Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

Οι Μαντόνες του Λένινγκραντ


Είναι κάποια βιβλία για τα οποία δεν γίνεται πολύς λόγος, δεν προβάλλονται, οι κριτικοί δεν ασχολούνται μαζί τους, κι όμως, χωρίς να διεκδικούν περγαμηνές υψηλής λογοτεχνίας, μπορούν να σου χαρίσουν ωραίες στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης. Ένα τέτοιο βιβλίο μ' έκανε χτες να ξεχάσω τους 40ο βαθμούς του καύσωνα. Κι αυτό, όχι μόνο βέβαια γιατί διαδραματίζεται στο φοβερό, παγωμένο χειμώνα του 1940-41 στην Αγία Πετρούπολη (τότε Λένινγκραντ). Τίτλος του βιβλίου "Οι Μαντόνες του Λένινγκραντ" (Μοντέρνοι Καιροί, 2006), συστημένο από μια φίλη σε πολύ επίκαιρη στιγμή ψυχολογικής προετοιμασίας για το καλοκαιρινό ταξίδι στη Ρωσία.
Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου η Μαρίνα, μια νεαρή κοπελίτσα, ξεναγός στο μουσείο Ερμιτάζ, που μεγαλώνει με την οικογένεια του αρχαιολόγου θείου της, αφού οι γονείς της είχαν συλληφθεί και εξαφανιστεί ως "αντιφρονούντες". Νομίζω όμως πως η Μαρίνα είναι μόνο το μέσον για να αναδειχτεί το κύριο "πρόσωπο" του μυθιστορήματος, που είναι το ίδιο το περίφημο μουσείο. Είναι Ιούνιος του 1941, όταν η Γερμανία επιτίθεται στη Ρωσία. Κανείς, ούτε και ο Στάλιν, δεν είχε προβλέψει την επίθεση, εκτός από το διευθυντή του μουσείου, Ορμπέλι, γι' αυτό θέτει σε εφαρμογή ένα σχέδιο εκκένωσης του μουσείου. Η Μαρίνα, μαζί με κάπου 2.000 άλλους υπαλλήλους, συσκευάζουν προσεκτικά κάθε πίνακα, κάθε άγαλμα, κάθε αντικείμενο, για να μεταφερθούν μακριά, σε ασφαλέστερο μέρος. Το εγχείρημα δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Το μουσείο (πέντε κτήρια για την ακρίβεια) απλώνεται σε πάνω από 400 δωμάτια, με εκατομμύρια αντικείμενα. Το μουσείο αδειάζει. Τα υπόγειά του γίνονται καταφύγιο για χιλιάδες ανθρώπους.
Η νεαρή ξεναγός περιδιαβάζει στις άδειες αίθουσες, στους έρημους διαδρόμους. Με τη φαντασία της ξαναστήνει στη θέση τους τους πίνακες που είχε τόσο αγαπήσει, τόσες φορές ξεναγήσει σ' αυτούς, που μπορεί να τους περιγράψει βλέποντας μόνο τις άδειες κορνίζες τους (ελάχιστοι μετακινήθηκαν μαζί με τις κορνίζες). Μαζί της ξεναγούμαστε στο άδειο μουσείο, στην Αίθουσα με τους φεγγίτες, στη Σκάλα του Ιορδάνη, στην Αίθουσα της πρώιμης Ιταλικής Αναγέννησης, στην Αίθουσα του Λεονάρντο, του Ρέμπραντ, του Ρούμπενς..."Η Μαντόνα και το θείο βρέφος", "Η Αγία Οικογένεια", "Ο Περσέας και η Ανδρομέδα" και πλήθος άλλοι πίνακες περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια.
Και όλα αυτά, όλη αυτή η αγάπη για το μουσείο και την Τέχνη, μέσα στο απίστευτο κρύο, τους βομβαρδισμούς και την πείνα του πολιορκημένου για 900 μέρες Λένινγκραντ. "Οι άνθρωποι λιμοκτονούν. Έχουν φτάσει στο σημείο να τρώνε απίστευτα πράγματα. Ο Μπούμπι, η γάτα του Μιχαήλ, ήταν ένα πρώιμο θύμα αυτής της πείνας. Όχι ότι έφαγαν τον Μπούμπι, ήταν υπερευαίσθητοι για κάτι τέτοιο, τον αντάλλαξαν όμως για ένα σακί πατάτες και λίγο λάδι, γνωρίζοντας απόλυτα τη μοίρα στην οποία τον καταδίκαζαν. Σήμερα θα τον έτρωγαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Τρώνε ταπετσαρίες και κόλλα, ακόμα και ξύλα, και πάλι λιμοκτονούν. Το μυαλό κλονίζεται (...). Απίστευτο αλλά αληθινό. Ξαπλώνουν και πεθαίνουν τόσο απλά σαν να πέφτουν για ύπνο, κι εκείνοι που μένουν πίσω προσπαθούν να εξηγήσουν το θάνατό τους, προσπαθούν να βρουν δικαιολογίες για να μουδιάσουν τον τρόμο".
Παρ' όλα αυτά η Μαρίνα επιβιώνει. Ο αγαπημένος της Ντμίτρι είχε επιστρατευτεί. Χάνονται. Θα ξανασυναντηθούν σ' ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία και θα καταλήξουν στην Αμερική. Εκεί τους συναντάμε (το βιβλίο πηγαινοέρχεται από το παρόν στο παρελθόν) εξήντα χρόνια μετά. Εκείνη πάσχει από Αλτσχάιμερ. Ξεχνά το παρόν, όμως το παρελθόν διατηρείται ολοζώντανο στο ταραγμένο μυαλό της κι ανέπαφοι οι αγαπημένοι της πίνακες.
Ένα βιβλίο γραμμένο απλά, που ζωντανεύει με ρεαλισμό τραγικές ιστορικές στιγμές, γεμίζοντας όμως ταυτόχρονα την ψυχή μας με την αισιοδοξία και την ομορφιά που μπορεί να χαρίσει η Τέχνη.

Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2007

Τα πρώτα μου γενέθλια

21 Ιουνίου. Θερινό ηλιοστάσιο, η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου και τα πρώτα γενέθλια του blog μου. Πέρσι τέτοια μέρα ξεκινούσα αυτή την επικοινωνία (με τους άλλους και με τον εαυτό μου). Αρχικά το φανταζόμουν σαν ένα προσωπικό ημερολόγιο, όπου θα έγραφα τι έκανα, τι με απασχολούσε, τις σκέψεις μου, τους προβληματισμούς μου, τα σχόλιά μου στα γεγονότα της καθημερινότητας. Όμως στη συνέχεια τα πράγματα αλλιώς εξελίχτηκαν. Όταν συνειδητοποίησα πως ό, τι έγραφα θα το διάβαζαν πολλοί άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, τότε ένιωσα πως δεν μπορούσα να ξεδιπλώσω την ψυχή μου στο άπειρο του διαδικτύου. Έτσι κατέληξα στο βιβλιοφιλικό αυτό blog. Εβδομήντα αναρτήσεις ο απολογισμός του χρόνου, κυρίως οι σκέψεις από τα διαβάσματά μου. Βιβλία καινούργια και βιβλία πιο παλιά, βιβλία ευχάριστα και βιβλία που με δυσκολία έφτασα στο τέλος τους, βιβλία που με συγκίνησαν, βιβλία από τα οποία μου έμεινε μόνο κάτι απ' το άρωμά τους και βιβλία που ταυτίστηκα με τους ήρωές τους και δεν θα ξεχάσω ποτέ. Και τα σχόλια..Α, τα σχόλια. Η λαχτάρα να δεις αν σου έγραψε κανείς κάτι, η απογοήτευση όταν δεν είχες καμιά ανταπόκριση, η φωνή σου μπουκάλι στο πέλαγος...Ένας χρόνος πέρασε. Δεν λυπάμαι για το σβησμένο κερί που προστέθηκε στη "σκοτεινή γραμμή". Είμαι ευτυχής που έζησα αυτό το χρόνο. Μοναδική μου ευχή: Του χρόνου τέτοια μέρα να είμαι και πάλι εδώ.

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2007

Αναζητώντας τον πατέρα

Το παράξενο Ολλανδικό της όνομα δεν το είχα ξανακούσει και το πιο πιθανό είναι πως δεν θα το θυμάμαι: Νέλεκε Νοόρντερβλιτ. Όμως το καταπληκτικό της μυθιστόρημα "Το όνομα του πατρός" είμαι σίγουρη πως δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Καθυστέρησα 7 χρόνια να το διαβάσω από τότε που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά (Καστανιώτης 2000) και 14 από τότε που πρωτοβγήκε στα Ολλανδικά (1993), αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Δεν είναι βιβλίο μιας εφήμερης επικαιρότητας, είναι κείμενο διαχρονικό, σε πολλές σελίδες του οποίου επανέρχεσαι. Να ξαναδιαβάσεις μια συζήτηση, να συγκρατήσεις μια αποφθεγματική φράση, να εμβαθύνεις σε μια σκέψη... Συμπτωματικά τους τελευταίους μήνες διάβασα άλλα δυο βιβλία με παρόμοιο θέμα: "Η καλοσύνη των ξένων" (Τατσόπουλος) και "Ο Γυρισμός" (Schlink). Και στα τρία κεντρική ιδέα η αναζήτηση των άγνωστων γεννητόρων. Στον Τατσόπουλο της μητέρας, στα άλλα δυο του πατέρα. Αλλά πόση διαφορά μεταξύ τους! Και πόση υπεροχή στο "Όνομα του πατρός"!
Η αναζήτηση είναι το πρόσχημα. Με αφορμή την αναζήτηση μετουσιώνονται μυθιστορηματικά οι κυριότεροι σταθμοί πέντε δραματικών δεκαετιών του 20ου αι. Από το 1940 περίπου ως το 1990. Όχι, δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Θα το χαρακτήριζα "μυθιστόρημα φιλοσοφίας της Ιστορίας". Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (πώς θα μπορούσε να λείψει αυτός;), το μοίρασμα της Γερμανίας και το Τείχος, ο Μάης του '68 στο Παρίσι και η Άνοιξη της Πράγας, η επανένωση της Γερμανίας, γεγονότα που αφήνουν βαθιά τα ίχνη τους στους ήρωες της Νοόρτερβλιτ.
Κεντρικό πρόσωπο η Αυγούστα, γεννημένη το 1945, κόρη μιας επαίσχυντης για την εποχή σχέσης, του δεσμού μιας Ολλανδέζας και ενός Γερμανού στρατιώτη. Ο στρατιώτης γυρίζει στην πατρίδα του μετά την ήττα κι η μικρή μεγαλώνει όχι μόνο με απορίες κι ερωτηματικά, αλλά και με το στίγμα της καταγωγής να τη φορτώνει ενοχές. Η συστηματική κακοποίηση που υφίσταται από τον πατριό της βαθαίνει τα ψυχολογικά της τραύματα. Σπουδάζει όμως. Στις φοιτητικές συντροφιές θα γνωρίσει, και αργότερα θα παντρευτεί, τον Μέλχιορ, έναν ευαίσθητο Εβραίο, που κουβαλάει κι αυτός τους προβληματισμούς και τα ερωτηματικά του. Θα ζήσουν μαζί το Μάη του '68, λίγο αργότερα θα βρεθούν στην Πράγα, θα αναλωθούν στις ερωτικές σχέσεις και στις ατέλειωτες συζητήσεις. Την ύπαρξη συζύγου την πληροφορούμαστε πολύ αργά στο μυθιστόρημα. Είναι κι αυτός χαμένος σαν τον πατέρα. Θα το συναντήσουμε (μαζί με την Αυγούστα) στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, στην Κρήτη, όπου και θα αποκαλυφθεί μια ακόμα τραυματική εμπειρία των δυο τους, ίσως η μεγαλύτερη απ' όλες.
Σε κάποιο στάδιο η Αυγούστα μαθαίνει το όνομα και την πόλη καταγωγής του πατέρα της. Η επιθυμία της αναζήτησης κατευθύνει τα βήματά της στη Βαϊμάρη, λίγο μετά που το Τείχος έπεσε. Τη συνοδεύουν δυο νέοι φίλοι της, η Εύα, μια φωτογράφος, και ο Μάριο, ένας βιολιστής του δρόμου. Ανάμεσα και στους τρεις αναπτύσσεται ένας παράξενος ερωτικός δεσμός. Ο έντονος σεξουαλισμός του βιβλίου μου θύμισε τον αντίστοιχο στην "Επιλογή της Σόφι". Λειτουργεί σαν ένα μέσο για λησμονιά, για κατευνασμό της συνείδησης.
Σημαντικό πρόσωπο του βιβλίου είναι και ο Έρικ, συνάδελφος και για χρόνια πολλά (αν και παντρεμένος) ερωτικός σύντροφος της Αυγούστας. Κι αυτός μπλεγμένος στα δικά του προβλήματα, στις δικές του ενοχές, αλλά και στην αγάπη του για την Αυγούστα.
Παρόλο το ενδιαφέρον που προκαλεί, δεν τέλειωσα σύντομα το βιβλίο. Είναι βιβλίο του αργού διαβάσματος. Συχνά η φράση είναι στρυφνή, θες να τη διαβάσεις δυο φορές (δεν ξέρω αν γι' αυτό έχει μερίδιο ευθύνης και η μετάφραση). Αλλού σταματάς για να αναλογιστείς πάνω σε μια σκέψη που διατυπώνεται για τον πόλεμο, την ανθρωπότητα, για τους νέους ή την Ιστορία, για τον Κομμουνισμό, για την ευθύνη και την ενοχή. Να ένα τέτοιο απόσπασμα από τα πολλά. Μιλάει στην Αυγούστα η άγνωστη ως τότε Γερμανίδα θεία, την οποία συναντά στην αναζήτηση του πατέρα: " Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αντιστέκονται, ο δειλός είναι ένοχος. Αν κανείς δεν αντιστέκεται πια, τότε κανείς δεν είναι ένοχος πλέον. Ήταν λοιπόν προς το συμφέρον όλων να αγνοήσουν την αντίσταση. Γι' αυτό σιωπήσαμε. Αργότερα ειπώθηκαν πολλά για τις θηριωδίες, αλλά εμείς εξαιρέσαμε τον εαυτό μας. Εμείς οι Γερμανοί ντρεπόμασταν περισσότερο για το κρυφό μας αίσθημα ενοχής παρά για τη συνενοχή μας για φόνο".
Να ακόμα μια σκέψη που με σταμάτησε ώρα πολλή: "Δεν ζήτησες να γεννηθείς. Και ποιος ζήτησε, εδώ που τα λέμε; Κι όμως, δεν μας χαρίζουν μονάχα τη ζωή αλλά και τον κόσμο οι γονείς μας, που με τη σειρά τους φορτώθηκαν χωρίς να τους ρωτήσει κανείς την κληρονομιά των δικών τους γονιών, και ούτω καθεξής. Σε ποια ηλικία γινόμαστε οι ίδιοι ένοχοι για την κατάντια του κόσμου;"
Άλλοτε πάλι χρειάζεσαι ένα ευρύτερο βιβλιογνωστικό εξοπλισμό για να απολαύσεις πλήρως το βιβλίο. Για παράδειγμα η μνεία του Γιόζεφ Κ. ή του Χήθκλιφ ή του Φαίδρου ή στίχων κλασικών συγγραφέων θα σου στερήσει μέρος της απόλαυσης, αν δεν έχεις τη σχετική γνώση. Εντυπωσιάζει πραγματικά η γνώση των αρχαίων τραγικών, του ομήρου, της Ελληνικής μυθολογίας.
Καιρός να τελειώνω όμως. Διαλέγω ένα απόσπασμα, μια επίκληση της συγγραφέως στον αναγνώστη, επίκληση, πιστεύω, που ταιριάζει για όλους τους λογοτεχνικούς ήρωες: "Ακούστε τον οδυρμό τους. Εγκαταλείψτε την ειρωνική αποστασιοποίηση και τολμήστε ν' ακούσετε με κατευνασμένη καρδιά τον θρήνο τους μέσα στη νύχτα. Πώς θα ασκήσουμε τη συμπάθειά μας σε πραγματικά θύματα, αν δεν μπορούμε καν να συμπάσχουμε με την ταπεινή χρεοκοπία τυχαίων ηρώων μιας μισο-επινοημένης ιστορίας;"


Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

Εμείς έχουμε εμάς

Μου φαίνεται πως ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο είναι για να διαπιστώσει τι σημαίνει ο παράδοξος τίτλος. Και έχω την υποψία πως, η αξιόλογη κατά τα άλλα συγγραφέας Ισμήνη Καπάνταη που μας έδωσε ωραιότατα μυθιστορήματα (κρατάω ακόμα την ανάμνηση του "Απειρωτάν και Τούρκων" ύστερα από τόσα χρόνια), έχοντας επίγνωση ίσως του πόσο υστερεί αυτό το βιβλίο της (εκδ. Καστανιώτης 2007), έβαλε επίτηδες αυτό τον αβανταδόρικο τίτλο.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται το 16ο αι., αλλά αυτό πιο πολύ εξάγεται από το οπισθόφυλλο του βιβλίου παρά από το περιεχόμενο. Ελάχιστα στοιχεία (π.χ. κυνήγι με γεράκια, κουρσάροι κ.λπ.) δίνουν το στίγμα της εποχής. Η συμπεριφορά της ηρωίδας δεν πείθει. Αν και αγαπά τον Νικόλα, πρώην αιχμάλωτο στην υπηρεσία του πατέρα της, δέχεται χωρίς καμιά πίεση να παντρευτεί τον πολύ μεγαλύτερό της Ούγο και να τον ακολουθήσει από την Ήπειρο στα απέναντι Επτάνησα. Ταυτόχρονα προτείνει στον Νικόλα να πάει μαζί της και να συνεχίσουν τη σχέση τους! Εκείνος θα πάει, γιατί τον διατάζει ο πατέρας της να την ακολουθήσει ως μέλος της συνοδείας της για να την προσέχει, θα αρνηθεί όμως αυτό που του προτείνει εκείνη. Μόνο ύστερα από...επτά χρόνια κι ένα βαρύ τραυματισμό του θα ξανασυνδεθεί μαζί της, παράνομα πάντα.
Δεν είμαι σίγουρη αν έφταιγε η ψυχολογική μου κατάσταση όταν το διάβαζα, ή αν πράγματι το βιβλίο είναι τόσο βαρετό και αδιάφορο όσο το βρήκα. Είναι σαν ένα φαγητό καλομαγειρεμένο αλλά άγευστο και άοσμο. Και ο τίτλος; ΄Τι σημαίνει; Ε, ας αφήσω και κάτι που θα κινεί το ενδιαφέρον όποιου θελήσει να το διαβάσει, γιατί η ερμηνεία έρχεται στο τέλος του βιβλίου.


Τρίτη, Ιουνίου 05, 2007

Δήμητρας Κολλιάκου, Θερμοκρασία δωματίου

Δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω αυτό το μυθιστόρημα (Πατάκης, 2006). Εν μέρει, πιστεύω, με στοιχεία αυτοβιογραφικά, είναι ένα μυθιστόρημα που σε ελκύει αναγνωστικά, που έντεχνα σου δημιουργεί την περιέργεια για το "παρακάτω", αλλά που, τελικά, όταν αναπολώ το περιεχόμενό του "λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη", που λέει κι ο Σεφέρης.
Η κεντρική ηρωίδα (που δεν μαθαίνουμε τ' όνομά της) σε πρωτοπρόσωπη γραφή αφηγείται την παρούσα φάση της ζωής της, με αρκετές αναδρομές στο παρελθόν. Είναι Ελληνίδα, που όταν πήγε στο Λονδίνο για σπουδές, γνώρισε τον Ισραηλίτη πανεπιστημιακό Γιαΐρ και τον ακολουθεί στα Ιεροσόλυμα, όπου εκείνος θα εργαστεί ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο.
Εκεί εγκαθίστανται σε μια πρώην παλαιστινιακή συνοικία. Η εξομολογητική γραφή αρχίζει με την επίσκεψη της ηρωίδας σε μια ψυχοθεραπεύτρια, λόγω κάποιων ανεξήγητων πόνων στη μέση και στο πόδι, που οι ιατρικές εξετάσεις δεν μπόρεσαν να αιτιολογήσουν ή να θεραπεύσουν.
Το μυθιστόρημα δεν έχει πολλή δράση. Είναι σκέψεις, συναισθήματα, περιγραφές, αναδρομές στην περασμένη της ζωή. Επεισόδια της ζωής που μοιάζουν ασύνδετα και ξεκομμένα. Υποψιάζεται, και ανακαλύπτει, ότι οι επισκέψεις στην ψυχοθεραπεύτρια Αστάρ ήταν σκόπιμη διευθέτηση της μητέρας του Γιαΐρ, για να την ελέγχει μέσω της Αστάρ, που ήταν στενή της φίλη.
Η ηρωίδα παρακολουθεί μαθήματα εβραϊκών, τα οποία σύντομα εγκαταλείπει. Η ίδια διδάσκει ελληνικά σε μια άλλη ομάδα ενηλίκων. Γνωρίζεται με μια εβραϊκή οικογένεια, που έχει μια ανάπηρη κόρη, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι ο πατέρας διατηρεί παράνομο δεσμό με τη μητέρα του Γιαΐρ.
Υποβάλλεται σε εξετάσεις σε κέντρο γενετικής, για να διαπιστωθεί αν κινδυνεύει από καρκίνο, μια και η μητέρα της και μια θεία της είχαν πεθάνει απ' αυτόν. Θυμάται επεισόδια της νεανικής της ζωής και προπάντων την ερωτική σχέση με ένα ξάδελφό της, σχέση που ποτέ δεν έγινε σεξουαλική. Όλ' αυτά (κι ακόμα θα έλεγα και η "μεταγνώση" της συγγραφής, αφού παρακολουθώντας μαθήματα δημιουργικής γραφής στο Λονδίνο προβληματίζεται στη διαδικασία της γραφής), πηγαινοέρχονται μέσα στο μυθιστόρημα χωρίς στενή συνάφεια μεταξύ τους, πέραν του ότι αποτελούν το περιεχόμενο της ροής της συνείδησης.
Η συγγραφέας έχει έντονη την τάση απόδοσης της λεπτομέρειας, π.χ. τα σχέδια που σχηματίζει μια ξεραμένη πιτσιλιά καφέ, η διαρρύθμιση των επίπλων ενός δωματίου, τα σκουπίδια σ' ένα βαγόνι κλπ. πράγμα που σε βάζει επιτυχημένα στην ατμόσφαιρα του χώρου, αλλά δεν σου αφήνει τίποτα μετά.
Μου άρεσε όμως η με σκόρπιες πινελιές απόδοση της ατμόσφαιρας των Ιεροσολύμων. Το παλιό παλιαστινιακό διαμέρισμα, ένα εστιατόριο στην παλιά Ιερουσαλήμ, ο φόβος και η καχυποψία όταν στο λεωφορείο κάποιος φαίνεται ύποπτος για βομβιστής, τα αυστηρά μέτρα ασφάλειας στην είσοδο του πανεπιστημίου ή άλλων δημόσιων χώρων κλπ.
Και ο τίτλος; Παρ' όλο που γίνεται μια αναφορά σε μια σκηνή με τον ξάδελφό της, δεν βοηθά στην ερμηνεία του. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι υποδηλώνει το αδιέξοδο αλλά και τον κλειστό χώρο. Είναι το μυθιστόρημα του σύγχρονου ανθρώπου, που κλεισμένος στον εαυτό του, αποξενωμένος ακόμα κι από τον σύντροφό του, παλεύει μόνος να ερμηνεύσει όσα συμβαίνουν μέσα και γύρω του.


Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007

Για την Αμαλία

Για την Αμαλία και όλες τις Αμαλίες του κόσμου, που ιατρική αμέλεια οδηγεί τόσο πρόωρα στον τάφο.


Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Η γιορτή του Κατακλυσμού και "Οι στάχτες της Άντζελα"

Η αργία του "Κατακλυσμού" μου χάρισε ένα υπέροχο τριήμερο . Νομίζω δεν υπάρχει πουθενά αλλού αυτή η πάνδημη θαλασσινή γιορτή τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος (που εμείς τη λέμε "Του κατακλυσμού"), όπως γιορτάζεται στην Κύπρο. Γιορτή που κρατάει από την πανάρχαια λατρεία του Άδωνι και της Αφροδίτης. Πέρα από το αλληλοβρέξιμο μικρών και μεγάλων (θυμάσαι τις πιτσίκλες, Mike;) όλες οι παράλιες πόλεις της Κύπρου γιορτάζουν. Θαλασσινοί διαγωνισμοί, λεμβοδρομίες κ.ά., διαγωνισμοί "τσιαττιστών"-είδος μαντινάδων, κυπριακοί χοροί, λαϊκοί τραγουδιστές, ένα τεράστιο πανηγύρι. Το χωριό, βέβαια, στο οποίο καταφεύγω, παραθαλάσσιο μεν, αλλά χωρίς το νταβατούρι των πόλεων. Μονάχα οι καμιά εικοσαριά ψαροταβέρνες του γεμίζουν ασφυκτικά κι εμείς οι "ντόπιοι" αποφεύγουμε τέτοιες μέρες να τις επισκεφθούμε. Τρεις όμορφες μέρες, λοιπόν, πλάι στο κύμα, απογευματινοί περίπατοι, φιλικές συντροφιές τα βράδια και προπάντων διάβασμα, διάβασμα, διάβασμα. Πέτυχα, ευτυχώς, ωραία βιβλία.
ΟΙ ΣΤΑΧΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΖΕΛΑ (του Φρανκ Μακ Κορτ, Λιβάνης 1998).
Πριν από πολλά χρόνια είχα διαβάσει μια επιφυλλίδα του Παπανούτσου, που μάταια από τότε ψάχνω να τη ξαναβρώ στις συλλογές των δοκιμίων του, δεν ξέρω καν αν τη συμπεριέλαβε σε κάποια απ' αυτές. Θυμάμαι ότι έλεγε περίπου τα εξής: η αισθητική απόλαυση από την τέχνη του λόγου είναι άσχετη από τις καταστάσεις που περιγράφει. Όταν δηλ. διαβάζουμε ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο, αισθανόμαστε μια ευφορία, μια απόλαυση, έστω κι αν οι καταστάσεις που περιγράφει είναι κάθε άλλο παρά ευχάριστες.
Αυτό το κείμενο του Παπανούτσου μου ξανάρθε στο νου και για άλλη μια φορά διαπίστωσα την αλήθεια του, καθώς διάβαζα τις "Στάχτες της Άντζελα". Για 600 σελίδες διαβάζεις για φτώχεια, κρύο, πείνα, αρρώστιες, θανάτους, βάσανα, υγρά σπίτια, κουρέλια, βρωμιά, σκληρή κι απάνθρωπη συμπεριφορά κι όμως αισθάνεσαι αυτή την πληρότητα που σου χαρίζει η τέχνη. Στην ουσία είναι η αυτοβιογραφία του Φρανκ Μακ Κορτ, που αποδεικνύεται τεχνίτης του λόγου, όπως το είδαμε και στο "Δάσκαλο", γραμμένο μετά τις "Στάχτες". Δεν ξέρω πόσο υπερβάλλει, δεν ξέρω αν είναι αληθινά όλα τα περιστατικά που αναφέρει. Σημασία έχει ότι ο λόγος του σε τραβάει ακαταμάχητα, το δάκρυ που πάει να θολώσει τα μάτια σου το διαλύει το γέλιο που το διαδέχεται. Μου άρεσε ο τόσο ζωντανός Ενεστώτας, όχι συνήθης αφηγηματικός χρόνος. Εκτός από τις λίγες πρώτες σελίδες, στις οποίες μιλάει για την καταγωγή και τη γνωριμία των γονιών του, από τη στιγμή που μπαίνει ο ίδιος στη σκηνή και στη δράση, σε ηλικία 4 περίπου χρόνων, το βιβλίο προχωρεί σε χρόνο παροντικό, που χαρίζει στο ύφος μια ιδιαίτερη ζωντάνια.
Οι γονείς του ήταν Ιρλανδοί που γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου είχαν μεταναστεύσει αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, αλλά σύντομα αναγκάζονται να γυρίσουν στην Ιρλανδία. Τα παιδιά διαδέχονται το ένα το άλλο, χάνουν όμως ένα κοριτσάκι και δυο δίδυμα αγοράκια σε πολύ μικρή ηλικία. Επιζούν τέσσερα αγόρια, με πρωτότοκο τον Φρανκ. Όλο το βιβλίο είναι ένας αγώνα επιβίωσης, αλλά και μια παραστατική εικόνα της ζωής στην Ιρλανδία, και ιδίως στο Λίμερικ, τις δεκαετίες του '30 και '40. Απίστευτη φτώχεια, η οικογένεια ζει από τα επιδόματα ανεργίας ή τα βοηθήματα της Πρόνοιας, ο πατέρας, κι όταν βρίσκει κάποτε δουλειά, ξοδεύει τα λεφτά στο ποτό πριν φτάσει στο σπίτι. Για τον ίδιο λόγο χάνει τη μια δουλειά μετά την άλλη και τέλος, με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πάει στην Αγγλία, όπου (ευγνωμονώντας τον Χίτλερ!) υπάρχει μεγάλη ανάγκη από εργατικά χέρια. Αλλά και πάλι η οικογένειά του δεν βλέπει απ' αυτόν καθόλου λεφτά.
Ο μικρός Φρανκ αναλαμβάνει καθήκοντα δυσανάλογα με την ηλικία του. Πότε είναι υπεύθυνος για τα μικρότερα αδέλφια, πότε δουλεύει, πότε κλέβει, πότε κάνει σκασιαρχείο, πότε αρχίζει να ενημερώνεται για τη σεξουαλικότητα από μεγαλύτερα παιδιά και πάνω απ' όλα πεινάει, πεινάει και κρυώνει.
Το έντονο πνεύμα του Καθολικισμού και της Ιρλανδικής φιλοπατρίας συχνά γίνεται αντικείμενο ειρωνείας. Όταν ο δάσκαλος τους προετοιμάζει για να δεχτούν το Χρίσμα, λέει χαρακτηριστικά ο Φρανκ: "Θέλω να τους πω ότι δεν θα μπορέσω να πεθάνω για την Πίστη, γιατί είμαι ήδη κλεισμένος να πεθάνω για την Ιρλανδία".
Τελειώνοντας το δημοτικό δεν μπορεί να πάει πιο πέρα, παρ' όλο που ξεχωρίζει ως μαθητής και το διάβασμα του αρέσει πολύ. Βρίσκει διάφορες δουλειές με παντοτινό στόχο και όνειρο να μαζέψει τα ναύλα για την Αμερική, για τη Γη της Επαγγελίας. Το βιβλίο σταματά στην άφιξή του εκεί, όταν πια είναι 18 χρονών. "Μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς", λέει ο Μακ Κορτ. Κι εγώ σκέφτομαι: "Μόνο μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία μπορούσε να γίνει ένα τόσο ωραίο μυθιστόρημα".



Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

Χρόνια εφηβείας

Πώς μπορείς, αλήθεια, να κρίνεις αντικειμενικά ένα βιβλίο γραμμένο από συμμαθήτρια, φίλη, πνευματική αδελφή; Εγώ τουλάχιστον ομολογώ την αδυναμία μου. Περιορίζομαι λοιπόν να το παρουσιάσω απλώς.
Το βιβλίο της Μαρίας Αβρααμίδου "Το σπίτι του Άγγλου συνταγματάρχη" (εκδόσεις Πατάκη, 2007), μ' έκανε να περάσω ένα μελαγχολικό Σαββατοκύριακο. Μια θλίψη μου γέμισε την ψυχή, θλίψη γιατί μου θύμισε τα χρόνια της νιότης και των ονείρων, θλίψη για όλο εκείνο τον αγώνα, για όλες εκείνες τις θυσίες που πήγαν χαμένες.
Το σύντομο μυθιστόρημα τοποθετείται χρονικά στην εποχή του απελευθρωτικού αγώνα της Κύπρου και τοπικά στην Κερύνεια, που συνεχώς αναφέρεται σαν "η μικρή μας πόλη" και μόνο μια φορά, τυχαία σχεδόν, λες και την πονά το άκουσμά της, ακούγεται το όνομα της πόλης.
Στη μικρή πόλη ζει τα ευτυχισμένα, ανέμελα χρόνια της εφηβείας η συγγραφέας με την οικογένειά της. Γονείς, ένας αδελφός που σύντομα θα φύγει για το βουνό, μια αδελφή, συμμαθητές, συμμαθήτριες, επεισόδια της σχολικής ζωής, η χαρά της ζωής, χαρά της νιότης, γεμίζουν το βιβλίο. Γείτονάς της ένας Άγγλος συνταγματάρχης που ζει με το γιο, τη γριά μάνα του, την Τουρκάλα υπηρέτρια. Μια συμπάθεια αναπτύσσεται ανάμεσα στην ηρωίδα, την Αθηνά, και τον ανάπηρο γιο του συνταγματάρχη, που ονομάζεται Τζωρτζ Γκόρτον, όπως ακριβώς και ο Λόρδος Μπάυρον, με τον οποίο υπάρχει μια εμμονή στο βιβλίο και στίχοι του παρατίθενται μεταφρασμένοι. [Η εμμονή της συγγραφέως με τον "Αγαμέμνονα" του Αισχύλου, που της είχε εμπνεύσει κι ένα ωραιότατο θεατρικό παλιότερα, επίσης διαπνέει το βιβλίο]. Κι ενώ η νεαρή κοπελίτσα ζει τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα και την ομορφιά της ζωής, ο πόλεμος αρχίζει, αναστατώνει τη ζωή της και τη φέρνει αντιμέτωπη με τον πόνο και το θάνατο.
Σπάνια, σε όσα βιβλία γράφτηκαν για την εποχή εκείνη, συναντάμε τη συμπάθεια για τον "εχθρό". Η Μαρία βλέπει πίσω από τον "εχθρό" τον άνθρωπο. Λυπάται εξίσου για τα παλικάρια που σκοτώνονται για την ελευθερία της πατρίδας της και για το θάνατο του υπασπιστή του Άγγλου συνταγματάρχη.
Ξέροντάς την, πιστεύω πως στο βιβλίο ενέσπειρε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Λέει σε κάποιο σημείο:" Κι έτσι άρχισε η ιστορία. Μια ιστορία που είχα βαλθεί με όλη μου τη δύναμη να τη θάψω στα τρίσβαθα της ψυχής μου, να προσποιηθώ πως ποτέ δεν συνέβη. Όμως κάποτε, ολωσδιόλου ξαφνικά, ζωντανεύουν όλα, η κάθε λεπτομέρεια, τα πώς, τα γιατί, τα διότι, οι διεκδικήσεις, οι αντεγκλήσεις, όλα, όλα. Έτσι, χωρίς καμιά αιτία κι αφορμή, μου παρουσιάζονταν ολοζώντανα μπροστά μου, μου παίδευαν τις νύχτες, μου ζητούσαν το λόγο".

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007

Έγκλημα και βιβλία

Η παραγγελία που έφτασε από την Αθήνα πριν από λίγες μέρες περιλάμβανε τρία βιβλία: "Οι στάχτες της Άντζελα" του Φραν Μακ Κορτ, "Πάντυ Κλαρκ Χα Χα Χα" του Ρόντυ Ντόυλ (πρόταση librofilo) και "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" του Δημήτρη Μαμαλούκα. Στάθηκα δίβουλη (που θα 'λεγε κι ο Καζαντζάκης) από ποιο να αρχίσω. Τελικά αποφάσισα να πειραματιστώ. Θα διαβάσω, είπα, 30 σελίδες από το καθένα και θα συνεχίσω εκείνο που θα μου ελκύσει περισσότερο το ενδιαφέρον. Άρχισα από τον Μαμαλούκα και... η απόφασή μου πήγε περίπατο. Δεν το άφησα από τα χέρια μου, μέχρι που το τελείωσα.
Είναι ένας εκρηκτικός συνδυασμός βιβλιοφιλίας και αστυνομικού μυθιστορήματος που, για μένα τουλάχιστον, είναι συναρπαστικός. Έστω κι αν στα πρώτα κεφάλαια δυσκολεύεσαι κάπως να συνδέσεις πρόσωπα και γεγονότα. Αυτό ίσα-ίσα κάνει τον αναγνώστη πιο περίεργο, τι άραγε θα συμβεί παρακάτω;
Κεντρικό πρόσωπο ο Νικόλας Μιλάνο, Ελληνοϊταλός, που ζει ξεπουλώντας τόμους από την πλούσια βιβλιοθήκη που κληρονόμησε, συλλεκτικό επίτευγμα του πατέρα και του παππού του. Κάποια από τα βιβλία που διαθέτει προς πώληση (με κατάλογο δημοσιοποιημένο στο ίντερνετ) είναι μέρος μιας περίφημης βιβλιοθήκης, της βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα, υπαρκτού προσώπου, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας σε σημείωμά του. Στο κυνήγι των τόμων από τη βιβλιοθήκη του Μόστρα που πουλάει ο Μιλάνο, και από αυτούς σε ολόκληρη τη χαμένη βιβλιοθήκη, ανταγωνίζονται δυο μανιώδεις συλλέκτες, ο ανάπηρος Άλντο, παντρεμένος με την ωραιοτάτη Μονίκ και ο ιδιόρρυθμος Σκούρας.
Ο Μιλάνο συζεί με την πανέμορφη Ντανιέλα, η οποία απρόσμενα κι ανεξήγητα θα δολοφονηθεί από κάποιον άγνωστο. Παράλληλα παρακολουθούμε μια άλλη σειρά εκτελέσων, αστυνομικές ανακρίσεις και αργά, πολύ αργά, προς το τέλος του βιβλίου θα γίνει η σύνδεση των δυο ιστοριών. Εδώ να πω πως αν βρήκα μια αδυναμία στο βιβλίο, είναι αυτή η πολύ χαλαρή σύνδεση. Η σειρά των εκτελέσεων από μια banda και η αναζήτηση της χαμένης βιβλιοθήκης είναι δυο παράλληλες ιστορίες που δεν συνδέονται στέρεα, δεν εμπλέκονται η μια μέσα στην άλλη, εξελίσσονται παράλληλα και θα συνδεθούν μόνο στο τέλος. Αυτό όμως καθόλου δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το κρατούν αμείωτο οι ολοκληρωμένοι χαρακτήρες που ο Μαμαλούκας δημιουργεί, η τόσο ρεαλιστική ατμόσφαιρα των Ιταλικών πόλεων, της Ρώμης και προπάντων της Βενετίας. Αν και στη Βενετία λίγες μόνο ώρες μένουν οι ήρωές του, βρήκα στις περιγραφές του μια τέτοια πειστικότητα, που νόμιζα πως αισθάνομαι κιόλας τη δυσοσμία των καναλιών, πως βλέπω μπροστά μου τις ερειπωμένες προσόψεις των παλάτσο...Μ' άρεσαν πολύ οι περιγραφές του, έστω και σύντομες (για παράδειγμα κυτάξτε την αρχή του κεφ. "Βροχερή Ρώμη" σ. 86 ή "Μονίκ" σ. 118), μ' άρεσε που η βροχή συνοδεύει συχνά τους ήρωές του (και συμπτωματικά τη μέρα που το διάβαζα μια δυνατή, αδιάκοπη βροχή, αν και Μάιος, συνόδευε το διάβασμά μου). Μ' άρεσε η εναλλαγή πρώτου και τρίτου προσώπου στην αφήγηση, η οποία συμβάλλει και στη διάκριση των παράλληλων ιστοριών. Μ' άρεσαν οι πρωτότυπες παρομοιώσεις: "Ήταν γλυκιά, όπως μια τεμπέλικη μέρα στο κρεβάτι", "ήταν υγρή, όπως όλες οι βροχερές μέρες της μελαγχολίας μου" κ. ά. Μ' άρεσε η σύντομη, κοφτή φράση της γραφής του Μαμαλούκα, κάτι που δίνει στο κείμενο ένα γοργό, ασθματικό ρυθμό, πολύ ταιριαστό με το περιεχόμενο. Και φυσικά, πάνω απ' όλα μου άρεσε ο λόγος για βιβλία, βιβλιοθήκες, συλλογές. Αν και, πιστεύω, πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στους βιβλιόφιλους, αυτούς που αγαπούν τα βιβλία για το περιεχόμενό τους και τους βιβλιοσυλλέκτες, για τους οποίους τα βιβλία είναι πρωτίστως συλλεκτικό αντικείμενο.
Ομοιότητα με άλλα βιβλία, όπως για παράδειγμα "Το χάρτινο σπίτι" ή προπάντων "Το όνομα του ρόδου" (αναζήτηση του χαμένου βιβλίου του Αριστοτέλη, εγκλήματα, πυρκαγιά), καθόλου δεν μειώνουν την αξία της "Χαμένης βιβλιοθήκης". Το αξίωμα του Σκούρα θα το υιοθετούσαν, νομίζω, όλοι οι βιβλιόφιλοι:"Όσο χώρο και να 'χεις, πάντα θα είναι μικρότερος από τα βιβλία σου. Τόσο στην καρδιά σου, όσο και στο μυαλό σου, και φυσικά στο σπίτι σου..."


Δευτέρα, Μαΐου 07, 2007

Ένας άγγελος που τον έλεγαν Άντζελα

Ενδιαφέρον. Ευχάριστο. Δροσερό. Κάποτε στα διαβάσματά μας αναζητούμε κάτι πιο ανάλαφρο, κάτι που δεν θα έχει προβληματισμούς ή την πρωτότυπη τεχνική ή μεγάλη λογοτεχνική αξία, αλλά θα είναι απλώς ένα ανάλαφρο διάβασμα. Όπως ακριβώς απολαμβάνουμε μια καλοπαιγμένη φαρσοκωμωδία στο θέατρο.
Ένα τέτοιο βιβλίο με ξεκούρασε αυτό το αναπάντεχα ζεστό Σαββατοκύριακο του Μάη με τους 35 βαθμούς! "Ο άγγελος του σπιτιού" της Ιρλανδής Kate O' Riordan (Πόλις, 2006). Ένας νεαρός, ο Ρόμπερτ, συντηρητής έργων τέχνης και περιστασιακά ξεναγός στο μουσείο Άλμπερτ και Βικτόριας, συναντά σε μια από τις ξεναγήσεις του την Άντζελα (λογοπαίγνιο με το όνομα και με το χαρακτηρισμό της γυναίκας ως "αγγέλου του σπιτιού" από ένα ποιητή της Βικτοριανής εποχής). Και σ' εκείνη αρέσει ο Ρόμπερτ, αλλά εκείνη είναι υποψήφια για δόκιμη μοναχή. Για την ώρα εργάζεται σ' ένα άσυλο για άστεγους.
Ο Ρόμπερτ ζητά από την Άντζελα να του ποζάρει για να τη ζωγραφίσει. Εκείνη δεν του έχει αποκαλύψει την ιδιότητά της, ούτε ότι σκοπός της ζωής της είναι να γίνει μοναχή. Όλο το μυθιστόρημα είναι μια ιστορία παρεξηγήσεων. Η Άντζελα πιστεύει ότι ο Ρόμπερτ είναι πατέρας δυο κοριτσιών, τα οποία έχει εγκαταλείψει, ενώ εκείνος κάποια στιγμή πιστεύει ότι η Άντζελα είναι ...πόρνη.
Αρκετά άλλα πρόσωπα πριστοιχίζουν τους δυο κεντρικούς ήρωες. Το άσυλο όπου πρσφέρει τις υπηρεσίες της η Άντζελα το διευθύνει μια αυστηρή ηγουμένη, η οποία...καπνίζει αρειμανίως, πίνει και χρησιμοποιεί μια γλώσσα "καραγωγέως", όπως θα έλεγαν οι παλαιοί. Είναι ακόμα άλλες μοναχές, οι φιλοξενούμενοι τύποι ανδρών άνεργων, άστεγων, περιθωριακών, κάποτε και επικίνδυνων, που βρίσκουν στέγη και τροφή στο άσυλο. Στο περιβάλλον του Ρόμπερτ είναι η οικογένεια του πιο στενού παιδικού του φίλου, του Πίτερ, η γυναίκα και τα δυο κορίτσια του, καθώς και η μητέρα του Ρόμπερτ, ένας ιδιόμορφος χαρακτήρας, που ζει σ' ένα πλωτό σπίτι. Τέλος, στην Ιρλανδία ζει η εκκεντρική οικογένεια της Άντζελα, η μητέρα της, κάμποσες ανύπαντρες θείες κι ένας παράξενος θείος, κλεισμένος για 50 χρόνια σε μια σοφίτα. Όλα αυτά τα πρόσωπα θα διαδραματίσουν το δικό τους ρόλο, ως το happy end, το οποίο ομολογουμένως άργησε πολύ να έρθει! Νομίζω το παρατράβηξε κάπως στις παρεξηγήσεις η συγγραφέας. Θα έπρεπε να είχαν λυθεί τουλάχιστον 70 σελίδες προηγουμένως.
Οπωσδήποτε όμως ένα ανάλαφρο, καλογραμμένο βιβλίο.


Τρίτη, Μαΐου 01, 2007

Στ' αχνάρια της Οδύσσειας

Εδώ και δέκα περίπου χρόνια (όσα και οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα, τυχαίο άραγε;) ακολουθώ τη συγγραφική πορεία του Μπέρνχαρντ Σλινκ, ψάχνοντας από βιβλίο σε βιβλίο να συναντήσω ένα άλλο "Διαβάζοντας στη Χάννα", το πρώτο του βιβλίο που διάβασα, που με είχε ενθουσιάσει, που με είχε προβληματίσει, που προκάλεσε γόνιμες συζητήσεις με φίλες που το είχαν επίσης διαβάσει. Μάταια. Ούτε οι "Ερωτικές αποδράσεις" (διηγήματα), ούτε η "Απόδοση δικαιοσύνης", ούτε "Τα ίχνη του χρήματος" μπόρεσαν να φτάσουν το ύψος της "Χάννας". Όμως δεν απελπίστηκα κι αμέσως έσπευσα να προμηθευτώ το τελευταίο του βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Είναι "Ο γυρισμός" (εκδ. Κριτική, 2007). Ούτε αυτό φτάνει τη Χάννα (φαίνεται να είναι σωστό αυτό που λένε ότι κάθε συγγραφέας ένα μόνο αριστούργημα μπορεί να γράψει), αλλά σίγουρα είναι, ή τουλάχιστον το βρήκα, πολύ καλύτερο από τα άλλα. Τις 370 σελίδες του τις διάβασα μέσα σε δυο μέρες.
Η ιστορία, αρκετά περίπλοκη, στηρίζεται στην Οδύσσεια και δεν μπορώ να πω ότι δεν ένιωσα μια εθνική περηφάνια για τους αρχέτυπους μύθους του ελληνισμού που εξακολουθούν να εμπνέουν, που αποτελούν τη βάση για σύγχρονα έργα 3000 χρόνια μετά. Ταυτόχρονα όμως και όλες οι άλλες εμμονές του συγγραφέα επανέρχονται: Ο πόλεμος, οι προβληματισμοί της γερμανικής μεταπολεμικής γενιάς, η προσπάθεια απόσεισης της ενοχής, σκέψεις γύρω από το καλό και το κακό.
Η ιστορία αρχίζει με το συγγραφέα να αφηγείται σε πρωτοπρόσωπη γραφή τις αναμνήσεις του από τις διακοπές που μικρός περνούσε με τον παππού και τη γιαγιά στην Ελβετία. Παιδί του μοναχογιού τους που, όπως του είχαν πει, είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, απολαμβάνει τις διακοπές και όλη τη στοργή και αγάπη των παππούδων. Αυτοί επιμελούνταν κάποιες εκδόσεις μυθιστορημάτων που δεν του επέτρεπαν, λόγω ηλικίας, να διαβάζει. Χρησιμοποιώντας όμως τα άχρηστα τυπογραφικά δοκίμια ως πρόχειρες κόλλες σημειώσεων, διαβάζει κάποτε κάποιες σελίδες που του κινούν το ενδιαφέρον. Δεν ξέρει την αρχή του μυθιστορήματος, δεν ξέρει το συγγραφέα, δεν ξέρει το τέλος. Η ιστορία μιλάει για κάποιο στρατιώτη που γυρίζει από το μέτωπο και βρίσκει τη γυναίκα του παντρεμένη και με δυο παιδιά. Τι θα κάνει ο στρατιώτης; Ποιο θα είναι το τέλος της ιστορίας; Το θέμα τον βασανίζει. Μεγάλος πια βρίσκει ακόμα μερικές σελίδες, χωρίς όμως ακόμα το τέλος. Το σπίτι που περιγράφεται στο μυθιστόρημα του θυμίζει ένα σπίτι στην πόλη του, μια γερμανική πόλη. Η έμμονη ιδέα της αναζήτησης του μυθιστορήματος θα τον οδηγήσει και στο δεσμό του με μια κοπέλα, αλλά προπάντων στην αναζήτηση του ίδιου του πατέρα του, ο οποίος δεν είχε πεθάνει, όπως του είχαν πει. Η Οδύσσεια επαναλαμβάνεται. Συχνά την επαναφέρει ο Σλινκ για να παραλληλίσει τις περιπέτειες τόσο του χαμένου πατέρα, όσο και του γιου που τον αναζητά.
Ο χρόνος προχωρεί αρκετά μετά το τέλος του πολέμου. Ωραία περιγράφεται η πτώση του τείχους του Βερολίνου, τα συναισθήματα και οι προβληματισμοί των δύο Γερμανιών. Η επίσκεψη του συγγραφέα στο Ανατολικό Βερολίνο γίνεται αφορμή να βρει τα ίχνη του πατέρα, μιας μορφής ενδιαφέρουσας, γοητευτικής, αλλά και αντιφατικής. Θα ακολουθήσει τα ίχνη αυτά ως την Αμερική, όπου ο πατέρας είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, παντρεμένος και με δυο παιδιά. Θα μπει στον κύκλο του, θα παρακολουθεί τα σεμινάριά του κι εδώ έχουμε την αντιστροφή της Οδύσσειας. Στην Οδύσσεια ο Οδυσσέας γυρίζει αγνώριστος για να δει τι γίνεται στο σπίτι του και μετά αποκαλύπτεται, πρώτα στο χοιροβοσκό, μετά στον Τηλέμαχο και τέλος στην Πηνελόπη. Εδώ είναι ο "Τηλέμαχος" που ξέρει, ενώ ο πατέρας αγνοεί. Η αναγνώριση δεν θα γίνει, ο γιος θα ξαναφύγει γυρίζοντας στη δική του Πηνελόπη. Δεν ξέρουμε αν ο πατέρας κατάλαβε. Δεν μας λέει τίποτα γι' αυτό ο συγγραφέας. Τελειώνει με μια αναφορά στην 11η Σεπτεμβρίου και μια συνομιλία με τη μητέρα του που βάζει την τελευταία πινελιά στο πορτρέτο του πατέρα.
Μου άρεσε, μου άρεσε πολύ, παρόλη την πολυπλοκότητά του. Κι ίσως μια μέρα να ξαναγυρίσω για να διαβάσω ξανά τις σκέψεις (σκέψεις προπάντων για το κακό στον κόσμο ή για την "αποδομιστική" θεωρία), που τώρα προσπερνούσα βιαστικά, θέλοντας να φτάσω στο τέλος όσο το δυνατό γρηγορότερα.


Παρασκευή, Απριλίου 20, 2007

Θεανώ, η λύκαινα της Πόλης

Πόσο λυπάμαι, πραγματικά, όταν αφιερώσω χρόνο σ' ένα βιβλίο που δεν το άξιζε. Είναι τόσο πολλά τα βιβλία που αξίζει να διαβαστούν, ο χρόνος τόσο πολύτιμος, που είναι κρίμα να τον σπαταλάμε τόσο άδικα. Να μου πείτε, πώς να το ήξερα, όταν γνωστές μου μού το σύστησαν ανεπιφύλακτα; (Θα 'πρεπε βέβαια να το είχα υποψιαστεί, αλλά, ας είναι, τα παθήματα μαθήματα, αν και με τα βιβλία δεν είναι δύσκολο να την πάθεις ξανά...) Λοιπόν, η Θεανώ (της Λένας Μαντά, Ψυχογιός 2006) αρχίζει καλά, θα έλεγα. Ξεκινά το 1935, με κέντρο μια οικογένεια της Κωνσταντινούπολης, από την οποία και η ίδια η συγγραφέας κατάγεται. Δίνεται ωραία η ατμόσφαιρα της Πόλης και της εποχής, τα αυστηρά ήθη, οι σχέσεις των ανθρώπων, τα βάσανα των Ελλήνων, που εκεί που φαίνεται να ζουν ειρηνικά και αρμονικά, δέχονται το ένα πλήγμα μετά το άλλο. Παρακολουθώντας την πορεία των ηρώων της, μαθαίνουμε για ένα νόμο του 1942 (Varlik vergisi), κεφαλικό φόρο περιουσίας, που άλλους άφησε πάμπτωχους και άλλους εξόντωσε σε καταναγκαστικές εργασίες. Τα χρόνια περνούν, οι Έλληνες ξαναδημιουργούνται, παρακολουθούμε το μεγάλωμα της ηρωίδας, της Θεανώς, μιας πανέμορφης κοπέλας, και το γάμο της. Κράτησε όμως πολύ λίγο. Το 1955 καινούργια και πολύ πιο τρομακτικά γεγονότα ακολουθούν. Είναι τα γνωστά ως Σεπτεμβριανά, η φοβερή νύχτα που ο τουρκικός όχλος λεηλάτησε, έκαψε, σκότωσε, βίασε, με αφορμή το δικό μας ξεσηκωμό. Η Θεανώ, έγκυος, βιάζεται από 5 Τούρκους, χάνει το παιδί της, ενώ ο άντρας της σκοτώνεται μπροστά στα μάτια της. Τα γεγονότα αυτά θα την μεταβάλουν σε μια "λύκαινα". Γίνεται δυνατή, ώστε να συνεχίσει τη ζωή της, διατηρώντας το μαγαζί που είχε ο άντρας της, αλλά η ψυχή της είναι γεμάτη μίσος. Φτάνει στο σημείο να σκοτώσει με τα χέρια της ένα Τούρκο και, με τη βοήθεια ενός ξαδέρφου της, να τον θάψει στο υπόγειο του μαγαζιού της. Το 1964, με αφορμή και πάλι την Κύπρο, οι Τούρκοι εξαπολύουν νέο κύμα διωγμών, αυτή τη φορά πιο "πολιτισμένα". Διώχνουν όλους του Έλληνες υπηκόους, ανάμεσά τους και τη Θεανώ.
Αν το βιβλίο σταματούσε ως εδώ, δεν θα ήταν άσχημο, παρόλη την κοινοτοπία του θέματος, που το έχουμε διαβάσει (και δει, παράδειγμα η ωραία "Πολίτικη κουζίνα") αρκετές φορές. Από κει και πέρα όμως (και είναι το μεγαλύτερο μέρος) η Θεανώ έρχεται στην Αθήνα και καταφέρνει, με την τέχνη της μοδίστρας που ήξερε, να ορθοποδήσει. Αλλά, φευ, δεν της είναι αρκετό. Η λύκαινα ζει ακόμα μέσα της. Τελείως αδικαιολόγητα θέλει να εκδικηθεί τη γυναίκα που, όσο αυστηρή κι αν υπήρξε μαζί της, όσο κι αν την πρόσβαλε αποκαλώντας την "τουρκόσπορο", της έδωσε την ευκαιρία να δουλέψει και να αναδειχτεί στον οίκο μόδας που είχε. Κι όμως η Θεανώ τα φτιάχνει πρώτα με το γιο της, τον εγκαταλείπει, εκείνος το ρίχνει στο ποτό, για να τα φτιάξει μετά με τον σύζυγο της εργοδότριάς της, να μείνει έγκυος απ' αυτόν και μετά...να παντρευτεί το γιο του. Τρελά πράγματα. Το μισό περίπου βιβλίο (αυτό που διαδραματίζεται στην Αθήνα) είναι όλο διάλογοι και ερωτικές συναντήσεις. Είναι οι δεακετίες του 60 και 70, τίποτα όμως δεν μαθαίνουμε, τίποτα άλλο δεν συμβαίνει εκτός από τους έρωτες της Θεανώς, πότε με τον ένα, πότε με τον άλλο. Κάποια στιγμή η συγγραφέας θυμάται τη δικτατορία και την προσπερνά με μια παράγραφο. Τίποτα από το περιβάλλον της Αθήνας, τίποτα από την εποχή. Το δεύτερο μισό του βιβλίου είναι ένα σκέτο "¨Αρλεκιν". Θα εξομολογηθώ την αμαρτία μου: 'Εφτασα ως το τέλος μόνο πηδώντας διαλόγους και σελίδες!



Σάββατο, Απριλίου 14, 2007

Οι δυο ζωές του Θέμελη

Το καινούργιο μυθιστόρημα του Νίκου Θέμελη ("Μιά ζωή δυο ζωές", Κέδρος, 2007), παρόλη την απογοήτευση που προκάλεσε το προηγούμενό του ("Για μια συντροφιά ανάμεσά μας"), βρίσκεται ήδη στην κορυφή των ευπώλητων. Υπάρχει φαίνεται ένα κοινό, ανάμεσά τους κι εγώ, που σε κάθε νέο βιβλίο του αναζητεί τη μαγεία που του δημιούργησε η "Αναζήτηση" κι ας απογοητεύεται ολοένα και περισσότερο.
Το "Μια ζωή δυο ζωές" σηματοδοτεί μια εμφανή στροφή από το ιστορικό στο σύγχρονο, αστικό μυθιστόρημα, στο οποίο όμως ο Θέμελης δεν φαίνεται να τα καταφέρνει εξίσου καλά. Δεν λέω ότι δεν διαβάζεται εύκολα ή ευχάριστα ή με ενδιαφέρον. Αλλά...πολλά είναι τα "αλλά" μου. Το μυθιστόρημα αρχίζει με τον κεντρικό ήρωα, τον πανεπιστημιακό Οδυσσέα Πολίτη, να ετοιμάζει τα χαρτιά του για ένα συνέδριο στις Βρυξέλλες, στο οποίο πρόκειται να πάρει μέρος. "Α", είπα, "να επιτέλους ένα ελληνικό campus novel". Αλλά δυστυχώς, παρόλο ότι υπάρχει προς το τέλος του βιβλίου ένα ακόμη συνέδριο, παρόλο που πολλοί φίλοι του Πολίτη είναι πανεπιστημιακοί, το μυθιστόρημα πόρρω απέχει απ' αυτό που νόμισα στην αρχή. Σε λίγο, με αφορμή μια συνέντευξη που δίνει σ' ένα μεταπτυχιακό του φοιτητή, κάνει μια αναδρομή στη ζωή και στις ιδέες του. Αυτό το δέχομαι, δένει. Παρακάτω όμως, δυο πολυσέλιδες, φανταστικές αναδρομές στην παιδική και νεανική του ηλικία που φτάνουν ως... τη Σαμαρκάνδη και τον Ταμερλάνο, τις βρήκα εντελώς άσχετες, όσο κι αν προσπάθησα να καταλάβω τι σημαίνουν και γιατί παίρνουν τόση έκταση. Στις αναδρομές του περιλαμβάνεται και η ιστορία του θείου Αλέκου, εκπροσώπου της διωχθείσας αριστεράς, που γυρίζει από την εξορία κι όμως είναι το χειρότερο είδος που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Κι εδώ πάλι μένει η απορία σε τι αποσκοπεί αυτή η "θρυμματισμένη προσωπικότητα".
Ο μεσήλικας Πολίτης, παντρεμένος εδώ και δώδεκα χρόνια σε δεύτερο γάμο με μια γιατρό, τη Μαρία, χωρίς παιδιά, φαίνεται να περνά μια κρίση ηλικίας. Στο ζευγάρι, παρόλο ότι φαινομενικά ζουν αρμονικά, υπάρχει μια "εύθραυστη ατμόσφαιρα". Ταιριάζουν σε πολλά, αλλά είναι έτοιμοι κάθε στιγμή να παρεξηγηθούν και να διαπληκτιστούν.
Στο συνέδριο ο Πολίτης γνωρίζει μια εντυπωσιακή, αρκετά νεότερη συνάδελφο, τη Ράνια. Η αμοιβαία έλξη δεν οδηγεί σε τίποτε άλλο πέραν από ένα δείπνο, μια μουσική που ακούνε στο μπαρ και μια συζήτηση περί ταυτότητας, ατομικής και συλλογικής. Θα ξανασυναντηθούν στο επόμενο συνέδριο που θα γίνει λίγες βδομάδες και...273 σελίδες αργότερα στη Βιέννη, οπότε και θα ενδώσουν σε μια παθιασμένη, ολιγοήμερη σχέση που, αφού τη συνεχίσουν για λίγο και στην Αθήνα, εκείνος θα αποφασίσει να διακόψει.
Όλ' αυτά συμβαίνουν λίγο πριν και λίγο μετά την πρωτοχρονιά του 2000. Η σύζυγός του, ο πιο στενός του φίλος, ο Άλκης, η γυναίκα, η κόρη του, άλλοι φίλοι και γνωστοί, πανεπιστημιακοί ή μεγαλοεπιχειρηματίες, μια κοινότητα αντιπροσωπευτική της μεγαλοαστικής τάξης της αθηναϊκής κοινωνίας, πλαισιώνουν τον κεντρικό ήρωα. Οι εορταστικές συγκεντρώσεις τους στην Αθήνα ή στα Ζαγοροχώρια όπου πάνε για τα Θεοφάνια, οι κουβέντες τους, οι οικογενειακές σχέσεις καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του βιβλίου. Στον επίλογο, μιλώντας για λίγο σε πρώτο πρόσωπο, ο καθηγητής θ' αποφασίσει να παραιτηθεί από το πανεπιστήμιο, να αρχίσει μια καινούργια ζωή, να χωρέσει, αν μπορεί, δυο ζωές μέσα σε μια ζωή.
Πολλά πράγματα σ' αυτό το μυθιστόρημα μοιάζουν ασύνδετα, κομμάτια που δεν δένουν μεταξύ τους, που δεν υπηρετούν μια βασική γραμμή. Εκτός από τις δυο φαντασιακές αναδρομές που ανέφερα, είναι ακόμα η ασυνεννοησία της νεαρής κόρης του φίλου του με τους γονείς της ως παρένθετη ιστορία, είναι και ο ξαφνικός θάνατος του φίλου του με υπονοούμενο κάποιας εξωσυζυγικής σχέσης που μένει όμως μετέωρη και αδιευκρίνιστη, η συνάντηση με μια ομάδα κυνηγών και η έκφραση...ζωοφιλίας και άλλα. Καμιά πρωτοτυπία στην τεχνική, μια ευθύγραμμη αφήγηση με κάποιες αναδρομές, κοινότοπες οι συζητήσεις περί ταυτότητας, περί του χρόνου, περί των "Ελληναράδων" κ.λπ. Όλα σ' αυτό το μυθιστόρημα είναι μια επιφάνεια και (να με συγχωρέσει ο Θέμελης αν κάνω λάθος) μια προσπάθεια να μας εντυπωσιάσει, άλλοτε με τις μουσικές του γνώσεις και προτιμήσεις (η συνεχής αναφορά μουσικών κομματιών είναι εξόχως διδακτική) και άλλοτε με τον κοσμοπολιτισμό του. Για παράδειγμα, ποια η ανάγκη απαρίθμησης όλων των διάσημων Καφέ που έχει επισκεφθεί (σ.124); (Παρέλειψε βέβαια μερικά, αλλά θα υπέπιπτα στο ίδιο σφάλμα αν του τα υπεδείκνυα!).
Και κάτι τελευταίο. Υπάρχει, κατά τη γνώμη μου, ένας λανθάνων φαλλοκρατισμός. Τον μεσήλικα καθηγητή είναι η νεαρή που τον κυνηγά, είναι εκείνη που του στέλλει συνεχώς μηνύματα και εκείνη διευθετεί, αν και δεν είναι καλεσμένη, να πάει στο συνέδριο της Βιέννης και, τέλος, εκείνος αποφασίζει να διακόψει. Ακόμα όμως, ενώ η γυναίκα του φαίνεται να έχει μια τρυφερή σχέση με ένα συνάδελφό της, ποτέ ο συγγραφέας δεν την παρουσιάζει να απιστεί στον άνδρα της. Αυτό ας το αφήσουμε ως προνόμιο και συγχωρητέο μόνο για τους άνδρες!
Αν όλα όσα ο Θέμελης αναφέρει στο βιβλίο του είναι η σημερινή Αθήνα, τότε ναι, έγραψε ένα επιτυχημένο μυθιστόρημα.


Τρίτη, Απριλίου 03, 2007

Η ονειρεμένη πατρίδα μου

Την Ιζαμπέλ Αλιέντε έπαψα να την παρακολουθώ μετά τα πρώτα δύο βιβλία της, όταν το τρίτο, την "Εύα Λούνα", δεν κατάφερα να το τελειώσω. Έτσι, με επιφύλαξη πήρα στα χέρια μου το βιβλίο της "Η ονειρεμένη πατρίδα μου" (Ωκεανίδα, 2004), που μια φίλη επέμενε να μου δανείσει. Και δεν το μετάνιωσα. Βιβλίο ενδιαφέρον τόσο για τη χώρα, τη Χιλή, όσο και για την ίδια τη συγγραφέα. Εν μέρει αυτοβιογραφία, εν μέρει πατριδογνωσία, με ύφος ανάλαφρο κι όταν ακόμα γράφει για τη δικτατορία του Πινοσέτ, συχνά με αυτοσαρκασμό και με την υπερβολή της γενίκευσης. Η γεωγραφία της χώρας, ο χαρακτήρας και οι συνήθειες του λαού, ταυτόχρονα τα δικά της παιδικά χρόνια, "το μαγεμένο σπίτι" που μας περιγράφει στο "Σπίτι των πνευμάτων" και που το γνώρισε μόνο μέσα από τις αφηγήσεις του παππού, ο χωρισμός των γονιών, η περιπλάνησή της σε άλλες χώρες, η τελική δική της εγκατάσταση στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με το δεύτερο σύζυγό της, τα διαβάσματα, η λογοτεχνία και το γράψιμο, όλα σε συνάρτηση με μια χώρα που αγαπά, που δεν παύει όμως να βλέπει τα κουσούρια της και που, όπως λείπει καιρό απ' αυτήν, την περιγράφει πιο πολύ όπως την έχει πλάσει μες στο μυαλό της, όπως την ονειρεύεται, παρά όπως είναι.
Γραφή ελκυστική, καθόλου κουραστικό βιβλίο, που πέρα από τη γνωριμία μ' ένα λαό και μια συγγραφέα, σε κάνει να σκέφτεσαι πόσο τελικά μοιάζουμε όλοι οι άνθρωποι.


Τα χερουβείμ της μοκέτας

Η τεχνική του εσωτερικού μονολόγου μου είναι ιδιαίτερα προσφιλής ως λογοτεχνικός τρόπος γραφής. Ο συγγραφέας, ο παντογνώστης αφηγητής, δεν αφηγείται απλώς σε τρίτο πρόσωπο. Εισχωρεί ο ίδιος στη σκέψη και στη ψυχή του ήρωα ή της ηρωίδας του. Γράφει μεν σε τρίτο πρόσωπο, αλλά αποδίδει τη σκέψη και τα συναισθήματα σαν να είναι εκείνοι, οι ήρωές του που σκέφτονται. Η τεχνική αυτή, πιστεύω, είναι και ένας από τους λόγους που μου άρεσε τόσο το βιβλίο της Ελένης Γιαννακάκη (Εστία, 2006). Ολόκληρο το βιβλίο είναι ένας μονόλογος της Μαρίας, μιας 37χρονης οικοκυράς, και καλύπτει χρονικά μια μέρα, κατ' ακρίβειαν 18 ώρες, από το πρωί που ξυπνάει, ως τα μεσάνυχτα σχεδόν που κάνει το μπάνιο της πριν πάει για ύπνο, θυμίζοντάς μας έτσι άλλα έργα ανάλογης χρονικής διάρκειας ("24 ώρες από τη ζωή μιας γυναίκας" του Τσβάιχ, τον "Οδυσσέα" του Τζόυς κ.λπ.). Κι όμως, τα κοινά και σε άλλα έργα στοιχεία τεχνικής, ο εσωτερικός μονόλογος και η χρονική διάρκεια, αλλά ακόμα και το πολύ κοινό θέμα, η ζωή μιας νοικοκυράς, δεν καθιστούν καθόλου κοινό το βιβλίο της Γιαννακάκη. Είχα διαβάσει και το προηγούμενό της, "Περί ορέξεως και άλλων δεινών", αλλά "Τα χερουβείμ" είναι πολύ καλύτερο.
Μέσα από το μονόλογο της Μαρίας, μέσα από τις σκέψεις που ρέουν συνειρμικά, χωρίς χρονολογική σειρά, ενώ καθαρίζει, βάζει πλυντήριο, μαγειρεύει (σ' αυτό το τελευταίο είν' αλήθεια δεν δίνει και πολλή σημασία), περνάει παρελθόν και παρόν, η ζωή της, οικογενειακές σχέσεις, φιλίες, έρωτες...Μα και πάλι, ούτε αυτό θα ήταν αρκετό για να μας δημιουργήσει το ενδιαφέρον που μας προκαλεί, ώστε να μην αφήνουμε το βιβλίο πριν φτάσουμε στην τελευταία σελίδα. "Τα χερουβείμ" είναι συνάμα κι ένα ψυχολογικό θρίλλερ. Από την αρχή φαίνεται πως αυτή η συγκεκριμένη μέρα έχει κάτι το ξεχωριστό για την ηρωίδα, κάτι που αποκαλύπτεται αργά και έντεχνα από τη συγγραφέα. Μοιάζει σαν η Γιαννακάκη να κρατάει στα χέρια ένα δόλωμα κι εκεί που πλησιάζουμε να το αρπάξουμε, τραβάει το σπάγγο και το απομακρύνει κι εμείς, ανυπόμονοι να το γευτούμε, την ακολουθούμε ως το τέλος.
Η Μαρία είχε σπουδάσει αρχιτέκτονας, εργάστηκε πολύ λίγο ως σχεδιάστρια, παντρεύτηκε τον εργοδότη της αποσπώντας τον δόλια από τη γυναίκα του, σταμάτησε να δουλεύει, απόκτησε τρία παιδιά και αφοσιώθηκε στο σπίτι και στην οικογένεια. Αφοσιώθηκε, είναι τρόπος του λέγειν. Δεν έπαψε να έχει εραστές και η ανάμνηση του τελευταίου, που υπήρξε ο φιλόλογος και φροντιστής της κόρης της, στοιχειώνει τη σκέψη της αυτή τη μέρα, που ακριβώς ένα χρόνο πριν, εκείνος πέθανε.
Πολλοί είναι οι συμβολισμοί και οι προεκτάσεις που θα μπορούσαν να δοθούν στο μυθιστόρημα. Από τον τίτλο (όπου χερουβείμ είναι τα αγγελάκια-διακοσμητικά σχέδια της μοκέτας πάνω στην οποία η Μαρία έκανε έρωτα) ως την ψυχαναγκαστική μανία της με την καθαριότητα ("το 'φαγε το σπίτι με τα νύχια της", όπως της έλεγε ο άντρας της). Από τη σκέψη μου δεν φεύγει ένας λανθάνων συσχετισμός με τον "Αγάμέμνονα": μάνα και κόρη-λουτρό-φόνος.
Απ' τις μικρές αδυναμίες του βιβλίου θα έλεγα ότι είναι οι συχνές επισκέψεις της ηρωίδας στο μπάνιο και η περιγραφή της συχνουρίας της, καθώς και σε κάποια σημεία η εξονυχιστική περιγραφή του καθαρίσματος κάθε ρωγμής που κάποτε καταντά κουραστική.


Απουσία και διάβασμα


Η πολυήμερη απουσία από το μπλογκ δεν σημαίνει βέβαια και αποχή από το διάβασμα. Στο διάστημα από το προηγούμενο ποστ ως σήμερα διάβασα (μεταξύ άλλων) τη "Μεταμόρφωση" του Κάφκα και το "Θάνατος στη Βενετία" του Τόμας Μαν. Να μου πείτε τώρα; ε, τώρα, τι να κάνουμε, τώρα έτυχε, αλλά βέβαια δεν θα γράψω γι' αυτά.
Με την ευκαιρία θα ήθελα να αναφερθώ στις φτηνές εκδόσεις "γράμματα" του βιβλιοπωλείου της Πρωτοπορίας (στις οποίες και διάβασα τα δυο αυτά βιβλία). Μπορεί να μην είναι σπουδαίες ως εκδόσεις, όμως είναι βολικές για μεταφορά λόγω του μικρού τους σχήματος, και προσιτές οικονομικά λόγω τιμής. Έτσι, καθένας μπορεί με 2,5, 3 ή 5 ευρώ να έχει στη διάθεσή του κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ακολουθούν ποστ για δύο άλλα βιβλία.





Τετάρτη, Μαρτίου 21, 2007

Η εξαιρετική "Γαλλική Σουίτα"

Από τις μεγαλύτερες ευτυχίες μου είναι η ευκαιριακή συγκυρία να 'χω στα χέρια μου ένα καλό βιβλίο κι απεριόριστο χρόνο στη διάθεσή μου για να μη διακόψω το διάβασμα, πράγμα βέβαια που δεν συμβαίνει συχνά. Αυτή την ευτυχία δοκίμασα τις δυο τελευταίες μέρες. Άρχισα τη "Γαλλική Σουίτα" της Ιρέν Νεμιρόβσκυ και για δυο μέρες βυθίστηκα χωρίς διακοπή σ' ένα κόσμο τόσο μακρινό και συνάμα τόσο κοντινό. Μακρινό, γιατί διαδραματίζεται στη Γαλλία του 1940-41 και κοντινό, γιατί οι καταστάσεις, ο πόλεμος, η κατοχή, οι άνθρωποι κι η ψυχολογία τους είναι ίδια σ' όλο τον κόσμο και σ' όλες τις εποχές (αθάνατε Θουκυδίδη!). Τίποτα από την καθημερινότητα δεν ήρθε να διακόψει αυτό το απολαυστικό βύθισμα. Λίγο φαγητό, λίγος ύπνος και ξανά η περιδιάβαση στη Γαλλία του 1940-41, έτσι όπως με τη δύναμη της λογοτεχνικής της γραφής την αναπαριστά η Νεμιρόβσκυ.
Η ίδια η ζωή της συγγραφέως μοιάζει με μυθιστόρημα. Από πλούσια οικογένεια της Ρωσίας, φεύγει για να γλιτώσει τη δίωξη από την κομουνιστική επανάσταση. Καταφεύγει στη Γαλλία, παντρεύεται, έχει δυο κόρες, γράφει. Είναι όμως Εβραία (κι ας έχει ασπαστεί τον Καθολικισμό). Μέσα στη φρίκη του πολέμου, κρυμμένη εδώ κι εκεί, γράφει πυρετωδώς. Δίνει στο χαώδη γύρω της κόσμο, στους Γερμανούς που προελαύνουν στο γαλλικό έδαφος, στο Παρίσι που εκκενώνεται, στην κατακτημένη τελικά Γαλλία, την αιωνιότητα που χαρίζει η Τέχνη σε όποια μορφή. Δεν θα αποφύγει τη σύλληψη η Νεμιρόβσκυ. Κι αυτή κι ο άντρας της στέλλονται στο Άουσβιτς, απ' όπου βέβαια δεν θα βγουν ποτέ. Τα πυκνογραμμένα χειρόγραφά της κουβαλάει σε μια βαλίτσα από καταφύγιο σε καταφύγιο η μια της κόρη. Χρόνια αργότερα, αρχίζει να τα μεταγράφει. Το βιβλίο θα εκδοθεί τελικά το 2004 στη Γαλλία, 62 χρόνια μετά τη συγγραφή του, και στα Ελληνικά το 2005 (Πατάκης). "Σουίτα" το ονομάζει. Σκόπευε να το ολοκληρώσει σε πέντε μέρη, πρόλαβε να γράψει όμως μόνο τα δύο πρώτα.
Στο πρώτο μέρος, "Καταιγίδα τον Ιούνιο", απεικονίζεται η τρομαγμένη έξοδος από το Παρίσι. Οι άνθρωποι (πόσο καλά την ξέρουμε στην Κύπρο αυτή την εικόνα) φεύγουν πανικόβλητοι. Παίρνουν ό,τι πιο πολύτιμο έχουν, κλειδώνουν τα σπίτια κι άλλοι με αυτοκίνητα, άλλοι με ποδήλατα, άλλοι πεζοί, αναζητούν ασφαλέστερη διαμονή στην ύπαιθρο. Η Νεμιρόβσκυ δεν γράφει αόριστα κι απρόσωπα. Μέσα στο αλλόφρον πλήθος ξεχωρίζουν πρόσωπα και χαρακτήρες: Μια πολυμελής, πλούσια οικογένεια, δυο μικρομεσαίοι υπάλληλοι Τράπεζας, ένας αριστοκράτης που η μόνη του έγνοια είναι να περισώσει την πολύτιμη συλλογή του από πορσελάνες, ένας σνομπ συγγραφέας και η ερωμένη του...Βομβαρδισμοί, έλλειψη τροφίμων, άνθρωποι που θυσιάζονται για τους άλλους κι άλλοι που, κυριαρχούμενοι από τα ένστικτα επιβίωσης κλέβουν βενζίνη ή τρόφιμα, ένα χάος, το οποίο αποδίδει με μοναδική δεξιοτεχνία, με φωτογραφική απεικόνιση της λεπτομέρειας.
Το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται "Ντόλτσε". Η Γαλλία είναι πια υπό κατοχήν. Η Νεμιρόβσκυ μας μεταφέρει σ' ένα χωριό, το Μπισσύ, όπου οι Γερμανοί έχουν επιτάξει τα σπίτια. Τα πρόσωπα του πρώτου μέρους δεν υπάρχουν εδώ, εκτός από μια χαλαρή αναφορά σε μερικά από αυτά. Στο επίκεντρο είναι τώρα οι άνθρωποι του χωριού, χωρισμένοι κι εδώ σε τάξεις. Ο απλός λαός κι οι αριστοκράτες. Με την ίδια απαράμιλλη τέχνη με την οποία η συγγραφέας απέδωσε το χάος του πρώτου μέρους, ζωγραφίζει τώρα την "ειρηνική" ζωή του χωριού. Ανταποκρινόμενη στον τίτλο του μυθιστορήματος, όπως σ' ένα μουσικό κομμάτι, από το βουερό, θορυβώδες, γεμάτο κίνηση πρώτο μέρος, μεταπίπτουμε σ' ένα απαλό, χαμηλόφωνο, ήρεμο δεύτερο μέρος. Ο μικρόκοσμος, οι καθημερινές του έγνοιες, η απουσία των ανδρών στο μέτωπο ή την αιχμαλωσία, τα αντιφατικά συναισθήματα που δημιουργούνται-ναι, οι Γερμανοί είναι ο εχθρός, είναι οι κατακτητές, αλλά ταυτόχρονα είναι νέοι και ωραίοι, μακριά κι αυτοί από τους δικούς τους, διαταγμένοι να εκτελούν εντολές- αποδίδονται σαν μέσα από μικροσκόπιο, με λεπτομερή ψυχολογική ανάλυση χαρακτήρων και συναισθημάτων, με τη λεπτομέρεια της περιγραφής να κυριαρχεί και πάλι.
Δυο πρόσωπα πρωταγωνιστούν. Η Λουσίλ, μια νέα γυναίκα που ασφυκτιά στο πλουσιόσπιτο της αυστηρής πενθεράς της, ενώ ο άντρας της λείπει στον πόλεμο, κι ο νεαρός Γερμανός αξιωματικός που συγκατοικεί στο επιταγμένο σπίτι. Μια τρυφερή φιλία αναπτύσσεται, που δεν θα γίνει όμως απάτη και προδοσία.
Ένα μυθιστόρημα που κι έτσι ημιτελές όπως το άφησε η συγγραφέας του, είναι αρκετό για να το χαρακτηρίσουμε αριστούργημα. Δεν ξέρω αν θα φανώ υπερβολική, αλλά νομίζω είναι μια καινούρια, εξίσου σπουδαία εκδοχή του "Πόλεμος και ειρήνη".

Πέμπτη, Μαρτίου 15, 2007

Πέδρο Πάραμο, ένα παράξενο μυθιστόρημα


"Μυθιστόρημα μυστηριώδες, μυστικό, μουρμουριστό, ψιθυριστό, μυκώμενο και μουγγό, το Πέδρο Πάραμο συγκεντρώνει έτσι όλους τους νεκρούς ήχους του μύθου. Μύθος και Μόρος: αυτά είναι τα δύο "μι" που στεφανώνουν όλα τα άλλα, πριν τα στεφανώσει κι αυτά με τη σειρά του το ίδιο το όνομα του Μεξικού. Αρχετυπικό μεξικανικό μυθιστόρημα, αξεπέραστο και ανυπέρβλητο, το Πέδρο Πάραμο συνοψίζεται στο φάσμα της χώρας μας: ένα μουρμουρητό από σκόνη από την άλλη όχθη του ποταμού του θανάτου".
Ένα απόσπασμα από την πολύ κατατοπιστική ανάλυση του παράξενου αυτού μεξικανικού μυθιστορήματος, γραμμένη από τον Κάρλος Φουέντες. Διάβασα πολύ προσεκτικά το εισαγωγικό σημείωμα της μεταφράστριας Έφης Γιαννοπούλου, τον πρόλογο στην αμερικανική έκδοση της Σούζαν Σόνταγκ, τις σκέψεις του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, στο επίμετρο την ανάλυση του Φουέντες, τέλος μια συνομιλία του ίδιου του συγγραφέα Χουάν Ρούλφο με τον Τζόζεφ Σόμερς κι όμως δεν μπόρεσα να εισχωρήσω στον μυστηριώδη κόσμο του βιβλίου. Ένα βιβλίο γραμμένο το 1956, που επηρέασε αφάνταστα όλη τη λατινοαμερικάνικη λογοτεχνία. Το αισθάνομαι σαν ένα καρπό με σκληρό περίβλημα που μάταια πάσχισα να το σπάσω για να απολαύσω το περιεχόμενο. Δεν ξέρω τι φταίει. Ίσως γιατί είμαι τόσο μακριά απ' αυτό τον κόσμο, από τη μυθολογία του, τη ψυχοσύνθεσή του. Σκέφτομαι πως ίσως έτσι να αισθανθεί κι ένα Μεξικανός, αν διαβάσει τη Ζυράννα Ζατέλη. Ό,τι και να συμβαίνει βρίσκω υπερβολική την κρίση του Μάρκες:
"Δεν είναι περισσότερες από τριακόσιες σελίδες και πιστεύω πως θα έχουν την ίδια διάρκεια με τις σελίδες που έχουν διασωθεί από το έργο του Σοφοκλη".

Δευτέρα, Μαρτίου 12, 2007

Οι Ντέβα (για γάτες και άλλα ζώα)

Έχω την άποψη πως ο Πάνος Ιωαννίδης, ένας από τους αξιολογότερους σύγχρονους Κύπριους πεζογράφους, κάπως σαν να σπατάλησε το εξαιρετικό του ταλέντο μ' αυτό το βιβλίο. Αυτοβιογραφικό σε μεγάλο βαθμό, τόσο που πολλά πρόσωπα, χώροι, καταστάσεις να είναι εμφανώς ευδιάκριτα για μας που ζούμε εδώ, διασώζει ίσως μια πτυχή της οικογενειακής του ιστορίας, αλλά για τους αναγνώστες (αν εξαιρέσουμε τους φανατικούς ζωόφιλους), δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Και πρώτα ερμηνεία του παράδοξου τίτλου. Λέει ο συγγραφέας: "Ο όρος "Ντέβα" είναι λέξη σανσκριτική, που στη γλώσσα μας μπορεί να αποδοθεί σαν προστάτης άγγελος. Σύμφωνα με τις δοξασίες της Ανατολής, οι Ντέβα εποπτεύουν, προστατεύουν, καθοδηγούν και ωθούν προς εξέλιξη τα όντα του τρίτου βασιλείου της φύσης, του ζωικού". Ο συγγραφέας, μιλώντας σε πρώτο πρόσωπο, μας παρουσιάζει την οικογένειά του, τη γυναίκα του και τα δυο του παιδιά, τα οποία διαθέτουν μεγάλες ντεβαϊκές ικανότητες. Η κόρη του, σε ηλικία τεσσάρων μόνο χρόνων, εξημερώνει ένα... σκαντζόχοιρο και ακολουθούν πλήθος περιστατικά με ζώα και πτηνά. Στο βιβλίο όμως πρωταγωνιστικό ρόλο διαδραματίζουν οι γάτες. Αγαπημένη γάτα των παιδιών η Τες που την περιμαζεύουν από το δρόμο, συνδέονται μαζί της, κι όταν ακόμα πεθαίνει, στο τέλος του βιβλίου, επισκέπτεται τον συγγραφέα ακόμα και στα όνειρά του. Επισκέψεις στον κτηνίατρο, αρρώστιες, εγχειρίσεις και γεννητούρια γάτων, απώλειες και εύρεσή τους παρεμβάλλονται στην πορεία της οικογενειακής ζωής. Και οι σκύλοι βέβαια δεν απουσιάζουν από το βιβλίο, όχι όμως στο βαθμό που κυριαρχούν οι γάτες. Υποβάλλεται η ιδέα μιας επικοινωνίας με τα ζώα, άλλοτε μέσω των ενστίκτων και άλλοτε μέσω των συναισθημάτων. Το θέμα μπορεί να μην ενδιαφέρει όλους μας, η συγγραφική ικανότητα όμως του Πάνου Ιωαννίδη, η ανάλαφρη γραφή και το χιούμορ που διανθίζουν το κείμενο, κάνουν το βιβλίο ελκυστικό και ευκολοδιάβαστο. Κάποτε η αγάπη για τα ζώα προβάλλεται αντιστικτικά μέσα από σκηνές που σχεδόν σοκάρουν με τη ρεαλιστικότητα της περιγραφής. Μια τέτοια σκηνή είναι η περιγραφή μιας γάτας που αγωνίζεται να σώσει τα κουτάβια της από τον γείτονα που, αντιπαθώντας τις γάτες, τα πήρε και τα έθαβε ζωντανά, αψηφώντας τις πληγές που εκείνος της κατάφερε με το φτυάρι, κόβοντάς της το πόδι. Και μια άλλη παρόμοια, όταν μια γάτα απεγνωσμένα παλεύει μ' ένα σκύλο για να σώσει πάλι τα μικρά της. Δεν είμαι ιδιαίτερα ζωόφιλη, αλλά το βιβλίο του Πάνου Ιωαννίδη μ' έκανε να βλέπω τα ζώα με άλλο βλέμμα, έστω κι αν θα προτιμούσα να χρησιμοποιήσει το ταλέντο του για ένα άλλου είδους μυθιστόρημα.


Παρασκευή, Μαρτίου 02, 2007

Η "Σεκερίμ" της Μαρίνας Βαμβακά

Δεν ξέρω πού οφείλεται αυτή η μεγάλη άνθηση του ιστορικού μυθιστορήματος στην εποχή μας. Προτίμηση άραγε των συγγραφέων που δεν βρίσκουν εύκολα έμπνευση στο σήμερα, ή ανταπόκριση στη ζήτηση εκ μέρους του αναγνωστικού κοινού; Όποια και να' ναι η αιτία, γεγονός παραμένει πως το ιστορικό μυθιστόρημα στις μέρες μας πλημμυρίζει τα ράφια των βιβλιοπωλείων.
"Σεκερίμ" (που σημαίνει στα τούρκικα "γλυκιά σαν ζάχαρη") ονομάζεται το πρώτο μυθιστόρημα της Μαρίνας Βαμβακά (Λιβάνης, 2007) και, όπως μας πληροφορεί η ίδια, πρόκειται για την ιστορία της προγιαγιάς της και άλλων προγόνων της, πλαισιωμένων βέβαια με μυθιστορηματικά πρόσωπα. Η επίσημη κριτική μέχρι στιγμής το έχει αγνοήσει και μόνο σε μια εφημερίδα, σ' ένα δημοσίευμα για "τα βιβλία των υπεραγορών" συνάντησα μια ειρωνική αναφορά. Κι όμως το βιβλίο έχει πολλά θετικά στοιχεία, χωρίς να λείπουν βέβαια και τα αρνητικά. Ξεκινώ από τα θετικά:
1. Η συγγραφέας διαθέτει μεγάλη αφηγηματική ικανότητα. Οι περιγραφές της είναι ζωντανές, πειστικές, οι διάλογοι φυσικοί, οι χαρακτήρες ολοκληρωμένοι 2. Γλώσσα επιμελημένη, πλούσια, με περιορισμένο αριθμό τούρκικων λέξεων (ερμηνεύονται στο τέλος σε γλωσσάρι) που συμβάλλουν στην αληθοφάνεια της όλης ατμόσφαιρας 3. Προσφέρει ιστορική γνώση για μια πολυτάραχη εποχή (1876-1922) με τρόπο φυσικό, μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων της, αλλά και με εμβόλιμα κεφάλαια με καθαρά ιστορικό περιεχόμενο.
Αρνητικά: 1. Οι πολλές επαναλήψεις παρόμοιων γεγονότων και σκηνών αυξάνουν τον όγκο του βιβλίου και κουράζουν. Ξανά και ξανά περιγράφονται φαγητά, κεντήματα, οι συναντήσεις με τον Σουλτάνο, τα χαμάμ, το χαρέμι κ.λπ. 2. (Προσωπικές αντιρρήσεις). Είναι φυσικό και λογικό μια Ελληνίδα-Χριστιανή που γίνεται ερωμένη του Σουλτάνου να νιώθει υπερήφανη γι' αυτό και σ' όλη της τη ζωή να το θυμάται και να το καυχάται; Είναι κάτι για το οποίο θα 'πρεπε οι άλλες κοπέλες να τη ζηλεύουν και να ονειρεύονται κάποτε να τις αγαπήσει κι αυτές ένας Σουλτάνος; (σ.309). 3. Στο βιβλίο είναι διάχυτη μια αγάπη για τη σουλτανική Τουρκία και λύπη όταν ο Σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίντ εξορίζεται. Ακόμα κι όταν αργότερα, με την επικράτηση του Κεμάλ, περιγράφονται λεηλασίες και σκηνές φρίκης εις βάρος των Ελλήνων και άλλων μειονοτήτων, ένας από τους ήρωες της Βαμβακά λέει: " Ίσως ήρθε η ώρα να πληρώσουμε για τα χορτασμένα στομάχια μας, για τα πλούτη μας, για τις πρωτιές μας" (σ. 364). Ομολογώ ότι ως Κυπρία είμαι προκατειλημμένη. Αδυνατώ να μπω σ' αυτή τη λογική, όταν βλέπω τον Τούρκο να με έχει εκδιώξει βίαια από το σπίτι μου και να κατοικεί αυτός εκεί.
Τελικά, βέβαια, δεν νομίζω ότι έχασα το χρόνο μου διαβάζοντας τις 528 σελίδες της "Σεκερίμ". Αν όμως ήταν λιγότερες, το βιβλίο σίγουρα θα κέρδιζε περισσότερο.