Κυριακή, Μαρτίου 27, 2016

Ο αχός της εποχής

Julian Barns
Ο αχός της εποχής
Μεταίχμιο 2016
Μετ. Θωμάς Σκάσσης
(ebook) 
Δεν ξέρω αν ο Τζούλιαν Μπαρνς έχει στερέψει από έμπνευση ή αν εξαρχής είχε υπερτιμηθεί, αν είχε προβληθεί περισσότερο από όσο άξιζε. Τα δυο τελευταία βιβλία του, "Τα τρία επίπεδα της ζωής" και τώρα "Ο αχός της σιωπής", στερούνται έμπνευσης. Και τα δυο στηρίζονται και αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα. Το πρώτο, στην ιστορία της αεροναυτικής και της φωτογραφίας, καθώς και στην προσωπική του εμπειρία από τον θάνατο της γυναίκας του, το δεύτερο, στη βιογραφία του Σοστακόβιτς. Καλογραμμένα βέβαια βιβλία, ελκυστικά και ενδιαφέροντα για τον αναγνώστη, χωρίς όμως πρωτοτυπία, χωρίς το ευχάριστο ξάφνιασμα που μας έδωσε το "Ένα κάποιο τέλος".
"Ο αχός" είναι ο αχός της Σοβιετικής εποχής του Στάλιν, που ως ένα βαθμό συνεχίστηκε και στην εποχή του Χρουστσόφ. Αυτή η εποχή φαίνεται να ενδιαφέρει τον συγγραφέα και πώς αυτή επηρέαασε έναν καταξιωμένο συνθέτη, τον Ντμίτρι Ντμιετρίεβιτς Σοστακόβιτς. Δεν είναι ούτε καθαρή ούτε μυθιστορηματική βιογραφία. Τα γεγονότα της ζωής του μουσουργού αναφέρονται βέβαια, αλλά σύντομα, δεν τους δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα. Η γέννηση (1906), οι τρεις γάμοι, τα δυο παιδιά του, ο θάνατός του (1975) σηματοδοτούν κάποιους σταθμούς, αλλά δεν είναι αυτά το κύριο θέμα. Θέμα είναι η μουσική δημιουργία του συνθέτη και η σχέση του με το ανελεύθερο, τρομοκρατικό, προσωποπαγές καθεστώς της Σταλινοκρατίας. Ένα καθεστώς (που ξέρουμε βέβαια από πληθώρα άλλων έργων), που τη μια στιγμή αποκηρύσσει ένα έργο ή ένα πρόσωπο και την άλλη στιγμή μπορεί να το αποθεώνει ή το αντίθετο. Για παράδειγμα, η όπερα του Σοστακόβιτς "Η λαίδη Μάκμπεθ του Μτσενσκ" γνώρισε μεγάλη λαϊκή αποδοχή. Έφτασε όμως μια απαξίωση από τον Στάλιν για να αρχίσει μια σειρά άρθρων στην "Πράβδα" που αποκήρυσσε το έργο και δυσφημούσε τον συνθέτη. Φοβούμενος τότε ο Σοστακόβιτς μήπως συλληφθεί, ετοίμασε ένα βαλιτσάκι με τα απαραίτητα και για πολλές νύχτες καθόταν πλάι στο ασανσέρ και περίμενε, μη θέλοντας να τον συλλάβουν μέσα στο σπίτι, για να μην ταραχτεί η οικογένειά του.
Χιούμορ και ειρωνεία διατρέχουν το βιβλίο και είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να απολαύσει ο αναγνώστης. Άλλωστε, "το μασκάρεμα της αλήθειας είναι η ειρωνεία", λέει κάπου. Το 1937, ο Σοστακόβιτς καλείται για ανάκριση. Την επομένη όμως, όταν επρόκειτο να συνεχιστεί η ανάκριση, ο ανακριτής του, κάποιος Ζακρέφσκι, είχε ο ίδιος εξαφανιστεί! Πιθανότατα εκκαθαριστεί!
Ωραίος και ειρωνικός είναι κι  ένας τηλεφωνικός διάλογος μεταξύ του Σοστακόβιτς και του Στάλιν, όταν ο δικτάτορας προσπαθεί να πείσει τον μουσουργό να συμμετάσχει το 1949 σ' ένα συνέδριο για την ειρήνη στις Η.Π.Α., όπου τελικά αναγκάζεται να πάει.  Και βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση όταν τον ρωτούν για το καθεστώς της Σοβιετικής Ένωσης. 
Και πόση ειρωνεία κρύβει η φράση, "Πόσο εύκολο ήταν να είσαι κομμουνιστής όταν δεν ζούσες σε κομμουνιστική χώρα", φράση που λέγεται για τον Πικάσο, για τον οποίο ο Σοστακόβιτς εκφράζεται με απαξίωση, γιατί ζωγράφιζε παντού το περιστέρι της ειρήνης, δεν έλεγε όμως τίποτα για όσους υπέφεραν από το καθεστώς. 
Ο Σοστακόβιτς άργησε να γίνει μέλος του κόμματος, έλεγε μάλιστα ότι αναγκάστηκε να γίνει για να μπορέσει να προεδρεύσει της Ένωσης Συνθετών. Η στάση του απέναντι στο κόμμα δεν διευκρινίζεται. Γεγονός όμως είναι, όπως αναφέρει ο Μπαρνς, ότι απολάμβανε ό,τι μπορούσε να του προσφερθεί. Είχε αυτοκίνητο, υπηρέτες, ντάτσα, τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Συμμορφώθηκε άραγε από φόβο; Από δειλία; Ή πράγματι συμφωνούσε; Ο Μπαρνς καταθέτει γεγονότα. Από κει και πέρα τα συμπεράσματα δικά μας.

Πέμπτη, Μαρτίου 17, 2016

Ρουά Ματ

John Donoghue
Ρουά Ματ (The death's Head Chess Club)
Λιβάνης, 2015
Μετ. Ευάγγελος Κεφαλλονίτης 
 Είναι κάποια βιβλία που σου δημιουργούν την αίσθηση πως ό,τι και να πεις γι' αυτά θα τα προδώσεις. Αυτό μου συμβαίνει όχι μόνο γιατί ένα βιβλίο είναι πολύ καλό, αλλά και γιατί είναι τέτοια η δομή του, η εξέλιξη του μύθου, η πολύπλευρη οπτική από την οποία μπορεί να το δει κανείς, που είναι πολύ δύσκολο να αποδοθεί στις σωστές του διαστάσεις. Αυτές οι σκέψεις με πλημύριζαν καθώς έκλεινα την τελευταία (437η) σελίδα του βιβλίου του Ντόνοχιου. Οπωσδήποτε, θα προσπαθήσω να το παρουσιάσω, έστω και σαν προσωπική υπόμνηση ενός ακόμα αναγνώσματος.
Έχουν γραφτεί τόσα για τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για το ναζιστικό καθεστώς, για τους διωγμούς των Εβραίων, για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης που δύσκολα, θα νόμιζε κανείς, θα μπορούσε να βρεθεί μια καινούρια σκοπιά, από την οποία να αντικρίσει όλα αυτά. Κι όμως να που υπάρχει. 
Το έργο διαδραματίζεται σε δυο διαφορετικά χρονικά επίπεδα και δυο διαφορετικά τοπικά σημεία: Τους τελευταίους μήνες του 1944, στο στρατόπεδο του Άουσβιτς το ένα και το 1962 στο Άμστερνταμ το άλλο. Το 1962 διεξάγεται στο Άμστερνταμ ένα διεθνές τουρνουά σκακιού. Σ' αυτό παίρνει μέρος ο Εμίλ Κλεμάν, ένας Γαλλο-εβραίος που είχε επιζήσει από το στρατόπεδο του Άουσβιτς. Κληρώνεται να παίξει με έναν πρώην ναζί, τον Βίλχελμ Σβένιγκερ. Τυχαία (;) εδώ θα συναντήσουν τον Πάουλ Μάισνερ, έναν πρώην αξιωματικό των Ες-Ες, ο οποίος είχε υπηρετήσει στο Άουσβιτς. Μετά τον πόλεμο καταδικάστηκε σε έξι χρόνια καταναγκαστικά έργα και, αφού εξέτισε την ποινή του, έγινε ιερέας, υπηρέτησε ως επίσκοπος στην Αφρική και τώρα, άρρωστος, ετοιμοθάνατος σχεδόν, βρίσκεται στο Άμστερνταμ. Οι τρεις θα εμπλακούν σε μια συνάντηση αναμνήσεων. Μπορεί να υπάρξει συγχώρεση για τα δεινά που αντιμετώπισε ο Εμίλ; Όλη η φρίκη του Άουσβιτς, η πείνα, η εξόντωση, οι θάλαμοι αερίων αναβιώνουν στη μνήμη του Εμίλ, που εκτός από όσα πέρασε ο ίδιος, είχε χάσει σύζυγο, μητέρα και τα δυο παιδιά του.
Αν ο Εμίλ επέζησε, αυτό το όφειλε σε μεγάλο βαθμό στην αγάπη του για το σκάκι. Γι' αυτόν το σκάκι "είναι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι. Είναι ένας σύνδεσμος με την άυλη Σοφία της Δημιουργίας. Εξαίσιο. Με δυνατότητες απεριόριστες. Είναι το παιχνίδι που δημιούργησαν τα Οφανείμ (τάγμα αγγέλων) για να ευχαριστήσουν το Θεό".
Τότε, στο στρατόπεδο του Άουσβιτς, ο αξιωματικός Μάισνερ για να αναπτερώσει το ηθικό των ανδρών που υπηρετούσαν εκεί, οργανώνει μια σκακιστική λέσχη. Όταν μαθαίνει ότι ένας Εβραίος κρατούμενος είναι εξαιρετικός σκακιστής, τον καλεί να αναμετρηθεί με τους καλύτερους σκακιστές των Ες-Ες. Η αρχική άρνηση του Εμίλ κάμπτεται, όταν του προτείνεται ότι για κάθε νίκη του θα χαρίζεται η ζωή σ' έναν κρατούμενο.
Στο Άμστερνταμ τώρα, καθένας από τους τρεις, ο πρώην ναζί Σβένιγκερ, ο Εβραίος Εμίλ και ο πρώην αξιωματικός των Ες-Ες Μάισνερ, θυμάται από τη δική του πλευρά το παρελθόν που τους είχε φέρει κοντά, από τόσο διαφορετική θέση τον καθένα.
 Το μυθιστόρημα τελειώνει, αλλά οι φωνές που ακούγονται μέσα απ' αυτό δεν παύουν να αντηχούν μέσα μας. Φωνές και ερωτήματα. Πώς ο Χίτλερ παρέσυρε έναν ολόκληρο λαό στα εγκλήματά του; Ανάμεσα σ' όλους δεν υπήρξε ποτέ έστω κι ένας καλός Γερμανός, όπως υποστηρίζει ο Εμίλ σ' ένα βιβλίο που έγραψε μετά τον πόλεμο; Και η φιλία; Τι δύναμη μπορούσε να έχει η φιλία στο στρατόπεδο της φρίκης; Μπορεί να δημιουργηθεί φιλία μεταξύ ενός ναζί κι ενός επιζήσαντος Εβραίου; Και η συγχώρεση; "Αν οι νεκροί μπορούσαν να μιλήσουν θα συγχωρούσαν;"
Ο Εμίλ, είκοσι χρόνια μετά τον πόλεμο , δεν μπορεί ακόμα να ξεχάσει. "Έχει για συντροφιά και τους νεκρούς και τους ζωντανούς, φωνές που δεν μπορεί να τις κάνει να σωπάσουν, λόγια που ουρλιάζουν στη συνείδησή του".
Βασανιζόμενος από όσα πέρασε κι όσα ακόμα τον κατατρύχουν, καταφεύγει κάποια στιγμή σ' ένα ραβίνο. "Δεν υπάρχει συγχώρεση. Δεν μπορώ να συγχωρέσω", ακούγεται η φωνή του Εμίλ. Αλλά και η φωνή του Μάισνερ: "Η συγχώρεσή σου δεν μπορεί να με βοηθήσει, ρολογά".
Μας  προβληματίζει η φωνή του συγγραφέα: "Υπάρχουν κάποια πράγματα που είναι πέρα από τη συγχώρεση, κάποια πράγματα που είναι πέρα από κάθε λύτρωση. Μερικές φορές χρειάζεται θάρρος για να μη συγχωρέσεις, γιατί είναι πιο εύκολο να συγχωρείς, αλλά δεν είναι πάντα το σωστό".

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2016

Φιλοσοφικά εγκλήματα

 Philip Kerr
Φιλοσοφικά εγκλήματα 
Κέδρος, 2015 (α΄έκδ. πρωτοτύπου 1992)
Μετ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου

Μετεωριζόμενη  ανάμεσα στην επιφύλαξη μιας έκδοσης του 1992, που τώρα μεταφράστηκε στα ελληνικά και της απόλαυσης που τα μεταγενέστερα βιβλία του Philip Kerr μου χάρισαν, πήρα τα "Φιλοσοφικά εγκλήματα". Και η διαπίστωσή μου, αφού τελείωσα τις 404 σελίδες μέσα σε δυο μέρες, ήταν πως ο Philip Kerr είναι ένας τεχνίτης της γραφής. Μιας γραφής που σε αιχμαλωτίζει, που σε ελκύει ακαταμάχητα, ακόμα κι όταν το θέμα του δεν είναι οι περιπέτειες του ατρόμητου, ιδιόρρυθμου ντετέκτιβ Μπέρνι Γκούντερ, πρωταγωνιστή των προηγούμενων ιστοριών του Kerr, που διαδραματίζονταν κυρίως στη ναζιστική Γερμανία. Ελκυστικός συγγραφέας, ακόμα κι όταν στην υπόθεση αναμιγνύεται και η φιλοσοφία, που δεν είναι και ό,τι ευκολότερα κατανοητό.
Το έργο, γραμμένο το 1992, τοποθετεί το θέμα του στο 2013 ως ένα είδος επιστημονικής φαντασίας. Τα όσα βέβαια γράφει για τους υπολογιστές, δεν μας εκπλήττουν πια. Υπάρχουν όμως και άλλα  στοιχεία που εξακολουθούν να ανήκουν στη σφαίρα του φανταστικού. (Ποιος ξέρει αν κάποια μέρα δεν υλοποιηθούν;)
Σ' ένα τέτοιο στοιχείο στηρίζεται όλο το μυθιστόρημα. Στο Λονδίνο, όπου έχουν αυξηθεί οι κατά συρροήν δολοφονίες, ένας νευρολόγος γιατρός έχει επινοήσει μια μέθοδο εξέτασης του εγκεφάλου, με την οποία ανιχνεύεται η προδιάθεση κάποιου άνδρα για δολοφονική δράση. Είναι η λεγόμενη μέθοδος Λομπρόζο. Όσοι βρεθούν ότι έχουν αυτή την τάση χαρακτηρίζονται ως "αρνητικοί" και υποβάλλονται σε ψυχοθεραπεία. Για να διαφυλαχτεί η ανωνυμία τους, το σύστημα τους δίνει ψευδώνυμα, ονόματα φιλοσόφων, λογοτεχνών, επιστημόνων κ.λπ. Για παράδειγμα Δαρβίνος, Βύρωνας, Σωκράτης, Καντ, Σπινόζα κ.λπ. Ένας από αυτούς με το ψευδώνυμο Βίνγκενσταϊν, αν και έχει χαρακτηριστεί και ο ίδιος ως αρνητικός, αναλαμβάνει να εμποδίσει μελλοντικά εγκλήματα, δολοφονώντας τους υπόλοιπους "αρνητικούς". Τους εντοπίζει αφού, διαθέτοντας εξαιρετική γνώση των υπολογιστών, χακάρει τους κωδικούς της αστυνομίας.
Στοιχείο του φανταστικού αποτελεί και η ποινή που έχει αντικαταστήσει τη θανατική. Δηλαδή οι ένοχοι καταδικάζονται όχι σε θάνατο, αλλά στο λεγόμενο "ποινικό κώμα". Με μια ένεση βυθίζονται σε κώμα για χρόνια ή και για πάντα. Αυτή η μέθοδος, εκτός του ότι στοιχίζει (!) πολύ λιγότερο από την καταδίκη σε ισόβια, παρέχει τη δυνατότητα επαναφοράς στη ζωή, αν κάποτε αποδειχτεί η αθωότητα αυτών που καταδικάστηκαν.
Τον εντοπισμό του Βίνγκενσταϊν αναλαμβάνει ως επικεφαλής των ερευνών η ωραία και ικανότατη ντετέκτιβ, Ιζαντόρα Τζέικ Τζέικοβιτς, η οποία όμως έχει να αντιμετωπίσει και τα δικά της ψυχολογικά προβλήματα, λόγω παιδικών ψυχικών τραυμάτων. Το μυθιστόρημα εξελίσσεται ως ένα κυνήγι, από το οποίο δεν λείπει η επικοινωνία μεταξύ κυνηγού και θηράματος. Η τριτοπρόσωπη γραφή χρησιμοποιείται στα κεφάλαια όπου περιγράφεται η πορεία της Τζέικ για την ανεύρεση του δολοφόνου, ενώ σε κεφάλαια με πρωτοπρόσωπη γραφή εκτίθενται σαν σε ημερολόγιο οι σκέψεις και η δράση του άγνωστου Βίνγκενσταϊν. Το τέλος προσλαμβάνει μια ασυνήθιστη συναισθηματική χροιά.
Εντυπωσιάζει πραγματικά ο Φίλιπ Κερ με τις γνώσεις του γύρω από φιλοσοφικά, λογοτεχνικά και άλλα θέματα, που ενσπείρει στο έργο σε τέτοιο βαθμό σαν να θέλει να μας εντυπωσιάσει με την υπερβολική παράθεση φιλοσοφικών αποφθεγμάτων, θεωριών, ασφαλώς και του Βίγκενσταϊν, ρήσεων  από λογοτεχνικά έργα, σε σημείο που η μεταφράστρια συχνά καταφεύγει σε υποσημειώσεις για να διευκολύνει τον αναγνώστη.
Απολαυστικό βιβλίο για όσους αναζητούν κάτι περισσότερο από ακόμα μια συνήθη αστυνομική ιστορία.

Τετάρτη, Μαρτίου 02, 2016

Τα τρία επίπεδα της ζωής

Τζούλιαν Μπαρνς
Τα τρία επίπεδα της ζωής
Μεταίχμιο, 2013 (Ψηφιακή έκδ. 2014)
Μετ. Θωμάς Σκάσσης
(ebook)
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Τζούλιαν Μπαρνς είναι ένας εξαίρετος συγγραφέας, από τους σημαντικότερους σήμερα της αγγλόφωνης λογοτεχνίας. Όμως το τελευταίο του βιβλίο πολύ με προβλημάτισε. Τονίζεται γενικά ότι είναι ένα βιβλίο γεννημένο από τη θλίψη του για τον θάνατο της γυναίκας του. Και είναι πράγματι, τουλάχιστον το τρίτο μέρος του βιβλίου, μια καταγραφή των συναισθημάτων της θλίψης, αλλά και πολλών άλλων σκέψεων και γεγονότων που συνοδεύουν την απώλεια συζύγου, προπάντων όταν το ζευγάρι έχει ζήσει μια μακρά, ευτυχισμένη, κοινή ζωή.
Δεν μπόρεσα όμως να καταλάβω τη σύνδεση αυτού του μέρους με τα δύο πρώτα μέρη που προηγήθηκαν. Το πρώτο, τιτλοφορούμενο "Το αμάρτημα του ύψους", ασχολείται με την ιστορία της αεροναυτικής, με τις πρώτες προσπάθειες του ανθρώπου να πετάξει με αερόστατο και με έναν πρωτοπόρο, τολμηρό αεροναύτη, τον Τουρνασσόν ή Ναντάρ και την προσπάθεια συνδυασμού του αερόστατου με τη φωτογράφιση από ψηλά. Το δεύτερο μέρος, με τίτλο "Στην επιφάνεια", έχει ως κεντρικό πρόσωπο τον Άγγλο Φρεντ Μπάρναμπι και τον έρωτά του με τη διάσημη ηθοποιό Σάρα Μπερνάρ. Και μόνο στο τρίτο μέρος, "Η απώλεια του βάθους", ασχολείται με τον θάνατο της γυναίκας του.
 Μια χαλαρή σύνδεση των τριών μερών επιχειρείται από τον συγγραφέα όταν γράφει: "Συνδυάζεις δυο ανθρώπους που δεν είχαν συνυπάρξει προηγουμένως. Κάποιες φορές το αποτέλεσμα μοιάζει με εκείνη την πρώτη απόπειρα του ανθρώπου να  προσδέσει ένα μπαλόνι με  υδρογόνο πάνω από ένα μπαλόνι αερόστατου με  θερμό αέρα. Τι προτιμάτε: να συντριβείτε και μετά να καείτε ή να καείτε και μετά να συντριβείτε; Άλλοτε όμως ο συνδυασμός λειτουργεί καλά και τότε δημιουργείται κάτι νέο και ο κόσμος αλλάζει. Έπειτα, κάποια στιγμή, αργά ή γρήγορα, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, ο ένας τους χάνεται. Κι αυτό που χάνεται είανι περισσότερο από το άθροισμα όσων υπήρχαν προηγουμένως. Κάτι τέτοιο μπορεί να μην ισχύει από μαθηματική άποψη, ισχύει όμως από συναισθηματική".
Ακόμα όμως κι έτσι, δηλαδή αν ισχύει ο παραλληλισμός του πετάγματος και της πτώσης από αερόστατο με τον μετεωρισμό και τη συντριβή της ένωσης δυο ανθρώπων, εξακολουθεί να μου είναι ακατανόητο γιατί θα έπρεπε να δοθεί τόση έκταση στα δυο πρώτα μέρη, αν σκεφτούμε ότι  αποτελούν το μισό περίπου βιβλίο.
Στο τρίτο μέρος έρχεται επιτέλους στο θέμα του, πώς βιώνει τον θάνατο της γυναίκας του. Έτσι, ίσως τα δυο πρώτα μέρη μπορούν να πάρουν τώρα και μια άλλη σημασία που δικαιολογεί ως ένα βαθμό τη χαλαρή σύνδεση (αν και εξακολουθώ να έχω τις επιφυλάξεις μου). Μου φαίνεται πως λειτουργούν ως ένα στοιχείο επιβράδυνσης. Σαν να δίσταζε, σαν να μην τολμούσε να αγγίξει αυτό που τον πονούσε κι όλο ανέβαλλε κι όλο εύρισκε υπεκφυγές. Τώρα όμως δεν μπορεί πια να αναβάλει άλλο. Τώρα θα μιλήσει για τη θλίψη του. Η σκέψη του πάει σε παραδείγματα άλλων ("καθένας πενθεί με τον τρόπο του", θα πει), στις λέξεις ή καταστάσεις που τον ενοχλούν, στη συμπεριφορά γνωστών απέναντί του, στο τι είναι αυτό που αισθάνεται να του λείπει πιο πολύ, στη διαφορετική αίσθηση του χρόνου...
Παρ' όλο ότι βρήκα το τρίτο αυτό μέρος σαφώς καλύτερο από τα δύο πρώτα (ίσως γιατί αυτό κυρίως ανέμενα ως θέμα του βιβλίου), εντούτοις σε σύγκριση με άλλα ανάλογης έμπνευσης βιβλία, το βρήκα πολύ "εγκεφαλικό". Δεν αφήνεται το συναίσθημα να εκφραστεί ελεύθερα. Ο συγγραφέας μοιάζει να λειτουργεί ως ένας εξωτερικός παρατηρητής του εαυτού του. Πόσο πιο κοντά στη βίωση της θλίψης είναι βιβλία σαν το σπαρακτικό "Όσο κρατάει ένας στεναγμός" της Ανν Φιλίπ (συζύγου του αξέχαστου Ζεράρ Φιλίπ), δυστυχώς εξαντλημένο. Ακόμα τα πιο πρόσφατα, το "Η χρονιά της μαγικής σκέψης" της Τζόαν Ντιντιόν, το "Ζήσαμε την ευτυχία" της Λίλι Τακ, το "Γράμμα στον Κωστή" της Ξένιας Καλογεροπούλου και πολλά άλλα.

Κυριακή, Φεβρουαρίου 21, 2016

Νόμος περί τέκνων

Γιαν ΜακΓιούαν
Νόμος περί τέκνων
Πατάκης, 2015
Μετ. Κατερίνα Σχινά

Γνωστός, βραβευμένος, αγαπημένος συγγραφέας για πολλούς βιβλιόφιλους, ο Γιαν ΜακΓιούαν μας χάρισε πρόσφατα ακόμα ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, το "Νόμος περί τέκνων", όπως μεταφράζεται το "Chlidren's act/1989" του Αγγλικού Δικαίου. Είναι ο νόμος που προνεί ότι κύριος σκοπός του, όταν αυτός αφορά ανήλικα παιδιά, είναι η ευημερία του παιδιού. Αυτόν τον νόμο καλείται να εφαρμόζει η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, η Φιόνα Μέι, ανώτερη δικαστικός του Οικογενειακού Δικαίου.
Στα πενηνταεννιά της χρόνια, ευσυνείδητη δικαστικός, επιτυχημένη επαγγελματικά, αφοσιωμένη στη δουλειά της, παντρεμένη μ' έναν εξίσου επιτυχημένο Καθηγητή Πανεπιστημίου, βρίσκεται καθημερινά αντιμέτωπη με περιπτώσεις που απαιτούν όλη την ενέργεια, όλη την ευθυκρισία και την αμεροληψία για την εφαρμογή του "Νόμου περί τέκνων". Έχει να αντιμετωπίσει τη διαμάχη για τη φύλαξη των παιδιών σε περιπτώσεις διαζυγίου, αλλά και πιο δύσκολες περιπτώσεις, στις οποίες αντιπαρατίθενται θρησκευτικές ή πολιτισμικές διαφορές διαπληκτιζομένων γονιών. 
Η περίπτωση που θα αποτελέσει το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι μια τέτοια περίπτωση και μάλιστα περίπτωση ζωής και θανάτου. Ένας νεαρός, ο Άνταμ Χένρι, πάσχει από λευχαιμία. Είναι απαραίτητη η μετάγγιση αίματος για να κρατηθεί στη ζωή, αλλά τόσο οι γονείς του όσο και ο ίδιος είναι Μάρτυρες του Ιεχωβά, των οποίων η θρησκεία  απαγορεύει τη μετάγγιση. Οι γιατροί προσφεύγουν στη δικαιοσύνη ζητώντας έγκριση για τη μετάγγιση, αφού ο νεαρός, αν και χρειάζεται μόνο τρεις μήνες για να κλείσει τα δεκαοκτώ, οπότε θα μπορεί ο ίδιος να αποφασίσει για τον εαυτό του, για τον νόμο είναι ακόμα ανήλικος. Η υπόθεση εξελίσσεται σε πραγματικό δικαστικό θρίλερ. Μετά την ακρόαση και πριν η δικαστής εκδώσει την ετυμηγορία της, αποφασίζει να επισκεφθεί τον νεαρό στο νοσοκομείο. Είναι μια επίσκεψη που θα αποβεί μοιραία τόσο για την απόφαση της δικαστού όσο και για την εξέλιξη της ιστορίας.
Παράλληλα με όσα συμβαίνουν στην επαγγελαμτική της ζωή, η Φιόνα έχει να αντιμετωπίσει και τα προσωπικά της προβλήματα. Ενώ μια καθυστερημένη μεταμέλεια για την εν μέρει εκούσια ατεκνία της την απασχολεί, ο γάμος της κινδυνεύει με διάλυση.
Έργο γεμάτο εσωτερικότητα. Όλα τα γεγονότα μας δίνονται μέσα από την εσωτερική, ψυχολογική διεργασία της ηρωίδας. Όχι μόνο τα πρόσωπα ή οι υποθέσεις τις οποίες χειρίζεται, αλλά και οι δρόμοι του Λονδίνου στους οποίους κινείται, η βροχή που τη συνοδεύει, η μουσική που ακούγεται (και ακούγεται πολλή μουσική), τα πάντα μας παρουσιάζονται μέσα από τη δική της ματιά. Αυτή η εσωτερικότητα είναι χαρακτηριστικό της γραφής του ΜακΓιούαν, ταυτόχρονα με ένα άλλο βασικό γνώρισμα της γραφής του: Τη λεπτομέρεια, τον προβληματισμό, τα ερωτηματικά που εγείρει. Κατορθώνει να δίνει τις λεπτότατες αποχρώσεις μιας κίνησης, μιας εικόνας, χωρίς να γίνεται φλύαρος ή ανιαρός. Να μας προκαλεί σκέψεις που γεννούν μέσα μας  ερωτηματικά χωρίς να γίνεται βαρύς ή δυσνόητος. Είναι τέτοια η τεχνική του που, ενώ 40-50 σελίδες πριν το τέλος αρχίζεις να το μαντεύεις, εντούτοις το ενδιαφέρον δεν μειώνεται ούτε κατ' ελάχιστον ως την τελευταία σελίδα. Εν ολίγοις ο ΜακΓιούαν  αποδεικνύεται για ακόμα μια φορά μαέστρος της γραφής.

Σημ. Αναρτήσεις για άλλα βιβλία του στο Σάββατο, Στην ακτή, Χαμένο παιδί

Τρίτη, Φεβρουαρίου 16, 2016

Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Αν ήξερα αλλιώς να σ' αγαπώ
Ψυχογιός, 2016

Αν ακούσεις κάτι αργά τη νύχτα
κάποια φασαρία, κάποιον καβγά
σε παρακαλώ μη με ρωτήσεις τι ήταν
σε παρακαλώ μη με ρωτήσεις τι ήταν

Αυτοί οι στίχοι από το τραγούδι "Λούκα" της Αμερικανίδας τραγουδίστριας Σούζαν Βέγκα, που τους συναντάμε στη μέση περίπου του βιβλίου, θα ταίριαζαν, νομίζω, για μότο του μυθιστορήματος. Ενός μυθιστορήματος πλούσιου σε νοήματα, μηνύματα, εικόνες της πανέμορφης ελληνικής φύσης, πλημμυρισμένου από τα νιάτα και τα όνειρά τους, από τη φιλία, την αγάπη, τους οικογενειακούς δεσμούς, θλίψεις και χαρές, θανάτους και γεννήσεις, περιπέτειες και ανατροπές. Ενός μυθιστορήματος ώριμης γραφής, όπου η φαντασία στέρεα ακουμπά στην πραγματικότητα.
Το βιβλίο αρχίζει με μια ανώνυμη, για την ώρα, γυναίκα να οδηγείται στη φυλακή. Δεν ξέρουμε ποια είναι ούτε και γιατί οδηγείται εκεί. Όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας στο εισαγωγικό της σημείωμα, βρισκόμαστε στο 2006-2007. Στο αμέσως επόμενο κεφάλαιο μεταφερόμαστε λίγα χρόνια πίσω, σ' ένα ολόχαρο, φωτεινό σκηνικό, σ' ένα ελληνικό καλοκαίρι, σ' ένα ευτυχισμένο σπιτικό, μια χαρούμενη, νεανική συντροφιά. Βρισκόμααστε στον Βόλο, στο ωραίο, πλούσιο, φιλόξενο σπίτι της οικογένειας Θεοδωρίδη, ιδιοκτήτριας μιας ακμάζουσας επιχείρησης και εργοστασίων λαδιού και των προϊόντων του. Αυτή η εναλλαγή μεταξύ των κεφαλαίων στη φυλακή και της ξένοιαστης ζωής, άλλοτε μέσα στην όμορφη φύση του Βόλου και των ελληνικών νησιών, άλλοτε στην πορεία ζωής της ηρωίδας και των φίλων της, κάποτε ακόμα, σε μια αναδρομή, και στον ξεριζωμό του ελληνισμού από τη Μ. Ασία και την προσφυγιά, κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.
Μοναδική κληρονόμος της επιχείρησης και της εταιρείας είναι μια νέα κοπέλα, η Γιολάντα, που ο πατέρας και ο παππούς της ήλπιζαν πως θα συνέχιζε την οικογενειακή παράδοση στη διαχείριση της μεγάλης περιουσίας. Η Γιολάντα όμως έχει άλλη κλίση κι άλλα όνειρα. Η αγάπη της για τη μουσική και τον χορό θα την οδηγήσει στις σχετικές σπουδές στο Λονδίνο, και το άνοιγμα μιας Σχολής στην Αθήνα θα είναι η πραγματοποίηση του ονείρου της.
Όμως στο μεταξύ ο έρωτας έχει κάνει την εμφάνισή του στο πρόσωπο ενός νέου, του Νίκου Αστεριάδη, που μπαίνει ξαφνικά σαν σίφουνας στη ζωή της. Είναι άραγε μια σωστή επιλογή; Τα σημάδια των αντενδείξεων είναι εκεί, οι φίλες, και ειδικά ο παιδικός φίλος της Γιολάντας, ο Στέφανος, τα βλέπουν. Έρχονται στιγμές που και η ίδια έχει αμφιβολίες, όμως ο έρωτας είναι πάνω απ' όλα αυτά. Γιολάντα και Νίκος παντρεύονται, αποκτούν ένα παιδί. Ο Νίκος κατορθώνει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του πενθερού του και  διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εταιρεία. Και τότε ο πραγματικός, μέχρι να πετύχει τον σκοπό του εαυτός του, αποκαλύπτεται. Η λεκτική και βαθμηδόν η ψυχολογική και σωματική βία κάνει την εμφάνισή της. Κι όμως, όπως συνήθως συμβαίνει σε ανάλογες περιπτώσεις, το θύμα σιωπά. Χάνει την αυτοεκτίμηση, τον αυτοσεβασμό, ντρέπεται κι έρχονται στιγμές που ο θύτης κάνει το θύμα να πιστεύει πως το ίδιο φταίει για την κακοποίησή του. Ώσπου τελικά μια συγκλονιστική, δραματική εξέλιξη θα  οδηγήσει τα πράγματα σ' ένα καθαρτικό τέλος.
"Είμαι σίγουρη πως σ' αυτό το μυθιστόρημα πολλές γυναίκες θα βρουν κάτι που αγγίζει και τη δική τους ζωή. Εύχομαι μόνο να βρουν τη δύναμη να ελευθερώσουν το πνεύμα και την ψυχή τους", λέει η συγγραφέας. Κι έχει απόλυτο δίκαιο.

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 08, 2016

Βερονάλ

Τάκης Θεοδωρόπουλος
Βερονάλ
Μεταίχμιο, 2015
(ebook)
Αν και πέθανε πριν εγώ γεννηθώ, πολλά είναι τα αόρατα νήματα που νιώθω να με συνδέουν με τον Ιωάννη Συκουτρή, τον διακεκριμένο φιλόλογο που αυτοκτόνησε το 1937, σε ηλικία μόλις 36 χρονών. Τον φαντάζομαι ως υφηγητή να περπατά στους πανεπιστημιακούς διαδρόμους της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τους ίδιους που κι εγώ περπάτησα χρόνια αργότερα. Τον σκέφτομαι να έχει ανάμεσα στους φοιτητές του τον Ν. Τωμαδάκη, που υπήρξε της δικής μου γενιάς καθηγητής (φοβερός και τρομερός!). Τον βλέπω να διδάσκει σ' ένα σχολείο της Κύπρου (1922-1924), τον ακούω να μεταφράζει το "Συμπόσιο" του Πλάτωνα ( έργο που υπήρξε ίσως και αφορμή, ή ένας από τους λόγους της αυτοκτονίας του) κι είναι σαν ν' ακούω την ανεπανάληπτη διδασκαλία του Θεοδωρακόπουλου των φοιτητικών μου χρόνων.
Γι' αυτό, αλλά και για τον προβληματισμό που μου δημιουργεί πάντα η αυτοκτονία, έσπευσα να διαβάσω το "Βερονάλ" του Τάκη Θεοδωρόπουλου, ένα ακόμα κείμενο κοντά σε πολλά άλλα που γράφτηκαν για τον Συκουτρή. "Στόχος του παρόντος αφηγήματος", γράφει ο Θεοδωρόπουλος, "δεν είναι η αποτίμηση του φιλολογικού έργου του πρωταγωνιστή του. Άλλοι, αρμοδιότεροι εμού το έχουν κρίνει επαρκώς. Στόχος είναι η περιγραφή μιας προσωπικότητας η οποία ανέδειξε σε υπαρξιακή περιπέτεια το πνευματικό δράμα του νέου ελληνισμού, τους δεσμούς του με τον κλασικό πολιτισμό σε όλα τα επίπεδα, δράμα το οποίο αποτέλεσε και τον κεντρικό πυρήνα των δεσμών του με το ευρωπαϊκό πνεύμα. Στόχος είναι η καταγραφή των εσωτερικών του αντιφάσεων, οι προσπάθειές του να ισορροπήσει ανάμεσα στην επιθυμία του να διαπρέψει ως επιστήμονας για να βρει την αξιοπρέπεια που του στερούσε η βιολογική του ζωή, και την επιθυμία του να υπερβεί τα όρια της επιστημονικής του δραστηριότητας-να βγει από τον περίκλειστο χώρο του φιλολογικού εργαστηρίου για να μεταμορφωθεί σε ρήτορα, αναμορφωτή της πνευματικής ζωής, άγγελο της νέας αναγέννησης".
Ούτε ακόμα, θα πρόσθετα, είναι βιογραφία το έργο αυτό, αν και στοιχεία της ζωής του δίνονται βέβαια. Γεννημένος στη Σμύρνη, παιδί μιας πολυμελούς, φτωχής οικογένειας, πρόσφυγας στην Αθήνα, παθιασμένος με τη μελέτη ήδη από την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης στην οποία είχε φοιτήσει, με φιλολογικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και μετεκπαίδευση στη Γερμανία, έφερνε ένα καινούριο πνεύμα στην πανεπιστημιακή κοινότητα, η οποία "διαθέτει συνοριοφύλακες που επιβάλλουν φόρους και δασμούς σε όσους προσπαθούν να περάσουν στα εδάφη της".
Του αρνούνται τη θέση του καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, παρ' όλα τα προσόντα, την αγάπη και την αποδοχή που απολαμβάνει από τους φοιτητές του, τις δημοσιεύσεις, το πλήθος που γεμίζει τις αίθουσες όταν δίνει διαλέξεις. Αλλά η σφοδρότερη δίωξη που του ασκείται είναι για την εισαγωγή του στη μετάφραση του "Συμποσίου", έργο που του ανέθεσε η Ακαδημία Αθηνών. Συντεχνίες κουλουροπωλών, φθαρτοπωλών, θρησκευτικές οργανώσεις αλλά και ομότεχνοι ξεσηκώθηκαν διαμαρτυρόμενοι ότι με τον πρόλογό του στο "Συμπόσιο" προάγει την ομοφυλοφιλία και ειδικά την παιδεραστία.
Την 21η Σεπτεμβρίου 1937 ο Συκουτρής φτάνει στην Κόρινθο. Με κάθε λεπτομέρεια ο Θεοδωρόπουλος καταγράφει τις κινήσεις του την τελευταία αυτή μέρα της ζωής του. Ο Συκουτρής ανεβαίνει στον Ακροκόρινθο. Γράφει δυο σημειώματα. Στο ένα αναφέρεται στα έργα που δεν μπόρεσε να τελειώσει, στο άλλο δίνει οδηγίες σ' ένα φίλο του για πρακτικά ζητήματα. Κι ανάμεσα στο κείμενο προβάλλει η φράση: "ο έρως του θανάτου είναι ισχυρότερος από κάθε έρωτα: έρωτα ανθρώπων, έρωτα παιδείας, έρωτα γης και φωτός". Την επομένη βρίσκεται νεκρός στο δωμάτιο του ξενοδοχείου, στο οποίο είχε καταλύσει. Πλάι του ένα άδειο μπουκαλάκι του βαρβιτουρικού σκευάσματος Βερονάλ (εξού και ο τίτλος του βιβλίου), που συνήθιζε να παίρνει για να αντιμετωπίζει τις βασανιστικές του αϋπνίες.
Σ' ένα τελευταίο κεφάλαιο ο συγγραφέας προσπαθεί να ανιχνεύσει τις αιτίες της αυτοκτονίας του Συκουτρή. Όμως, όσες υποθέσεις κι αν έχουν διατυπωθεί "δεν μπορούν", λέει ο Θεοδωρόπουλος, "να ερμηνεύσουν τον "έρωτα θανάτου", με τον οποίο ο ίδιος κλείνει το τελευταίο κείμενο της ζωής του".
Η αυτοκτονία ήταν και εξακολουθεί να είναι (εκτός βεβαίως των παθολογικών περιπτώσεων) ένα μεγάλο φιλοσοφικό πρόβλημα.
Σημ. Με το θέμα της αυτοκτονίας ασχολείται και ο Πέτρος Χαρτοκόλλης στο βιβλίο του "Ιδανικοί αυτόχειρες" (Εστία, 2003), στο οποίο εξετάζονται οι αυτοκτονίες πέντε νεοελλήνων λογοτεχνών. Ανάμεσά τους βέβαια και ο Συκουτρής.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 02, 2016

Η αγάπη είναι δύναμη

Ρένα Πετροπούλου-Κουντούρη
Η αγάπη είναι δύναμη
(2ο βιβλίο της τριλογίας "Η Μάχρια της λήθης")
Λιβάνης, 2015
Όσοι είχαν διαβάσει και απολαύσει τη "Μάχρια της λήθης", το πρώτο βιβλίο της τριλογίας της Ρένας Πετροπούλου, σίγουρα θα θελήσουν να δουν τη συνέχεια της ιστορίας και της τύχης της ηρωίδας και των άλλων προσώπων.
Τα ιστορικά μυθιστορήματα μπορούν αδρομερώς να καταταγούν σε δυο κατηγορίες. Είναι εκείνα που έχουν ως βασικούς χαρακτήρες ιστορικά πρόσωπα (τον Μ. Αλέξανδρο, τον Μ. Ναπολέοντα, τον Χίτλερ, έναν λογοτέχνη, εφευρέτη κ.λπ.) και εκείνα που ενώ τα πρόσωπα, οι ήρωες είναι φανταστικά, τοποθετούνται σε ένα παρελθόντα χρόνο, η ατμόσφαιρα του οποίου περιγράφεται με ακρίβεια και φυσικότητα. Με αυτή τη δεύτερη έννοια τα δυο μυθιστορήματα της Πετροπούλου θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως ιστορικά.
Το έργο άρχισε το 1867, όταν γεννήθηκε η Μάχρια, η βασική ηρωίδα, και διάρκεσε περίπου ως το 1889. Η χρονική διάρκεια του δευτέρου μέρους είναι το 1889-1893. Η εποχή, το τέλος του 19ου αι., αναπαριστάται με αληθοφάνεια, ρεαλισμό, ζωντάνια. Η περιγραφή, για παράδειγμα, του περίφημου τρένου Οριάντ Εξπρές, ή της ατμόσφαορας σε μια διάλεξη του Φρόιντ στη Βιένη, ή ενός μοναστηριού στη Σαρδηνία, ή μιας αγοράς στην Ιαπωνία είναι τόσο πειστικές που ο αναγνώστης να νομίζει ότι ζει εκεί και τότε.
Όμως η ιστορική πλευρά του μυθιστορήματος δεν είναι η μόνη. Η φαντασία έχει κι αυτή τον ρόλο της. Η Μάχρια, όπως και τα υπόλοιπα πρόσωπα του έργου, είναι φανταστικά. Η Μάχρια είναι  μια εξαίρεση στον κανόνα της εποχής της. Τον κανόνα που ήθελε τη γυναίκα αμόρφωτη, καταπιεσμένη, εξαρτημένη από τον άντρα. Η Μάχρια ξεφεύγει απ' αυτόν τον κανόνα. Έχει μορφωθεί, έχει δραπετεύσει από το χαρέμι του σουλτάνου (στο πρώτο βιβλίο) και τώρα, το 1889, τη συναντάμε στη Μασσαλία με τους θετούς γονείς της και τον αγαπημένο της Ζακ, που την είχε βοηθήσει να δραπετεύσει. Όμως η συνέχεια δεν ήταν όσο ρόδινη τη φαντάστηκε με τον αγαπημένο της. Μια ξέφρενη ελευθερία στο Παρίσι, όπιο και ναρκωτικά την οδηγούν κάποια στιγμή, με τη στοργική φροντίδα των γονιών της και του Φρανσουά, αδελφικού φίλου του Ζακ, σε μια ειδική για αποτοξίνωση κλινική στην Αυστρία. Ο Ζακ, για άλλους λόγους, οδεύει προς την Αίγυπτο, όπου όμως δεν θα φτάσει ποτέ.
Δεν θα ήθελα να αποκαλύψω περισσότερα ούτε για τον Ζακ ούτε για τη Μάχρια, γιατί θα χανόταν το ενδιαφέρον που τα απρόοπτα και οι ανατροπές δημιουργούν για τον αναγνώστη. Σημειώνω μόνο πως η δράση απλώνεται από τη Μασσαλία ως τη Σαρδηνία, την Αυστρία και την Ιαπωνία. Η συγγραφέας κατορθώνει όχι μόνο να δώσει πειστικότατη περιγραφή χώρου και χρόνου, αλλά και να στήσει ολοζώντανους χαρακτήρες. Συναντάμε γεννήσεις και θανάτους, προκαταλήψεις αλλά και καινοτόμες ιδέες, τη δύναμη της φιλίας, της αγάπης (όπως και ο τίτλος δηλώνει), αλλά και τον θρησκευτικό φανατισμό και το μίσος που μας θυμίζει ανάλογες ιδέες της εποχής μας.
Η τεχνική της Πετροπούλου εξακολουθεί να είναι η ίδια με του πρώτου βιβλίου. Δηλαδή τα διάφορα πρόσωπα του έργου μιλούν εναλλάξ σε πρωτοπρόσωπη γραφή. Σε ελάχιστα μόνο κεφάλαια, δηλωμένα με κυρτά γράμματα, υπάρχει η παρέμβαση του παντογνώστη-αφηγητή.
Η ιστορία δεν τελειώνει βέβαια ακόμη. Το τέλος του δευτέρου μέρους της τριλογίας μας προϊδεάζει για τη συνέχεια. Η Κρήτη, πατρίδα της Μάχρια αλλά και της συγγραφέως, φαίνεται να είναι ο επόμενος σταθμός του έργου.

Υ.Γ. Ευχαριστώ τη συγγραφέα που αποδέχτηκε την εισήγησή μου και παραθέτει στην αρχή του βιβλίου κατάλογο των προσώπων του έργου και την ιδιότητα του καθενός, πράγμα που διευκολύνει πολύ τον αναγνώστη.

Τρίτη, Ιανουαρίου 26, 2016

τα Γράμματα στη Μητέρα του Κώστα Μόντη

Άντης Ροδίτης
τα Γράμματα στη Μητέρα του Κώστα Μόντη
(Ποίηση και Ιστορία)
Αρμός, 2015

Γιατί μας δυσκολεύεις κύριε Ροδίτη;
Γιατί ανασκαλεύεις
"πόνους παλιούς που μέσα μας κοιμούνται";
Γιατί ανατρέπεις;
Τι σου φταίξαμε;
Είσαι απαράδεχτος
Επιεικώς απαράδεχτος!

Διάβασα χωρίς διακοπή σε μια πρώτη ανάγνωση το βιβλίο του Άντη Ροδίτη "τα Γράμματα στη Μητέρα του Κώστα Μόντη". Κι ύστερα το ξανάρχισα έχοντας πλάι μου και συχνά ανατρέχοντας και ξαναδιαβάζοντας τα ίδια τα "Γράμματα". Τα είχα διαβάσει πολλές φορές στο παρελθόν, είχα γράψει γι' αυτά, είχα διδάξει κάποιο απόσπασμα. Όμως η καινούρια ματιά με την οποία τα βλέπει ο Ροδίτης, η ανάλυσή τους σε συνδυασμό με τα ιστορικά γεγονότα που στάθηκαν η αφορμή για τη δημιουργία τους, αποτελεί μια σπουδή στα "Γράμματα" που ως τώρα δεν έχει παρουσιαστεί στο εύρος και στο βάθος που μας δίνει ο Ροδίτης.
Ένας άλλος μας ποιητής, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, διατύπωσε σε ομιλία του για τον Μόντη το 1984 την εξής άποψη, άποψη που ο Ροδίτης παραθέτει και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του: "Θ' άξιζε αλήθεια να μπει κανένας στον πειρασμό να προσπαθήσει να κάνει μια ανάλυση αυτών των στίχων και μια αντιπαραβολή με συγκεκριμένες ιστορικές καταστάσεις". Στηριγμένος σ' αυτή την εισήγηση ο Άντης Ροδίτης, αλλά και στο ότι 31 χρόνια μετά (τη δήλωση Χαραλαμπίδη) και 43 από την κυκλοφορία του "Δευτέρου Γράμματος" (1972) "ούτε ο Χαραλαμπίδης, ούτε άλλος απ' όσο ξέρω, δεν υπέκυψε στον πειρασμό ή δεν τον αντιμετώπισε ευθέως δοκιμάζοντας μια εκτεταμένη ανάλυση έστω ενός από τα δύο πρώτα Γράμματα, αφού όλα μαζί κρίνονταν "φρονίμως" (όσες φορές "κρίθηκαν") σχεδόν πάντα εν συντομία και αποσπασματικά", επιχειρεί ο ίδιος την ανάλυση αυτή.
Πώς τώρα εγώ μπορώ να παρουσιάσω ένα βιβλίο που αναλύει ένα μεγαλόπνοο έργο, μια μελέτη που στηρίζεται σε ευρύτατη γνώση πηγών, που οι παραπομπές του περιλαμβάνουν λογοτεχνικά περιοδικά, Ιστορία της Λογοτεχνίας και μελέτες, τον Έλιοτ και τον Έγκελς, Θουκυδίδη και Πλάτωνα και Αριστοτέλη, Σεφέρη και Ναζιανζηνό, έγγραφα του Φόρειν Όφις και τα Άπαντα του Μακαρίου, Καβάφη και ΝΑΤΟ και πλήθος άλλα; Μια πολύ αδρομερή σκιαγράφηση μπορώ να κάνω, όχι παρουσίαση, όλα τα άλλα αφήνονται στον αναγνώστη του βιβλίου.
Από την αρχή ήδη δηλώνεται η συγγένεια των "Γραμμάτων" με την "Ερημη Χώρα" του Έλιοτ, συγγένεια  που πρώτος επεσήμανε ο Αντρέας Χριστοφίδης, χαρακτηρίζοντας ως "ερημιά" και "κρανίου τόπο" το μέρος από όπου ξεκινά ο  Μόντης να γράψει (Δεύτερο Γράμμα), αλλά, κατά τον Ροδίτη, ο Χριστοφίδης δεν τόλμησε να προχωρήσει "στα ενδότερα της θύρας που άνοιξε". Το τολμά τώρα ο ίδιος και η απήχηση της "Έρημης Χώρας" ακούγεται σαν ηχητικό υπόστρωμα σ' όλη τη μελέτη.
Μεταξύ ενός Εισαγωγικού κεφαλαίου και ενός Υστερογράφου μεσολαβούν έντεκα κεφάλαια ανάλυσης των "Γραμμάτων". Τα τέσσερα πρώτα, Η πληγή είναι η ελπίδα, Έρημη Χώρα-Κρανίου Τόπος, Από την έπαρση στον κυφωνισμό, Μήτε ζωντανοί μήτε πεθαμένοι, αφορούν στο "Πρώτο Γράμμα" (1965) καθώς και σε γενικότερα θέματα της ποίησης του Μόντη. Ένα σύντομο τελευταίο κεφάλαιο, "Πέρα από την απελπισία", αναφέρεται στο "Τρίτο Γράμμα" (1980), "που δεν είναι εξίσου με το "Δεύτερο" σπουδαίο ποίημα". Ένα κεφάλαιο, "Η ουρά που ήθελε να κουνά τον σκύλο", έχει καθαρά ιστορικό-πολιτικό περιεχόμενο, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου και σημαντικότερο, πιστεύω, είναι η ανάλυση του "Δεύτερου Γράμματος" (1972). Της ταραγμένης εποχής που μεσολάβησε από το 1965 του "Πρώτου" ως το 1980 του "Δεύτερου" Γράμματος, των χρόνων που ο Ονήσιλος έστελλε τις μέλισσές του να μας ξυπνήσουν, κατά έναν άλλο μέγιστο ποιητή μας, αλλά που "όλες ψοφήσανε πάνω στο παχύ μας δέρμα". Πίσω από τους στίχους ο σπαραγμός, η κρυπτική, λόγω των σκοτεινών καιρών και της αντιπνευματικότητας, ποιητική διατύπωση, η ενόραση και η προφητική σχεδόν δύναμη του ποιητικού λόγου:
...σαν την ανεξήγητη, λέω, βουνοσειρά της Κερύνιας
που σήμερα είναι κι αύριο δεν είναι,
που σήμερα είναι κι αύριο δεν ξέρουν, δεν άκουσαν,
που σήμερα έχει όνομα
κι αύριο δεν έχει... 
Ασφαλώς  πάντα  στην ποιητική ερμηνεία υπόκειται ένα μέρος τουλάχιστον υποκειμενικού στοιχείου. Ο Άντης Ροδίτης καταθέτει (αν δεχτούμε ότι δεν τεκμηριώνει) την άποψή του. Εναπόκειται σ' άλλους μελετητές, ειδικά μάλιστα τους ονομαστικά αναφερόμενους, να ανασκευάσουν, να αντιτείνουν, να εκφέρουν τον δικό τους λόγο. Ας μην ξεχνούν όμως πως πέρα από τους κρυπτικούς στίχους υπάρχουν και οι διαυγέστατοι στίχοι που δεν επιδέχονται καμιά διφορούμενη ερμηνεία και που ο Άντης Ροδίτης επικαλείται, μαζί βέβαια και με πολλούς άλλους στίχους από την ποίηση του Μόντη:
Και τι θα γίνει τώρα,
θα σχίσουμε τα παλιά μας τετράδια
που  'ταν γεμάτα χρωματιστή "Ένωση",
θα σχίσουμε τα παλιά μας σχολικά τετράδια
που 'ταν γεμάτα "Ένωση" διακοσμημένη με γιασεμιά και λεμονανθούς και μαργαρίτες
θα σχίσουμε τα παλιά αναγνωστικά των παιδιών μας
με τις Ελληνικές σημαίες,
θα πετάξουμε τ' αγαπημένο αναμνηστικό σκουφί του Γυμνασίου
με την "Ένωση" στο γείσο,
θα πετάξουμε τον χάρακά τους
και τη τσάντα και τη μπάλα και το ποδήλατο
που 'γραφαν "Ένωση";
Αλήθεια, πέστε μου, τι θα γίνει τώρα;
 (Κύπρος εν Αυλίδι, 1976)

Παρασκευή, Ιανουαρίου 15, 2016

Ταξίδι μέλιτος

Μίμης Ανδρουλάκης
Ταξίδι μέλιτος
Πατάκης, 2015
(ebook)
"Παρασκήνια της Ιστορίας", "Ο Βενιζέλος ως πολιτικός και ως άνθρωπος", "Σελίδες της ελληνικής Ιστορίας", "Το γύρισμα της τύχης" και πολλοί άλλοι τίτλοι θα μπορούσαν να δοθούν στο καταπληκτικό αυτό συγγραφικό επίτευγμα του Μίμη Ανδρουλάκη. "Ιστορικό μυθιστόρημα" το χαρακτηρίζει ο συγγραφέας του, αλλά νομίζω το βάρος πέφτει μάλλον στον επιθετικό προσδιορισμό παρά στο ουσιαστικό. Είναι πιο πολύ Ιστορία, πιστεύω, παρά μυθιστόρημα. Κανένα γεγονός από όσα αναφέρονται δεν είναι φανταστικό, τεκμηριώνονται όλα από ντοκουμέντα και πηγές. Μυθιστορηματικά στοιχεία θα μπορούσαμε ίσως να εντοπίσουμε στους διαλόγους, που δεν  ξέρουμε αν όντως έτσι έγιναν ή στις ενδιάθετες σκέψεις του Βενιζέλου. Εντούτοις τόσο οι διάλογοι όσο και οι σκέψεις απηχούν βεβαιωμένα γεγονότα.
Βρισκόμαστε στον Οκτώβριο του 1921. Ένα χρόνο περίπου πριν, την 1η Νοεμβρίου του 1920, ο μεγάλος πολιτικός, αυτός που διπλασίασε την Ελλάδα, χάνει τις εκλογές, δεν εκλέγεται καν βουλευτής. Τώρα, αφού έχει παντρευτεί (σε δεύτερο γάμο) την Έλενα Σκυλίτση, Αγγλοχιώτισσα από πλούσια οικογένεια, ξεκινάνε μαζί ένα "ταξίδι μέλιτος" που θα κρατήσει εφτά μήνες. Το υπερωκεάνιο Aquitania αποπλέει στις 15 Οκτωβρίου από το λιμάνι του Σαουθάμπτον και κατευθύνεται προς τη Ν. Υόρκη. Από εκεί το ζεύγος θα μεταβεί στο Σικάγο, στην Καλιφόρνια και το Χόλιγουντ, στο Μαϊάμι, στην Κούβα και στο Περού. Ένα ταξίδι πλούσιο σε εμπειρίες, αλλά κι ένα ταξίδι που το συνοδεύουν τόσο οι αναμνήσεις του πρόσφατου παρελθόντος όσο και η μεταπήδηση του συγγραφέα στο μέλλον και οι αναφορές στα μέλλοντικά γεγονότα.
Δεκάδες πρόσωπα παρελαύνουν στο βιβλίο, πρόσωπα του στενού περιβάλλοντος του Βενιζέλου, οι γυναίκες που αγάπησε, άλλες με τις οποίες συνδέθηκε, πολιτικοί, διπλωμάτες, λογοτέχνες, ξένοι και Έλληνες. Λόιντ Τζορτζ, λόρδος Κίτσενερ, Μπαζίλ Ζαχάρωφ, Πηνελόπη Δέλτα, Ίων Δραγούμης, Βιρτζίνια Γουλφ, Καβάφης, Καζαντζάκης, Προυστ, Άννα ντε Νοάιγ, Μαρία Βοναπάρτη, λαίδη Κρόσφιλντ, βασιλιάδες και πρίγκηπες, πλήθος αρίφνητο. Συναντήσεις, διασκέψεις, από την τραπεζαρία του Aqouitania στη διάσκεψη του Παρισιού, από την εκλογική ήττα του '20 στη δολοφονική απόπειρα στο σταθμό της Λυόν, από το ανέβασμα στο Μάτσου Πίτσου στο αποτυχημένο κίνημα του '35. Μια συνάντηση με αντιπροσωπεία Κυπρίων όταν ο Βενιζέλος βρισκόταν στη Ν. Υόρκη έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σημασία για μας. Πυκνό σε πρόσωπα και γεγονότα που είναι αδύνατο να συγκρατήσει κανείς, το μυθιστόρημα απαιτεί αργό διάβασμα, σκέψη και περισυλλογή.
Σίγουρα όμως στη σκέψη του αναγνώστη μένουν αυτά που σαν μουσικό χαλί διατρέχουν το βιβλίο: Η Κρήτη και ο Θουκυδίδης. Η Κρήτη  παρούσα κάθε στιγμή. Με τις μαντινάδες της, τα φαγητά και τα έθιμά της, τις Μαδάρες, τον Θέρισο και τη Χαλέπα, η Κρήτη από την οποία ο Βενιζέλος ξεκίνησε και η Κρήτη στην οποία κατέληξε το σεπτό του σκήνωμα. Και ο Θουκυδίδης. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τον Βενιζέλο να μεταφράζει τον Θουκυδίδη ακόμη και στο ταξίδι του μέλιτος. Ο Θουκυδίδης διαποτίζει τη σκέψη του, επανέρχεται διαρκώς στις συζητήσεις του. Ειδικά οι Μήλιοι και η καταδικασμένη τους αντίσταση στους Αθηναίους και προπάντων η Σικελική εκστρατεία, ο Αλκιβιάδης, γεγονότα με τα οποία βρίσκει συσχετισμούς και παραλληλισμούς με τη Μικρασιατική εκστρατεία. Είναι κάποιες σκηνές που χαράσσονται ανεξίτηλα στη σκέψη του αναγνώστη. Παρ' όλο που στις παρουσιάσεις αυτές αποφεύγω τα μακροσκελή αποσπάσματα, θα ήθελα να διασώσω εδώ μια εξαιρετική εικόνα.
Ο Ιγνάτιος Παντερέφσκι, συνθέτης και πιανίστας, πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας στη Διάσκεψη του Παρισιού, φιλοξενεί το ζεύγος Βενιζέλου στο ράντσο του στην Καλιφόρνια, το "El paso de Robles", "Το πέρασμα με τις βελανιδιές". "Εκείνο το βράδυ ήταν διαφορετικό. Όταν το λυκόφως έβαφε τις κουρτίνες και τους τοίχους του σαλονιού στο χρώμα του κρασιού κι ένα απαλό υγρό αεράκι έφτανε από τον Ειρηνικό, ο Παντερέφσκι αιφνιδίασε τον Βενιζέλο. [...] "Μεσιέ Βενιζέλος, μίλησέ μας για τον Αλκιβιάδη και το μεγάλο του σχέδιο: τη Σικελική εκστρατεία που σε βασανίζει". 
Ο Βενιζέλος σαν να δίσταζε να μιλήσει για κείνον που σημάδεψε τον 5ο αιώνα-ύστερα πήρε μπροστά με κοφτές φράσεις σαν τίτλους και υπότιτλους μιας μουσικής ακολουθίας.
"Το κάλλος του. Η σαγήνη. Το αγαπημένο παιδί της Αθήνας. Η Υψηλή καταγωγή κι ο πλούτος. Η πνευματική υπεροχή. Οι πρωτιές σε όλα. Από τον Περικλή στον Σωκράτη. Η καρδιά του να χοροπηδά στον λόγο του φιλοσόφου..."
 Ο Παντερέφσκι αυτοσχεδιάζει με  δικά του και τρυφερά μοτίβα από τον Μότσαρτ, τον Σοπέν, τον Λιστ, τον Τσαϊκόφσκι, κι ύστερα η μελωδία αλλάζει, παίρνει ένα άρωμα διαστροφής και αποπλάνησης.
"Άσωτος, ακόλαστος, θρασύς, ερωτομανής με άνδρες και γυναίκες. Στην Άβυδο παντρεύονται με τον θείο του την ίδια γυναίκα, κανείς να μην ξέρει τίνος είναι το παιδί. Οι γυναίκες της Αβύδου. Εξόριστος στη Σπάρτη κάνει παιδί με τη σύζυγο του βασιλιά που τον φιλοξενεί. "Το παιδί του Αθηναίου Αλκιβιάδη βασιλιάς της Σπάρτης!" η φαντασίωσή του".
Το μοτίβο εναλλάσσεται γρήγορα.
"Διπλό παιχνίδι, παντού και πάντοτε.
"Ο πολιτικός του θρίαμβος. Η τρομερή επιθυμία του Αθηναϊκού λαού για περιπέτεια. Ο ηττημένος Νικίας ηγείται σε μια εκστρατεία που δεν πιστεύει. Τα πλοία σαλπάρουν από το Φάληρο για τις Συρακούσες". 
Εναλλαγές από τον Μπετόβεν, την "Ουγγρική ραψωδία" του Λιστ και τη δική του συμφωνική σύνθεση  "Polonia" κι ύστερα ένας αυτοσχεδιασμός, μια άστατη χαοτική μελωδία.
"Το ευμετάβλητο του ευκολόπιστου πλήθους. Η καταδίκη του σε θάνατο. Ο εξοστρακισμός. Οι μεταστροφές, η αλλαγή στρατοπέδου. Το άρωμα της προδοσίας. Η συντριβή του εκστρατευτικού σώματος. Το όνειρο της Σικελίας ρημαδιό. Η κατάρρευση του ήρωα. Το τραγικό τέλος της Σικελικής εκστρατείας. Η συντριβή των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς. Το τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Ο θάνατος του Αλκιβιάδη, η πτώση της Αθήνας".
[...] Ο Βενιζέλος δεν  μπόρεσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Εκείνη τη νύχτα στο σκοτάδι, ανάμεσα στο Λος Άντζελες και το Σαν Φρανσίσκο, είδε πρώτη φορά τόσο καθαρά τον εαυτό του, τη διαδρομή του, το σχέδιό του, την τύχη της μικρασιατικής περιπέτειας.  Ήταν δίπλα στον ποταμό Σαλίνας, μα η καρδιά του βρισκόταν στον Σαγγάριο, σ' εκείνο το σύνορο ανάμεσα στον θρίαμβο και στην τραγωδία".
Ο Βενιζέλος αφηγείται και αναπολεί, ο Παντερέφσκι συνθέτει. Μια σύνθεση που της έδωσε αργότερα το όνομα "Αλκιβιάδης-Σονάτα στο Φεγγαρόφωτο".
Και μια από τις τελευταίες σκηνές: "Στημένος τώρα ο Ανδρέας (ο Γύπαρης, πιστός, αχώριστος φύλακας του Βενιζέλου), στην πλώρη του "Κουντουριώτης", καθώς αντικρίζει στο βάθος του ορίζοντα, Μάρτη μήνα, τις χιονισμένες Μαδάρες θυμάται και ραγίζει, κι ο λυγμός του, ίδιο ουρλιαχτό λύκου, ξεσκίζει το ανταριασμένο κρητικό πέλαγος.
Ήταν 27 Μαρτίου. Στις εννιά το πρωί έριξε άγκυρα έξω απ' το παλιό λιμάνι το "Κουντουριώτης", με  το φέρετρο του Ελευθερίου Βενιζέλου στο βάθρο του τηλεβόλου. Στις 29, Κυριακή, στις εντεκάμισι η κρητική γη στ' Ακτωτήρι θα υποδεχτεί το σκήνωμά του". 

Παρασκευή, Ιανουαρίου 08, 2016

Η γυναίκα από το Ζάγκρεπ

Philip Kerr
Η γυναίκα από το Ζάγκρεπ
Κέδρος, 2015
 Είναι ιστορικό μυθιστόρημα; Είναι αστυνομικό; Είναι αισθηματικό; Τίποτα από αυτά, αλλά και όλα μαζί, με τη μείξη των οποίων,  κατά ένα μυστηριώδη τρόπο αυτός ο παραμυθάς, ο Σκωτσέζος Φίλιπ Κερ, κατορθώνει να σε κρατά αιχμάλωτο μιας ανεξήγητης αναγνωστικής σαγήνης.
Είναι το τρίτο μυθιστόρημά του που διαβάζω (το πέμπτο, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι "Η τριλογία του Βερολίνου" είναι ουσιαστικά τρία βιβλία). Ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Μπέρνι Γκούντερ, είναι σε όλα ο πρωταγωνιστής και τον τύπο του έχω σκιαγραφήσει αρκετά τόσο στην "Τριλογία του Βερολίνου" όσο και στη "Μοιραία Πράγα".
Είναι ο "μοναχικός καβαλάρης". Δεν έχει γυναίκα, δεν έχει παιδιά, πίνει πολύ, καπνίζει πολύ, μισεί τους Ναζί αλλά τους υπηρετεί, χρησιμοποιεί το μυαλό του πιο πολύ από το πιστόλι του, του αρέσουν οι ωραίες γυναίκες, ο λόγος του διακρίνεται από κυνισμό κι ένα ιδιότυπο χιούμορ. Υπήρξε αστυνομικός στο τμήμα Ανθρωποκτονιών της Αστυνομίας, έφυγε για ένα διάστημα και εργάστηκε ως ιδιωτικός ντετέκτιβ, ξαναπροσλήφθηκε και τώρα τον συναντάμε στο Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου. Η εποχή είναι πάντα η ίδια. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, άλλοτε λίγο πριν ή λίγο μετά, άλλοτε κατά τη διάρκειά του. Ο Γκούντερ δεν είναι Ναζί. Πολύ συχνά μάλιστα εκφράζεται εναντίον τους. Όμως, παρ' όλ' αυτά, λόγω των εξαιρετικών ικανοτήτων του, το καθεστώς τον χρησιμοποιεί.
"Η γυναίκα από το Ζάγκρεπ" αρχίζει το 1956 με τον Μπάρνι, που εργάζεται τώρα σ' ένα ξενοδοχείο στην Κυανή Ακτή, να παρακολουθεί μια ταινία. Η πρωταγωνίστρια της ταινίας, η ηθοποιός Ντάλια Νρέσνερ, οδηγεί τη σκέψη του πίσω στο 1942, όταν για ένα σύντομο διάστημα είχε συνδεθεί μαζί της. Ήταν τότε που ο  Υπουργός Προπαγάνδας, ο  πασίγνωστος Γιόζεφ Γκέμπελς, ως μέτοχος μιας μεγάλης κινηματογραφικής εταιρείας, θέλει οπωσδήποτε την Ντάλια, με την οποία είναι ερωτευμένος, ως πρωταγωνίστρια στη νέα του ταινία. Όμως εκείνη αρνείται, θέτοντας ως όρο την εξακρίβωση της τύχης του πατέρα της, του οποίου τα ίχνη έχουν χαθεί κάπου στη Γιουγκοσλαβία. Μόνη λύση για τον Γκέμπελς να αναθέσει σε κάποιον αυτή την αποστολή κι αυτός ο κάποιος είναι βεβαίως ο Μπέρνι Γκούντερ.
Το ταξίδι στη σπαρασσόμενη Γιουγκοσλαβία θα μας αποκαλύψει πολλά για την κατάσταση στη χώρα αυτή κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, για τη ναζιστική οργάνωση των Ουστάσι, το μίσος των Κροατών προς τους Σέρβους, τον ρόλο των Ναζί και τα απίστευτα εγκλήματα. 
Όταν η  περιπέτεια αυτή τελειώνει, μια άλλη αποστολή αναμένει τον Γκούντερ, που σχετίζεται πάλι με την Ντάλια αλλά και με άλλη υπόθεση, στην Ελβετία αυτή τη φορά, ουδέτερη στον πόλεμο χώρα, αλλά που ο Χίτλερ είχε τα σχέδιά του για πιθανή εισβολή.
Είναι απίστευτες οι γνώσεις του συγγραφέα από τόπους, γεγονότα, πρόσωπα. Δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως ο Φίλιπ Κερ, με την τόσο λεπτομερή γνώση του Βερολίνου, δεν είναι Γερμανός. Αλλά όπου κι αν δρα ο ήρωάς του, στη Γιουγκοσλαβία, στο Ζάγκρεπ, στη Ζυρίχη ή στην ύπαιθρο της Ελβετίας η ίδια ρεαλιστική απεικόνιση του χώρου μας μεταφέρει πειστικά εκεί όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα. Τα ιστορικά πρόσωπα, ο Γκέμπελς, ένας άλλος υπουργός, ο Σέλενμπεργκ, ο Τίτο, ο Κουρτ Βάλντχάιμ (αν και με μικρότερο ρόλο οι δυο τελευταίοι) και πολλά άλλα ενισχύουν την αληθοφάνεια των γεγονότων. Από τον κύριο κορμό της ιστορίας διακλαδίζονται άλλες παρεμφερείς ιστορίες, που όλες όμως στο τέλος βρίσκουν τον συνδετικό τους κρίκο.
Αν μια κρύα, χειμωνιάτικη μέρα διαθέτετε άφθονο ελεύθερο χρόνο, αν θέλετε να ξεχάσετε τα προβλήματά σας και ό, τι άλλο σας απασχολεί, αν θέλετε να ξεφύγετε από την παρούσα ζοφερή πραγματικότητα, πάρτε στα χέρια σας οποιοδήποτε βιβλίο του Φίλιπ Κερ. Θα σας παρασύρει μακριά απ' όλα αυτά και μάλλον δεν θα το αφήσετε από τα χέρια σας πριν φτάσετε στο τέλος.
Εγώ περιμένω το επόμενό του που ήδη προαναγγέλλεται για το 2016 και θα έχει τίτλο "Η άλλη πλευρά της σιωπής".

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 31, 2015

Το φαράγγι

Ιωάννα Καρυστιάνη
Το φαράγγι
Καστανιώτης, 2015
 Μια μελαγχολία αποστάζουν όσα βιβλία της Καρυστιάνη έχω διαβάσει. "Η Μικρά Αγγλία", το "Κουστούμι στο χώμα" (το καλύτερό της για μένα) και τώρα "Το φαράγγι". Μια θλίψη, μια μελαγχολία, καθόλου ταιριαστή (σήμερα που το τελείωσα)  με την τελευταία μέρα του χρόνου και την αναμονή της έλευσης του καινούριου. Ή μήπως το αντίθετο; Ταιριαστή με τη θλίψη που νιώθουμε όσοι βλέπουμε τον χρόνο μας να λιγοστεύει ολοένα και πιο γρήγορα; Δεν έχει σημασία. "Το φαράγγι" είναι ένα υψηλό λογοτεχνικό επίτευγμα.
Σε παρασύρει εν πρώτοις το ύφος. Τι είναι, αλήθεια, το ύφος; Ένας γενικός και αόριστος ορισμός είναι, "ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο καθένας εκφράζεται", ή, κατά έναν άλλον ορισμό, "το ύφος είναι ο άνθρωπος". Ποια είναι όμως τα συστατικά του, τι συνθέτει ένα συγκεκριμένο ύφος, δεν είναι καθόλου εύκολο να οριστεί. Όπως και να 'χει, το ύφος της Καρυστιάνη με ελκύει. Κατ' αρχάς έχει μια αοριστία. Μιλάει για πρόσωπα και πράγματα θεωρώντας τα γνωστά και οικεία στον αναγνώστη, ο οποίος πρέπει να προχωρήσει παρακάτω για να διαλευκάνει στοιχεία που του φάνηκαν στην αρχή δυσνόητα. Για παράδειγμα: Το μυθιστόρημα ανοίγει με τον Αργύρη, για τον οποίο δεν ξέρουμε ακόμα τίποτα, να μπαίνει στην εκκλησία του Άι-Νικόλα, να δείχνει στον άγιο μια φωτογραφία και να ρωτάει οργισμένος: "Εσύ δεν έχεις τύψεις;" Σχεδόν ξεχνάμε αυτή τη σκηνή, ώσπου να φτάσουμε  στις τελευταίες σελίδες του βιβλίου, όπου σ' ένα καταπληκτικό κρεσέντο θα μας αποκαλυφθεί αυτό που υπήρξε για πάντα το βάσανο και η τύψη του Αργύρη. Μια σκηνή τρομερή, διερωτώμαι πώς άντεξε να την περιγράψει η συγγραφέας, όταν καθώς τη διάβαζα, μονολογούσα δυνατά:" Όχι, όχι, δεν αντέχω".
Παρασύρθηκα όμως από τη φοβερή σκηνή και δεν άγγιξα ακόμα το θέμα του βιβλίου. Ο Αργύρης είναι ο μικρότερος από εφτά αδέλφια, τους Λιόδηδες. Ο μεγαλύτερος είναι ο Βαρδής που καλεί τα υπόλοιπα έξι αδέλφια του, τον Γεράσιμο, την Ευδοκία, την Ινώ, τον Ελισαίο, τη Θεώνη και τον Αργύρη να εκπληρώσουν ένα τάμα που είχαν κάνει στην κηδεία του πατέρα τους. Να συναντηθούν μια μέρα, χωρίς συζύγους, παιδιά κι εγγόνια και να διασχίσουν πεζοπορώντας ένα από τα πολλά φαράγγια της Κρήτης, σ' έναν απολογισμό ζωής. Η μέρα αυτή είναι η Κυριακή, 11 Μαΐου 2014. "Και οι εφτά είχαν βγει από την ίδια κοιλιά, είχαν βυζάξει το ίδιο γάλα, είχαν μοιραστεί εξίσου τη σούπα και τις ευχές της μάνας τους, κι όμως φεύγοντας από την πατρική εστία είχαν αλλάξει πόδι στο βηματισμό του βίου, οι δρόμοι τους ανόμοιοι και απομακρυσμένοι, Πάντα έτσι γίνεται μεγαλώνοντας, όμως παραμεγαλώνοντας, νά που γεννιέται η επιθυμία επικύρωσης της ζωής που έφυγε και η ανάγκη εγκαρτέρησης για τη ζωή που απομένει".
Η πεζοπορία αρχίζει. Μέσα από τους σύντομους διαλόγους, πιο πολύ μέσα από τις σκέψεις καθενός και την τριτοπρόσωπη αφήγηση της συγγραφέως μας αποκαλύπτονται οι ζωές των επτά, αποκαλύπτοντας και στους ίδιους μυστικά ως τώρα κρυμμένα, αλλά και κάποια που δεν θα βγουν ποτέ στο φως.  Τα επτά αδέλφια  εκπροσωπούν επτά διαφορετικές καταστάσεις ζωής. Είναι ο μεγάλος, ο πρωτότοκος, που έχει και το πρόσταγμα, λάτρης της Κρήτης και γνώστης των φαραγγιών "...που ένα προς ένα τα ευγνωμονούσε, καθώς βαδίζοντας κάποιες φορές ολομόναχος στα έγκατά τους μάθαινε πώς μπορούσε να ορίζει το κορμί και τις σκέψεις του". Είναι άλλος που τον έπληξε η κρίση, που έκλεισε την επιχείρησή του και δουλεύει ταξιτζής στην Αθήνα. Είναι ο τρίτος που αγωνίζεται να προσαρμοστεί και να γίνει δεχτός για την ιδιαιτερότητά του, είναι ο βασανισμένος πρώην ναυτικός και χρόνια τώρα απομονωμένος κλειδαράς στην Αλεξανδρούπολη. Και οι κόρες. Μια ζωγράφος ανύπαντρη στην Καστοριά, μια χήρα, μια ζωντοχήρα.
Μέσα από το μυθιστόρημα της Καρυστιάνη, καθώς οι εφτά διασχίζουν το φαράγγι, περνάνε "τα πάθια και οι καημοί" του Ανθρώπου, περνάει η Κρήτη με τη φύση και τους ανθρώπους της, περνάει κι η σύγχρονη Ελλάδα με τα προβλήματά της.
Χαλάλι η μελαγχολία που μου μετέδωσε το βιβλίο. Την ισοφάρισε η λογοτεχνική απόλαυση.

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 23, 2015

Ο κύριος Νόρις αλλάζει τρένα

Κρίστοφερ Ίσεργουντ
Ο κύριος Νόρις αλλάζει τρένα
Μεταίχμιο 2013 (ψηφιακή έκδ. 2015)
Μετ. Ιωάννα Ηλιάδη
(ebook)
Οι αναρτήσεις των ΒΙΒΛΙΟΚΑΦΕ  και Ray's Stories  μου είχαν δημιουργήσει περισσότερες αναγνωστικές προσδοκίες απ' αυτές που τελικά μου χάρισε το μυθιστόρημα του Κρίστοφερ Ίσεργουντ (1904-1986), "Ο κύριος Νόρις αλλάζει τρένα". Βεβαίως, δεν μέμφομαι τους δύο συν-bloggers. Εγώ μάλλον φταίω που δεν βρήκα το μυθιστόρημα όπως το είχα φανταστεί. Με τράβηξαν σ΄ αυτό όχι μόνο οι πιο πάνω αναρτήσεις, αλλά και η αναφορά σε τρένα που πάντα με γοητεύουν τόσο στη λογοτεχνία όσο και στη ζωή, καθώς και ο χωροχρόνος του έργου: Η Γερμανία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, η Γερμανία η κατεστραμμένη από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην οποία βρήκαν εύφορο έδαφος να αναπτυχθούν τόσο το κομμουνιστικό κόμμα (αν και υπό διωγμόν) και προπάντων το ναζιστικό κίνημα και ο Χίτλερ. Όλα αυτά πολύ με ενδιαφέρουν. Όμως  ο τρόπος που δίνονται στο μυθιστόρημα, σαν στιγμές μόνο στις προσωπικές ζωές των ηρώων, είναι αυτό που με άφησε ανικανοποίητη.
Το έργο αρχίζει με τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή, τον Ουίλλιαμ Μπράντσο που ταξιδεύει με το τρένο για το Βερολίνο όπου θα διδάξει Αγγλικά, να γνωρίζεται με έναν κάπως ιδιότυπο συνταξιδιώτη, τον κύριο Άρθουρ Νόρις. Εξαρχής ο Νόρις δημιουργεί την εντύπωση ότι δεν είναι αυτός που φαίνεται, αλλά δεν έχουμε άλλα στοιχεία. Η τυπική γνωριμία του τρένου θα συνεχισεί στο Βερολίνο και θα καταλήξει σε στενή φιλία.
Ένας μυστήριος γραμματέας του Νόρις, δουλειές για τις οποίες δεν δίνει πολλές εξηγήσεις, μια καθημερινή εξεζητημένη περιποίηση του εαυτού του, ζωή με διασκεδάσεις σε ύποπτα νυχτερινά κέντρα, συνθέτουν μια προσωπικότητα σκοτεινή και κάπως ακαθόριστη, της οποίας ο ρόλος θα φανεί στο τέλος. Απλός, ειλικρινής και ανυποψίαστος ο Γουίλλιαμ. Και στο φόντο το Βερολίνο, αντιπροσωπευτικό της όλης κατάστασης στη Γερμανία. "Το Βερολίνο ήταν σε κατάσταση εμφυλίου πολέμου. Η έκρηξη μίσους ερχόταν ξαφνικά, από το πουθενά. Στις γωνιές του δρόμου, στα εστιατόρια, στους κινηματογράφους, στις αίθουσες χορού, στα λουτρά. Τα μεσάνυχτα, μετά το πρωινό, στα μισά του απογεύματος. Μαχαίρια τραβιόνταν, χτυπήματα δίνονταν με ακιδωτά δαχτυλίδια. με μπιροπότηρα, με πόδια από καρέκλες, με μολυβένια ματσούκια".
Ο Νόρις μιλά σε μια σσυγκέντρωση κομμουνιστών και η αστυνομία τον καλεί για ανάκριση. Δεν του προσάπτεται κατηγορία, αλλά αρχίζει να παρακολουθείται. Εμφανίζονται οι Ναζί και η αποδοχή τους είναι σχεδόν καθολική. "Ένστολοι ναζί σουλατσάριζαν πέρα δώθε, με σοβαρά, ασάλευτα πρόσωπα, θαρρείς κι εκτελούσαν κάποια βαριά αποστολή. Οι αναγνώστες των εφημερίδων δίπλα στα καφέ γύριζαν το κεφάλι τους να τους δουν να περνάνε και χαμογελούσαν, δείχνοντας ευχαριστημένοι. 
Χαμογελούσαν επιδοκιμαστικά σε τούτους τους νεαρούς με τις μεγάλες, αλαζονικές μπότες που θα ποδοπατούσαν τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Ήταν ευχαριστημένοι επειδή σύντομα θα ήταν καλοκαίρι, επειδή ο Χίτλερ είχε υποσχεθεί να προστατεύσει τους μικρεμπόρους, επειδή οι εφημερίδες τους τους έλεγαν ότι έρχονταν καλύτερες μέρες". 
Αν ο συγγραφέας έδινε περισσότερες εικόνες της τότε Γερμανίας, στην οποία είχε ζήσει κάποια χρόνια της δεκαετίας του '30 και δεν έδινε τόση έμφαση στην ατομική περίπτωση του κυρίου Νόρις, πιστεύω θα είχε γράψει ένα πολύ πιο ενδιαφέρον μυθιστόρημα.

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 14, 2015

Γράμμα στον Κωστή

Ξένια Καλογεροπούλου
Γράμμα στον Κωστή
Πατάκης, 2015
(ebook)
Πόσες φορές, όσοι έχουμε χάσει ένα πολύ κοντινό, αγαπημένο πρόσωπο, σκεφτήκαμε: "Θα ήθελα να του έχω πει αυτό, μα δεν πρόλαβα, λογάριαζα να κάνουμε το άλλο, αλλά ο χαμός του δεν μας άφησε". 'Η, πάλι συχνά, ξεχνώντας την οριστική απουσία, μονολογούμε: "Όταν θα γυρίσω σπίτι θα του πω..." και σε λίγο η συνειδητοποίηση της παντοτινής απουσίας μας επαναφέρει στη θλιβερή πραγματικότητα.
Κάτι τέτοιο πρέπει να αισθάνθηκε και η Ξένια Καλογεροπούλου λίγο μετά τον θάνατο του επί τριανταεπτά χρόνια συζύγου της, του Κωστή Σκαλιόρα. Έτσι αποφάσισε, έστω και ξέροντας ότι εκείνος δεν μπορεί πια να επικοινωνήσει μαζί της, να του γράψει ένα εκτενές γράμμα, για να του πει όσα δεν πρόλαβε, να του θυμίσει πράγματα, να του μιλήσει για το παρελθόν και το παρόν της. Το γράμμα εξελίσσεται αυθόρμητα και συνειρμικά. Από το τέλος στην αρχή και από κει πάλι στις αναμνήσεις, όπως έρχονται βιαστικά και την πλημμυρίζουν.
Το "Γράμμα στον Κωστή" είναι πολλά πράγματα μαζί. Είναι αυτοβιογραφία της συγγραφέως, αλλά αναπόφευκτα είναι και μια αναφορά στην ιστορία του θεάτρου στην Ελλάδα τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η Ξένια θυμάται. Και γράφει όπως θυμάται. Τα παιδικά της χρόνια (γεννημένη το 1936), την Κατοχή, τον χωρισμό των γονιών της, τις σπουδές της στην Αγγλία, θυμάται ρόλους που ερμήνευσε, τις δύσκολες αλλά και τις ευτυχισμένες περιόδους της ζωής της. Μέσα από τις αναμνήσεις προβάλλει όχι μόνο η ίδια, αλλά και η φυσιογνωμία και ο χαρακτήρας του Κωστή. Ο Κωστής Σκαλιόρας, διανοούμενος δημοσιογράφος, μεταφραστής και κινηματογραφικός κριτικός, λειτουργεί σαν ο αντίποδας της Ξένιας. Χαμηλών τόνων, σοβαρός και λογικοκρατούμενος, έρχεται με τον έρωτά του να συμπληρώσει την αυθόρμητη, ευαίσθητη, συναισθηματική Ξένια. Τα σπίτια στα οποία έζησε, η οικογένειά της, οι φίλοι της, βρίσκουν τη θέση τους στη μακρά αφήγηση. Ξανά και ξανά επανέρχεται στον αγαπημένο  χώρο, στο σπίτι της στις Μηλιές του Πηλίου, όπου έζησε πάμπολλες ευτυχισμένες ώρες. Ο πρώτος της σύζυγος, ο επίσης ηθοποιός Γιάννης Φέρτης, βρίσκει κι αυτός τη θέση του στην εκτενή αναφορά, χωρίς θυμό ή πίκρα, μάλλον με μια νοσταλγική αναπόληση, αν και εκείνος την είχε εγκαταλείψει.
Ανάμεσα στην καταγραφή και εξιστόρηση γεγονότων αναφύονται σκέψεις και συναισθήματα. "Σκεφτόμουν ότι εσύ είσαι εκεί που δεν είσαι, αλλά και ότι εγώ έχω μπροστά μου πολύ λιγότερα χρόνια να ζήσω απ' όσα πέρασα μαζί σου. Κι αυτό με παρηγορεί λιγάκι. Μου φαίνεται λιγότερο τρομερό τα χρόνια που θα ζήσω χωρίς εσένα να μην είναι πια τόσο πολλά. Άσε που τώρα που γερνάω τα χρόνια περνούν πολύ πιο γρήγορα".

Καλοκαίρια στα νησιά, θεατρικές περιοδείες, θέατρο και κινηματογράφος της εποχής, ζωντανεύουν μια Ελλάδα που οι νεότεροι δεν μπορούν να ξέρουν, μα που σε μας τους μεγαλύτερους γεννούν νοσταλγικές αναμνήσεις.
Ξεχειλίζει ο πόνος όταν περιγράφει τις αποτυχημένες προσπάθειες να γίνει μητέρα, αλλά ισοφαρίζεται από τη χαρά της δικής της δημιουργίας, του θεάτρου για παιδιά. Φίλοι και συνεργάτες τη συνοδεύουν σ' αυτές τις αναμνήσεις. Η στενή της φίλη Μαρίνα Καραγάτση, η κουμπάρα της Άλκη Ζέη, η Αμαλία Φλέμινγκ, ο Παύλος Ζάννας, ο Σταμάτης Φασουλής, ο Νίκος Καββαδίας, ο Ροζέ Μιλλιέξ, ο Δημήτρης Μαρωνίτης, ο Θωμάς Μοσχόπουλος είναι ελάχιστα μόνο από τα ονόματα που συνάντησε στο διάβα της. Τα διαβάσματά της, οι γραφές και οι μεταφράσεις της και πάνω απ' όλα το θέατρο. Έργα, παραστάσεις, αποτυχίες κι απογοητεύσεις, χρέη, αλλά και επιτυχίες και ενίοτε οικονομική άνεση.
Δεν κρίνω τη λογοτεχνικότητα του κειμένου, που  ούτε σ' αυτό υστερεί. Όμως, πιστεύω, είναι μια κατάθεση ψυχής που οι νεότεροι ηθοποιοί αλλά και όσοι ενδιαφέρονται για το νεοελληνικό θέατρο θα ΄ξιζε να διαβάσουν.
 

Σάββατο, Δεκεμβρίου 05, 2015

Άθος, ο δασονόμος

Μαρία Στεφανοπούλου
Άθος, ο δασονόμος
Το ροδακιό, 2014
Στις 13-12-43 διαπράχθηκε ένα από τα μεγαλύτερα ναζιστικά εγκλήματα στην κατεχόμενη από τους Γερμανούς Ελλάδα. Όλος ο ανδρικός πληθυσμός της πόλης των Καλαβρύτων, όλοι οι άνδρες από 14 ετών και άνω (περίπου 500) εκτελέστηκαν ως αντίποινα για τη θανάτωση 77 Γερμανών από τους  αντάρτες. Η πόλη παραδόθηκε στις φλόγες και καταστράφηκε ολοσχερώς.
Αυτό το ιστορικό γεγονός αποτελεί τον πυρήνα του μυθιστορήματος της Μαρίας Στεφανοπούλου. Παρά τον ιστορικό πυρήνα, δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα, ούτε νομίζω μπορεί να ενταχθεί σε κάποιο συγκεκριμένο είδος. Είναι ένα μυθιστόρημα που χωρίς να έχει αυστηρή ενότητα (αρκεί να πούμε πως ορισμένα κεφάλαιά του θα μπορούσαν να αποτελέσουν ανεξάρτητα διηγήματα), χωρίς να δημιουργεί στον αναγνώστη την περιέργεια για να θέλει να δει "τι θα γίνει παρακάτω", ασκεί μια ακαταμάχητη γοητεία. Πατά πάνω  σε γεγονότα για να αναχθεί σε σκέψεις, σε εξύμνηση της αγαθότητας και της ενότητας της φύσης, σε αντίθεση με την κακία και τις χωριστικές τάσεις του ανθρώπου. "Ο κόσμος της φύσης είναι ένας. Η καταστρφή τον ανανεώνει, δεν τον κόβει στα δύο. Ακόμα κι αν βαθιές χαράδρες, άβυσσοι και φαράγγια χωρίζουν τον ένα τόπο από τον άλλο. Οι άνθρωποι διχάζονται, όχι τα βουνά. Τα βουνά μένουν στέρεα, πιστά, ακέραια, όσες νάρκες κι αν εκραγούν στις πλαγιές τους, όσες βόμβες κι αν τρυπήσουν τα εδάφη τους. Τα βουνά! Ναι! αυτά είναι που αγαπούν τον ουρανό. Και του μοιάζουν." (σ.156).
Ο Άθος, καταγόμενος από την Ευρυτανία, πριν από τον πόλεμο σπούδασε δασονομία στη Βυτίνα και διορίστηκε δασονόμος στην περιοχή των Καλαβρύτων. Εκεί γνωρίζει και παντρεύεται τη Μαριάνθη και αποκτούν δυο παιδιά, τον Γιάννο και τη Μαργαρίτα. Στη σφαγή των Καλαβρύτων υπήρξε ένας από τους δεκατρείς επιζήσαντες, ενώ ο γιος του που, αν και μικρός, τον είχε ακολουθήσει, εκτελείται. Με χαμένη τη μνήμη του ο Άθος αποσύρεται στη μοναξιά του δάσους, σε μια καλύβα, από όπου δεν φεύγει κι όταν ακόμα ανακτά τη μνήμη του. Αφοσιώνεται στη φύση και στο να παρέχει βοήθεια σ' όποιον τη χρειάζεται είτε ανήκει στους αντάρτες είτε στον κυβερνητικό στρατό. Εκεί θα έρθει,  θα είναι μαζί του και θα βοηθά κατά τον Εμφύλιο και ο Γερμανός γιατρός Κουρτ, διασωθείς κι αυτός από την εκτέλεση των 80 περίπου Γερμανών. Η μορφή του Άθου κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και το μη πραγματικό. Είναι ένας επιζήσας που κινείται στη ζωή και στον θάνατο. "Ποιος ήταν λοιπόν ο Άθος; Ένας άνθρωπος μόνος: ούτε ένοχος ούτε ήρωας. Ο τρίτος άνθρωπος. Εκείνος που αρνήθηκε τη θέση του θύματος. Ίσως ήταν εκείνος που ήξερε καλύτερα από κάθε άλλον να  προστατεύει τον κορμό του ξενιστή από τα ανεπιθύμητα αναρριχητικά φυτά". (σ. 110)
Η οπτική από την οποία αντικρίζονται τα γεγονότα προέρχεται κυρίως από τα γυνακεία πρόσωπα του έργου. Μαριάνθη, Μαργαρίτα, η κόρη της, Λευκή η εγγονή, Ιοκάστη η δισεγγονή. Μα και πολλά άλλα πρόσωπα κάνουν την εμφάνισή τους στο πολυφωνικό αυτό μυθιστόρημα. Τον Άθο  τον παρακολουθούμε μέσα από "Τα κατάλοιπα της Λευκής", όπως επιγράφεται το πρώτο κεφάλαιο, τον παρακολουθούμε και από το τελευταίο, "Από τα τετράδια της Ιοκάστης". 
Πολύ συχνά επανέρχεται στο βιβλίο η διάκριση ανάμεσα στη θυσία και το έγκλημα. Η συγγραφέας, σύμφωνα και με δική της ομολογία (σε εκπομπή του Amagi radio στις 16/5/15) τονίζει πως στα Καλάβρυτα διαπράχθηκε ένα έγκλημα, όχι θυσία. "Η θυσία σε κρατάει παθητικό, ισχυριζόταν [η Λευκή] με θυμωμένο στόμα, "φέρνει ενοχές, σε κρατά υπόλογο στο ανεκπλήρωτο χρέος, στο ανεξιλέωτο πένθος, στερώντας σου τη ζωή. Αλλά το πραγματικό έγκλημα, το χωρίς νόημα κακό που πράττει ο άνθρωπος εις βάρος άλλου ανθρώπου τρέφει την επαγρύπνηση και τη μέριμνα για δικαιοσύνη και ανανέωση της ζωής." (σ. 64).
 Μαζί με τον Άθο ζει και ο αναγνώστης αφενός τα δεινά που προκαλεί ο άνθρωπος και αφετέρου τη σοφία του δάσους και της φύσης, που είναι ό,τι κυρίως προέχει μέσα σ' αυτό το πρωτότυπο μυθιστόρημα, που ο συνδυασμός ιστορικότητας, ποιητικότητας, αποφθεγματικού λόγου και φιλοσοφικότητας δημιουργεί ένα ανεπανάληπτα γοητευτικό αποτέλεσμα.

Σάββατο, Νοεμβρίου 28, 2015

Φόνος 5 αστέρων

Έλενα Ακρίτα
Φόνος 5 αστέρων
Διόπτρα, 2015
(ebook)
Απολαυστικό! Αυτή η λέξη τα λέει όλα. Όσοι αγαπούν το ιδιαίτερο στιλ της Έλενας Ακρίτα, είναι σίγουρο πως θα απολαύσουν ένα ωραίο αστυνομικό μυθιστόρημα, ακόμα κι αν το είδος δεν ανήκει στις αναγνωστικές τους προτιμήσεις. Για να πω την αλήθεια, μου άρεσε περισσότερο το πρώτο μισό (περίπου), όπου κυριαρχεί η βιτριολική δηκτικότητα της Ακρίτα, όπου όχι μόνο η πλουτοκρατία και ειδικά μια νεόπλουτη Αθηναϊκή κάστα αποδομείται με τα εύστοχα σχόλια που συνεχώς παρεμβάλλονται στην αφήγηση, αλλά και παιδικά παραμύθια, χαζά σίριαλ κ.λπ. Βρήκα λιγότερο ενδιαφέρον το μέρος του μυθιστορήματος που γίνεται κυρίως αστυνομικό με το κυνήγι του/των δολοφόνων και την προσπάθεια αποκάλυψής τους, που βεβαίως θα επέλθει στις τελευταίες σελίδες, γιατί δεν το διακρίνει ιδιαίτερη πρωτοτυπία.
Ο πρώτος φόνος (που εκ πρώτης όψεως δεν είναι σίγουρο αν είναι φόνος) εντάσσεται σε μια σκηνή βγαλμένη, θα 'λεγε κανείς, από μυθιστόρημα της Άγκαθα Κρίστι. Σε μια υπερπολυτελή έπαυλη στη Φιλοθέη (στην οδό Λουκή Ακρίτα!) παρατίθεται ένα δείπνο που εθιμοτυπικά επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο στις 17 Δεκεμβρίου, ημερομηνία που συνδέεται με το παρελθόν της οικογένειας Ασλάνογλου. Σχεδόν πάντα οι ίδιοι καλεσμένοι. Επικεφαλής ο οικοδεσπότης, ο Γιάννος Ασλάνογλου,  πανίσχυρος επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης αλυσίδας ξενοδοχείων. Παρακάθηνται επίσης η (δεύτερη) σύζυγός του Ευαγγελία-Λίτσα- Λίλιαν, ο 17χρονος γιος τους Δημήτρης, η αδελφή του οικοδεσπότη Διονυσία με τον σύζυγό της, ο δικηγόρος και μυστικοσύμβουλος του Ασλάνογλου, ο Παπάζογλου, η Ελσινόρη, αχώριστη, αγαπημένη φίλη της Σόνιας, κόρης του Ασλάνογλου από τον πρώτο του γάμο και οι γονείς της Ελσινόρης, παλιοί, σταθεροί φίλοι του Ασλάνογλου. Η Σόνια λείπει για δουλειά στο Λονδίνο, ενώ η πρώτη σύζυγος, η Αμερικάνα Τζέσικα και ο επίσης από τον πρώτο γάμο γιος του Ασλάνογλου Νικ ζουν μόνιμα στην Αμερική. Το ίδιο βράδυ, μετά το δείπνο, ο Ασλάνογλου θα βρεθεί νεκρός στο δωμάτιό του με αιτία θανάτου εκ πρώτης όψεως την καρδιακή προσβολή, που βεβαίως δεν είναι έτσι.
Φυσικά, σε κάθε αστυνομικό μυθιστόρημα που σέβεται τον εαυτό του ποτέ δεν υπάρχει μόνο ένας φόνος. Σύντομα θα ακολουθήσει και δεύτερος κι ένας τρίτος θ' αποδειχτεί ότι είχε συμβεί στο παρελθόν, σε μια περίπτωση που τότε, δέκα χρόνια πριν, είχε θεωρηθεί ατύχημα.
Αστυνομική υπόθεση σε συνδυασμό με χιούμορ και κοινωνιολογικές προσεγγίσεις, όπως η αναφορά στις ρίζες των λεγόμενων "καλών" οικογενειών ή η ζωντανή περιγραφή υποβαθμισμένων περιοχών όπως το Μεταξουργείο, δημιουργούν ένα καταπληκτικό μείγμα ανάλαφρου, διασκεδαστικού αναγνώσματος που μαζί με την περιέργεια για την ταυτότητα του δολοφόνου σε κάνουν να μην αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου ως την τελευταία σελίδα. Λυπάμαι μόνο που το τέλειωσα τόσο γρήγορα!
 

Τετάρτη, Νοεμβρίου 25, 2015

Το μίσος είναι η μισή εκδίκηση

Αιμίλιος Σολωμού
Το μίσος είναι η μισή εκδίκηση
Ψυχογιός, 2015
(ebook)
Ιστορικό; Πολιτικό; Κοινωνικό; Αστυνομικό; Όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί θα μπορούσαν να αποδοθούν στο καινούριο μυθιστόρημα του Αιμίλιου Σολωμού. Προϊόν βαθιάς ιστορικής μελέτης μιας συγκεκριμένης εποχής (τέλος του 19ου αι.), αλλά ταυτόχρονα και απεικόνιση της σύγχρονης Ελλάδας, το μυθιστόρημα αποκαλύπτει, καταγγέλλει, προβληματίζει.
Πολλά παρακλάδια εξακτινώνονται ξεκινώντας από το κεντρικό θέμα, που με άκρα συμπύκνωση θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το εξής: α) Το ιστορικό γεγονός της σφαγής στο Δήλεσι το 1870 τεσσάρων ξένων, τριών Άγγλων και ενός Ιταλού, μελών μιας μεγαλύτερης συντροφιάς που, ενώ επέστρεφαν από μια εκδρομή στον Μαραθώνα, έπεσαν στα χέρια Ελλήνων ληστών, των Αρβανιτάκηδων, και β) το μυθιστορηματικό στοιχείο του μυθιστορήματος, η εκτέλεση και ο αποκεφαλισμός (όπως τότε στο Δήλεσι) σε κεντρικό ξενοδοχείο της Αθήνας, τεσσάρων μελών της Τρόικα. Το ιστορικό γεγονός γίνεται η αφορμή να ανατρέξει ο συγγραφέας όχι μόνο στις λεπτομέρειες της παλιάς εκείνης ιστορίας που είχε οδυνηρές συνέπειες για όλη τη χώρα, αλλά και στην όλη κατάσταση της εποχής. Στη διαφθορά, στη διαπλοκή, στη ληστεία που ακόμα ανθούσε στην Ελλάδα, στην υποτιμητική και περιφρονητική αντιμετώπιση της Ελλάδας από τους ξένους και τις επεμβάσεις τους, αλλά και στις ευθύνες των Ελλήνων πολιτικών.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, λέει ο συγγραφέας. "Οι ληστές κατέβηκαν απ' τα βουνά και μπήκαν στα σαλόνια". Και σήμερα, όπως τότε, η Ελλάδα καταπιέζεται από τους ξένους δανειστές και σήμερα οι πολιτικοί και οι τραπεζίτες έχουν τεράστια ευθύνη για το πού άφησαν τη χώρα να φτάσει. Ένας απ' τους ήρωες του Σολωμού αποφασίζει να εκφράσει τη διαμαρτυρία και το μίσος του σκοτώνοντας και αποκεφαλίζοντας μέλη της Τρόικα. Πιστεύει πως "το μίσος είναι η μισή εκδίκηση. Το άλλο μισό είναι η πράξη".
Ογκώδες και πολυπρόσωπο το μυθιστόρημα ακολουθεί τη μεταμοντέρνα τεχνική της διάσπασης σε κεφάλαια που δεν έχουν μια ευθύγραμμη χρονολογική πορεία και που το καθένα έχει διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Ο αναγνώστης δυσκολεύεται κάπως στην αρχή, αλλά σύντομα κατανοεί την τεχνική του και μπορεί να παρακολουθήσει τον συγγραφέα στη συγγραφική του πορεία. Τα κεφάλαια καλύπτουν πέντε θέματα. Με Α και αρίθμηση Α1, Α2 κ.ο.κ. χαρακτηρίζονται τα κεφάλαια στα οποία πρωτοπρόσωπος αφηγητής (η μόνη πρωτοπρόσωπη γραφή σε όλο το βιβλίο) είναι ο Κύπριος φοιτητής Αλέξης Σοκαρδής, φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, που θέλει να εκπονήσει μια εργασία για τη σφαγή στο Δήλεσι. Τα κεφάλαια Β αναφέρονται στον καθηγητή Νεοελληνικής Ιστορίας Ρωμανό Σεργίδη που το μάθημά του αυτή τη χρονιά είναι "Πολιτική/πολιτικοί, ληστεία και τρομοκρατία". Πολύ δημοφιλής καθηγητής, αγαπά επίσης τη μουσική και τον καλό κινηματογράφο (οι σχετικές αναφορές αφθονούν στο βιβλίο). Στις διαλέξεις του στο Πανεπιστήμιο αλλά και σε άρθρο στην εφημερίδα εκφράζεται με πάθος κατά παλιών και νέων πολιτικών/καταστροφέων της χώρας, ενώ η έρευνά του για την παλιά ιστορία στο Δήλεσι τον οδηγεί στο οδοιπορικό που ακολούθησαν οι ληστές και τα θύματά τους, φωτίζοντας και για τον αναγνώστη όλη την περιοχή από το Πικέρμι, στην Πεντέλη, στο Συκάμινο, στον Ωρωπό... Με το διακριτικό Γ χαρακτηρίζονται τα κεφάλαια που αναφέρονται στον αστυτόμο Αποστόλου, στον οποίο έχει ανατεθεί η εξιχνίαση της σφαγής των Τροϊκανών. Στα  κεφάλαια Δ ζωντανεύει με κάθε λεπτομέρεια όλη η παλιά ιστορία του Δήλεσι. Και τέλος στα κεφάλαια Ε, με αναφορά "Φάκελος Αυτοκτονίες", καταγράφονται πραγματικές περιπτώσεις αυτοκτονιών που συνέβησαν στην Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης.
Στην ιδιαιτερότητα του βιβλίου ανήκει και ο τρόπος ανάγνωσής του. Ο αναγνώστης μπορεί, αν θέλει, να μην ακολουθήσει τη σειρά των κεφαλαίων του βιβλίου, αλλά να διαβάσει πρώτα όλα τα κεφάλαια με χαρακτηρισμό Α, ή όλα τα Β κ.ο.κ.
Βιβλίο ενδιαφέρον και από την άποψη περιεχομένου αλλά και τεχνικής. Βιβλίο καταβύθισης στην παλαιότερη και τη σύγχρονη Ιστορία. Βιβλίο προβληματισμού. Προσωπικά θα το προτιμούσα πιο συμπυκνωμένο και με λιγότερες παρεκβάσεις σε θέματα που δεν έχουν άμεση σχέση με τον κεντρικό πυρήνα του βιβλίου. Όπως, για παράδειγμα, η μεγάλη αγάπη του αστυνόμου Αποστόλου για τη φωτογραφική τέχνη ή ο ερωτικός δεσμός του καθηγητή Σεργίδη κ.λπ.
Εν τέλει ένα πολύ αξιόλογο και ενδιαφέρον βιβλίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.


Τρίτη, Νοεμβρίου 10, 2015

101 Διδάγματα Ζωής

Γιώργος Παπαδόπουλος-Κυπραίος
101 Διδάγματα Ζωής
Διόπτρα, 2015
"Ένας Οδηγός Πορείας βασισμένος σε Συμπαντικούς Νόμους και Θεμελιώδεις Αρχές". Με αυτή τη φράση ως υπότιτλο χαρακτηρίζει ο συγγραφέας το βιβλίο του. Ο ιδρυτής του Εκδοτικού Οίκου Διόπτρα, ο Γιώργος Παπαδόπουλος-Κυπραίος, που ξεκίνησε το 1978 εκδίδοντας κυρίως βιβλία Ψυχολογίας, Προσωπικής Ανάπτυξης και Πνευματικής Αναζήτησης, αλλά που από καιρό τώρα επεκτείνεται και σε λογοτεχνικές και άλλες εκδόσεις, δεν ήταν δυνατό να μην καταθέσει και τις δικές του απόψεις, ιδέες, πεποιθήσεις γύρω από τα πνευματικά θέματα που υπήρξαν το κίνητρο και η αρχή του Εκδοτικού του Οίκου.
Δηλώνω ευθύς εξαρχής ότι είμαι ένα βαθύτατα ορθολογιστικό άτομο, που τα περί προκαθορισμού, αστρικού και αιθερικού σώματος, αυτοβοήθειας, αυτοβελτίωσης, εναλλακτικής μάθησης κ.λπ. δεν με απασχολούν. Θυμάμαι μάλιστα μια ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε με τον συγγραφέα ένα βράδυ, σε μια από τις επισκέψεις του  στην Κύπρο, όπου εκεί που ο ίδιος έβλεπε ένα σχέδιο ή έναν προκαθορισμό εγώ έβλεπα μια σύμπτωση. Λόγω ακριβώς αυτών των αντιλήψεών μου τα σχετικά βιβλία δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στις προτιμήσεις μου.
Παρ' όλ' αυτά διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον το βιβλίο του Γιώργου Παπαδόπουλου-Κυπραίου. Η απλή γραφή του, η καθαρότητα των απόψεων, ο τρόπος της έμπρακτης εφαρμογής των Διδαγμάτων που εισηγείται, παρασύρουν ακόμα και έναν δύσπιστο αναγνώστη όπως εμένα. Όταν, για παράδειγμα, διάβασα (σ. 96): "Αν ανοίξουμε τον Οδηγό σε κάποια σελίδα, ακόμα και χωρίς να έχουμε συγκεκριμένο λόγο, αυτά που θα διαβάσουμε πιθανότατα έχουν κάτι να μας πουν για θέματα που μας συνέβησαν στο παρελθόν ή που θα προκύψουν άμεσα, ή στο εγγύς μέλλον", δεν ήταν δυνατό να μην υποκύψω στον πειρασμό της δοκιμής!
Το βιβλίο χωρίζεται σε δυο μέρη: Στο Πρώτο Μέρος δίνονται πληροφορίες και εκφράζονται απόψεις που θα βοηθήσουν τον αναγνώστη να κατανοήσει τα 101 Διδάγματα, που παρατίθενται στο Δεύτερο Μέρος. Σ' αυτό το Δεύτερο Μέρος κάθε Δίδαγμα, σύντομο και περιεκτικό, καταλαμβάνει την αριστερή σελίδα, ανώ στη δεξιά, που είναι κενή, καλείται ο αναγνώστης να καταγράψει τα δικά του νοήματα, παρατηρήσεις και σχόλια που σχετίζονται με το Δίδαγμα. Είναι διδάγματα που τα διακρίνει η διαχρονικότητα, η παγκοσμιότητα και η πρακτικότητα, που ανάλογα μπορούμε να βρούμε στον Χριστιανισμό, στην ινδική ή την ελληνική φιλοσοφία, που όμως πολύ συχνά τα ξεχνάμε.
"Το βιβλίο αυτό  δεν βρέθηκε τυχαία στα χέρια σου", γράφει ο συγγραφέας. "Ήρθε την κατάλληλη στιγμή για να σου δώσει απαντήσεις, να σου δείξει τον δρόμο της εξέλιξης και πάνω απ' όλα να σε παροτρύνει να ζήσεις μια ξεχωριστή ζωή".
Ακόμα κι ένα  άτομο σαν εμένα που πιστεύει κυρίως στους φυσικούς νόμους ή στο τυχαίο, μπορεί να εκτιμήσει την αξία και σημασία των Διδαγμάτων, που η εφαρμογή τους είναι δυνατό να βελτιώσει τη ζωή του καθενός, αλλά και την κοινωνική ζωή ευρύτερα.

Τρίτη, Νοεμβρίου 03, 2015

Καλά και σήμερα

Σοφία Νικολαΐδου
Καλά και σήμερα
[Το χρονικό του καρκίνου στο δικό μου στήθος]
Μεταίχμιο, 2015
(ebook)
 "Το ημερολόγιο που κρατάτε στα χέρια σας γράφτηκε μέρα μέρα. Στην αρχή στο χαρτί (δεν είχα υπολογιστή στην κλινική και την εβδομάδα μετά την εγχείρηση δεν είχα δύναμη να τον κρατήσω στα πόδια μου), αργότερα στο word. Έγραφα κάθε πρωί στο κρεβάτι και μετά, σκόρπια, ανάκατες ώρες, όποτε μου κατέβαινε. Χύδην σκέψεις. Το ρεπορτάζ της μέρας.
Ήταν ο τρόπος μου να τα βγάλω πέρα: Να γράφω και να φωτογραφίζω την πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει πως τα πάντα καταγράφηκαν ωμά, χωρίς επεξεργασία. Για μένα αυτός ήταν ο μόνος τρόπος".
Έχω διαβάσει κι έχω γράψει για τρία βιβλία της Σοφίας Νικολαΐδου: Ο Μωβ μαέστρος, Χορεύουν οι ελέφαντες, Απόψε δεν έχουμε φίλους. Χωρίς προκατάληψη, με ειλικρίνεια και πάντα βέβαια με το δικό μου υποκειμενικό κριτήριο (και γούστο) κατέθεσα την άποψή μου για τα τρία αυτά βιβλία. Όμως για το πιο πρόσφατο, το "Καλά και σήμερα" που μόλις κυκλοφόρησε δεν μπορώ να πω τίποτα. Θα ντρεπόμουν να το κρίνω λογοτεχνικά. Μπορώ να κρίνω μόνο την αλήθεια ή το ψέμα του. Κι είναι ένα βιβλίο πέρα ως πέρα αληθινό. "Ημερολόγιο, δηλαδή τα σώψυχα στη φόρα. Όμως αυτό το ξεγύμνωμα, η ωμή πραγματικότητα, χωρίς τη συγκάλυψη της μυθοπλασίας ή την ψευτιά  της πόζας, είναι η θεραπεία μου. Ο τρόπος μου να ονομάσω, να ερμηνεύσω, να καταπιώ αυτό που μου συμβαίνει. Και ύστερα να πάω παρακάτω".
Αρχίζοντας από τις 22 Σεπτεμβρίου 2014, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του στήθους, ως τις 24 Μαρτίου 2015 που έκανε την τελευταία χημειοθεραπεία, η Σοφία καταγράφει καθημερινά την πορεία της θεραπείας, τα σωματικά συμπτώματα, τα συναισθήματα, τις αντιδράσεις των γύρο της. Καμιά στιγμή δεν είπε "γιατί εμένα". Αντιμετωπίζει αυτό που της έτυχε με θάρρος, με τις αναπόφευκτες βέβαια μεταπτώσεις, άλλοτε πιο αισιόδοξη κι άλλοτε με δυσφορία.
Με λόγο κοφτό, με σύντομες, ασθματικές προτάσεις (συνέπεια ίσως της σωματικής αδυναμίας) περιγράφει την εγχείρηση, τη θεραπεία, τις αντιδράσεις του περιβάλλοντος, των φίλων και γνωστών, της οικογένειάς της. Από την πρώτη στιγμή δεν απέκρυψε από κανένα την πάθηση, η λέξη "καρκίνος" ειπώθηκε αμέσως άφοβα. Οι επιπτώσεις της χημειοθεραπείας την ταλαιπωρούν αφάνταστα. Η ναυτία, η απώλεια της γεύσης και της όσφρησης, η αδυναμία, τα τρυπήματα των ενέσεων και αυτό που σύμφωνα με μια έρευνα καταθλίβει πιο πολύ απ' όλα τις περισσότερες γυναίκες, δηλαδή η απώλεια των μαλλιών (και των φρυδιών και των βλεφάρων ακόμα) αντιμετωπίζονται άλλοτε με πίκρα, άλλοτε με χιούμορ. Πότε μένει κουλουριασμένη στο κρεβάτι ή στον καναπέ, ανήμπορη να διαβάσει ή να γράψει, άλλοτε ντύνεται, βάφεται και πάει για καφέ ή βόλτα στην παραλία της πόλης της, της Θεσσαλονίκης.
Ανάμεσα στη ρεαλιστική καταγραφή της κάθε μέρας, υπάρχει περιθώριο και για σκέψεις: για την πίστη, για τις αδυναμίες του δημόσιου συστήματος υγείας, για την ταλαιπωρία της γραφειοκρατίας. Είναι ευγνώμων που το επάγγελμά της (εκπαιδευτικός-φιλόλογος) της επιτρέπει την άδεια απουσίας και η οικονομική της κατάσταση την ιδιωτική περίθαλψη. Οι φίλες της συμπαραστέκονται και βοηθούν, οι μαθητές της την εμψυχώνουν με γράμματα και emails. Βρίσκει κατανόηση και βοήθεια από τον σύζυγό της, ο γιος της, έντεκα χρονών, είναι από την αρχή ενήμερος για όλα.
Στην τελευταία καταγραφή (24 Μαρτίου 2015) σημειώνει: "4ος όροφος, ογκολογικό τμήμα, Γενική Κλινική, μπροστά στη θάλασσα. Πολυθρόνα επενδυμένη με καφέ δερματίνη, γίνεται κρεβάτι με μια κίνηση, μεταλλικά σεπαρέ που σε χωρίζουν απ' τη διπλανή πολυθρόνα με άσπρο κουρτινάκι, μουσική ντίσκο. Θέα στις πολυκατοικίες της Βασιλίσσης Όλγας.
Δεν ξεχνώ.
Μπαίνω στο ταξί.
ΦΤΟΥ ΞΕΛΕΦΤΕΡΙΑ.
Τίποτα δεν τελείωσε. Ευχηθείτε μου να πάνε όλα καλά".
Το ευχόμαστε ολόψυχα, αγαπητή Σοφία. Και για σένα και για όλες τις γυναίκες που πέρασαν ή περνούν τη δική σου επώδυνη εμπειρία.