρία πιάνα της, καίει το παρελθόν και φεύγει. Αλλάζει επίσης την εξωτερική της εμφάνιση, πράγμα που γίνεται όχι μόνο μια φορά στο βιβλίο. Τελευταία συμβολική κίνηση η διάλυση του κινητού της τηλεφώνου καθώς παίρνει το τρένο της φυγής.
Η σύντομη περιπλάνησή της στην Ευρώπη καταλήγει στην Ιταλία και πιο συγκεκριμένα, στο νησάκι Ίσκια, στον Κόλπο της Νάπολης. Κολυμπάει, ακούει ή συνθέτει μουσική κι ερωτεύεται ένα έρημο, εγκαταλελειμμένο σπίτι. "Είδε το σπίτι πάνω από είκοσι φορές πριν σκεφτεί ότι θα μπορούσε να το κατοικήσει μια μέρα. Το αγάπησε πριν σκεφτεί ότι μπορεί κανείς να αγαπήσει ερωτικά έναν τόπο μέσα στο σύμπαν. Το σπίτι πάνω στον απόκρημνο βράχο στην πραγματικότητα ήταν ένα σπίτι σχεδόν αόρατο. Ούτε από την παραλία ούτε απ' το τραπέζι της ταβέρνας όπου έτρωγε μια σαλάτα το μεσημέρι, ούτε κι απ' το δρόμο ακόμη, δεν μπορούσες να δεις πολύ περισσότερο από το μισό της γαλάζιας σκεπής, στα μισά της πλαγιάς, απ' την πλευρά που έβλεπε τη θάλασσα. Η ταράτσα κι ολόκληρο το σπίτι ήταν σκαμμένα κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους μέσα στον ίδιο το βράχο".
Η περιγραφή του σπιτιού και του τοπίου θυμίζει έντονα "Το χρονικό του Σαν Μικέλε" και το σπίτι του Άξελ Μούντε στο Κάπρι. Κι αυτό είχα συνεχώς στο νου μου, καθώς διάβαζα τη "Βίλλα Αμέλια", έτσι όπως το είδα ένα καλοκαίρι, τουρίστρια κι εγώ, ανάμεσα στο πλήθος των τουριστών που πλημμύριζε το νησί και το διάσημο σπίτι του γιατρού. Η Ανν θα ζήσει εκεί ευτυχισμένες στιγμές, η μοναξιά της όμως θα σπάσει από καινούριες γνωριμίες. Ένα θλιβερό περιστατικό την οδηγεί μακριά από το ειδυλλιακό περιβάλλον, ξανά πίσω στη Γαλλία. Το βιβλίο θα τελειώσει μερικά χρόνια αργότερα, με την Ανν μόνη και πάλι, με συντροφιά τις αναμνήσεις, αλλά έχοντας επιτέλους κατακτήσει την ηρεμία.
Η "Βίλλα Αμάλια" είναι βιβλίο αποσπασματικό. Δουλεύει περισσότερο με εικόνες, παρά με μια συνεχή ροή αφήγησης. Ο φακός του συγγραφέα παρακολουθεί διαρκώς την ηρωίδα του, τόσο στις εξωτερικές όσο και στις εσωτερικές της αναζητήσεις. Οι οικογενειακές της σχέσεις με το σύζυγο, τη μητέρα, τον πατέρα (που είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του όταν η Ανν ήταν πολύ μικρή) μοιάζουν προβληματικές. Ωραίες εικόνες της φύσης, της βροχής (πολλή βροχή συνοδεύει την αφήγηση), προπάντων της θάλασσας, ζωντανεύουν το τοπίο και ομορφαίνουν την αφήγηση.
Αν ήθελα να συνοψίσω το θεματικό κέντρο του βιβλίου, θα το εντόπιζα στην εξής παράγραφο:"Αν πεπρωμένο είναι αυτή η παρόρμηση που, ερχόμενη από κάπου αλλού και όχι απ' τον εαυτό μας, μας κυριεύει και μας ωθεί να την ακολουθήσουμε, χωρίς ποτέ να καταλαβαίνουμε τη φύση της, τότε η Ανν ακολουθούσε το πεπρωμένο της. Έλεγε μέσα της:"Δεν ξέρω πού πηγαίνω, αλλά τρέχω αποφασισμένη προς τα εκεί. Κάτι μου λείπει που μέσα του θα μου άρεσε να χαθώ".


Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009

Κερύνεια αγαπημένη...(Σαν απάντηση στη Νοέλ Μπάξερ)

Χρόνια τώρα, ενώ έγραψα πλήθος κείμενα, δεν έγραψα τίποτα για την Κερύνεια. Τίποτα που να βγαίνει μέσα από την ψυχή μου γι' αυτή την αγαπημένη, μικρή πολιτεία, τίποτα που να πηγαίνει σε βάθος και ν' ανασκαλεύει μνήμες παλιές. Μια υποσυνείδητη ανάγκη άμυνας, μια προσπάθεια απώθησης σκέψεων που πολύ θα με πονούσαν, νομίζω πως ορθωνόταν μπροστά μου κάθε φορά που ήθελα να γράψω κάτι. Μια νοερή επιστροφή στο παρελθόν και μια έντονη αναπόληση της Κερύνειας δεν μπόρεσα ή μάλλον δεν θέλησα να κάνω ως τώρα για να αποφύγω τον πόνο που θα μου προκαλούσε.
Σήμερα όμως νιώθω πως είμαι ένοχη. Πως ένα τέτοιο λόγο της τον χρωστούσα καιρό της αγαπημένης πολιτείας κι ήρθε η ώρα να τον πω. Σκέφτομαι μόνο, όχι χωρίς θλίψη, πως δεν είναι καθόλου εύκολο, ίσως μάλιστα αδύνατο, να μεταδώσω αυτό που αισθάνομαι στους νεότερους, αυτούς που δεν γνώρισαν ποτέ ή που θυμούνται πολύ αμυδρά την Κερύνεια. Ίσως είναι καλύτερα γι' αυτούς. Καλύτερα να μην έχεις γνωρίσει ποτέ την ευτυχία παρά να τη γνωρίσεις και να τη χάσεις. Πώς να λυπηθείς άμα δεν ξέρεις τι έχασες; Μονάχα εμείς οι μεγαλύτεροι, μονάχα εμείς που τη ζήσαμε και την αγαπήσαμε μπορούμε να νιώθουμε αυτή την αβάσταχτη θλίψη από το χαμό της. Πάλι στριφογυρίζω γύρω από το θέμα μου, πάλι δεν τολμώ να τ' αγγίξω.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης
ένας τρόπος ν' αρχίσεις να μιλάς
για πράγματα που ομολογείς δύσκολα
κατά τον ποιητή. Ας την αφήσω λοιπόν τη σκέψη να γυρίσει πίσω, καιρός είναι.
Σίγουρα η Κερύνεια ήταν όμορφη. Μπορεί και να είναι όμορφη ακόμα, δεν ξέρω. Πάρα πολύ συχνά ακούω γνωστούς να περιγράφουν όμορφα, μικρά λιμανάκια ελληνικών νησιών λέγοντας, για να γίνουν πιο σαφείς ή για να τονίσουν την ομορφιά τους: "Να, σαν την Κερύνεια είναι". Σαν να μη βρίσκεται άλλη περιγραφή, άλλη παρομοίωση που να αποδίδει την ομορφιά ενός τοπίου παρά μόνο το "σαν την Κερύνεια". Κι όμως τίποτε δεν είναι σαν την Κερύνεια. Ο τόπος δεν είναι μονάχα η φύση, το περιβάλλον, τα σπίτια, η θάλασσα. Ο τόπος έιναι οι άνθρωποι και τα συναισθήματά τους, τα γεγονότα που ζήσαμε εκεί, οι αναμνήσεις που μας δένουν με πρόσωπα και περιστατικά χαμένα πια για πάντα. Το Κάστρο, το λιμάνι, ο Φάρος, το Πέντε Μίλι, ο Ζέφυρος, ο Άης Γιώρκης, το Νησί, Γλυκιώτισσα δεν είναι σκέτα ονόματα κι όμορφες τοποθεσίες. Στο Ζέφυρο μαζέψαμε κυκλάμινα και τραγουδήσαμε χαρούμενα τραγούδια στις μαθητικές μας εκδρομές. Ήπιαμε ούζο και ζαλιστήκαμε στη δροσερή του βεράντα αντικρίζοντας από ψηλά τη θάλασσα. Στο Πέντε και στο Έξι μίλι μάθαμε να κολυμπούμε στις ρηχές, αμμουδερές τους ακρογιαλιές. Παίρναμε το λεωφορείο, παίρναμε τα σάντουιτς και τη χαρούμενη προσμονή του θαλάσσιου μπάνιου και ξεκινούσαμε. Πού να το ξέραμε τότε πως αυτές οι στιγμές δεν θα ξανάρχονταν, πού να το προβλέπαμε και να απολαμβάναμε πιο πολύ την ευτυχία που είχαμε...
Στον Άη-Γιώρκη περάσαμε αξέχαστα καλοκαίρια. Να ξυπνάς το πρωί και να 'ναι η θάλασσα δική σου και μόνο. Να κάνεις τον περίπατό σου το απόγευμα, να βλέπεις τον ήλιο να βυθίζεται πίσω από τον Πενταδάχτυλο και ν' απολαμβάνεις μόνο τα χρώματα και την ηρεμία, χωρίς θλίψη για τη μέρα που τελειώνει, γιατί είσαι βέβαιος πως και την άλλη μέρα θα είναι και πάλι στη θέση τους. Κι όμως ήρθε μια αυγή που δεν ήταν όλα στη θέση τους. Ήρθε ένα χάραμα που δεν μας ξύπνησε ο φλοίβος της θάλασσας, αλλά οι βόμβοι των αεροπλάνων. Τελευταία εικόνα που κρατάω μέσα μου της αγαπημένης επαρχίας οι βόμβες να πέφτουν, ο τρόμος που μας πλημμύρισε, η αγωνία κι η προσπάθεια να σωθούμε.
Πολύ συχνά όλα αυτά που συνειδητά προσπαθώ να καταπιέσω στο υποσυνείδητο για να μην τα σκέφτομαι, για να μη με πονάνε, για να μη με πληγώνουν, βρίσκουν στον ύπνο αφύλακτες τις πόρτες της ψυχής κι ανεβαίνουν και ζωντανεύουν στα όνειρα. Κάποτε περπατάω στα στενά δρομάκια της πόλης, κάποτε κόβω βόλτες στο λιμάνι, κάποτε παίρνουμε μια βάρκα και τραγουδάμε καντάδες στο σεληνόφωτο... μα το ξύπνημα με προσγειώνει στην οδυνηρή πραγματικότητα.
Θα μπορέσουν άραγε οι ξένοι που την πήραν και την κατοικούν τώρα να την αγαπήσουν όπως την αγαπήσαμε εμείς; Θα τη βλέπουν στα όνειρά τους, αν μια μέρα τη χάσουν; Θα τη γνοιαστούν όπως τη γνοιαστήκαμε εμείς; Γιατί οι δικοί μας δεσμοί δεν είναι μονάχα δεσμοί μιας γενιάς. Είναι δεσμοί που πάνε αιώνες πίσω. Παραδόσεις και θρύλοι και περιπέτειες δεμένες με την ιστορία του νησιού και τη ζωή των προγόνων μας που έζησαν, μόχθησαν και πέθαναν σ' αυτή τη γη.
Χρόνια τώρα συζητάνε οι πολιτικοί προσπαθώντας να βρουν μια λύση. Μα η απλή λογική του απλού ανθρώπου όλο απορία ρωτά: "Λύση σε τι; Να συζητήσουμε τι; Για μας είναι τόσο απλό το θέμα. Εκεί, πίσω από κείνο το βουνό, που αν απλώσεις το χέρι σου νομίζεις πως θα τ' αγγίξεις, είναι η Κερύνεια. Εκεί είναι τα σπίτια μας, είναι οι τόποι της νιότης μας, είναι η πατρίδα μας. Για μας δεν υπάρχει πρόβλημα, για να αναζητούμε τη λύση του. Εμείς κρατάμε ακόμα το κλειδί της εξώπορτας, για μας είναι όλα στην ίδια θέση, έτσι όπως τ' αφήσαμε, έτσι όπως έρχονται στα όνειρά μας και μας τυραννούν και μας γνέφουν φιλικά και μας περιμένουν".



Παρασκευή, Απριλίου 03, 2009

Καφέ Λούκατς

"Η νουβέλα διαβάζεται απνευστί μέσα σε τρία τέταρτα της ώρας. Είτε σε μία πτήση Αθήνα-Θεσσαλονίκη (με τη γνωστή καθυστέρηση, απογείωση-προσγείωση-αποβίβαση) είτε σε ένα τραίνο, ώσπου να φτάσει από την Αθήνα στα Οινόφυτα, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, στον υποθαλάσσιο συρμό της Μάγχης.
Και, κυρίως, καθ' οδόν προς Βουδαπέστη".
Έτσι καταλήγει ο πρόλογος του Βασίλη Βασιλικού στη νουβέλα του Κώστα Καλφόπουλου "Καφέ Λούκατς" (Άγρα, 2008). Εγώ τη διάβασα ένα μουντό, βροχερό πρωινό του Μάρτη, με την εξωτερική, σκοτεινή ατμόσφαιρα (όσο καλοδεχούμενες κι αν ήταν οι φετινές ανοιξιάτικες βροχές) να επιτείνει το noir κλίμα της νουβέλας (Budapest noir είναι ο υπότιτλος που συνοδεύει τον τίτλο του βιβλίου).
Η μισή περίπου κριτική του Κούρτοβικ στα "Νέα" για το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στην επεξήγηση του όρου "noir". Γράφει, ανάμεσα σ' άλλα, ο Κούρτοβικ: "Σύμφωνα με την κυρίαρχη εκδοχή, ο όρος "νουάρ λογοτεχνία" αναφέρεται σε αστυνομικά έργα όπου κυριαρχεί η απειλητική αβεβαιότητα του σκοταδιού, τόσο κυριολεκτικά, με σκηνές που διαδραματίζονται κυρίως σε νυχτερινά αστικά τοπία και μισοσκότεινους εσωτερικούς χώρους, όσο και μεταφορικά, με την ηθική αμφισημία που διαπνέει αυτές τις ιστορίες. Η σκοτεινή αβεβαιότητα επεκτείνεται και στον ίδιο τον κεντρικό ήρωα, που δεν είναι ένας κλασικός ντετέκτιβ, γιατί στο πρόσωπό του εναλλάσσονται ή μάλλον συνενώνονται οι ρόλοι του διώκτη και του κυνηγημένου, του ερευνητή και του εξεταζόμενου, του αθώου και του ένοχου".
Χώρος όπου διαδραματίζεται το έργο είναι κυρίως η Βουδαπέστη, η παλιά αυτή, αριστοκρατική και κάπως υποτιμημένη πρωτεύουσα, της οποίας την ατμόσφαιρα διαζωγραφίζει αριστοτεχνικά ο συγγραφέας. Για πολύ λίγο η δράση μεταφέρεται και στη Βιέννη. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ένας δημοσιογράφος που πάει στη Βουδαπέστη για ένα συνέδριο, μια πόλη που ήξερε καλά, μια και στο παρελθόν είχε ζήσει εκεί με υποτροφία, για να συγκεντρώσει στοιχεία για τους πολιτικούς πρόσφυγες. Με αισθήματα νοσταλγίας περιδιαβάζει στην πόλη και καταφεύγει σ΄ένα γνωστό του καφέ, το Καφέ Λούκατς. Εκεί τον πλησιάζει μια ωραία, ώριμη κυρία, γνωριμία που θα καταλήξει σε μια ερωτική, γεμάτη πάθος νύχτα. Όμως, την επομένη, η μυστηριώδης άγνωστη δολοφονείται. Θα ακολουθήσουν άλλοι δυο φόνοι, θα 'λεγε κανείς, σημαδεύοντας το πέρασμα του πρωταγωνιστή. Γιατί άραγε; Και τι σχέση έχουν μαζί του; Η μετάβαση στην αστυνομία και οι πληροφορίες που του δίνονται σχετικά με το πρώτο θύμα και που το συνδέουν με το παρελθόν, με τους Ναζί, τους Εβραίους, τις διώξεις αλλά και την προστασία των πρώην διωκτών τους, καθόλου δεν διαφωτίζουν το όλο θέμα.
Τα πάντα μένουν ασαφή και αδιευκρίνιστα, τοποθετημένα σε μια ρευστή εποχή. Είναι ο Αύγουστος του 1989, εποχή που τρίζουν τα θεμέλια του "σοσιαλιστικού μπλοκ", που θα καταρρεύσει σε λίγο, με την αρχή να έχει γίνει με το άνοιγμα των ουγγροαυστριακών συνόρων.
Η ενδιαφέρουσα νουβέλα του Καλφόπουλου, τυπικό δείγμα νουάρ λογοτεχνίας, αποδεικνύει πως η καλή λογοτεχνία δεν χρειάζεται κατ' ανάγκην τον εκδοτικό όγκο.



Τετάρτη, Απριλίου 01, 2009

Όμορφη και παράξενη πατρίδα...

Στο πρωτότυπο κέντρο καλλιέργειας, μουσείου της ελιάς και παραγωγής λαδιού "Ολέαστρο", μια καμένη ελιά ξαναζωντανεύει


Δρομάκι με παραδοσιακά κεντήματα στο τουριστικό Όμοδος



Μουσείο χαρουπιού στο χωριό Ανώγυρα


Ερειπωμένο μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, του 15ου αιώνα. Μέσα μισοσβησμένες τοιχογραφίες


Η εκκλησία του ωραίου ορεινού χωριού Βάσα

Από την αποβάθρα της Λεμεσού

Η Κύπρος, μετά από χρόνια ανομβρίας, επιτέλους πρασίνισε, προβάλλοντας όλη την ομορφιά της.














































































Τρίτη, Μαρτίου 24, 2009

Το Σαββατοκύριακο

Δεν υπάρχει βιβλίο του Γερμανού Bernhard Schlink (γεν.1944) που να μην παρουσιάζει ενδιαφέρον, αν και δεν κινούνται όλα στο ίδιο επίπεδο. Τελευταίο του βιβλίο "Το Σαββατοκύριακο" (Κριτική, 2009). Οι εμμονές και ο προβληματισμός του συγγραφέα για το θέμα ενοχή-μετάνοια-εξιλέωση που γνωρίσαμε στο υπέροχο "Διαβάζοντας στη Χάννα", επανέρχονται, όχι πια σε ό,τι αφορά τη ναζιστική Γερμανία, αλλά την πιο πρόσφατη εποχή, την εποχή της δράσης της τρομοκρατικής ομάδας Μπάαντερ-Μάϊνχοφ.
Ένας παλιός τρομοκράτης, ο Γιοργκ, αφού πέρασε πάνω από είκοσι χρόνια στη φυλακή, καταδικασμένος για παράνομες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων και τέσσερις φόνοι, αποφυλακίζεται με προεδρική χάρη. Τον παραλαμβάνει η μεγαλύτερη απ' αυτόν αδερφή του, η οποία υπήρξε γι' αυτόν και σαν μητέρα, μια και είχαν χάσει μικροί τη δική τους. Υπερπροστατευτική, υπάρχει μεταξύ τους μια ιδιαίτερη σχέση που λίγο απέχει από την αιμομιξία. Τον οδηγεί σε μια εξοχική έπαυλη, που είχε αγοράσει με μια φίλη της (άλλη ανορθόδοξη σχέση) λίγο έξω από το Βερολίνο. Εκεί έχει προσκαλέσει μερικούς παλιούς φίλους, για να γιορτάσουν την αποφυλάκισή του, αλλά και για να προσαρμοστεί σταδιακά στην έξω από τη φυλακή ζωή.
Η σύναξη μου θύμισε κάπως την ατμόσφαιρα των μυθιστορημάτων της Άγκαθα Κρίστι. Μια ομάδα ανθρώπων κλεισμένοι σ' ένα παλιό αρχοντικό, τριγυρισμένο από ένα πάρκο, μακριά από κατοικημένη περιοχή. Τη σκοτεινή ατμόσφαιρα επιτείνει η φθαρμένη, ερειπωμένη κατάσταση του αρχοντικού. Χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρισμό, με νερό που βγάζουν από μια αντλία, με τη βροχή που θαρρείς και πέφτει αδιάκοπα, συμβολικά απεικονίζεται έτσι και η εσωτερική, ψυχολογική φθορά των ανθρώπων.
Οι φίλοι της νιότης όμως του Γιοργκ δεν είναι πια οι ίδιοι που υπήρξαν νέοι. Η επαναστατική τους ορμή, με την οποία νόμιζαν ότι θ' αλλάξουν τον κόσμο και ότι γι' αυτήν την αλλαγή δικαιολογείτο ακόμα και το έγκλημα, η βία εναντίον της κρατικής και εξουσιαστικής βίας, αυτή η ορμή έχει καταλαγιάσει. Έχουν προσαρμοστεί στην κοινωνία την οποία ήθελαν να μεταβάλουν. Ένας είναι δικηγόρος, άλλος επιτυχημένος δημοσιογράφος, μια γυναίκα επίσκοπος, μια άλλη δασκάλα που αρχίζει να γράφει ένα μυθιστόρημα, ένας επιχειρηματίας-οδοντοτεχνίτης.
Η χρονική διάρκεια του μυθιστορήματος είναι τρεις μέρες: Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Συζήτηση, εντάσεις, αναδρομή στο παρελθόν, αναμνήσεις, οι σχέσεις μεταξύ των μελών της ομάδας γεμίζουν το Σαββατοκυρίακο. Ποιο θα είναι το μέλλον του Γιοργκ; Θα ακολουθήσει την προτροπή ενός από τους καλεσμένους, του νεαρού Μάρκο, να συνεχίσει την ένοπλη, αριστερή δράση; Θα απαρνηθεί το παρελθόν και θα συμβιβαστεί με την πρόταση του οδοντοτεχνίτη για μια θέση στα εργαστήριά του; Αλλά και πολλά άλλα ερωτήματα απασχολούν τη συντροφιά. Ήταν σωστός αυτός ο αγώνας; Πώς ένιωσε όταν έκανε τον πρώτο του φόνο; Έχει μετανιώσει; Ποιος τον είχε προδώσει; Κι όταν απροσδόκητα εμφανίζεται ο γιος του, τον οποίο είχε εγκαταλείψει από τα δυο του χρόνια, τα ερωτήματα γίνονται ακόμα πιο αμείλικτα, καθώς ο γιος κατηγορεί τον πατέρα για τις επιλογές του, που είχαν τραυματικές επιπτώσεις στον ίδιο.
Βιβλίο γεμάτο ερωτήματα και προβληματισμό, από το οποίο δεν απουσιάζει ούτε η 11η Σεπτεμβρίου, καθώς έντεχνα ο Σλινκ εμπλέκει στο μυθιστόρημα μια παράλληλη ιστορία, το μυθιστόρημα που έχει αρχίσει να γράφει η δασκάλα.
Μειονεκτήματα που βρήκα στο βιβλίο είναι το ότι στην αρχή, αλλά και ενδιάμεσα στους διαλόγους, σε μπερδεύουν καμιά φορά τα ονόματα, δεν ξέρεις ποιος ακριβώς μιλά. Επίσης βρίσκω αδικαιολόγητη την ανάμιξη ανορθόδοξων σεξουαλικών σκέψεων και σκηνών. Δεν ξέρω πού αποσκοπούσαν αυτές οι σκηνές της σεξουαλικής εκτροπής.
Αν ήθελα να συνοψίσω την αίσθηση που μου άφησε αυτό το βιβλίο, θα την έβλεπα σ' αυτό το απόσπασμα: "Δεν άναψαν αμέσως τα κεριά. Το σούρουπο άφηνε το παρελθόν να τρυπώνει με οικειότητα στο παρόν σαν τη νύχτα με τη μέρα. Οι αναμνήσεις αφορούσαν μια εποχή που είχε τελειώσει και δεν έφτανε μέχρι το παρόν. Όμως οι αναμνήσεις ήταν ζωντανές, έτσι οι φίλοι αισθάνονταν ταυτόχρονα και γέροι και νέοι. Και αυτή η αίσθηση ήταν οικεία. Όταν άναψε τελικά η Κριστιάνε τα κεριά και μπορούσαν πάλι να δουν ο ένας τον άλλον καθαρά, στο γερασμένο πρόσωπο του άλλου αντίκρισαν με ευχαρίστηση το νεαρό πρόσωπο που μόλις είχαν συναντήσει στις αναμνήσεις τους. Κρατάμε τη νιότη μέσα μας, μπορούμε να ξαναγυρίσουμε σ΄αυτήν και να ξαναζωντανέψουμε μέσα της, όμως έχει περάσει πια-ένα παράπονο τσίμπησε την καρδιά τους και η συμπόνια, για τους άλλους και για τον εαυτό τους".