Σάββατο, Ιουλίου 31, 2021

Αιολική γη


 Ηλίας Βενέζης
Αιολική γη
36η έκδοση
(1η έκδοση 1943)
Βιβλιοπωλείον της "Εστίας")
"Ω, οι ευτυχισμένες μέρες!". Καμιά σχέση βέβαια η "Αιολική γη" με το θεατρικό του Σάμιουελ Μπέκετ. Όμως αυτή η φράση μου ερχόταν συνεχώς στο μυαλό καθώς διάβαζα (όχι βέβαια για πρώτη φορά) την υπέροχη αυτή λογοτεχνική δημιουργία του Ηλία Βενέζη. "Ω, οι ευτυχισμένες μέρες!" Οι ευτυχισμένες μέρες των παιδικών χρόνων του μικρού Πέτρου και των τεσσάρων αδελφάδων του, οι ευτυχισμένες μέρες των παιδικών χρόνων της δικής μου, αλλά και κάθε γενιάς. Τότε που μας πλημμυρίζει η αθωότητα, που δεν μας έχει ακόμα αγγίξει η κακία του κόσμου. Τότε που παίζαμε ξέγνοιαστα ό,τι κι αν συνέβαινε γύρω μας, τότε που μαγεμένοι ακούγαμε τα παραμύθια της γιαγιάς, τότε που φοβόμαστε τα φαντάσματα, αλλά νιώθαμε να μας σκέπει και να μας προστατεύει η αγάπη κι η παντοδυναμία των γονιών μας...
Αιολική γη...Η γη της Μικρασίας, ελληνική αιώνες πριν φανούν οι κατακτητές της. Το 1943, μέσα στο μαύρο σκοτάδι της γερμανικής Κατοχής, ο Ηλίας Βενέζης γυρίζει με τη μνήμη πίσω, εκεί στις αρχές του αιώνα και αναπλάθει τα ευτυχισμένα παιδικά του χρόνια. Τότε που κάθε καλοκαίρι το περνούσε με την οικογένειά του στο κτήμα του παππού, του Γιαννακού Μπιμπέλα. Κάτω από την άγρια οροσειρά, τα Κιμιντένια. Εκεί όπου τα παιδιά τριγύριζαν ανέμελα, κυνηγούσαν τσαλαπετεινούς, ανακάλυπταν τη μυστική σπηλιά όπου πάνε τα αγριογούρουνα για να πεθάνουν και θαύουν εκεί μια χελώνα, μια σαλαμάντρα, μια νυχτερίδα, περιμένοντας να πάρουν τα κόκκαλά της να τα 'χουν φυλαχτό για να τους αγαπούν όλοι! Ακούνε ιστορίες από τη γιαγιά και τον παππού, ιστορίες για σκληροτράχηλους ληστές και γενναίους κοντραμπατζήδες, ιστορίες αίματος και γενναιότητας. Ακούνε για χιμαιροκυνηγούς, για τον καμηλιέρη που γυρίζει τον κόσμο αναζητώντας το καμήλι με το άσπρο κεφάλι ή τον σαμαρά που ψάχνει να βρει το αεικίνητο, ένα ρολόι που θα παίζει μουσική χωρίς να σταματά. Τα πάντα είναι εμψυχωμένα. Οι καρυδιές μιλούν μεταξύ τους, τα χέλια συνεννοούνται, οι αρκούδες, τα τσακάλια...
Όσα χρόνια κι αν περάσουν από τότε που πρωτοδιαβάζει κάποιος το  μυθιστόρημα, είναι πρόσωπα και σκηνές που ποτέ δεν μπορεί να ξεχάσει. Δεν ξεχνά τον Λαζό-εφέντη ή τον Αντώνη Παγίδα, σκληροτράχηλους άντρες που μαλακώνουν στο άκουσμα πως η γυναίκα του Γιαννακού Μπιμπέλα έχει νεογέννητο βρέφος ή είναι έγκυος. Δεν ξεχνά τον μικρό Πέτρο που κόντεψε να σκοτωθεί προσπαθώντας να πάρει από τη φωλιά του το μικρό αϊτόπουλο για χάρη της Ντόρις, της κοπέλας που ήρθε από τη μακρινή, ομιχλώδη Σκωτία. Δεν ξεχνά τον "κυνηγό με τα κίτρινα άστρα" που σκοτώνεται καθώς ψάχνει να πάρει από τη φωλιά του το μαύρο αρκούδι. Κανείς δεν ξεχνά τον γέρο Ιωσήφ που ξεκίνησε από το νησί του, τη Λήμνο, να δουλέψει, ν' αγοράσει μια τράτα και να γυρίσει να παντρευτεί το κορίτσι του. Αλλά, τι κρίμα, έμεινε για πάντα στα Κιμιντένια να μπολιάζει δέντρα.
Κι ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε την Άρτεμη, την αγαπημένη μικρή αδερφή του Πέτρου, το τολμηρό και φιλοπερίεργο κορίτσι που, με πείραμα τον εαυτό της, θέλησε να μάθει αν ισχύει η παράδοση που έλεγε πως, αν φυτέψει κανείς καρυδιά, θα πεθάνει όταν το δέντρο κάνει τους πρώτους του καρπούς.
Το μυθιστόρημα δεν έχει την αυστηρή ενότητα του είδους. ΄Εχει όμως ωραίους τύπους ανθρώπων, εικόνες από μια εμψυχωμένη φύση, μύθους και θρύλους και μας μεταφέρει την ωραία ειδυλλιακή ζωή στηνΑιολική γη πριν από τη φοβερή καταστροφή και τον ξεριζωμό των ανθρώπων της. Κι όσες φορές κι αν  διαβάσει κανείς το μαγικό αυτό βιβλίο,  δεν  μπορεί παρά να βουρκώσει διαβάζοντας την τελευταία σκηνή:
"Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι τη μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία. Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ' το πουκάμισο του γέροντα.
-Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.
Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ' το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους κτύπους της καρδιάς του.
-Τι είναι;
-Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.
-Χώμα!
Ναι, λίγο χώμα από τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό, της λέει, στο ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.
Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν εκεί μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σα να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους δακρυσμένα στέκουν εκεί.
Δεν είναι τίποτα λέω, λίγο χώμα"



Δευτέρα, Ιουλίου 19, 2021

Καλημέρα θλίψη


 Φρανσουάζ Σαγκάν
Καλημέρα θλίψη
"Βιβλιοεμπορική¨, 1954
Μετ. Μαρσέλλα Πετρακοπούλου
Ένα βιβλίο που τάραξε τα ανήσυχα νερά υης εφηβείας μας, ένα βιβλίο γραμμένο από μια δεκαοχτάχρονη κοπελίτσα. "Καλημέρα θλίψη", "Bonzour Tristesse". Πώς το θυμήθηκα, γιατί θέλησα να το διαβάσω σήμερα; Για να θυμηθώ άραγε τα χρόνια της αθωότητας εκεί γύρω στο τέλος της δεκαετίας του '50 ή μήπως για να δω τι εντύπωση θα μου έκανε σήμερα ένα μυθιστόρημα που μας είχε γοητεύσει όταν ήμαστε νέοι; Ναι, και για όλα, αυτά αλλά και για κάτι άλλο. Θέλησα να το ξαναδιαβάσω και να γράψω γι' αυτό, σαν ένα είδος μνημοσύνου για τη συγγραφέα του. Για τη Φρανσουάζ Σαγκάν που έλαμψε ξαφνικά κι απροσδόκητα στο λογοτεχνικό στερέωμα, που το διέσχισε όλο λάμψη, για να σβήσει τόσο άδοξα, σαν ένας διάττων.
Ξαναδιάβασα λοιπόν το "Καλημέρα θλίψη". Μια παλιά, μισοδιαλυμένη και κιτρινισμένη απ' τον καιρό έκδοση, η πρώτη στα Ελληνικά. Η ιστορία είναι πολύ γνωστή: Ένα δεκαεφτάχρονο κορίτσι, η Σεσίλ, μας μεταφέρει στην Κυανή Ακτή, όπου περνά ένα καλοκαίρι με τον χήρο πατέρα της Ραϋμόντ και τη φιλενάδα του Έλσα, σε μια βίλα που έχουν νοικιάσει εκεί. Ήλιος, θάλασσα, ένα πευκοδάσος, μια ανέμελη ζωή, με μόνο σκοπό την ευχαρίστηση και τη Σεσίλ να γνωρίζει τον έρωτα στο πρόσωπο του 26χρονου Συρίλ. Την επιπόλαιη, ξέγνοιαστη ζωή διακόπτει η άφιξη μιας παλιάς, οικογενειακής φίλης, της Άννας. Το άκρο αντίθετο της Έλσας. Σοβαρή, υπεύθυνη, ωραία και ώριμη, γοητεύει τον Ραϋμόντ που της ζητά να τον παντρευτεί. Η Σεσίλ θεωρεί αδιανόητο ν' αλλάξει η ζωή τους. Αυτή η ανέμελη, χωρίς πρόγραμμα ζωή με τις ελαφρές παρέες, τη ξέγνοιαστη διασκέδαση. Να αναγκαστεί να σταματήσει να βλέπει τον Συρίλ, να στρωθεί στο διάβασμα για να τελειώσει τις σπουδές της. Καταστρώνει ένα σχέδιο για να κάνει τον πατέρα της να ξαναγυρίσει στην Έλσα. Ένα σχέδιο που θα' χει δυστυχώς τραγικές συνέπειες. Θα το μετανιώσει, αλλά θα είναι αργά. Και η Σεσίλ-Φρανσουά Σαγκάν καταλήγει με τον εξής επίλογο: "Μόνο σα βρίσκομαι στο κρεββάτι μου, την αυγή, κι ακούω αμυδρά τον ελαφρό, μακρυνό θόρυβο των αυτοκινήτων που αρχίζουν να κυλάνε στο Παρίσι, η μνήμη μου καμιά φορά με προδίνει. Το καλοκαίρι εκείνο γυρίζω πίσω, ξανάρχεται στο μυαλό μου μ' όλες του τις αναμνήσεις. Άννα, Άννα! Επαναλαμβάνω τ' όνομα τούτο χαμηλόφωνα, για πολλήν ώρα μέσα στο μισοσκόταδο. Τότε ξάφνου κάτι παράξενο ανεβαίνει από μέσα μου σιγά-σιγά, κάτι που το δέχομαι, με τα μάτια κλειστά, το νιώθω απ' τ' όνομά του: Καλημέρα θλίψη".

 Το βιβλίο γνώρισε αμέσως τεράστια επιτυχία. Κέρδισε το βραβείο των Γάλλων κριτικών, μεταφράστηκε, γυρίστηκε σε ταινία. Στην Ελλάδα γνώρισε και γνωρίζει ακόμα πολλές εκδόσεις. Μα η επιτυχία της Σαγκάν δεν σταμάτησε εδώ. Επιτυχία γνώρισαν και τα επόμενά της βιβλία, αρκετά έγιναν ταινίες, τα θεατρικά της παίζονταν από διάσημους ηθοποιούς. Κέρδισε δόξα και χρήμα, συναναστρεφόταν με διασημότητες αλλά...αλλά δυστυχώς χαράμισε τη ζωή της. Αλκοόλ, ναρκωτικά, γρήγορα αυτοκίνητα, μια άστατη ζωή. Το 1957, καθώς όπως συνήθως έτρεχε ιλιγγιωδώς, ένα δυστύχημα την άφησε για καιρό σε κώμα. Παντρεύτηκε δυο φορές, απέκτησε ένα γιο, αλλά δεν έκρυβε και τις ομοφυλοφιλικές της σχέσεις. Το 1973 πάσχει από κατάθλιψη και εισάγεται σε νευρολογική κλινική. Πέθανε άφραγκη το 2004 από πνευμονική εμβολή, σε ηλικία 69 χρονών.
Ας είναι το σημερινό post ένα μικρό μνημόσυνο σ' αυτή τη βασανισμένη ψυχή. Και μια ευκαιρία να γνωρίσουν τα έργα της νεότεροι βιβλιόφιλοι. Εμείς που την αγαπήσαμε στα νιάτα μας, εμείς που παρακολουθούσαμε όχι μόνο τα έργα της αλλά και τη ζωή και τις περιπέτειές της, τις σχέσεις της, όπως παρακολουθούνται σήμερα οι ζωές των στάρ σε όλους τους τομείς της ζωής (ποδοσφαιριστών, ηθοποιών, μοντέλων κ.λπ.) θα τη θυμόμαστε πάντα με αγάπη, θαυμασμό αλλά και οίκτο. Ποιος ξέρει...Μπορεί η ίδια να ένιωθε ευτυχία μέσα στην άστατη ζωή της.


 

Τρίτη, Ιουλίου 13, 2021

Οι Κόρες

 ALEX MICHAELIDES

Οι Κόρες
Διόπτρα, 2021
Μετ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ
Ο συνδυασμός campus novel και ψυχολογικού-αστυνομικού θρίλερ, δημιουργούν ένα καταπληκτικό συνδυασμό λογοτεχνικής γραφής. Αν προσθέσουμε σ' αυτά και την ελληνική μυθολογία, την αρχαία τραγωδία και την αγγλική ποίηση, το ενδιαφέρον κορυφώνεται.
Γεννημένος στην Κύπρο ο συγγραφέας, από Ελληνοκύπριο πατέρα και Αγγλίδα μητέρα, με σπουδές αγγλικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτς, έγινε ευρύτατα γνωστός με το πρώτο του μυθιστόρημα, "Η σιωπηλή ασθενής", που γνώρισε τεράστια επιτυχία, μεταφρασμένο σε πάνω από 40 γλώσσες. 
Δυο  χρόνια μετά μας δίνει το μυθιστόρημα "Οι Κόρες". Ο χώρος όπου διαδραματίζεται το έργο είναι το Κέμπριτς. Έχοντας σπουδάσει σ' αυτό ο συγγραφέας, μας μεταφέρει με τις περιγραφές του στο χώρο του διάσημου πανεπιστημίου: "Το Σεντ Κρίστοφερ ήταν ένα από τα παλαιότερα και ωραιότερα κολέγια του Κέμπριτς. Απαρτιζόταν από διάφορα προαύλια και κήπους που κατηφόριζαν ως το ποτάμι και ήταν χτισμένο σε έναν συνδυασμό από αρχιτεκτονικούς ρυθμούς-γοτθικό, νεοκλασικό, αναγεννησιακό- καθώς με το πέρασμα των αιώνων είχε ξανακτιστεί και επεκταθεί".
Βασική πρωταγωνίστρια του έργου είναι η Μαριάννα. Έχοντας γεννηθεί στην Ελλάδα από Αγγλίδα μητέρα,  πάει για σπουδές στην Αγγλία, ερωτεύεται έναν συμφοιτητή της, τον Σεμπάστιαν, και μένει εκεί. Είναι ψυχοθεραπεύτρια, ειδικευμένη κυρίως στην ομαδική ψυχοθεραπεία. Σ' ένα ταξίδι για διακοπές στη Νάξο, ο Σεμπάστιαν πνίγεται. Η Μαριάννα βυθίζεται σ΄ένα ατέλειωτο πένθος με τις αναμνήσεις να την πλημμυρίζουν.
Σ' αυτή την κατάσταση την βρίσκει ένα τηλεφώνημα από την ανεψιά της Λιζ, που σπουδάζει στο Κέμπριτς και για την οποία η Μαριάννα είναι υπεύθυνη από τότε που οι γονείς της Λιζ σκοτώθηκαν σε δυστύχημα. Η Λιζ ανησυχεί γιατί η Τάρα, η καλύτερή της φίλη, έχει εξαφανιστεί. Η Μαριάννα σπεύδει στο Κέμπριτς, όπου σε λίγο η Τάρα θα βρεθεί νεκρή, ουσιαστικά σφαγμένη, με κομμένο το κεφάλι. Όταν η Μαριάννα γνωρίζει τον καθηγητή της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας και κυρίως της τραγωδίας Έντουαρντ Φόσκα, είναι σίγουρη ότι αυτός είναι ο δολοφόνος. Χαρισματικός καθηγητής, με τις αίθουσες να γεμίζουν όταν αυτός διδάσκει, παριστοιχίζεται από μια ομάδα φοιτητριών που αποτελούν, όπως συχνά συμβαίνει στα Πανεπιστήμια, μια επίλεκτη ομάδα σπουδαστών. Την ομάδα του Φόσκα αποτελούν λευκοντυμένες φοιτήτριες, ονομαζόμενες Κόρες. Όνομα και διότητα ζωής-θανάτου, από την Περσεφόνη, την Κόρη της Δήμητρας που έμενε έξι μήνες στη γη κι έξι στον Άδη. Η Τάρα ήταν μια από τις Κόρες.
Σε λίγο, όταν μια δεύτερη Κόρη θα βρεθεί σφαγμένη, οι υποψίες της Μαριάννας για τη σχέση Φόσκα- δολοφόνου επιβεβαιώνονται. Προπάντων γιατί πριν από κάθε δολοφονία, τα θύματα παίρνουν μια καρτ-ποστάλ, στην οποία αναγράφεται ένα απόσπασμα. Άλλοτε από τους "Ηρακλείδες", άλλοτε από την "Ιφιγένεια εν Αυλίδι", αποσπάσματα από τργωδίες του Ευριπίδη, που μιλούν για σφαγιασμό κόρης ως θυσία.
Στον κύκλο των υπόπτων όμως δεν υπάρχει μόνο ο Φόσκα. Ένας από τους νοσηλευόμενους της Μαριάννας την ακολουθεί σε κάθε της βήμα, ένας νεαρός τον οποίο γνωρίζει στο τρένο γίνεται σκιά της, ο θυρωρός του Κολλεγίου είναι επίσης ύποπτος κ.λπ. Η Μαριάννα επιμένει για τον Φόσκα. Θα είναι άραγε αυτός ή κάποιος από τα πρόσωπα που κανείς δεν υποψιάζεται;
Όλα τα αστυνομικά μυθιστορήματα δημιουργούν στον αναγνώστη την περιέργεια και την αδημονία να φτάσει στο τέλος, να δει ποιος είναι ο ένοχος και γιατί προέβη στο έγκλημα. Και ασφαλώς αισθάνεται μια ικανοποίηση αν τυχόν έχει μαντέψει τον δράστη. Στο μυθιστόρημα του Μιχαηλίδη το ενδιαφέρον κορυφώνεται καθώς στην υπόθεση εμπλέκονται ψυχοθεραπεία, αρχαίες τραγωδίες και Ελευσίνια Μυστήρια.

Δευτέρα, Ιουλίου 05, 2021

Αναπλάθοντας τον Παράδεισο


 Έντμουντ Κίλι
Αναπλάθοντας τον Παράδεισο
(Το ελληνικό ταξίδι, 1937-1947)
Εξάντας, 1999
Μετ. Χρύσα Τσαλικίδου
Ξεφεύγοντας μακριά από πανδημίες, πυρκαγιές, πολιτικές διαμάχες, την ταραχή του σύγχρονου κόσμου, ταξίδεψα για μέρες σε μια άλλη Ελλάδα, σε μια Ελλάδα-Παράδεισο, όπως τον ανάπλασε με το εξαιρετικό του βιβλίο ο παθιασμένος ελληνιστής, καθηγητής της ελληνικής λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον συγγραφέας και μεταφραστής, Έντμουντ Κίλι (γεν.1928).
Ακολουθώντας το ταξίδι του γνωστού Αμερικανού συγγραφέα Χένρι Μίλερ ((1891-1980) και του επίσης γνωστού Άγγλου Λόρενς Ντάρελ (2912-1990) στην Ελλάδα το καλοκαίρι του 1939, μας παρασύρει να ταξιδέψουμε μαζί τους και να δούμε την Ελλάδα με τη δική τους ματιά. Ο Ντάρελ ήταν ήδη από χρόνια εδώ (ζούσε κυρίως στην Κέρκυρα), όταν προσκαλεί τον φίλο του Μίλερ να έρθει για λίγο εδώ. Ο ενθουσιασμός και το πάθος του Μίλερ γεννούν μια μοναδική αγάπη, έναν υπέρμετρο ενθουσιασμό για κάθε γωνιά της Ελλάδας που γνώρισε. Οι σκέψεις και τα συναισθήματά του εκφράζονται σ' ένα βιβλίο που έγραψε μετά την επιστροφή του στην Αμερική και εξεδόθη το 1941 με τίτλο "Ο κολοσσός του Μαρουσιού", το οποίο συνεχώς χρησιμοποιεί ο Κίλι.
Ο Μίλερ και ο Ντάρελ γνωρίζουν τον Σεφέρη, τον ζωγράφο Χατζηκυριάκο Γκίκα, τον ποιητή Αντωνίου, τον Κατσίμπαλη (αυτόν τον οποίο ο Μίλερ αποκαλεί "Κολοσσό") και άλλους πνευματικούς ανθρώπους. Αποκαλούνται "συμμορία των φίλων". Σαν μεθυσμένοι από την ομορφιά της Ελλάδας τριγυρίζουν, θαυμάζουν, συζητούν. Στην Κέρκυρα κολυμπούν στο απίθανο γαλάζιο, στην Αθήνα σταματούν στο Κολωνάκι, στο Ζάππειο, στον Λυκαβητό. Γνωρίζουν την Ελευσίνα, πάνε στην Πελοπόννησο, γοητεύονται με τα νησιά, την Ύδρα, τον Πόρο, τις Σπέτσες, τον Πόρο και το Λεμονοδάσος, με την Κνωσσό, τους Δελφούς, την Επίδαυρο: Γράφει ο Κίλι: "Όποιος καθήσει σ' αυτό το επιβλητικό αμφιθέατρο, όταν είναι άδειο και σε ώρα που ο ήλιος έχει απομακρυνθεί από την καρδιά του μεσημεριού, θα βρει τη σιωπή συντριπτική και το φως όσο μυστηριακό χρειάζεται ώστε να βγάζει στην επιφάνεια τα φαντάσματα των ημιθέων και των ηρώων που είχαν κοσμήσει με την αγέρωχη παρουσία τους τη σκηνή".
Στο βιβλίο δεν αναβιώνει μόνο το φυσικό, το αρχαιολογικό και μυθικό περιβάλλον της Ελλάδας. Αναδεικνύεται και το πνευματικό και λογοτεχνικό περιβάλλον. Αναλύονται ποιήματα του Σεφέρη, του Σικελιανού, γίνεται αναφορά στον Ρίτσο, τον Καρυωτάκη, τον Καβάφη, τον ξεχωριστό ελληνολάτρη Περικλή Γιαννόπουλο. Γράφει ο Κίλι: "Σύμφωνα με τον Κολοσσό, ο Γιαννόπουλος ήταν τρελά ερωτευμένος με την ελληνική γλώσσα, την ελληνική φύση, τα ελληνικά νησιά, τα βουνά, ακόμα και με τα χορταρικά, τόσο τρελά ερωτευμένος που δεν άντεξε κι αυτοκτόνησε". Αυτοκτόνησε στεφανωμένος και μπαίνοντας στη θάλασσα καβάλλα στο άλογό του.
Συμπυκνώνοντας την αγάπη του Ντάρελ και Μίλερ με τη δική του για την Ελλάδα, γράφει ο Κίλι:
ο να γνωρίσεις πέρα ως πέρα την Ελλάδα είναι αδύνατο· για να την καταλάβεις, χρειάζεται να είσαι ιδιοφυΐα· το να την ερωτευτείς είναι το ευκολότερο πραγμα στον κόσμο. Είναι σαν να ερωτεύεσαι το δικό σου θεϊκό είδωλο, που αντικατοπτρίζεται σε χιλιάδες εκθαμβωτικές όψεις".
Τέλος του 1939 οι φίλοι χωρίζουν. Ο πόλεμος έχει αρχίσει. Ο Μίλερ δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ στην Ελλάδα. Ο Έντομουν Κίλι θα συνεχίσει να καταγράφει την πορεία της Ελλάδας και μετά τη διάλυση της "συμμορίας των φίλων", μέχρι το 1947, που δεν είναι πια η Ελλάδα που γνώρισαν ο Ντάρελ και Μίλερ.
Είναι η πρώτη φορά  νιώθω πως η παρουσίασή μου είναι μόνο ένα χλωμό αντιφέγγισμα του βιβλίου. Για το οποίο δεν βρίσκω προσφυέστερο επίλογο από αυτό που γράφει η εξαίρετη κριτικός Ανθούλα Δανιήλ στην παρουσίασή της: "Όποιος δεν διάβασε το βιβλίο θα πρέπει να το διαβάσει και όποιος το διάβασε να το ξαναδιαβάσει. Μονορούφι, με λαχτάρα, αλλά και γουλιά, γουλιά για την απόλαυση της κάθε λέξης".
 
Σημ. από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί και καινούρια έκδοση του βιβλίου (2019).

 

Κυριακή, Ιουνίου 27, 2021

Η αστυνομία της μνήμης


 Γιόκο Ογκάουα
Η αστυνομία της μνήμης
Πατάκης, 2020
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Τρεις βασικά λόγοι με παρακίνησαν στο διάβασμα του βιβλίου της Γιαπωνέζας Γιόκο Ογκάουα (γεν. 1962) "Η αστυνομία της μνήμης": Πρώτο, γιατί πολύ μου είχε αρέσει ένα προηγούμενό της βιβλίο, "Ο αγαπημένος μαθηματικός τύπος του καθηγητή". Δεύτερο, γιατί το παρουσίασε το blog Βιβλιοκαφέ που εμπιστεύομαι και τρίτο, γιατί μου αρέσουν τα έργα επιστημονικής φαντασίας.
Μου άρεσε το βιβλίο, όχι όμως τόσο όσο περίμενα. Εν πρώτοις είναι καταφανής η επίδραση του "1984" του Τζορτζ Όργουελ και του "Φαρενάιτ 451" του Ρέη Μπράντμπερι. Η Ογκάουα είχε μια πολύ καλή ιδέα αλλά, κατά τη γνώμη μου, δεν την εκμεταλλεύτηκε όσο και όπως θα μπορούσε. 
Το θέμα έχει ως εξής: Σε ένα νησί που δεν κατονομάζεται, όπου ζει η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια, αρχίζουν να συμβαίνουν ανεξήγητα, παράδοξα γεγονότα. Αρχίζουν σιγά σιγά να εξαφανίζονται πράγματα. Εξαφανίζονται τα πουλιά, χάνονται τα τριαντάφυλλα, τα καπέλα, οι κορδέλες κ.λπ. Σταδιακά χάνονται πολλά είδη τροφίμων, ενώ το χιόνι πέφτει διαρκώς. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι μαζί με τα πράγματα χάνονται και οι αναμνήσεις των πραγμάτων. Μια αόρατη, παντοδύναμη Αρχή, με όργανα αστυνομικούς της μνήμης, επιβλέπει τον πληθυσμό, συλλαμβάνει και εξοντώνει όποιον εξακολουθεί να θυμάται πράγματα που εξαφανίστηκαν.
Η αφηγήτρια είναι συγγραφέας κι έτσι έχουμε τη γραφή ενός μυθιστορήματος μέσα στο μυθιστόρημα. Όταν αντιλαμβάνεται ότι ο επιμελητής των βιβλίων της που αναφέρεται πάντα ως Ρ. εξακολουθεί να έχει αναμνήσεις και γι' αυτό κινδυνεύει, αποφασίζει να τον κρύψει. Με τη βοήθεια ενός γέρου φίλου της, δημιουργούν ένα μικρό, περίκλειστο δωμάτιο μεταξύ των δύο ορόφων του σπιτιού της, του οποίου η είσοδος, κρυμμένη κάτω από ένα χαλάκι, είναι αδύνατο να βρεθεί.
Την απώλεια των πραγμάτων ακολουθεί η απαγόρευση και το κάψιμο των μυθιστορημάτων. Φωτιές ανάβουν παντού και τα μυθιστορήματα ρίχνονται στην πυρά. Για να έρθει το αποκορύφωμα της απώλειας, με τους ανθρώπους να χάνουν μέλη του σώματός τους.
Στο βιβλίο, γραμμένο το 1994, θα μπορούσαν να δοθούν ποικίλες ερμηνείες και συμβολισμοί. Το χιόνι και η έλλειψη τροφίμων παραπέμπει στην αλλοίωση του περιβάλλοντος και τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Η αστυνομία της μνήμης παραπέμπει στον ολοκληρωτισμό που συμβαίνει στις μέρες μας, όχι πια με τον ναζισμό, τον φασισμό ή τον κομμουνισμό που μπορούν να καταπολεμηθούν, αλλά με την παντοδυναμία των μέσων που μας ελέγχουν και κατευθύνουν κάθε μας κίνηση και στα οποία οικειοθελώς υποτασσόμαστε. Και οι αναμνήσεις από συνήθειες και αντικείμενα περασμένων εποχών χάνονται σιγά σιγά.
Ενδιαφέρον το βιβλίο της Ογκάουα. Θα ήταν όμως νομίζω ακόμα πιο ενδιαφέρον αν η αφήγηση δεν ήταν τόσο επίπεδη, αν είχε περισσότερες κορυφώσεις και ανατροπές.


Δευτέρα, Ιουνίου 21, 2021

Το blog μου έγινε 15 χρονών

21 Ιουνίου 2006-21 Ιουνίου 2021

 

Δεκαπέντε χρόνια...Δεκαπέντε χρόνια στις αναγνωστικές επάλξεις των blogs. Πόσα βιβλία...πόσα διαβάσματα...πόση ζωή σ'αυτά τα δεκαπέντε χρόνια! Συχνά ανατρέχω σ' αυτό το παρελθόν. Μαζί με τα διαβάσματα αναπολώ συνθήκες του βίου. Θυμάμαι γεγονότα της προσωπικής, της τοπικής, της οικουμενικής ζωής.
Δεν ξέρω ποιο θα είναι το μέλλον του βιβλίου στα χρόνια που έρχονται. Μπορεί το βιβλίο με τη μορφή που το ξέρουμε να καταργηθεί. Μπορεί τα βιβλία να καταστραφούν, μπορεί όπως συνέβη στην πραγματικότητα (Ναζί) ή στη λογοτεχνική φαντασία (Φάρενάιτ 451) να καούν. Όμως θα εξακολουθήσουν να ζουν και να κυκλοφορούν στον αόρατο κόσμο του διαδικτύου.

Αγαπημένο μου blog, για άλλη μια χρονιά σε χαιρετώ και νιώθω χαρούμενη κι ευλογημένη που είσαι ακόμα μαζί μου.

Υ.Γ. Χρόνια πολλά για άλλη μια χρονιά και στο προσφιλές, συνομήλικο Βιβλιοκαφέ

Τετάρτη, Ιουνίου 16, 2021

Μια αυτοβιογραφία

 

Agatha Christie
Μια αυτοβιογραφία
Ψυχογιός, 2018
Μετ. Χρήστος Καψάλης
 Τόσο οι βιογραφίες όσο και οι αυτοβιογραφίες είναι ένα λογοτεχνικό είδος που ιδιαίτερα αγαπώ. Όσο κι αν ξέρω ότι σ' αυτές μπορεί να προβάλλεται μια εξωραϊσμένη άποψη της ζωής ή να παρουσιάζονται γεγονότα κατ' επιλογήν, εντούτοις είναι είδος που μου ασκεί ιδιαίτερη γοητεία. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη βιογραφία μιας τόσο αγαπημένης συγγραφέως, που τα βιβλία της μου κρατάνε απολαυστική συντροφιά εδώ και δεκαετίες, που οι βασικοί της ήρωες, ο Ηρακλής Πουαρό και η Μις Μαρπλ έπαψαν να είναι δημιουργήματα φαντασίας και έγιναν γνωστά, υπαρκτά πρόσωπα.
 Η Άγκαθα Κρίστι άρχισε να γράφει την αυτοβιογραφία της το 1950 και σταμάτησε το 1965. Ομολογώ ότι δεν ήταν αυτό που περίμενα. Ογκωδέστατη (πάνω από 700 σελίδες), δεν είναι μια τυπική βιογραφία. Δεν ακολουθεί μια συγκεκριμένη χρονολογική σειρά, ελάχιστες χρονολογίες αναφέρει, γράφει όπως της έρχονται οι αναμνήσεις. Το γράφει η ίδια στην εισαγωγή της: "Η λέξη αυτοβιογραφία παραείναι μεγαλόσχημη. Υπαινίσσεται μια συγκροτημένη μελέτη ολόκληρης της ζωής ενός ανθρώπου. Υπαινίσσεται ονόματα, ημερομηνίες και τόπους, αραδιασμένα σε τακτή, χρονολογικη σειρά. Αυτό που θέλω είναι να βουτήξω το χέρι μου στα τυφλά σε ένα βάζο και να τραβήξω από μέσα μια χούφτα ανάκατες αναμνήσεις".
Και αυτό πράγματι κάνει. Χρονολογίες δεν υπάρχουν, εκτός από ελάχιστες. Ούτε πότε γεννήθηκε αναφέρει, ούτε πότε παντρεύτηκε ούτε πότε εξεδόθη το πρώτο της βιβλίο. Περίμενα περισσότερες λεπτομέρειες για τα έργα της, πώς άρχισε να γράφει, πώς εμπνέεται τις ιστορίες της κ.λπ. Αναφέρεται βέβαια και σ' αυτά, αλλά πολύ περισσότερα γράφει για την οικογένειά της, τα παιδικά χρόνια, για τα πάμπολλα ταξίδια που έκανε, για την παρακολούθηση των ανασκαφών στην αρχαία Μεσοποταμία που αγάπησε ιδιαίτερα. Αναφέρεται ακόμα στον πρώτο της σύζυγο, τον Άρτσι Κρίστι, στρατιωτικό, υπαξιωματικό στην αεροπορία, στη γέννηση της κόρης της, στον κλονισμό της όταν ο Άρτσι της ανακοίνωσε ξαφνικά ότι ήταν ερωτευμένος με άλλη και ζητούσε διαζύγιο. Γράφει για τη γνωριμία με τον δεύτερο σύζυγό της, τον αρχαιολόγο Μαξ Μαλόουαν που όλοι την απέτρεπαν να τον παντρευτεί επειδή ήταν νεότερός της, αλλά με τον οποίο έζησε μια ευτυχισμένη ζωή.
Δεκάδες πρόσωπα κυκλοφορούν στο βιβλίο. Η οικογένειά της, οι παιδικές φίλες, γκουβερνάντες, υπηρετικό προσωπικό, που περιγράφονται με τόσες λεπτομέρειες που απορείς πώς μπορεί να τα θυμάται όλα αυτά. Συνεχώς σχολιάζει τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε τόσο η οικογένεια των γονιών της όσο και η ίδια πριν γίνει γνωστή, πράγμα που σε κάνει να απορείς πώς είχαν πάντοτε υπηρεσία (και  όχι μόνο ένα πρόσωπο), ή πώς μπόρεσε να διδαχτεί η ίδια κατ' οίκον και όχι σε τυπικό σχολείο. Διδάχτηκε Γαλλικά στο σπίτι με γκουβερνάντα, πιάνο, χορό, ήταν καλή παίκτρια του τέννις, του γκολφ και του μπρίτζ. Λάτρευε τα ταξίδια, ειδικά με τα τρένα και προπάντων το αγαπημένο της Οριάν Εξπρές (πώς μπορούμε να ξεχάσουμε ένα από τα καλύτερά της μυθιστορήματα, "Φόνος στο Οριάν Εξπρές ";). Αν και έζησε σε πολλά σπίτια, τα οποία περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια, ποτέ δεν ξέχασε το πατρικό της, το Άνσφιλντ, στο Τορκί όπου είχε γεννηθεί.
Πέρα από τα γεγονότα της προσωπικής της ζωής που φωτίζουν την προσωπικότητά της, εκείνο που βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην "Αυτοβιογραφία" είναι ο φωτισμός μιας άλλης εποχής, ο τρόπος ζωής "εκείνα τα χρόνια", όπως συχνά αναφέρει η Κρίστι. Προπάντων βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσες τις σκέψεις που, με αφορμή γεγονότα της ζωής της, ενσπείρει στη γραφή της. Γράφει για παράδειγμα: "Ένα από τα πιο τυχερά πράγματα που μπορούν να σου συμβούν στη ζωή είναι να έχεις μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Εγώ είχα μια πολύ ευτυχισμένη παιδική ηλικία. Είχα ένα σπίτι κι έναν κήπο που λάτρευα, μια σοφή και υπομονετική Γιαγιά, ως πατέρα και μητέρα δυο ανθρώπους που αγαπούσαν πολύ ο ένας τον άλλο και πέτυχαν στον γάμο τους και ως γονείς".
Αλλού σημειώνει: "Πάντοτε όταν ξυπνούσα, είχα εκείνη την αίσθηση που είμαι βέβαιη πως έρχεται φυσικά σε όλους μας, τη χαρά που ήμουν ζωντανή. Δεν εννοώ πως το αισθάνεσαι συνειδητά-δεν το αισθάνεσαι-, αλλά είσαι εκεί, είσαι ζωντανή, και ανοίγεις τα μάτια σου, και έχει ξημερώσει μια ακόμα μέρα, ένα ακόμα βήμα, ας πούμε, στο ταξίδι σου προς έναν άγνωστο τόπο. Εκείνου του πολύ συναρπαστικού ταξιδιού που είναι η ζωή σου. Όχι πως θα ήταν απαραίτητα συναρπαστική  ως ζωή, όμως θα είναι συναρπαστική για εσένα, επειδή είναι η δική σου ζωή. Αυτό είναι ένα από τα σπουδαία μυστικά της ύπαρξης, το να απολαμβάνεις το δώρο της ζωής που σου έχει δοθεί".
 Και η τελευταία σκέψη καθώς τελειώνει την αυτοβιογραφία της:
ι απομένει να πω στα εβδομήντα πέντε μου χρόνια; "Δόξα τω Θεώ για την καλή μου ζωή και για όλη την αγάπη που μου πρόσφερε".

Παρασκευή, Μαΐου 28, 2021

Αύγουστος


 JOHN WILLIAMS
Αύγουστος
Gutenberg, 2017
Μετ. Μαρία Αγγελίδου
Διερωτώμαι γιατί ένα τόσο σπουδαίο βιβλίο, πρωτοδημοσιευμένο (στα Αγγλικά) το 1973, άργησε τόσο πολύ να κυκλοφορήσει στην ελληνική του μετάφραση. Ένα  βιβλίο τρομερά ενδιαφέρον, ένα βιβλίο που μιλά για το παρελθόν κι όμως είναι σαν να διαβάζουμε σύγχρονη ιστορία. Ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Βιργίλιος, ο Μάρκος Αντώνιος, η Κλεοπάτρα, ο Οράτιος, ο Βρούτος, ο Κάσσιος, ο Οβίδιος, ο Μαικήνας και πλήθος άλλοι, άνθρωποι που έζησαν είκοσι αιώνες πριν από την εποχή μας γίνονται πρόσωπα του παρόντος. Δραπετεύουν από τις ψυχρές σελίδες της Ιστορίας και γίνονται ,σύγχρονοι, άνθρωποι με συναισθήματα, σκέψεις, γίνονται πολιτικοί αντίπαλοι ή στοργικοί γονείς, ευαίσθητοι ή σκληροί, με πολιτικές επιδιώξεις και συνωμοσίες, αλλά και με απλά όνειρα, με την απόλαυση μιας συζήτησης, ενός γλεντιού ή τη χαρά από την ομορφιά της φύσης.
Πολύ διαφορετικό στην τεχνική από άλλα ιστορικά μυθιστορήματα, ακόμα και μυθιστορήματα που αντλούν από τη Ρωμαϊκή Ιστορία, το "Εγώ ο Καύδιος" του Ρόμπερτ Γκρέηβς ή το "Αδριανού απομνημονεύματα" της Γιουρσενάρ, ο "Αύγουστος" του Τζον Γουίλιαμς είναι γραμμένος με τρόπο που  του προσδίδει  διαχρονικότητα, το καθιστά σύγχρονο και οικείο, αν και απαιτεί κάποια προσπάθεια, κάποιο πνευματικό μόχθο από μέρους του αναγνώστη ωσότου κατανοήσει την τεχνική του και προσαρμοστεί στον ρυθμό του. Είναι η τεχνική της ποικίλης επιστολογραφίας, που δεν ακολουθεί όμως κατ' ανάγκη χρονολογική σειρά. Είναι καταγραφές συγχρόνων, άλλοτε επιστολές, άλλοτε αποσπάσματα απομνημονευμάτων ή ημερολογίων, κάποτε πρακτικά της Συγκλήτου. Μέσα από όλα αυτά τα ντοκουμέντα (φανταστικά να δεχτούμε την άποψη του συγγραφέα που μας προτρέπει: "Αν υπάρχουν αλήθειες σ' αυτό το έργο, είναι μάλλον οι αλήθειες της λογοτεχνίας παρά της ιστορίας. Θα είμαι ευγνώμων στους αναγνώστες που θα το διαβάσουν ακριβώς ως έργο φαντασίας") προβάλλει κυρίως η μορφή του Ρωμαίου αυτοκράτορα Οκταβιανού Αυγούστου. Του χαρακτήρα του, των αγώνων του, της στερέωσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της επικράτησης για δεκαετίες της περίφημης Pax Romana. Στα χρόνια του Αυγούστου (63 π.Χ.-14 μ.Χ.) οι εμφύλιες έριδες σταμάτησαν, οι βάρβαροι λαοί κρατήθηκαν μακριά από τα σύνορα της ρωμαϊκής επικράτειας, οι τέχνες και τα γράμματα άνθησαν.
Το έργο αρχίζει με μια επιστολή του Ιουλίου Καίσαρα προς την ανεψιά του Άτια, μητέρα του Οκτάβιου Αυγούστου, δίνοντας οδηγίες για την εκπαίδευση και τη μόρφωσή του. Ο Οκταβιανός είναι 18 χρονών, ένα παιδί, όπως συχνά τον αποκαλούν. Σ' αυτή την εκπαίδευση αχώριστοι φίλοι και σύντροφοι  ο Μαικήνας, ο Αγρίππας και ο Σαλβιδιηνός, που θα μείνουν φίλοι του ως το τέλος. Να ποια είναι η εντύπωση που έδινε όπως γράφει ο Μαικήνας, χρόνια αργότερα στον ιστορικό Τίτο Λίβιο: "Μου φάνηκε ευχάριστο και συμπαθητικό παιδί, τίποτα περισσότερο, με πρόσωπο λεπτεπίλεπτο, απ' αυτά που δείχνουν ανήμπορα ν' αντέξουν τα χτυπήματα της μοίρας. Με χαρακτήρα διστακτικό και ντροπαλό, σαν τους ανθρώπους που δεν  μπορούν να βάλουν στόχο και να τον φτάσουν. Με φωνή ευγενική, απ' αυτές που δεν μπορούν να ξεστομίσουν τα σκληρά λόγια τ' απαραίτητα σ' έναν ηγέτη. Σκέφτηκα πως θα γινόταν ίσως άνθρωπος των γραμμάτων, φυγόπονος φιλόσοφος, πως δεν είχε καν τη δύναμη ή την αποφασιστικότητα να γίνει συγκλητικός, όπως θα μπορούσε χάρη στο όνομα και στην περιουσία του". 
Κι έτσι συνεζίζεται το μυθιστόρημα. Γράφει ο Κικέρωνας στον Βρούτο, ο Μάρκος Αντώνιος στον Λέπιδο ή στην Κλεοπάτρα, ο Οράτιος στον Βιργίλιο κ.ο.κ. Έτσι προχωρεί το πρώτο μέρος του βιβλίου και μέσα από όλη αυτή την επιστολογραφία, τα απομνημονεύματα, τα πρακτικά, ανασυνθέτουμε την Ιστορία: Τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα (το 44 π.Χ,) τη διαδοχή του από τον Αύγουστο, όπως ο Καίσαρας είχε ορίσει, τη σύναψη της τριανδρίας Αυγούστου-Μάρκου Αντώνιου-Λέπιδου, την εξόντωση του Πομπηίου, την ήττα των δολοφόνων του Καίσαρα στους Φιλίππους (το 42 π.Χ.), τη διαμάχη Αυγούστου-Μάρκου Αντώνιου και την ήττα του δεύτερου (μαζί με την Κλεοπάτρα) στο Άκτιο (το 31 π.Χ.) και την πλήρη επικράτηση του "ενός και μόνου", του Οκταβιανού Αυγούστου.
Το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος έχει ως επίκεντρο την Ιουλία, αγαπημένη κόρη του Αυγούστου, εξορισμένη όμως από τον ίδιό της τον πατέρα σ' ένα μικρό νησί, την Παντατερία. Εκεί αναλογίζεται τη ζωή της, τους τρεις γάμους που της επέβαλε ο πατέρας της, τους έρωτες, αλλά και την έκλυτη ζωή της, πράγμα που οδήγησε στην εξορία της. Μιλάει προπάντων για τον ξεχωριστό έρωτα της ζωής της, τον Ίουλο Αντώνιο, που αυτοκτόνησε όταν ανακαλύφθηκε η συνωμοσία που εξύφαινε εναντίον του Αυγούστου. Πόσες αυτοκτονίες, πόσες δολοφονίες, πόσος θάνατος σ' αυτό το βιβλίο...
Στο τρίτο μέρος ακούμε επιτέλους και τη φωνή του ίδιου του Αυγούστου. Γράφει στον φίλο του Νικόλαο Δαμασκηνό. Είναι πια 76 χρονών, άρρωστος, ξέρει ότι το τέλος του είναι κοντά. Αναμνήσεις από όλη τη ζωή του, οι στόχοι, οι επιτυχίες, η επιθυμία του ν' αλλάξει τον κόσμο. Αναρωτιέται για το νόημα της ζωής, για τις δυνάμεις που κινούν την πορεία μας στον κόσμο. Γράφει: "Μεγαλώνοντας, κι ενώ ο κόσμος συνεχώς λιγοστεύει γύεω μου, συλλογίζομαι όλο και πιο συχνά αυτές τις δυνάμεις που μας σπρώχνουν μέσα στο χρόνο. Οι θεοί δεν νοιάζονται για τον δύστυχο άνθρωπο, που παλεύοντας προχωράει το δρόμο του πεπρωμένου του. Και του μιλούν τόσο λοξά και μπερδεμένα, που τελικά αναγκάζεται να ορίσει μόνος του τα νοήματα και τα μηνύματά τους".
Ίσως αυτές τις τελευταίες ώρες να θυμάται την τελευταία ομιλία που είχε με την κόρη του, όπως εκείνη την αναφέρει. "Πατέρα", ρώτησα, "άξιζε τον κόπο; Η εξουσία σου, η Ρώμη αυτή που έχτισες; Άξιζε όλους τους κόπους και τις θυσίες που αναγκάστηκες να κάνεις;" Ο πατέρας μου με κοίταξε ώρα πολλή πριν απαντήσει. Τέλος, απόστρεψε το βλέμμα του. "Πρέπει να πιστεύω ότι άξιζε", είπε. "Πρέπει κι οι δυο μας να το πιστεύουμε αυτό".
Το βιβλίο του Τζον Γουίλιαμς δεν προσφέρει μόνο ιστορική γνώση. Γίνεται για τον καθένα μας αφορμή να αναλογιστούμε πάνω στο νόημα της ζωής, στον αγώνα για δύναμη και εξουσία, στο τι θα έχουμε να αφήσουμε στον κόσμο με τον τελευταίο μας απολογισμό. 

 

Τετάρτη, Μαΐου 12, 2021

Πύλη εισόδου


 Μάρω Δούκα
Πύλη εισόδου
Πατάκης, 2019
Η Μάρω Δούκα είναι γνωστή, καταξιωμένη, πολυβραβευμένη συγγραφέας, που εδώ και σαράντα χρόνια με επιτυχία υπηρετεί την τέχνη της λογοτεχνικής γραφής. Έργα της όπως "Η αρχαία σκουριά", "Αθώοι και φταίχτες" κ.ά. είναι βιβλία που ξεχωρίζουν στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. 
Σε αντίθεση με τα περισσότερα έργα της που έχουν ιστορικό υπόβαθρο, το πιο πρόσφατο μυθιστόρημά  της, η "Πύλη εισόδου", όχι μόνο διαδραματίζεται στο παρόν, αλλά έχει και άμεση σχέση με τη σύγχρονη τεχνολογία. "Πύλη εισόδου", ο τίτλος. Αμέσως μας εισάγει στη σύγχρονη εποχή, στην κυριαρχία του διαδικτύου. Πύλη εισόδου, με άλλα λόγια είτε ο browser, ο τρόπος εισόδου δηλαδή στον αχανή κόσμο του διαδικτύου, είτε η πύλη εισόδου στο πιο διαδεδομένο, εύχρηστο και δημοφιλές διαδικτυακό μέσο επικοινωνίας, το face book.
Ένας απέραντος μονόλογος είναι ολόκληρο το βιβλίο. Μονόλογος μιας ηλικιωμένης Αθηναίας, της Αφεντούλας Μπακάλογλου, που αρχίζοντας από τον Ιανουάριο (2017) και καταλήγοντας  στον Αύγουστο, καταγράφει τις σκέψεις της, όπως (υποτίθεται) τις γράφει στο fb. Ποια είναι όμως η Αφεντούλα; Πουθενά στις ημερολογιακές της καταγραφές δεν εμφανίζεται μ' αυτό το όνομα. Συνήθως γράφει ως Αίθρα Βλαντή, αλλού "κοινοποιεί" ως Σεβαστή Μαρίνου. Και η Καίτη Καλή; Και η Πελαγία; Μήπως η Αίθρα Βλαντή επινόησε την Αφεντούλα ή μήπως η Αφεντούλα γράφει ως Αίθρα Βλαντή; Ή μήπως όλες, και προπάντων η κεντρική ηρωίδα, είναι αποκυήματα της συγγραφικής φαντασίας κάποιου Λακάν Λακάν που γράφει την εισαγωγή και τον επίλογο του βιβλίου; Σαφώς, νομίζω, η συγγραφέας υποδηλοί τον ανώνυμο και ψευδώνυμο κόσμο του διαδικτύου. Μπορείς εκεί να δηλώσεις όποιο όνομα θέλεις, μπορείς να υποδυθείς όποιο ρόλο επιθυμείς. Ενδεικτικοί και οι σύχρονοι όροι: Λάπτοπ, προφίλ, λάικ, τοίχος, κοινοποίηση, ανάρτηση, ουάου, καρδούλες κ.λπ. που ενσπείρονται στο μυθιστόρημα.
Όμως το βασικό πρόσωπο παραμένει η Αφεντούλα. Μια ηλικιωμένη, μοναξιασμένη Αθηναία, που καταγράφει συνειρμικά τις σκέψεις της. Γράφει για τις καθημερινές της ασχολίες, τη βόλτα στη λαϊκή, τον περίπατο στη γειτονιά. Για τις τρεις κόρες της, τις σχέσεις της μαζί τους, τα προβλήματά τους, για τον πεθαμένο σύζυγό της, για φίλους από τα παλιά και καινούριες γνωριμίες. Άλλοτε θυμάται την παιδική ηλικία, τους γονείς, τον τυραννικό πατέρα, τα όνειρά της να σπουδάσει που έμειναν όνειρα, τις παλιές γειτονιές της Αθήνας, τις αλλαγές που έφερε ο χρόνος, πολιτικά γεγονότα, τους μετανάστες. "Πολύ συγκινήθηκα που ξανάδα έπειτα από τόσα χρόνια την παλιά μου γειτονιά. Μεσημεράκι. Άκουγα να λένε ότι αναβαθμίστηκε, κι όμως δεν είχα το κουράγιο, την όρεξη, πες, να περπατήσω ως εκεί, να εξακριβώσω ιδίοις όμμασι. Και τι είδα; Την πίκρα είδα, την απελπισία, την εγκατάλειψη. Καμία σχέση ο δρόμος που μεγάλωσα και τα γύρω στενά μ' αυτό που έβλεπα". (...)"Εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα, από δω ξεκινούσα κάθε πρωί τόσο δρόμο ως την Πλάκα με την Αίθρα για το σχολείο, μ' αρέσει ή όχι, στη θέση της υπομονετικά πάντα η παλιά μου γειτονιά, στη θέση τους και τα χαλάσματα, τα ξέσκεπα, το πατρικό μας που γκρεμίστηκε για να χτιστεί στη θέση του το μελαγχολικό ξενοδοχείο".
Η Αφεντούλα έρχεται να ενώσει τη φωνή της με τις φωνές της Εκάβης και της Νίνας του Ταχτσή. Εκείνες μίλησαν για τη ζωή και τα πάθη μιας περασμένης για μας εποχής. Η Αφεντούλα εκπροσωπεί τη σύγχρονη, μοναξιασμένη γυναίκα του 21ου αιώνα.


Τετάρτη, Απριλίου 28, 2021

Η εμμονή της μνήμης


 Ελένη Κ. Τσαμαδού
Η εμμονή της μνήμης
Ψυχογιός, 2021
γαπητή Αναγνώστρια, καλό απόγευμα. Έπεσα τυχαία στο blog σου και μου άρεσε. Είναι προφανές πως έχεις διαβάσει πολύ και πολλά. Σε ορισμένα σημεία οι απόψεις σου συμπίπτουν με τις δικές μου, σε άλλα όχι. Μου αρέσει όμως ο τρόπος γραφής σου και πρέπει να σου εξομολογηθώ ότι μου άνοιξες την όρεξη να διαβάσω το βιβλίο της παλιάς σου φίλης".
Ήταν  Τρίτη, 29 Μαΐου 2007, όταν βρήκα αυτό το σχόλιο στο blog μου. Έτσι άρχισε η γνωριμία μου με την Ελένη Τσαμαδού, μέσα από τον άυλο και αόρατο κόσμο του διαδικτύου, κι ας λένε ότι η σύγχρονη τεχνολογία απομονώνει και αποξενώνει. Μια γνωριμία που εξελίχθηκε σε φιλία. Συναντηθήκαμε στην Κύπρο τo 2008. Συναντηθήκαμε πολύ περισσότερρες φορές στην Αθήνα. Ποτέ δεν μας έφτανε ο χρόνος να μιλάμε για βιβλία, για εμπειρίες, για απόψεις  ζωής. Έχω διαβάσει όλα της τα βιβλία, έχω γράψει γι' αυτά και τώρα έχω την ιδιαίτερη χαρά να κρατάω στα χέρια μου το πιο πρόσφατο βιβλίο της, την "Εμμονή της μνήμης". Όχι μόνο χαρά αλλά και συγκίνηση, αφού με τη μυθοπλασία συνδυάζονται ιστορικές στιγμές από το παρελθόν και το παρόν της ιδιαίτερής μου πατρίδας. Η ιστορία μας, εξαρτημένη από τη γεωγραφία μας, βρίθει κατακτήσεων, βασάνων, δυστυχιών.
Στο πολυσέλιδο μυθιστόρημα παρόν και παρελθόν συνείρονται. Άλλωστε το παρόν ποτέ δεν είναι άσχετο με το παρελθόν. Τόσο το συλλογικό όσο και το ατομικό. Το παρόν της κάθε χώρας, του κάθε λαού, άμεσα σχετίζεται με το παρελθόν του. Αλλά και ο καθένας μας, πέρα από τη συλλογική εθνική μνήμη και συνείδηση, κουβαλάει και όσα του κληροδότησαν γενιές προγόνων του. Τη συλλογική ιστορία του τόπου κατορθώνει η Ελένη Τσαμαδού να συνδυάσει με άκρα επιτυχία με τις ατομικές ιστορίες των ηρώων της. Μπορεί κάποια γεγονότα να φαίνονται σαν απίθανες συμπτώσεις. Άπειρες όμως τέτοιες συμπτώσεις συναντάμε συχνά στην καθημερινότητά μας.
Η ιστορία αρχίζει τον Απρίλιο του 2010 κατά τη διάρκεια μιας υπερατλαντικής πτήσης, από την Αμερική προς το Λονδίνο. Το αεροπλάνο θ' αναγκαστεί να σταματήσει στο Δουβλίνο, γιατί μια έκρηξη ηφαιστείου στην Ισλανδία εκτόξευσε τέφρα που εμπόδιζε τις πτήσεις της βόρειας Ευρώπης. Στην τριήμερη στάση  μια νέα επιβάτις, η Ντέφνι Χάρρις και ένας νέος δικηγόρος, ο Φοίβος Δημητρίου, γνωρίζονται και λόγω των συνθηκών έχουν μια σύντομη, πρόσκαιρη σχέση. Εκείνη οδεύει προς την Άγκυρα να δει τον ετοιμοθάνατο πατέρα της, εκείνος στην πατρίδα του την Κύπρο. Οι δρόμοι τους χωρίζουν.
Η Ντέφνι ή Ντεφνέ στα τούρκια ή Δάφνη στα ελληνικά, μόλις προλαβαίνει τον πατέρα της. Υπήρξε ανώτερος στρατιωτικός, είχε υπηρετήσει σε διάφορες πρεσβείες, γι' αυτό και η Ντέφνι είχε ζήσει τα περισσότερα χρόνια στο εξωτερικό κι είχε φοιτήσει σε ξένα σχολεία. Στα κατάλοιπα του Τούρκου πατέρα της με έκπληξη βρίσκει ένα χρυσό σταυρό κι ένα αρχαίο ελληνικό νόμισμα, που της δημιουργούν πολλές απορίες. Ήξερε πως ο πατέρας της είχε πολεμήσει το 1974 στην Κύπρο. Να ήταν άραγε λάφυρα του πολέμου εκείνου; Η πρόσκληση της Αϊρίν, μιας Αγγλίδας φίλης της από τα μαθητικά χρόνια στην Αγγλία που τώρα ζει στην Κύπρο, τη φέρνουν στο νησί. Ευκαρία να ερευνήσει  την προέλευση των περίεργων ευρημάτων. Όχι όμως μόνο γι' αυτά. Τη βασανίζουν και κάποιες άλλες απορίες που αφορούν την παιδική της ηλικία, τη μητέρα της που είχε αυτοκτονήσει, κάποιες ανεξήγητες αναλαμπές της μνήμης.
Η Ελένη Τσαμαδού την ξέρει την Κύπρο. Την ξέρει και την αγαπά. Είχε ζήσει για δυο χρόνια εδώ (1978-1980) με τον αείμνηστο σύζυγό της, τον Κίμωνα, που υπηρετούσε ως διοικητής του Ναυτικού. Χρόνια δύσκολα, με νωπή ακόμα την καταστροφή, τους πρόσφυγες, τους αγνοούμενους, τα κατεστραμμένα χωριά και πόλεις. Αυτή η αγάπη  και η νοσταλγία την κάνει να μας δώσει ωραίες εικόνες της Λευκωσίας, της Κερύνειας, του Πέλλαπαϊς με την καταπληκτική ομορφιά και τη μυρωδιά των λεμονανθών.
Με τη μεσολάβηση της φίλης της η Δάφνη προσλαμβάνεται ως γραμματέας ενός Άγγλου ιστορικού, ερευνητή κλασικών και μεταβυζαντινών σπουδών. Η εργασία κοντά του γίνεται αφορμή να ανατρέξει στον Λεόντιο Μαχαιρά, στις τελευταίες βασίλισσες της Κύπρου, την Ελένη Παλαιολογίνα, την Κατερίνα Κορνάρο και στη δραματικότατη αφήγηση του Άγγελου Γάττου για την κατάληψη της Αμμοχώστου από τους Τούρκους το 1571. Οι τραγικές στιγμές και το μαρτυρικό τέλος του υπερασπιστή της πόλης, Μαρκαντώνιου Βραγαδίνου δεν μπορούν να αφήσουν κανένα ασυγκίνητο. 
Μα η Δάφνη δεν ζει μόνο το παρελθόν. Ζει και το παρόν, τη δική της προσωπική ιστορία, γεμάτη απρόοπτα και ανατροπές. Η μνήμη δεν χάνεται, η μνήμη εμμένει. Η ιστορική μνήμη, αλλά και η ατομική μνήμη της Δάφνης θα βγει κάποια στιγμή στην επιφάνεια. Πόσο δύσκολο είναι αφενός να θέλω να μιλήσω για όλα όσα ο συνδυασμός ιστορικής έρευνας  με τις τύχες των μυθιστορηματικών προσώπων δημιουργεί  στο εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα κι αφετέρου να μην πρέπει να αποκαλύψω στοιχεία από τη συνέχεια!
Νομίζω πως ο γνωστός πίνακας του Σαλβατόρ Νταλί "Η εμμονή της μνήμης" βρίσκει τη λογοτεχνική του έκφραση στο μυθιστόρημα της Έλλεν: 
 "Τα ρολόγια που λιώνουν αντιπροσωπεύουν το χάσιμο της σημασίας του χρόνου που θέλει να δείξει ο Νταλί. Τα μυρμήγια που περπατούν πάνω στο ρολόι αντιπροσωπεύουν τη φθορά του χρόνου. Ο τίτλος του έργου αφορά την ικανότητα της μνήμης να συγκρατείται στον χρόνο, καθώς αυτός φθείρεται γύρω της".
Άκρως συγκινητική η αφιέρωση της συγγραφέως: 
"Για εκείνους που δεν γύρισαν
 και εκείνους που περίμεναν και περιμένουν".
 Αγαπητή Έλλεν,
ευχαριστούμε





Κυριακή, Απριλίου 11, 2021

Το πικρό ποτήρι


 Λένα Διβάνη

Το πικρό ποτήρι

[Ο Καποδίστριας, η Ρωξάνδρα και η Ελλάδα]

Πατάκης, 2020

"Μεγάλα μνημεία, αγάλματα και στολίδια περιττά δεν ορθώθηκαν στην τελευταία του κατοικία. Το μνήμα του είναι διακριτικό, λιτό, όπως  εκείνος. Ακόμα και σήμερα, αν θέλεις να το βρεις, δε θα 'ναι εύκολο, αφού δεν είναι σε δημόσια θέα, πρέπει να το αναζητήσεις. Στο μάρμαρο που τον σκεπάζει είναι χαραγμένο μόνο το όνομά του και από κάτω: "Κυβερνήτης της Ελλάδος". Κρίμα που δε χάραξαν μια φράση που είπε κάποτε και ήταν οδηγός για τη ζωή του: "Ας λέγουν και γράφουν ό,τι θέλουν. Θα έλθει όμως κάποτε καιρός, ότε οι άνθρωποι κρίνονται όχι σύμφωνα με όσα είπον ή έγραψαν περί των πράξεών των, αλλά κατ' αυτήν την μαρτυρίαν των πράξεών των".
Διερωτώμαι αν υπάρχει πια κάτι άγνωστο, κάποια πτυχή της ζωής του που δεν γνωρίζουμε. Βιογραφίες, κείμενα, άρθρα, μελέτες, δημοσιεύματα έχουν αποκαλύψει τα πάντα για τη ζωή, τη δράση και το άδικο τέλος του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, του Ιωάννη Καποδίστρια. Κι όμως με αδιάπτωτο ενδιαφέρον αναζητώ και διαβάζω κάθε καινούριο δημοσίευμα. Όχι μόνο γιατί θαυμάζω απεριόριστα τον πολιτικό και τον άνθρωπο, αλλά υποσυνείδητα ίσως γιατί θέλω να ξεχνώ τους σύγχρονους πολιτικούς. 
Δυο χρόνια πριν, το 2019, κυκλοφόρησε το βιβλίο της Καρολίνας Μέρμηγκα "Κάτι κρυφό μυστήριο" που αναφερόταν κι αυτό στον Καποδίστρια. Πιο πρόσφαταα το βιβλίο της Λένας Διβάνη, "Το πικρό
 ποτήρι". Πιο μυθιστορηματικό το πρώτο βιβλίο, πιο ιστορικό το δεύτερο. Για άλλη μια φορά βυθιζόμαστε στον 19ο αι., στους Ναπολεόντειους πολέμους, στον αγώνα της Ελλάδας όχι απλώς να ελευθερωθεί από τον τουρκικό ζυγό, αλλά να υπάρξει ως κράτος. Είναι η εποχή της Ιεράς Συμμαχίας, των ισχυρών που προσπαθούν να καταπνίξουν κάθε προσπάθεια των υπόδουλων λαών για ελευθερία. Μέσα σ' αυτό το κλίμα αναταράξεων και αναταραχών μεγαλώνει ο Καποδίστριας. Γεννημένος το 1776 στην Κέρκυρα, από οικογένεια ευγενών (ο πατέρας του δικηγόρος, η μητέρα του, Διαμαντίνα Γονέμη με καταγωγή από παλιά, αριστοκρατική οικογένεια της Κύπρου) σπουδάζει γιατρός στην Ιταλία. Η ανάμιξή του στην πολιτική και ποικίλες συγκυρίες τον φέρνουν στη Ρωσία, στη θέση του Υπουργού εξωτερικών του Τσάρου. Εκεί θα γνωρίσει και τον μοναδικό έρωτα της ζωής του, τη Ρωξάνα Στούρτζα, την οποία όμως δεν παντρεύτηκε ποτέ, σχέση μαρτυρημένη από τα ημερολόγια και την αλληλογραφία τους.
Ενώ βρίσκεται στην υπηρεσία του Τσάρου και αναλαμβάνει διάφορες διπλωματικές αποστολές, μεταξύ των οποίων σημαντικότατη υπήρξε η συμβολή του στη δημιουργία του ομόσπονδου κράτους και του συντάγματος της Ελβετίας, του προτείνουν να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας που είχε ήδη συσταθεί, προετοιμάζοντας την Επανάσταση. Ο Καποδίστριας αρνείται. Αφενός γιατί πίστευε ότι ως υπουργός του Τσάρου θα μπορούσε να βοηθήσει καλύτερα την Επανάσταση και αφετέρου γιατί είχε την άποψη πως δεν ήταν ακόμα καιρός για την εξέγερση.
Θα αναλάβει όμως ως Κυβερνήτης της Ελλάδας, όταν τον καλεί η Τρίτη Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, το 1827. Ποιας Ελλάδας όμως; Η επανάσταση δεν είχε τελειώσει, κράτος δεν υπήρχε ακόμη, η Τουρκία αντιδρά, δέχεται να ελευθερωθεί μόνο η Πελοπόννησος, συνέδρια, πρωτόκολλα, ανταγωνισμός Ρώσων-Άγγλων-Γάλλων, στα οποία ο Καποδίστριας αγωνίστηκε για να επιτύχει τελικά ένα κράτος που περιλαμβανόταν μόνο κάτω από τη νοητή γραμμή μεταξύ του κόλπου του Βόλου και του κόλπου της Άρτας. Κράτος; Ποιο κράτος; Χωρίς δομές, με ερειπωμένη ύπαιθρο, με προκρίτους και κοτζαμπάσηδες να διαμαρτύρονται γιατί έχαναν τα προνόμιά τους, με χρέη για δάνεια που  σπαταλήθηκαν στους εμφύλιους...
Σ' αυτό το χάος αγωνίστηκε να βάλει τάξη ο αγνός πατριώτης που εγκατέλειψε όχι μόνο πολιτική θέση και αξιώματα, αλλά θυσίασε και την προσωπική του ευτυχία για χάρη της πατρίδας του. Τρία χρόνια τον άφησαν να κυβερνήσει. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 οι σφαίρες των δολοφόνων τον βρίσκουν έξω από την εκκλησία του Αγ. Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.
"Οι πολιτικοί να γίνονται υποδείγματα να εμπνέουν και να παραδειγματίζουν για την προσωπική και τη δημόσια ζωή και να είναι έτοιμοι να θυσιαστούν".
Κάποια από τις υποθήκες του. Ακούει άραγε σήμερα κανείς;


Τετάρτη, Μαρτίου 31, 2021

Για την αγάπη της Ινδίας

 


Κατρίν Κλεμάν

Για την αγάπη της Ινδίας

Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, 1994

Μετ. Μίρκα Σκάρα

Πώς να παρουσιάσεις ένα βιβλίο 514 σελίδων, με δεκάδες πρόσωπα να διαδραματίζουν τον μικρό ή μεγαλύτερο ρόλο τους στην Ιστορία, με παράξενα ονόματα πόλεων και χωριών που είναι αδύνατο να συγκρατήσεις, με ρόλους και γεγονότα τόσο μακριά από μας σε χρόνο και τόπο; Όμως πέρα απ’ αυτά τα αναγνωστικά εμπόδια, η δυσκολία επιτείνεται και από το ότι τα γεγονότα δεν ακολουθούν μια αυστηρή, χρονολογική σειρά. Πιο πολύ, πιστεύω, η συγγραφέας ακολουθεί τα πρόσωπα και τον ρόλο τους στα γεγονότα.

Το πρώτο κεφάλαιο τοποθετείται στον Φεβρουάριο του 1922. Μας παρουσιάζεται ο Γκάντι με το γνωστό κήρυγμά του για μη βία, με τη νηστεία του που ουσιαστικά ήταν απεργία πείνας, τη σύλληψη και φυλάκισή του. Από εκεί μεταφερόμαστε στο 1944, σε άλλες στιγμές της ζωής του Γκάντι, στον θάνατο της γυναίκας του και στην εμφάνιση άλλων προσώπων που θα διαδραματίσουν ρόλο στην ιστορική αυτή περίοδο της Ινδίας. Εμφανίζεται ο Νεχρού, επικεφαλής των ινδουιστών, που θα γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός της Ινδίας και ο Τζινά, ο μουσουλμάνος που φανατικά και πεισματικά αγωνίστηκε για τη  δημιουργία του Πακιστάν. Το κήρυγμα του Γκάντι δεν βρήκε, δυστυχώς, απήχηση: «Δεν αισθάνομαι μόνο ινδουιστής. Όλοι οι Ινδοί, μουσουλμάνοι, ζωροαστρικοί, σιχ, γιαϊνιστές, χριστιανοί, εβραίοι, όλοι τους είναι παιδιά μου». Και εντέλει θα βρει τον θάνατο, στις 30 Ιανουαρίου 1948, από χέρι φανατικού ινδουιστή. Η περιγραφή του τρόπου ταφής (κάψιμο στην πυρά και διασκορπισμός της τέφρας του στον Γάγγη) είναι από τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου.

Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνει το έτος 1947, το έτος ανακήρυξης της ανεξαρτησίας τόσο της Ινδίας όσο και του Πακιστάν. Πρωταγωνιστές εδώ είναι το ζεύγος Μαουμπάντεν, του τελευταίου αντιβασιλιά της Μ. Βρετανίας. Προπάντων η λαίδη Εντουίνα στην οποία, νομίζω, αναφέρεται ο τίτλος του βιβλίου «Για την αγάπη της Ινδίας». Την αγάπησε την Ινδία, ερωτεύτηκε τον Νεχρού, βοήθησε αρρώστους και πρόσφυγες που γέμιζαν τους καταυλισμούς, όταν αποφασίστηκε ο διαχωρισμός, αλλά και μετά τον διαχωρισμό.

 Όταν κλείνεις το βιβλίο, δεν θυμάσαι ασφαλώς όλες τις λεπτομέρειες. Σου μένουν όμως ανεξίτηλες πλήθος στιγμές και εικόνες. Τοπία της Ινδίας, χωριά και συνήθειες, φανατισμοί και διενέξεις, σφαγές και αγριότητες, πρόσωπα και ιδέες και αναλογίζεσαι τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσουν τα πρόσωπα στην Ιστορία. Τα πρόσωπα, αλλά και οι φανατισμοί, προπάντων οι θρησκευτικοί φανατισμοί που ακόμα διχάζουν και προκαλούν χιλιάδες θύματα και αφάνταστη δυστυχία σ’ όλο τον κόσμο. Σκέφτομαι τους στίχους του δολοφονημένου Τζον Λένον στο καταπληκτικό «Imagine» και πόσο απέχουμε ακόμα απ’ αυτόν τον φανταστικό, ειρηνικό κόσμο.

Δύσκολο βιβλίο ως προς τη δομή, αλλά γοητευτικό. Τελειώνοντάς το, με πληροφορίες για το τέλος όλων των πρωταγωνιστών, για άλλη μια φορά σκέφτομαι αν θα αλλάξει κάποτε ο κόσμος, αν θα αλλάξει ο άνθρωπος, αν θα μπορέσει κάποτε να ζήσει ειρηνικά σ’ αυτόν τον μικρό πλανήτη…