Πέμπτη, Απριλίου 09, 2009

Βίλλα Αμάλια

Όσοι στο βιβλίο "Βίλλα Αμάλια" (Άγρα, 2008, μετ. Βάνα Χατζάκη) θα αναζητήσουν μια ιστορία που θα τους σπρώχνει με ανυπομονησία να γυρίζουν σελίδα για να δουν "τι θα γίνει παρακάτω", θα απογοητευτούν από το μυθιστόρημα του Pascal Quignard, παρ' όλο που η αρχή σε προδιαθέτει για κάτι τέτοιο.
Μια 47χρονη γυναίκα, η Ανν Χίντεν, μουσικός, πιανίστρια και συνθέτις, βλέπει τον άντρα της σε μια στιγμή απιστίας του. Η απογοήτευση και η θλίψη που την πλημμυρίζει, εκτονώνεται κάπως όταν συναντά ένα παλιό συμμαθητή και φίλο, τον Ζωρζ, με τη βοήθεια του οποίου αποφασίζει να εξαφανιστεί. Να κόψει όλους τους δεσμούς κι όλες τις γέφυρες που την ενώνουν με το παρελθόν. Είναι φανερό πως η απιστία του άντρα της ήταν μόνο η αφορμή, πως η απόφαση ν' αλλάξει τον εαυτό της, να αναζητήσει μιαν άλλη ταυτότητα υπόβοσκε από καιρό μέσα της. Πουλάει σπίτι, έπιπλα, τα τρία πιάνα της, καίει το παρελθόν και φεύγει. Αλλάζει επίσης την εξωτερική της εμφάνιση, πράγμα που γίνεται όχι μόνο μια φορά στο βιβλίο. Τελευταία συμβολική κίνηση η διάλυση του κινητού της τηλεφώνου καθώς παίρνει το τρένο της φυγής.
Η σύντομη περιπλάνησή της στην Ευρώπη καταλήγει στην Ιταλία και πιο συγκεκριμένα, στο νησάκι Ίσκια, στον Κόλπο της Νάπολης. Κολυμπάει, ακούει ή συνθέτει μουσική κι ερωτεύεται ένα έρημο, εγκαταλελειμμένο σπίτι. "Είδε το σπίτι πάνω από είκοσι φορές πριν σκεφτεί ότι θα μπορούσε να το κατοικήσει μια μέρα. Το αγάπησε πριν σκεφτεί ότι μπορεί κανείς να αγαπήσει ερωτικά έναν τόπο μέσα στο σύμπαν. Το σπίτι πάνω στον απόκρημνο βράχο στην πραγματικότητα ήταν ένα σπίτι σχεδόν αόρατο. Ούτε από την παραλία ούτε απ' το τραπέζι της ταβέρνας όπου έτρωγε μια σαλάτα το μεσημέρι, ούτε κι απ' το δρόμο ακόμη, δεν μπορούσες να δεις πολύ περισσότερο από το μισό της γαλάζιας σκεπής, στα μισά της πλαγιάς, απ' την πλευρά που έβλεπε τη θάλασσα. Η ταράτσα κι ολόκληρο το σπίτι ήταν σκαμμένα κατά το μεγαλύτερο τμήμα τους μέσα στον ίδιο το βράχο".
Η περιγραφή του σπιτιού και του τοπίου θυμίζει έντονα "Το χρονικό του Σαν Μικέλε" και το σπίτι του Άξελ Μούντε στο Κάπρι. Κι αυτό είχα συνεχώς στο νου μου, καθώς διάβαζα τη "Βίλλα Αμέλια", έτσι όπως το είδα ένα καλοκαίρι, τουρίστρια κι εγώ, ανάμεσα στο πλήθος των τουριστών που πλημμύριζε το νησί και το διάσημο σπίτι του γιατρού. Η Ανν θα ζήσει εκεί ευτυχισμένες στιγμές, η μοναξιά της όμως θα σπάσει από καινούριες γνωριμίες. Ένα θλιβερό περιστατικό την οδηγεί μακριά από το ειδυλλιακό περιβάλλον, ξανά πίσω στη Γαλλία. Το βιβλίο θα τελειώσει μερικά χρόνια αργότερα, με την Ανν μόνη και πάλι, με συντροφιά τις αναμνήσεις, αλλά έχοντας επιτέλους κατακτήσει την ηρεμία.
Η "Βίλλα Αμάλια" είναι βιβλίο αποσπασματικό. Δουλεύει περισσότερο με εικόνες, παρά με μια συνεχή ροή αφήγησης. Ο φακός του συγγραφέα παρακολουθεί διαρκώς την ηρωίδα του, τόσο στις εξωτερικές όσο και στις εσωτερικές της αναζητήσεις. Οι οικογενειακές της σχέσεις με το σύζυγο, τη μητέρα, τον πατέρα (που είχε εγκαταλείψει την οικογένειά του όταν η Ανν ήταν πολύ μικρή) μοιάζουν προβληματικές. Ωραίες εικόνες της φύσης, της βροχής (πολλή βροχή συνοδεύει την αφήγηση), προπάντων της θάλασσας, ζωντανεύουν το τοπίο και ομορφαίνουν την αφήγηση.
Αν ήθελα να συνοψίσω το θεματικό κέντρο του βιβλίου, θα το εντόπιζα στην εξής παράγραφο:"Αν πεπρωμένο είναι αυτή η παρόρμηση που, ερχόμενη από κάπου αλλού και όχι απ' τον εαυτό μας, μας κυριεύει και μας ωθεί να την ακολουθήσουμε, χωρίς ποτέ να καταλαβαίνουμε τη φύση της, τότε η Ανν ακολουθούσε το πεπρωμένο της. Έλεγε μέσα της:"Δεν ξέρω πού πηγαίνω, αλλά τρέχω αποφασισμένη προς τα εκεί. Κάτι μου λείπει που μέσα του θα μου άρεσε να χαθώ".


Δευτέρα, Απριλίου 06, 2009

Κερύνεια αγαπημένη...(Σαν απάντηση στη Νοέλ Μπάξερ)

Χρόνια τώρα, ενώ έγραψα πλήθος κείμενα, δεν έγραψα τίποτα για την Κερύνεια. Τίποτα που να βγαίνει μέσα από την ψυχή μου γι' αυτή την αγαπημένη, μικρή πολιτεία, τίποτα που να πηγαίνει σε βάθος και ν' ανασκαλεύει μνήμες παλιές. Μια υποσυνείδητη ανάγκη άμυνας, μια προσπάθεια απώθησης σκέψεων που πολύ θα με πονούσαν, νομίζω πως ορθωνόταν μπροστά μου κάθε φορά που ήθελα να γράψω κάτι. Μια νοερή επιστροφή στο παρελθόν και μια έντονη αναπόληση της Κερύνειας δεν μπόρεσα ή μάλλον δεν θέλησα να κάνω ως τώρα για να αποφύγω τον πόνο που θα μου προκαλούσε.
Σήμερα όμως νιώθω πως είμαι ένοχη. Πως ένα τέτοιο λόγο της τον χρωστούσα καιρό της αγαπημένης πολιτείας κι ήρθε η ώρα να τον πω. Σκέφτομαι μόνο, όχι χωρίς θλίψη, πως δεν είναι καθόλου εύκολο, ίσως μάλιστα αδύνατο, να μεταδώσω αυτό που αισθάνομαι στους νεότερους, αυτούς που δεν γνώρισαν ποτέ ή που θυμούνται πολύ αμυδρά την Κερύνεια. Ίσως είναι καλύτερα γι' αυτούς. Καλύτερα να μην έχεις γνωρίσει ποτέ την ευτυχία παρά να τη γνωρίσεις και να τη χάσεις. Πώς να λυπηθείς άμα δεν ξέρεις τι έχασες; Μονάχα εμείς οι μεγαλύτεροι, μονάχα εμείς που τη ζήσαμε και την αγαπήσαμε μπορούμε να νιώθουμε αυτή την αβάσταχτη θλίψη από το χαμό της. Πάλι στριφογυρίζω γύρω από το θέμα μου, πάλι δεν τολμώ να τ' αγγίξω.
Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης
ένας τρόπος ν' αρχίσεις να μιλάς
για πράγματα που ομολογείς δύσκολα
κατά τον ποιητή. Ας την αφήσω λοιπόν τη σκέψη να γυρίσει πίσω, καιρός είναι.
Σίγουρα η Κερύνεια ήταν όμορφη. Μπορεί και να είναι όμορφη ακόμα, δεν ξέρω. Πάρα πολύ συχνά ακούω γνωστούς να περιγράφουν όμορφα, μικρά λιμανάκια ελληνικών νησιών λέγοντας, για να γίνουν πιο σαφείς ή για να τονίσουν την ομορφιά τους: "Να, σαν την Κερύνεια είναι". Σαν να μη βρίσκεται άλλη περιγραφή, άλλη παρομοίωση που να αποδίδει την ομορφιά ενός τοπίου παρά μόνο το "σαν την Κερύνεια". Κι όμως τίποτε δεν είναι σαν την Κερύνεια. Ο τόπος δεν είναι μονάχα η φύση, το περιβάλλον, τα σπίτια, η θάλασσα. Ο τόπος έιναι οι άνθρωποι και τα συναισθήματά τους, τα γεγονότα που ζήσαμε εκεί, οι αναμνήσεις που μας δένουν με πρόσωπα και περιστατικά χαμένα πια για πάντα. Το Κάστρο, το λιμάνι, ο Φάρος, το Πέντε Μίλι, ο Ζέφυρος, ο Άης Γιώρκης, το Νησί, Γλυκιώτισσα δεν είναι σκέτα ονόματα κι όμορφες τοποθεσίες. Στο Ζέφυρο μαζέψαμε κυκλάμινα και τραγουδήσαμε χαρούμενα τραγούδια στις μαθητικές μας εκδρομές. Ήπιαμε ούζο και ζαλιστήκαμε στη δροσερή του βεράντα αντικρίζοντας από ψηλά τη θάλασσα. Στο Πέντε και στο Έξι μίλι μάθαμε να κολυμπούμε στις ρηχές, αμμουδερές τους ακρογιαλιές. Παίρναμε το λεωφορείο, παίρναμε τα σάντουιτς και τη χαρούμενη προσμονή του θαλάσσιου μπάνιου και ξεκινούσαμε. Πού να το ξέραμε τότε πως αυτές οι στιγμές δεν θα ξανάρχονταν, πού να το προβλέπαμε και να απολαμβάναμε πιο πολύ την ευτυχία που είχαμε...
Στον Άη-Γιώρκη περάσαμε αξέχαστα καλοκαίρια. Να ξυπνάς το πρωί και να 'ναι η θάλασσα δική σου και μόνο. Να κάνεις τον περίπατό σου το απόγευμα, να βλέπεις τον ήλιο να βυθίζεται πίσω από τον Πενταδάχτυλο και ν' απολαμβάνεις μόνο τα χρώματα και την ηρεμία, χωρίς θλίψη για τη μέρα που τελειώνει, γιατί είσαι βέβαιος πως και την άλλη μέρα θα είναι και πάλι στη θέση τους. Κι όμως ήρθε μια αυγή που δεν ήταν όλα στη θέση τους. Ήρθε ένα χάραμα που δεν μας ξύπνησε ο φλοίβος της θάλασσας, αλλά οι βόμβοι των αεροπλάνων. Τελευταία εικόνα που κρατάω μέσα μου της αγαπημένης επαρχίας οι βόμβες να πέφτουν, ο τρόμος που μας πλημμύρισε, η αγωνία κι η προσπάθεια να σωθούμε.
Πολύ συχνά όλα αυτά που συνειδητά προσπαθώ να καταπιέσω στο υποσυνείδητο για να μην τα σκέφτομαι, για να μη με πονάνε, για να μη με πληγώνουν, βρίσκουν στον ύπνο αφύλακτες τις πόρτες της ψυχής κι ανεβαίνουν και ζωντανεύουν στα όνειρα. Κάποτε περπατάω στα στενά δρομάκια της πόλης, κάποτε κόβω βόλτες στο λιμάνι, κάποτε παίρνουμε μια βάρκα και τραγουδάμε καντάδες στο σεληνόφωτο... μα το ξύπνημα με προσγειώνει στην οδυνηρή πραγματικότητα.
Θα μπορέσουν άραγε οι ξένοι που την πήραν και την κατοικούν τώρα να την αγαπήσουν όπως την αγαπήσαμε εμείς; Θα τη βλέπουν στα όνειρά τους, αν μια μέρα τη χάσουν; Θα τη γνοιαστούν όπως τη γνοιαστήκαμε εμείς; Γιατί οι δικοί μας δεσμοί δεν είναι μονάχα δεσμοί μιας γενιάς. Είναι δεσμοί που πάνε αιώνες πίσω. Παραδόσεις και θρύλοι και περιπέτειες δεμένες με την ιστορία του νησιού και τη ζωή των προγόνων μας που έζησαν, μόχθησαν και πέθαναν σ' αυτή τη γη.
Χρόνια τώρα συζητάνε οι πολιτικοί προσπαθώντας να βρουν μια λύση. Μα η απλή λογική του απλού ανθρώπου όλο απορία ρωτά: "Λύση σε τι; Να συζητήσουμε τι; Για μας είναι τόσο απλό το θέμα. Εκεί, πίσω από κείνο το βουνό, που αν απλώσεις το χέρι σου νομίζεις πως θα τ' αγγίξεις, είναι η Κερύνεια. Εκεί είναι τα σπίτια μας, είναι οι τόποι της νιότης μας, είναι η πατρίδα μας. Για μας δεν υπάρχει πρόβλημα, για να αναζητούμε τη λύση του. Εμείς κρατάμε ακόμα το κλειδί της εξώπορτας, για μας είναι όλα στην ίδια θέση, έτσι όπως τ' αφήσαμε, έτσι όπως έρχονται στα όνειρά μας και μας τυραννούν και μας γνέφουν φιλικά και μας περιμένουν".



Παρασκευή, Απριλίου 03, 2009

Καφέ Λούκατς

"Η νουβέλα διαβάζεται απνευστί μέσα σε τρία τέταρτα της ώρας. Είτε σε μία πτήση Αθήνα-Θεσσαλονίκη (με τη γνωστή καθυστέρηση, απογείωση-προσγείωση-αποβίβαση) είτε σε ένα τραίνο, ώσπου να φτάσει από την Αθήνα στα Οινόφυτα, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, στον υποθαλάσσιο συρμό της Μάγχης.
Και, κυρίως, καθ' οδόν προς Βουδαπέστη".
Έτσι καταλήγει ο πρόλογος του Βασίλη Βασιλικού στη νουβέλα του Κώστα Καλφόπουλου "Καφέ Λούκατς" (Άγρα, 2008). Εγώ τη διάβασα ένα μουντό, βροχερό πρωινό του Μάρτη, με την εξωτερική, σκοτεινή ατμόσφαιρα (όσο καλοδεχούμενες κι αν ήταν οι φετινές ανοιξιάτικες βροχές) να επιτείνει το noir κλίμα της νουβέλας (Budapest noir είναι ο υπότιτλος που συνοδεύει τον τίτλο του βιβλίου).
Η μισή περίπου κριτική του Κούρτοβικ στα "Νέα" για το βιβλίο αυτό αφιερώνεται στην επεξήγηση του όρου "noir". Γράφει, ανάμεσα σ' άλλα, ο Κούρτοβικ: "Σύμφωνα με την κυρίαρχη εκδοχή, ο όρος "νουάρ λογοτεχνία" αναφέρεται σε αστυνομικά έργα όπου κυριαρχεί η απειλητική αβεβαιότητα του σκοταδιού, τόσο κυριολεκτικά, με σκηνές που διαδραματίζονται κυρίως σε νυχτερινά αστικά τοπία και μισοσκότεινους εσωτερικούς χώρους, όσο και μεταφορικά, με την ηθική αμφισημία που διαπνέει αυτές τις ιστορίες. Η σκοτεινή αβεβαιότητα επεκτείνεται και στον ίδιο τον κεντρικό ήρωα, που δεν είναι ένας κλασικός ντετέκτιβ, γιατί στο πρόσωπό του εναλλάσσονται ή μάλλον συνενώνονται οι ρόλοι του διώκτη και του κυνηγημένου, του ερευνητή και του εξεταζόμενου, του αθώου και του ένοχου".
Χώρος όπου διαδραματίζεται το έργο είναι κυρίως η Βουδαπέστη, η παλιά αυτή, αριστοκρατική και κάπως υποτιμημένη πρωτεύουσα, της οποίας την ατμόσφαιρα διαζωγραφίζει αριστοτεχνικά ο συγγραφέας. Για πολύ λίγο η δράση μεταφέρεται και στη Βιέννη. Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής είναι ένας δημοσιογράφος που πάει στη Βουδαπέστη για ένα συνέδριο, μια πόλη που ήξερε καλά, μια και στο παρελθόν είχε ζήσει εκεί με υποτροφία, για να συγκεντρώσει στοιχεία για τους πολιτικούς πρόσφυγες. Με αισθήματα νοσταλγίας περιδιαβάζει στην πόλη και καταφεύγει σ΄ένα γνωστό του καφέ, το Καφέ Λούκατς. Εκεί τον πλησιάζει μια ωραία, ώριμη κυρία, γνωριμία που θα καταλήξει σε μια ερωτική, γεμάτη πάθος νύχτα. Όμως, την επομένη, η μυστηριώδης άγνωστη δολοφονείται. Θα ακολουθήσουν άλλοι δυο φόνοι, θα 'λεγε κανείς, σημαδεύοντας το πέρασμα του πρωταγωνιστή. Γιατί άραγε; Και τι σχέση έχουν μαζί του; Η μετάβαση στην αστυνομία και οι πληροφορίες που του δίνονται σχετικά με το πρώτο θύμα και που το συνδέουν με το παρελθόν, με τους Ναζί, τους Εβραίους, τις διώξεις αλλά και την προστασία των πρώην διωκτών τους, καθόλου δεν διαφωτίζουν το όλο θέμα.
Τα πάντα μένουν ασαφή και αδιευκρίνιστα, τοποθετημένα σε μια ρευστή εποχή. Είναι ο Αύγουστος του 1989, εποχή που τρίζουν τα θεμέλια του "σοσιαλιστικού μπλοκ", που θα καταρρεύσει σε λίγο, με την αρχή να έχει γίνει με το άνοιγμα των ουγγροαυστριακών συνόρων.
Η ενδιαφέρουσα νουβέλα του Καλφόπουλου, τυπικό δείγμα νουάρ λογοτεχνίας, αποδεικνύει πως η καλή λογοτεχνία δεν χρειάζεται κατ' ανάγκην τον εκδοτικό όγκο.



Τετάρτη, Απριλίου 01, 2009

Όμορφη και παράξενη πατρίδα...

Στο πρωτότυπο κέντρο καλλιέργειας, μουσείου της ελιάς και παραγωγής λαδιού "Ολέαστρο", μια καμένη ελιά ξαναζωντανεύει


Δρομάκι με παραδοσιακά κεντήματα στο τουριστικό Όμοδος



Μουσείο χαρουπιού στο χωριό Ανώγυρα


Ερειπωμένο μοναστήρι του Τιμίου Σταυρού, του 15ου αιώνα. Μέσα μισοσβησμένες τοιχογραφίες


Η εκκλησία του ωραίου ορεινού χωριού Βάσα

Από την αποβάθρα της Λεμεσού

Η Κύπρος, μετά από χρόνια ανομβρίας, επιτέλους πρασίνισε, προβάλλοντας όλη την ομορφιά της.














































































Τρίτη, Μαρτίου 24, 2009

Το Σαββατοκύριακο

Δεν υπάρχει βιβλίο του Γερμανού Bernhard Schlink (γεν.1944) που να μην παρουσιάζει ενδιαφέρον, αν και δεν κινούνται όλα στο ίδιο επίπεδο. Τελευταίο του βιβλίο "Το Σαββατοκύριακο" (Κριτική, 2009). Οι εμμονές και ο προβληματισμός του συγγραφέα για το θέμα ενοχή-μετάνοια-εξιλέωση που γνωρίσαμε στο υπέροχο "Διαβάζοντας στη Χάννα", επανέρχονται, όχι πια σε ό,τι αφορά τη ναζιστική Γερμανία, αλλά την πιο πρόσφατη εποχή, την εποχή της δράσης της τρομοκρατικής ομάδας Μπάαντερ-Μάϊνχοφ.
Ένας παλιός τρομοκράτης, ο Γιοργκ, αφού πέρασε πάνω από είκοσι χρόνια στη φυλακή, καταδικασμένος για παράνομες δραστηριότητες, μεταξύ των οποίων και τέσσερις φόνοι, αποφυλακίζεται με προεδρική χάρη. Τον παραλαμβάνει η μεγαλύτερη απ' αυτόν αδερφή του, η οποία υπήρξε γι' αυτόν και σαν μητέρα, μια και είχαν χάσει μικροί τη δική τους. Υπερπροστατευτική, υπάρχει μεταξύ τους μια ιδιαίτερη σχέση που λίγο απέχει από την αιμομιξία. Τον οδηγεί σε μια εξοχική έπαυλη, που είχε αγοράσει με μια φίλη της (άλλη ανορθόδοξη σχέση) λίγο έξω από το Βερολίνο. Εκεί έχει προσκαλέσει μερικούς παλιούς φίλους, για να γιορτάσουν την αποφυλάκισή του, αλλά και για να προσαρμοστεί σταδιακά στην έξω από τη φυλακή ζωή.
Η σύναξη μου θύμισε κάπως την ατμόσφαιρα των μυθιστορημάτων της Άγκαθα Κρίστι. Μια ομάδα ανθρώπων κλεισμένοι σ' ένα παλιό αρχοντικό, τριγυρισμένο από ένα πάρκο, μακριά από κατοικημένη περιοχή. Τη σκοτεινή ατμόσφαιρα επιτείνει η φθαρμένη, ερειπωμένη κατάσταση του αρχοντικού. Χωρίς θέρμανση, χωρίς ηλεκτρισμό, με νερό που βγάζουν από μια αντλία, με τη βροχή που θαρρείς και πέφτει αδιάκοπα, συμβολικά απεικονίζεται έτσι και η εσωτερική, ψυχολογική φθορά των ανθρώπων.
Οι φίλοι της νιότης όμως του Γιοργκ δεν είναι πια οι ίδιοι που υπήρξαν νέοι. Η επαναστατική τους ορμή, με την οποία νόμιζαν ότι θ' αλλάξουν τον κόσμο και ότι γι' αυτήν την αλλαγή δικαιολογείτο ακόμα και το έγκλημα, η βία εναντίον της κρατικής και εξουσιαστικής βίας, αυτή η ορμή έχει καταλαγιάσει. Έχουν προσαρμοστεί στην κοινωνία την οποία ήθελαν να μεταβάλουν. Ένας είναι δικηγόρος, άλλος επιτυχημένος δημοσιογράφος, μια γυναίκα επίσκοπος, μια άλλη δασκάλα που αρχίζει να γράφει ένα μυθιστόρημα, ένας επιχειρηματίας-οδοντοτεχνίτης.
Η χρονική διάρκεια του μυθιστορήματος είναι τρεις μέρες: Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. Συζήτηση, εντάσεις, αναδρομή στο παρελθόν, αναμνήσεις, οι σχέσεις μεταξύ των μελών της ομάδας γεμίζουν το Σαββατοκυρίακο. Ποιο θα είναι το μέλλον του Γιοργκ; Θα ακολουθήσει την προτροπή ενός από τους καλεσμένους, του νεαρού Μάρκο, να συνεχίσει την ένοπλη, αριστερή δράση; Θα απαρνηθεί το παρελθόν και θα συμβιβαστεί με την πρόταση του οδοντοτεχνίτη για μια θέση στα εργαστήριά του; Αλλά και πολλά άλλα ερωτήματα απασχολούν τη συντροφιά. Ήταν σωστός αυτός ο αγώνας; Πώς ένιωσε όταν έκανε τον πρώτο του φόνο; Έχει μετανιώσει; Ποιος τον είχε προδώσει; Κι όταν απροσδόκητα εμφανίζεται ο γιος του, τον οποίο είχε εγκαταλείψει από τα δυο του χρόνια, τα ερωτήματα γίνονται ακόμα πιο αμείλικτα, καθώς ο γιος κατηγορεί τον πατέρα για τις επιλογές του, που είχαν τραυματικές επιπτώσεις στον ίδιο.
Βιβλίο γεμάτο ερωτήματα και προβληματισμό, από το οποίο δεν απουσιάζει ούτε η 11η Σεπτεμβρίου, καθώς έντεχνα ο Σλινκ εμπλέκει στο μυθιστόρημα μια παράλληλη ιστορία, το μυθιστόρημα που έχει αρχίσει να γράφει η δασκάλα.
Μειονεκτήματα που βρήκα στο βιβλίο είναι το ότι στην αρχή, αλλά και ενδιάμεσα στους διαλόγους, σε μπερδεύουν καμιά φορά τα ονόματα, δεν ξέρεις ποιος ακριβώς μιλά. Επίσης βρίσκω αδικαιολόγητη την ανάμιξη ανορθόδοξων σεξουαλικών σκέψεων και σκηνών. Δεν ξέρω πού αποσκοπούσαν αυτές οι σκηνές της σεξουαλικής εκτροπής.
Αν ήθελα να συνοψίσω την αίσθηση που μου άφησε αυτό το βιβλίο, θα την έβλεπα σ' αυτό το απόσπασμα: "Δεν άναψαν αμέσως τα κεριά. Το σούρουπο άφηνε το παρελθόν να τρυπώνει με οικειότητα στο παρόν σαν τη νύχτα με τη μέρα. Οι αναμνήσεις αφορούσαν μια εποχή που είχε τελειώσει και δεν έφτανε μέχρι το παρόν. Όμως οι αναμνήσεις ήταν ζωντανές, έτσι οι φίλοι αισθάνονταν ταυτόχρονα και γέροι και νέοι. Και αυτή η αίσθηση ήταν οικεία. Όταν άναψε τελικά η Κριστιάνε τα κεριά και μπορούσαν πάλι να δουν ο ένας τον άλλον καθαρά, στο γερασμένο πρόσωπο του άλλου αντίκρισαν με ευχαρίστηση το νεαρό πρόσωπο που μόλις είχαν συναντήσει στις αναμνήσεις τους. Κρατάμε τη νιότη μέσα μας, μπορούμε να ξαναγυρίσουμε σ΄αυτήν και να ξαναζωντανέψουμε μέσα της, όμως έχει περάσει πια-ένα παράπονο τσίμπησε την καρδιά τους και η συμπόνια, για τους άλλους και για τον εαυτό τους".


Πέμπτη, Μαρτίου 19, 2009

Από δρυ παλιά κι από πέτρα

Διάβασα με προσοχή και πολλή υπομονή, θα έλεγα, τις 557 σελίδες του μυθιστορήματος της Νοέλ Μπάξερ "Από δρυ παλιά κι από πέτρα" (Ψυχογιός, 2008). Για την παρουσίασή του παραπέμπω στην άρτια παρουσίαση της αγαπητής Ελένης Τσαμαδού.
Το μόνο που θα ήθελα να πω εγώ είναι το εξής: Όσοι Έλληνες αδελφοί θελήσουν να χρησιμοποιήσουν το όνομα της Κερύνειας ή άλλης κυπριακής πόλης, ας κάνουν τον κόπο να μάθουν δυο πράγματα γι' αυτήν. Την ιστορία της, το φυσικό της περιβάλλον, τους ανθρώπους της. Στο βιβλίο της Μπάξερ μερικοί από τους ήρωές της περνούν μεγάλο χρονικό διάστημα στην Κερύνεια, ενώ άλλοι είναι Κερυνειώτες. Έχω την άποψη πως αν αντί "Κερύνεια" η συγγραφέας χρησιμοποιούσε το "Λεμεσός" ή Ρέθυμνο" ή ¨Καβάλλα" τίποτα δεν θα άλλαζε στο βιβλίο. Κι όσο για την τουρκική εισβολή που προσπερνάται με δυο γραμμές, αφήστε την καλύτερα ήσυχη. Καμιά απαίτηση δεν έχουμε να ασχολείστε μαζί μας. Όταν όμως το κάνετε, σας παρακαλώ, κάντε το σωστά. Συγχωρέστε μου τον σκληρό ίσως τόνο. Με πονάει η Κύπρος, με πονάει πολύ η Κερύνεια...


Πέμπτη, Μαρτίου 12, 2009

Νεοελληνική κλασική λογοτεχνία


Σκέφτηκα να ξανακοιτάξω λίγο τα δυο μυθιστορήματα του Στράτη Μυριβήλη σαν μια προετοιμασία εν όψει του Πάσχα, που σχεδιάζουμε με φίλους να το περάσουμε στη Μυτιλήνη. Μα η γοητεία τους με παρέσυρε, με βύθισε σε λαγαρά, καθάρια λογοτεχνικά νερά και μου χάρισε απόλαυση μεγαλύτερη απ' αυτήν που ένιωσα όταν τα πρωτοδιάβασα, καθώς τώρα τα πλησίασα φορτωμένη όχι μόνο με αναγνωστική αλλά και με πείρα ζωής.
Κρατάω στα χέρια μου την 31η έκδοση (2007) της "Δασκάλας με τα χρυσά μάτια" (α΄ έκδοση 1933) και την 24η έκδοση (2006) της "Παναγιάς της Γοργόνας" (α΄ έκδοση 1948). Ωραίες, επιμελημένες εκδόσεις του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, τέτοιες που δεν βλέπουμε συχνά, με καλλιτεχνικά ζωγραφισμένα τα αρχικά κάθε κεφαλαίου από τον Μάριο Αγγελόπουλο.
Και τα δυο έργα διαδραματίζονται στη Λέσβο, αγαπημένη πατρίδα του συγγραφέα. Μα μέσα σ' αυτό το νησί είναι κλεισμένη ολόκληρη η Ελλάδα. Η Ελλάδα που βγήκε βαθιά τραυματισμένη από τη Μικρασιατική Καταστροφή, που πάλευε να ορθοποδήσει, να αφομοιώσει το ενάμισυ εκατομμύριο πρόσφυγες, να γιατρέψει τις πληγές της, να ξαναβρεί τη χαρά της ζωής. Η θάλασσα κι η στεριά, ο μόχθος του αγρότη και του ψαρά, παραδόσεις και θρύλοι, η αγιάτευτη νοσταλγία των χαμένων πατρίδων, η φρίκη του πολέμου, ο έρωτας, η καλοσύνη και η κακία των ανθρώπων, η ζωή του χωριού, η φύση σ΄όλες τις ώρες και σ' όλες τις εποχές, δοσμένα με γλώσσα γλαφυρή, πλούσια, γλώσσα βγαλμένη από τα σπλάχνα αυτού του λαού, ζωντανεύουν με την απαράμιλλη τέχνη του Μυριβήλη.
Δεν ξέρω αν πρέπει να πω κάτι για την υπόθεση των έργων. Δεν νομίζω ότι υπάρχει Έλληνας βιβλιόφιλος (προπάνων αν είναι και συγγραφέας) που δεν έχει διαβάσει αυτά τα βιβλία, τουλάχιστον δεν θα έπρεπε να υπάρχει. Ας κάνω όμως μια σύντομη αναφορά.
Στη "Δασκάλα με τα χρυσά μάτια" ένας νέος, ο Λεωνής Δρίβας, γυρίζει στο νησί του αφού έζησε όλη τη φρίκη του πολέμου. Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου ο Λεωνής θυμάται την παραμονή του στο νοσοκομείο, όταν τραυματίστηκε, και τον επώδυνο θάνατο του φίλου του Στρατή Βρανά. Η ρεαλιστική περιγραφή των γεγονότων εκείνων στέλλει ένα έντονο αντιπολεμικό μήνυμα. Ίσως γι' αυτό "Η δασκάλα" ήταν απαγορευμένη από τη λογοκρισία από το 1936-1944.
Ο Λεωνής ερωτεύεται την ωραία χήρα του φίλου του, τη Σαπφώ Βρανά. Οι φρικτές εικόνες του πολέμου που στοιχειώνουν τη σκέψη του, αποτελούν μια έντονη αντίθεση με τα νιάτα του που διεκδικούν μερίδιο στη ζωή και στον έρωτα. Η χρονική διάρκεια του μυθιστορήματος είναι ένα καλοκαίρι. Ο Λεωνής και η αδερφή του Αδριανή το περνούν στο χωριό του πατέρα τους. Η πανέμορφη φύση, ωραιότατες θαλασσινές εικόνες, τα φορτωμένα καρπό δέντρα, αποτελούν το σκηνικό μέσα στο οποίο προβάλλει η μικρή κοινωνία του χωριού και τα κεντρικά πρόσωπα του έργου. Ο Λεωνής όλο το καλοκαίρι παλεύει ανάμεσα στον έρωτα για την ωραία Σαπφώ και στο χρέος που αισθάνεται να τον δένει με το νεκρό Βρανά. Το βιβλίο κλείνει αριστοτεχνικά με μια σκηνή που ποτέ δεν μπορεί να ξεχαστεί. Μια σκηνή που με την υπαινικτικότητά της αναδίνει πιο πολλή σεξουαλικότητα από τις εκτενείς ρεαλιστικές περιγραφές της σύγχρονης λογοτεχνίας.
"Η Παναγιά η Γοργόνα" είναι μια μεγαλόπνοη σύνθεση. Ήδη ο ίδιος ο τίτλος και το εκκλησάκι που βρίσκεται στο κέντρο της σύνθεσης, αποτελεί το σύμβολο της διαχρονικής Ελλάδας. Στεριά και θάλασσα, η Παναγιά του Χριστιανισμού με το καράβι και το τρικράνι του Ποσειδώνα ενωμένα στην ίδια ζωγραφιά. Βασικό θέμα το δράμα των προσφύγων κι ο αγώνας τους να στεριώσουν στο νησιώτικο θαλασσοχώρι, ενώ με πόνο αντικρύζουν την πλούσια, αγαπημένη γη που άφησαν απένατι. Πώς τον νιώθουμε αυτό τον πόνο εμείς εδώ στην Κύπρο! Πόσες ομοιότητες στα πάθη της φυλής!
Ανάμεσα σ' αυτούς τους απλοϊκούς ντόπιους ξωμάχους και τους βασανισμένους πρόσφυγες εμφανίζεται, σαν από κόσμο άλλο, η Σμαραγδή. Βρέφος αφημένο έκθετο στη βάρκα του Βαρούχου. Πανέμορφη, μεγαλώνει με τη λατρεία της θάλασσας κι ενώ γύρω της σκορπά το ερωτικό δέος, εκείνη, δοσμένη στο κολύμπι και στο ψάρεμα, δηλώνει πως δεν θα παντρευτεί ποτέ.
Πλήθος αμέτρητο τα πρόσωπα που διακινούνται στο μυθιστόρημα. Ο Βαρούχος και η Νεράντζη, θετοί γονείς της Σμαραγδής, ο νονός της ο καφετζής ο Φόρτης με τις αφηγήσεις του για το θαυμαστό κόσμο της Αμερικής, ο γιος του ο Λάμπης αγιάτρευτα ερωτευμένος με τη Σμαραγδή όπως κι όλοι οι νέοι του χωριού, και το τραγικό του τέλος, η πολυπληθής οικογένεια του Λαθιού που στέκεται σαν δεύτερη οικογένεια για τη Σμαραγδή, ο δάσκαλος ο Αυγουστής, φορέας της Μεγάλης Ιδέας και της πίστης πως μια μέρα θα ξαναγυρίσουν στην τουρκεμένη γη, η γριά Περμαχούλα, ένα αγαθοποιό πνεύμα, ένας θησαυρός λαϊκής σοφίας, με τα παραμύθια, τις συμβουλές, την πίστη στο εξωλογικό στοιχείο, γίνεται η έκφραση της γνήσιας ελληνικής παράδοσης. Είναι ακόμα τα παιδιά του Λαθιού, ο ερωτοχτυπημένος Μανώλης, ο σοβαρός Στράτος, ο ονειροπαρμένος Βατής, είναι "οι κακοί" του χωριού, οι Γκαντζάληδες, είναι ολόκληρο το χωριό που χαίρεται, λυπάται, πενθεί, αγωνιά και μάχεται να στεριώσει στην καινούρια γη.
Στεριά και θάλασσα σμίγουν αξεδιάλυτα σ' αυτό το μεγάλο έργο. Ο μόχθος του αγρότη, η δίψα της γης στην αναβροχιά και η ηδονική χαρά όταν ανοίξουν οι κρουνοί του ουρανού, αλλά προπάντων η θάλασσα βρίσκει εδώ την αποθέωσή της. Η θάλασσα ήσυχη ή φουρτουνιασμένη, η θάλασσα τη μέρα ή τη νύχτα, η θάλασσα- παιγνίδι κι η θάλασσα-αγώνας για τη ζήση.
Η ποιητική έκφραση σμίγει με τις πιο ρεαλιστικές εικόνες, ο "μαγικός ρεαλισμός" επινοημένος από τον Μυριβήλη πολύ πριν την Αλιέντε ή τον Μάρκες. Ένας Έλληνας συγγραφέας που η διαχρονικότητα των έργων του μπορεί ακριβώς να του αποδώσει το χαρακτηρισμό "Κλασικός".





Τρίτη, Μαρτίου 03, 2009

Μαύρος Κύκνος

Είναι άραγε του συρμού η λογοτεχνία με ήρωες εφήβους ή μήπως οι συγγραφείς μεγαλώνοντας νοσταλγούν την εφηβεία τους; Μετά το "Υποβρύχιο" (και βεβαίως πολλά άλλα στο παρελθόν, μιλώ όμως για τα πιο πρόσφατα) ένας ακόμα συγγραφέας, ο Άγγλος Ντέιβιντ Μίτσελ, έχει ως κεντρικό ήρωα του τελευταίου βιβλίου του "Μαύρος Κύκνος" (Ελληνικά Γράμματα, 2008, μετ. -επίμετρο Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), τον 13χρονο Τζέισον Τέυλορ. Παρ' όλο που με ενδιαφέρουν πολύ τα μυθιστορήματα εφηβείας, κυρίως γιατί έχουν να κάνουν και με τη σχολική ζωή, βρήκα τον "Μαύρο Κύκνο" κουραστικό, γεμάτο από λεπτομέρειες συχνά ανιαρές και γενικά δεν ήταν αυτό που ήλπιζα και περίμενα. Δεν λέω ότι δεν έχει καλές στιγμές. Αλλά να διαβάζεις κάπου 580 σελίδες για να απολαύσεις μερικές από αυτές, είναι πολύ επίμοχθο έργο.
Η υπόθεση τοποθετείται χρονικά στο 1982, καλύπτοντας 13 μήνες από τη ζωή του νεαρού Τζέισον. Ίσως και η ηλικία των 13 χρόνων, που κάποιος δεν είναι πια παιδί αλλά ούτε ακόμα έφηβος, να ήταν κι ένας από τους λόγους που δεν με τράβηξε το βιβλίο. Ο Τζέισον ζει με τους γονείς του και τη μεγαλύτερη αδελφή του, τη Τζούλια, σ' ένα Βρετανικό χωριό, το Black Swan Green, που είναι και ο τίτλος του πρωτοτύπου. Είναι ένα ευαίσθητο παιδί, γράφει ποίηση αλλά τη δημοσιεύει με ψευδώνυμο, γιατί η ποίηση είναι "αδερφίστικη", σύμφωνα με τους μάγκες του σχολείου, όπως "αδερφίστικο" θεωρείται το να ακούει μουσική Μπαχ ή να πηγαίνει σινεμά με τη μητέρα του. Το μεγάλο του βάσανο όμως είναι η βραδυγλωσσία του, άλλος ένας λόγος κοροϊδίας από τα άλλα παιδιά. Κάνει λογοθεραπέια, προσπαθεί να αποφεύγει τις λέξεις στις οποίες ξέρει ότι θα σκοντάψει, προσπαθεί να περνά όσο το δυνατό απαρατήρητος.
Τα γεγονότα της χρονιάς που καλύπτει το μυθιστόρημα, τόσο σε προσωπικό όσο και γενικότερα τοπικό επίπεδο, είναι πολλά. Πλήθος οι περιπέτειες του νεαρού. Παιγνίδια με φίλους, εξερευνήσεις στο δάσος, προσπάθεια μετά από δύσκολη δοκιμασία να ενταχθεί στη "συμμορία" του χωριού, "τα στοιχειά", επεισόδια της σχολικής ζωής, ένα πανηγύρι, ένας καταυλισμός τσιγγάνων, το πρώτο τσιγάρο (που του έφερε εμετό), η καταστροφή ενός ρολογιού, οικογενειακού κειμηλίου που τον αγχώνει σχεδόν ένα χρόνο, στιγμές οιογενειακής ζωής, διακοπές, αλλά και συζητήσεις στο σπίτι και τελικά χωρισμός των γονιών. Παράλληλα δίνονται πολλά στοχεία της εποχής. Ο πόλεμος στα Φώκλαντ, που γίνεται αφορμή το παιδί να έρθει αντιμέτωπο με το θάνατο, καθώς ένας νέος το χωριού που υπηρετούσε στο πολεμικό ναυτικό σκοτώνεται, η οικονομική ύφεση της εποχής, η Θάτσερ, η τότε μουσική που πλημμυρίζει το βιβλίο κ. ά.
Ο συγγραφέας δεν μιλά ως μεγάλος που θυμάται την παιδική του ηλικία. Εκφράζεται με τη φωνή και τη σκέψη ενός 13χρονου, γι' αυτό και βρίσκω ασύμβατες με την ηλικία του κάποιες σκέψεις, όπως η αναφορά στο ΝΑΤΟ ή τον Πόλεμο-Αστραπή κ.λπ.
Το μυθιστόρημα συγγενεύει με πολλά άλλα του είδους. Μια από τις περιπέτειες του Τζέισον, η γνωριμία με μια κάπως μυστηριώδη ηλικιωμένη κυρία, την κυρία Γκρομελύκ, που του δίνει συμβουλές για την ποίηση και του αρχίζει μαθήματα Γαλλικών, φέρνει αμέσως στο νου την Μις Χάβισαμ και την Εστέλλα από τις "Μεγάλες Προσδοκίες" του Ντίκενς.
Το χιούμορ δεν λείπει από το βιβλίο, ούτε η ταύτισή μας με κάποιες από τις εμπειρίες του Τζέισον. Παρ' όλ' αυτά και παρά την πολύ ευνοϊκή αποδοχή που βρήκε το βιβλίο του Μίτσελ, δεν ήταν από τα βιβλία που μου έδωσε την απόλαυση που περίμενα.



Τρίτη, Φεβρουαρίου 24, 2009

Η καλή ζωή

καλή ζωή" του Jay McInerney (Πόλις, 2008, μετ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου) είναι ένα σύγχρονο αμερικανικό μυθιστόρημα. Μια τοιχογραφία της "καλής" αμερικανικής κοινωνίας, ζωγραφισμένη στον καμβά του τοπίου της Ν. Υόρκης, και πιο συγκεκριμένα του Μανχάταν. Χρόνος, η ημερομηνία που χάραξε ανεξίτηλα την ιστορία και ταυτόχρονα τη ζωή των ηρώων του Μακίνερνι:11η Σεπτεμβρίου 2001. Μυθιστόρημα που παρά τον όγκο του (500 σελίδες) και παρά το κοινότοπο κεντρικό θέμα του, έναν παράνομο έρωτα, διαβάζεται απνευστί. Η αφηγηματική ικανότητα του 53χρονου Αμερικανού πεζογράφου, που στήνει ολοζώντανες μπροστά μας σκηνές, χαρακτήρες, οικογενειακές σχέσεις, διλήμματα, διαλόγους, σκέψεις, όλο το λαμπερό κόσμο της ανώτερης αστικής αμερικανικής τάξης, ενώ ταυτόχρονα την υπονομεύει αρχίζοντας από τον ίδιο τον τίτλο που φαντάζει φορτωμένος ειρωνεία, συνθέτει ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα.
Τα τρία μέρη στα οποία χωρίζεται το βιβλίο σηματοδοτούν το περιεχόμενο με τους κυριολεκτικούς αλλά και συμβολικούς, πιστεύω, τίτλους τους: "Το μακρύ καλοκαίρι"-"Εκείνο το φθινόπωρο"-"Οι γιορτές". Η ιστορία αρχίζει λίγο πριν την 11η Σεπτεμβρίου, στο τέλος ενός "μακριού καλοκαιριού", του μακριού καλοκαιριού της ξεγνοιασιάς, της ζωής όπως τη ζούσαν οι Νεοϋορκέζοι πολλά "μακριά καλοκαίρια". Ένα διανοουμενίστικο ζευγάρι, ο Ράσελ, επιμελητής εκδόσεων και η Κορίν, που αφού αποσύρθηκε επαγγελματκά για να φέρει στον κόσμο (με πολλή δυσκολία) τα δίδυμα, τώρα εξάχρονα, παιδιά της, άρχισε ξανά να δραστηριοποιείται ως σεναριογράφος, ετοιμάζονται να δεχτούν φίλους τους για το δείπνο. Παράλληλα μας συστήνεται και το άλλο ζευγάρι της ιστορίας. Είναι ο Λουκ και η Σάσα ΜακΓκάβοκ. Εκείνος, πάμπλουτος οικονομικός παράγοντας, έχει αποσυρθεί από την ενεργό οικονομική ζωή, έχοντας κερδίσει αρκετά για να περάσει την υπόλοιπη ζωή του κάνοντας ό,τι του αρέσει. Εκείνη, πανέμορφη, πρότυπο της κοσμικής καλλονής, με μόνη φροντίδα τον εαυτό της και ενίοτε τη φιλανθρωπική δράση. Έχουν μια κόρη, τη 14χρονη Άσλεϊ.
Η ζωή όλων διακόπτεται ξαφνικά από το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου "Εκείνο το φθινόπωρο". Προσφυής η ιδέα του συγγραφέα να μη μας δώσει καμιά περιγραφή της καταστροφής, που την έχουμε δει ξανά και ξανά, που έχουμε διαβάσει γι' αυτήν, που τα σύγχρονα μέσα μας την έδειξαν σχεδόν την ώρα που συνέβαινε. Ούτε καν αναφορά στη συγκεκριμένη μέρα δεν επιχειρεί ο Μακίνερνι. Από την παραμονή της 11ης πηδάει στην επομένη. Όμως η 11η θα σκιάζει με την παρουσία της και τις συνέπειές της όλο το βιβλίο από δω και πέρα και όλη τη ζωή των ηρώων του.
Την επομένη της καταστροφής συναντώνται κοντά στα καπνίζοντα ερείπια ο Λουκ, που εντελώς τυχαία έχει σωθεί, και η Κορίν, που του προσφέρει λίγο νερό. Οι δυο τους, άγνωστοι ως τότε μεταξύ τους, θ' αρχίσουν να προσφέρουν εθελοντική εργασία για βδομάδες, ετοιμάζοντας φαγητό για τους διασώστες. Ο έρωτας μεταξύ τους γεννιέται στη σκιά των δίδυμων πύργων. Παντρεμένοι κι οι δυο, αλλά με ήδη κλονισμένες τις συζυγικές τους σχέσεις, ζουν στιγμές τρυφερών συναισθημάτων, πάθους και έντονης σεξουαλικότητας. Σχεδιάζουν να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να κάνουν μια νέα αρχή στη ζωή τους. Ο συγγραφέας φροντίζει να τους εφοδιάσει με αρκετά ελαφρυντικά για απάμβλυνση των ενοχών τους. Η κοσμική γυναίκα του Λουκ, η Σάσα, φημολογείται ότι έχει δεσμό με έναν άλλο πάμπλουτο Νεοϋορκέζο, ενώ η χωρίς επαρκή επίβλεψη κόρη της καταλήγει στο νοσοκομείο λόγω υπερβολικής δόσης. Ο δε Ράσελ, όπως μαθαίνει η Κορίν, για δυο χρόνια διατηρούσε δεσμό με τη γραμματέα του. (Παρένθεση: Βεβαίως ο Μακίνερνι δεν χρησιμοποιεί την ευπρεπή γλώσσα που μεταχειρίζομαι εγώ εδώ και ίσως η γλώσσα του είναι κάτι που μπορεί να ενοχλήσει, όπως λένε και για τις ακατάλληλες σκηνές στις ταινίες!).
Και ακολουθεί το τρίτο μέρος, "Οι γιορτές". Πλησιάζουν Χριστούγεννα. οι δυο παράνομοι εραστές δεν έχουν εγκαταλείψει ακόμη τις οικογένειές τους. Τυπικά μένουν μαζί, ακολουθώντας τις από χρόνια καθιερωμένες οικογενειακές συνήθειες. Ο αναγνώστης στέκεται δίβουλος και απορημένος. Πώς θα μπορέσει ο συγγραφέας να δώσει ένα ικανοποιητικό τέλος σ' αυτή την ιστορία; Πώς θα εξισορροπήσει το μεγάλο έρωτα με τις οικογένειες που οδεύουν προς διάλυση; Βρήκα εκπληκτικό τον τρόπο που το πετυχαίνει σε μια τελευταία εξαιρετική σκηνή, όταν αναπάντεχα οι δυο οικογένειες, από τη μια ο Λουκ, η Σάσα, η κόρη τους Άσλεϊ και από την άλλη ο Ράσελ, η Κορίν και τα δίδυμα συναντώνται, άγνωστοι μεταξύ τους, έξω από το θέατρο, όπου ετοιμάζονται να παρακολουθήσουν τον "Καρυοθραύστη".
Η ερωτική ιστορία μπορεί να βρίσκεται στο κέντρο του μυθιστορήματος, όμως τον πρωταγωνιστικό ρόλο, πιστεύω, διαδραματίζει η ίδια η πόλη, η μαγευτική Ν. Υόρκη. Οι γειτονιές της, η Τριμπέκα, το Άπερ Ίστ Σάιτ, οι λεωφόροι της, η 5η, η Μπροντγουέη, οι δρόμοι της, το Σέντραλ Παρκ, το "21", μικρά μπαρ και καφετέριες και βεβαίως το Graound Zero, Το Σημείο Μηδέν. Για σύντομα διαστήματα το σκηνικό μεταφέρεεται και έξω από τη Ν. Υόρκη, όπως το νησί Ναντάκετ ή μια μικρή πόλη στο Τενεσί. Ονόματα υπαρκτών προσώπων, ταινιών, βιβλίων, τραγουδιών, ακόμα και αναμνήσεις από τον εμφύλιο πλημμυρίζουν το πολυσέλιδο βιβλίο και οι επεξηγηματικές σημειώσεις της μεταφράστριας καθίστανται απαραίτητα βοηθητικές.
Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, όπου το πραγματικό σμίγει με το φανταστικό σ' έναν ελκυστικότατο συνδυασμό, καθιστώντας το διαχρονικώς επίκαιρο.


Παρασκευή, Φεβρουαρίου 20, 2009

Ιδιοφυής και μόνη


Η ζωή κάποιων γυναικών που σημάδεψαν με τη ζωή και το έργο τους (αλλά και με το θάνατό τους) τη λογοτεχνία, ιδιαίτερα με συγκινεί. Μια τέτοια γυναίκα υπήρξε η Βιρτζίνια Γουλφ, της οποίας μια καινούρια βιογραφία κυκλοφόρησε πρόσφατα από τον Γερμανό Βέρνερ Βάλντμαν: "Βιρτζίνια Γουλφ-Ιδιοφυής και μόνη" (Μελάνι, 2008, μετ. Μαρίνα Μπαλάφα, επιμ. Πελαγία Τσινάρη).

Όμορφη, έξυπνη, μεγαλωμένη σ' ένα πνευματικό περιβάλλον, αλλά περιορισμένη από τις συνθήκες της εποχής, μπόρεσε να σπάσει τα δεσμά που η πατριαρχική δομή της τότε κοινωννίας επέβαλλε στις γυναίκες και να συμβάλει με το δικό της τρόπο όχι μόνο στη χειραφέτηση της γυναίκας, αλλά και στην ανανέωση της λογοτεχνίας.

Ο Βάλντμαν, παρεμβάλλοντας πολλά αποσπάσματα από το έργο και τα ημερολόγιά της, μας δίνει όλη τη ζωή της ξεχωριστής αυτής γυναίκας. Το οικογενειακό περιβάλλον, τις μετακινήσεις στα διάφορα σπίτια, τον αγώνα για αυτομόρφωση (η Γουλφ ποτέ δεν πήρε κανονική σχολική εκπαίδευση), τους θανάτους που αλλεπάλληλα έπληξαν την οικογένεια, τη γνωριμία και το γάμο με τον Λέοναρντ Γουλφ, τον κοινό τους αγώνα στον εκδοτικό χώρο, την αρρώστια της, την πάλη της με τη συγγραφή, τα έργα της και τέλος την τραγική εθελούσια έξοδό της από τη ζωή.

Σύντομη και περιεκτική η βιογραφία της Γουλφ από τον Βάλντμαν σε βυθίζει σε καιρούς και τόπους περασμένους. Σε μια βικτωριανή Αγγλία, τότε που η γυναίκα ήταν προορισμένη μόνο για γάμο και τεκνοποίηση, που εξαρτιόταν απόλυτα από τα αρσενικά μέλη της οικογένειας. Αυτή την εξάρτηση προσπαθεί να διαρρήξει η Βιρτζίνια προσπαθώντας και συμβουλεύοντας και τις άλλες γυναίκες να αγωνιστούν για την οικονομική τους ανεξαρτησία, απαραίτητη προϋπόθεση για κάθε είδους ανεξαρτησία. Το "Ένα δικό σου δωμάτιο" είναι, κατά τον Βάλντμαν "ένα ξεκάθαρο βιβλίο, μια πνευματώδης, οξυδερκής συζήτηση, που περιστρέφεται γύρω από τη θέση ότι το γεγονός ότι οι γυναίκες ήταν πάντα καταπιεσμένες, δεν θεμελιώνεται στη φύση, αλλά είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων ολέθριων οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών".


Ο πατέρας της Γουλφ, Λέσλι Στήβεν, συγγραφέας και κριτικός, έχοντας χάσει την πρώτη του γυναίκα, παντρεύτηκε την επίσης χήρα Τζούλια Ντάκγουερθ, η οποία είχε ήδη τρία παιδιά. Εκτός από τη Βιρτζίνια (γεν.1882), το ζεύγος Στήβεν απέκτησε άλλα τρία παιδιά. Στα 13 της χρόνια η Βιρτζίνια χάνει τη μητέρα της, λίγο αργότερα πεθαίνει μια ετεροθαλής αδερφή, αργότερα ο πατέρας κι ένας ακόμη αδερφός. Είναι αυτός ο αδερφός που το 1905 διοργανώνει εβδομαδιαίες συναντήσεις διανοουμένων και καλλιτεχνών, τον περίφημο κύκλο του Μπλούσμπερι, στον οποίο συμμετέχει και η Βιρτζίνια.

Ήδη από πολύ νωρίς η Βιρτζίνια αρχίζει να έχει προβλήματα με την υγεία της. Νευρικός κλονισμός, φοβεροί πονοκέφαλοι, ανορεξία, είναι τα συμπτώματα μιας "σχιζοφρενούς ψύχωσης". Το 1912 παντρεύεται τον Λέοναρντ Γουλφ που θα της συμπαρασταθεί και θα τη βοηθήσει τόσο στην αρρώστια της, που κατά διαστήματα επανέρχεται, όσο και στη συγγραφική της δραστηριότητα. Μαζί οι δυο τους, μέσα σε αφάνταστες οικονομικές δυσκολίες, θα δημιουργήσουν τον εκδοτικό οίκο Χόγκαρθ Πρεςς. Η Βιρτζίνια γράφει. Όπως και στη ζωή της έτσι και στη λογοτεχνική της γραφή πρωτοπορεί. Γράφει ο Βάλντμαν: "Αδιαμφισβήτητο είναι επίσης το γεγονός ότι η Βιρτζίνια Γουλφ, δίπλα στον Τζόις, σηματοδότησε την αφετηρία μιας καμπής στην αφηγηματική τεχνική υπό την ετικέτα stream of consiousness (γραφή που προσπαθεί να αποτυπώσει τη συνεχή ροή των ιδεών, των σκέψεων και των συναισθημάτων που βιώνει ένας άνθρωπος-Σ.τ.Μ.), κι έτσι έγινε, και παραμένει μέχρι σήμερα, η θετή μητέρα μιας ολόκληρης γενιάς μοντέρνων λογοτεχνών".

Όσο διαρκούσε η συγγραφή ενός έργου, η Βιρτζίνια βρισκόταν σε μια έξαρση, χωρίς κανένα πρόβλημα υγείας. Μόλις τέλειωνε, βυθιζόταν στην κατάθλιψη, άκουγε φωνές, όπως έλεγε, και οι πονοκέφαλοι ξανάρχιζαν. Ένα πρωί, στις 28 Μαρτίου 1941, άφησε δυο γράμματα, ένα για την αδερφή της Βανέσσα, ένα για τον Λέοναρντ, πήρε το μπαστούνι της, γέμισε τις τσέπες του παλτού της με πέτρες και μπήκε στο ποτάμι Ουζ. Το πτώμα της βρέθηκε στην όχθη δυο βδομάδες αργότερα.

Δοσμένη με συντομία και απλότητα από τον Βάλντμαν η ζωή της ξεχωριστής αυτής γυναίκας αποβαίνει για τον αναγνώστη κίνητρο για ακόμη καλύτερη γνωριμία με το έργο της. Μια ωραία ιστοσελίδα με πολλές πληροφορίες για τη Βιρτζίνια Γουλφ και τα μεταφρασμένα στα Ελληνικά έργα της μπορείτε να βρείτε εδώ.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 12, 2009

Το "Υποβρύχιο" και "Ο Φύλακας στη σίκαλη"


Το "Υποβρύχιο" (Ίνδικτος, 2008, μετ. Αλέξης Καλοφωλιάς) είναι το πρώτο μυθιστόρημα του 26χρονου Ουαλού Joe Dunthorne, που το έγραψε καθώς παρακολουθούσε μαθήματα δημιουργικής γραφής στο Πανεπιστήμιο East Anglia. Ένα βιβλίο που η λογοτεχνική κριτική το υποδέχτηκε με διθυράμβους παγκοσμίως. Κάποιοι μάλιστα κριτικοί διερωτήθηκαν: "Μήπως έχουμε ένα νέο Salinger μ' ένα καινούριο "Φύλακα στη σίκαλη;"

Ομολογώ ότι δίστασα, εγώ, μια απλή αναγνώστρια, να αντιπαρατεθώ με τόσο περιώνυμους κριτικούς και να εκφέρω αντίθετη άποψη, αλλά στο κάτω κάτω, τα βιβλία σ' εμάς τους αναγνώστες απευθύνονται και όχι ειδικά στους κριτικούς. Επειδή, λοιπόν, καθώς διάβαζα το "Υποβρύχιο", σε πολλά σημεία αντιδρούσα αρνητικά, κι επειδή με κόπο το τέλειωσα, πήρα να ρίξω μια ματιά και να ξαναθυμηθώ τον "Φύλακα στη σίκαλη". Ε, από τη στιγμή που το έπιασα στα χέρια μου, δεν μπορούσα να το αφήσω και το ξαναδιάβασα ολόκληρο. Καμιά σχέση ανάμεσα στα δυο βιβλία, εκτός από το ότι ήρωας και πρωταγωνιστής και στα δυο είναι ένας 16χρονος έφηβος. Αλλά είναι τόσο διαφορετικοί χαρακτήρες, δρουν και αντιδρούν με τόσο διαφορετικούς τρόπους (παρ' όλες βέβαια τις ομοιότητες της ηλικίας) που η τελική εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Ο έφηβος του Dunthorne είναι ο Όλιβερ Τέιτ. Ζει με τους γονείς του στο Σουόνσι της Ουαλίας. Ο πατέρας του είναι ιστορικός, ενώ η μητέρα του, που δεν εργάζεται, ψάχνει πληροφορίες στο ίντερνετ για ανύπαρκτες ασθένειες και κάνει κούρα διαλογισμού. Ο Όλιβερ παρακολουθεί μετά μανίας τη σεξουαλική ζωή των γονιών του και, πιστεύοντας ότι κάτι δεν πάει καλά, υποψιαζόμενος ότι η μητέρα του έχει παράνομο δεσμό με το δάσκαλο του διαλογισμού, δεν διστάζει να την κατασκοπεύσει και σε πολλές σελίδες περιγράφει λεπτομερώς δυο περιπτώσεις παρακολούθησης, μια στο δάσος και μια στο σπιτάκι του δασκάλου.
Παράλληλα, βέβαια, τον απασχολεί, όπως κάθε έφηβο, ο εαυτός του. Η σεξουαλικότητά του βρίσκει διέξοδο σε δυο συμμαθήτριές του, με τη μία από τις οποίες γνωρίζει το σεξ, όχι όμως και τον έρωτα, αφού σε λίγο χωρίζει χωρίς να φαίνεται ότι αυτό τον ενοχλεί ιδιαίτερα. Θεωρεί τον αυτό του πολύ έξυπνο και μια από τις ασχολίες του είναι να βρίσκει στο λεξικό τη σημασία ασυνήθιστων λέξεων.
Το βιβλίο αποτελείται από σχεδόν αυτοτελή κεφάλαια, πράγμα που και ο ίδιος ο συγγραφέας σε συνέντευξή του παραδέχτηκε, ότι δηλαδή αρχικά τα έγραφε ως διηγήματα για τις ανάγκες των μαθημάτων στο East Anglia.
Σ' αυτό τον τύπο του εφήβου, του ολίγον εξυπνάκια, του απασχολημένου σχεδόν μόνο με το σεξ, που παρακολουθώντας τη ζωή των γονιών του υπολογίζει μέχρι και πόσα γραμμάρια εμμήνων εκβάλλει η μητέρα του κατά τη διάρκεια της περιόδου (!), που για μαθήματα ή φιλίες ή ψυχαγωγία ή ποδόσφαιρο (θέματα που απασχολούν τους εφήβους κάθε εποχής) κάνει ελάχιστο ή καθόλου λόγο, αντιπαρατίθεται ο έφηβος του Salinger, ο εμβληματικός Χόλντεν Κώλφηλντ. Τριάντα χρόνια μετά την έκδοσή του το 1951, "Ο φύλακας στη σίκαλη" ήταν το πιο απαγορευμένο βιβλίο στην Αμερική, αλλά και το δεύτερο πιο διδασκόμενο στα σχολεία της. Κατηγορήθηκε ότι ενέπνεε κακοποιά στοχεία. Αυτό το βιβλίο είχε μαζί του ο Chapman, ο δολοφόνος του Τζον Λένον, όταν συνελήφθη. Αλλά και ο Λένον αυτό διάβαζε.
Ο Χόλντεν, ο θεωρούμενος αποσάρμοστος νέος, που τον διώχνουν από τέσσερα σχολεία, είναι ένας επαναστατημένος έφηβος. Απορρίπτει την υποκρισία της κοινωνίας που τη συναντά παντού, στους καθηγητές του, στους συμμαθητές, στην εκκλησία, στους πάντες γύρω του. Του αρέσει το διάβασμα και το μόνο μάθημα στο οποίο τα πάει καλά είναι τα Αγγλικά. Κάτω από το αδιάφορο εξωτερικό κρύβει μια βαθιά ευαιασθησία. Πόση αντίθεση ανάμεσα στον Όλιβερ που ρίχνει δηλητήριο για να σκοτώσει το σκύλο της φίλης του και τον Χόλντεν που ανησυχεί και αναρωτιέται τι γίνονται οι πάπιες το χειμώνα, όταν παγώνει η λιμνούλα στο Σέντραλ Παρκ!
Κουβαλάει μαζί του ένα γάντι του μπέηζμπολ, με γραμμένους επάνω στίχους, γάντι που ανήκε σ' έναν αδερφό του που πέθανε από λευχαιμία και που η ανάμνησή του γεμίζει με θλίψη την έτσι κι αλλιώς θλιμμένη διάθεσή του. Νιώθει απέραντη μοναξιά, μάταια αναζητεί κατανόηση από τους γύρω του. Το σεξ επίσης τον απασχολεί, αλλά με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον Όλιβερ. "Για να ξέρετε, είμαι παρθένος", λέει.
Θα μπορούσα να μιλώ ώρες γι' αυτό τον συμπαθή ήρωα του Salinger που τελικά οδηγείται στον ψυχαναλυτή.
Άραγε έχουμε δυο τόσο διαφορετικούς εφήβους γιατί ανήκουν σε δυο πολύ διαφορετικές εποχές; Ή μήπως απέχω τόσο από την εφηβεία ώστε να μην καταλαβαίνω τη σημερινή νεολαία; Δεν ξέρω. Δεν νομίζω όμως ότι το "Υποβρύχιο" (τίτλος που δεν ερμηνεύεται πουθενά στο βιβλίο-εκτός αν θέλει να παραπέμψει στο Yellow Submarine των Beatls) μπορεί να εμπνεύσει, ούτε να γίνει σημείο αναφοράς σε στίχους τραγουδιών, σε ταινίες, γενικά στη λογοτεχνία, όπως συνέβη με τον "Φύλακα", τίτλο για τη σημασία του οποίου δίνεται μια ερμηνεία που τονίζει την κρυμμένη ευαισθησία του Χόλντεν.







Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2009

Το χρονικό του Δαρείου

Μπορεί ένα βιβλίο βασισμένο στην επικαιρότητα μιας εποχής να έχει διαχρονική διάρκεια; Με άλλα λόγια, μπορεί να γίνει κατανοητό ή να είναι ενδιαφέρον και για πολύ μεταγενέστερους; Αν σκεφτούμε ανάλογα έργα (μου έρχεται τώρα στο νου το "Πόλεμος και Ειρήνη" του Τολστόι) η απάντηση θα είναι οπωσδήποτε καταφατική. Ναι μεν η εισβολή του Ναπολέοντα στη Ρωσία, ο πόλεμος, είναι κεντρικό θέμα του μυθιστορήματος, όμως, αφενός ήταν πόλεμος που είχε ευρύτερες συνέπειες για τον Ευρωπαϊκό χώρο, αφετέρου οι κεντρικοί χαρακτήρες έχουν μια οικουμενικότητα, αντιπροσωπεύουν ανάλογους χαρακτήρες σε όλο τον κόσμο και όλες τις εποχές.
Αν πάλι στραφούμε στη σάτιρα και πάρουμε π.χ. τον Ροΐδη ή τον Λασκαράτο, θα δούμε ότι σατίρισαν την εποχή τους, αλλά το ιερατείο ή οι ανθρώπινοι χαρακτήρες που σατιρίζονται μπορούν να βρεθούν σε κάθε τόπο και κάθε εποχή.
Αυτές τις σκέψεις έκανα διαβάζοντας το τελευταίο βιβλίο του Γιώργη Γιατρομανωλάκη "Το χρονικό του Δαρείου" (Ελληνικά Γράμματα, 2008), σαφώς βιβλίο που δεν αναταποκρίνεται στα πιο πάνω κριτήρια διαχρονικότητας. Ακόμα κι εμείς οι σύγχρονοι που βιώσαμε πρόσωπα και πράγματα της Παπανδρεϊκής περιόδου δυσκολευόμαστε να εντοπίσουμε πρόσωπα και γεγονότα. Ακόμα και το ότι με το ψευδώνυμο "Δαρείος" υπονοείται ο Ανδρέας Παπανδρέου το αντιλαμβανόμαστε σήμερα που η απόσταση από τα γεγονότα είναι μικρή. Διερωτώμαι τι θα λένε αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα γεγονότα στον αναγνώστη του μέλλοντος.
Οπωσδήποτε όμως, αν παρακάμψουμε αυτή την πλευρά, ο Γιατρομανωλάκης στήνει μια επιτυχημένη ειρωνική απεικόνιση της περιόδου διακυβέρνησης του Ανδρέα Παπανδρέου. Το βιβλίο υποτίθεται ότι γράφει ένας χρονικογράφος, φανατικός θαυμαστής και πιστός ακόλουθος του Δαρείου, που αφηγείται τους αγώνες του εναντίον του Παλατιού και της Χούντας, την κατάληψη της εξουσίας, τις αλλαγές που επέφερε και τέλος το θάνατό του σε βαθιά γεράματα. Γύρω του μια ομάδα έμπιστων συνωμοτών που αναφέρονται με τα ψευδώνυμά τους και ο αναγνώστης είναι αδύνατο να μην προσπαθήσει, με βάση τα χαρακτηριστικά που τους αποδίδονται, να εντοπίσει ποιο υπαρκτό πρόσωπο κρύβεται πίσω από κάθε ψευδώνυμο, χωρίς βεβαίως αυτό να είναι πάντα εφικτό. Δυσκολία δημιουργείται στον αναγνώστη και από το πλήθος των αρκτικολέξων που υπεραφθονούν στο βιβλίο, σατιρική βέβαια εξεικόνιση της χρήσης τους κατά την εν λόγω περίοδο. Είναι τόσα τα αρκτικόλεξα που ο συγγραφέας αναγκάζεται στο τέλος του βιβλίου να τα ερμηνεύσει ξανά. Π.χ. ΑΠΕΘΛΑ: Απόλυτη Εθνική Λαλιά, ΙΜΙ: Ινστιτούτο Μοντέρνας Ιστορίας κ.λπ. Παρατίθεται επίσης στο τέλος του βιβλίου Κατάλογος Κυρίων Προσώπων π.χ. Αντρέας Δήμου:Ποιητής της Γενιάς του Δαρείου, Έλλη:Ηθοποιός, Υπουργός Ελληνικού Πολιτισμού και Επιστήμης, Πρώην αγαπημένη και παρακοιμώμενη του Δαρείου κ.λπ.
Ανάμεσα στο πλήθος των συναγωνιστών, κολάκων και ερωμένων που περιστοιχίζουν τον χαρισματικό Ηγεμόνα, ξεχωρίζει η αγαπημένη του Δαρείου, η Μίτια. Και βεβαίως το όνομα άμεσα παραπέμπει στο Δήμητρα.
Ο συγγραφέας, ειρωνευόμενος, διασώζει πολλά από τα χαρακτηριστικά της Παπανδρεϊκής περιόδου: την προσπάθεια "ελληνοποίησης", την "επιστροφή της Ελλάδας στους Έλληνες", όπως λέει. Ακόμα τη λαϊκή προέλευση των κινηματιών (ποιος δεν θυμάται τα ζιβάγκο, τις γενειάδες κ.λπ.) παρουσιάζοντας τον αρχηγό να χαρίζει σε όλους γραβάτες μόλις ανέλαβε την εξουσία. Γράφει ο χρονικογράφος του Δαρείου:"Υλικά αγαθά δεν απόκτησα. Έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι σύντροφοι-συναγωνιστές φτωχοί ξεκίνησαν και κατέληξαν φτωχότεροι. Κι όσοι μπόρεσαν να αποκτήσουν κάποια πλούτη, τα απόκτησαν με σκληρή, έντιμη δουλειά και με πολύ ιδρώτα".
Επίσης καταγράφεται η καταλυτική επίδραση στη γλώσσα, της οποίας δυστυχώς (λέω εγώ) τις συνέπειες βιώνουμε μέχρι σήμερα. Η προσπάθιεια κατάργησης των επιρρημάτων σε -ως (προσεχώς, επομένως, κυρίως, αμέσως, κ.λπ.) που "παραπέμπουν σ' ένα βαθύτατα αντιδραστικό, ελιτίστικο και πρώτα και κύρια σε ένα βαθιά ταξικό λόγο", μας κληροδότησε επιρρήματα όπως άμεσα αντί αμέσως (που βεβαίως έχει άλλο νόημα), κύρια αντί κυρίως κ.λπ.
Δυο στιγμιότυπα που δεν νομίζω να υπάρχει Έλληνας που τα έζησε και να μην τα θυμάται, είναι οι περίφημες σκηνές της γαμήλιας τούρτας Ανδρέα-Δήμητρας, όταν εκείνη τον ταΐζει με το κουταλάκι το πρώτο κομμάτι της τούρτας και η σκηνή με το νεύμα, όταν εκείνος κατεβαίνει από τη σκάλα του αεροπλάνου και γυρίζει πίσω νεύοντας στη Δήμητρα να τον ακολουθήσει. Βέβαια, στο βιβλίο και οι δυο σκηνές εμφανίζονται παραλλαγμένες. Είναι από τα επιτυχημένα για μας τους συγχρόνους στιγμιότυπα, αλλά ακριβώς αυτά που δεν θα μπορούν να εκτιμήσουν οι μεταγενέστεροι.
Αν κάτι διαχρονικό υπάρχει στο βιβλίο, αυτό είναι ο τύπος του χαρισματικού ηγέτη, αυτού που τα πλήθη πάντα αναζητούν και είναι έτοιμα να τον δημιουργήσουν. Οι κόλακες που μαζεύονται γύρω από τον ηγέτη, η ερωτική αύρα που τον περιβάλλει, αλλά και οι αγνοί ιδεολόγοι που συνήθως μένουν στην αφάνεια.
Διάσπαρτες διακειμενικές αναφορές διανθίζουν και πλουτίζουν το κείμενο, π.χ. "Δύση κακό, Ανατολή καλό", σαφής παραπομπή στη "Φάρμα των ζώων" και στην "προβατοποίηση" του πλήθους. Ή το άλλο "βγήκαν μαζικά σε δρόμους και πλατείες με σημαίες, με λάβαρα, με ταμπούρλα" ή ακόμα το Παλαμικό "ω τρακόσιοι σηκωθείτε" κ. ά.
Η Μάρη Θεοδοσοπούλου στην κριτική της βρίσκει αδόκιμη τη χρήση του ψευδωνύμου "Δαρείος" για ένα τόσο "Ελληναρά" ηγέτη, παρ' όλες τις ομοιότητες που εντοπίζει με τον Πέρση βασιλιά. Εμένα ο νους μου όμως περισσότερο κατευθύνεται προς τον Καβαφικό Δαρείο: "Υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος, Υπεροψίαν και μέθην".
Παρουσίαση επίσης στο "Βιβλιοκαφέ"


Τετάρτη, Ιανουαρίου 28, 2009

Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου

Είμαι σχεδόν βέβαιη πως "Η κομψότητα του σκαντζόχοιρου" (Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2008, μετ. Ρίτα Κολαΐτη) δεν θα γίνει μπεστ σέλλερ στην Ελλάδα, κι ας έχει πουλήσει πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα στη Γαλλία. Γιατί το λέω αυτό; Γιατί διάβασα πρόσφατα σε αθηναϊκή εφημερίδα ποια ήταν τα πιο ευπώλητα βιβλία το 2008. Το μυθιστόρημα της Μιριέλ Μπαρμπερί, καθηγήτριας φιλοσοφίας, πολύ απέχει από τα εύπεπτα ελληνικά μυθιστορήματα που μονοπωλούν τις θέσεις των ευπώλητων. Είναι βιβλίο που απαιτεί όχι μόνο την προσοχή του αναγνώστη, αλλά και την προπαίδειά του σ' ένα ευρύ λογοτεχνικό σύμπαν. Οι σαφείς ή υπαινικτικές αναφορές σε έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας (όπως η "΄Αννα Καρένινα", ο Προυστ, ο Σταντάλ, το "Όσα παίρνει ο άνεμος" κ.ά.), στην κλασική μουσική, στον κινηματογράφο, που διανθίζουν το μυθιστόρημα, του προσδίδουν μια ιδιαίτερη γοητεία, αλλά η απόλαυσή τους προϋποθέτει τη γνώση τους.
Στο βιβλίο ακούγονται δυο φωνές. Η πρώτη είναι της ηλικιωμένης θυρωρού σε μια πολυτελή πολυκατοικία του Παρισιού. Αυτοσυστήνεται: "Το όνομά μου είναι Ρενέ. Είμαι πενηντατεσσάρων ετών. Τα τελευταία είκοσι εφτά χρόνια, είμαι η θυρωρός του κτιρίου στην οδό Γκρενέλ 7, ενός όμορφου μεγάρου, με εσωτερική αυλή και κήπο, το οποίο χωρίζεται σε οκτώ γιγάντια και υπερπολυτελή διαμερίσματα, που κατοικούνται όλα. Είμαι χήρα, μικρόσωμη, άσχημη, στρουμπουλή, έχω εξογκώματα στα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μου και, πιστέψτε το, κάποια θλιβερά πρωινά, ανασαίνω σαν μαμούθ".
Η Ρενέ δεν είναι μια συνηθισμένη θυρωρός. Αν και από φτωχή, αγροτική, εργατική οικογένεια, από μικρή μαγεύτηκε με τα γράμματα και σ' όλη της τη ζωή διάβαζε. Είναι μια καλλιεργημένη αυτοδίδακτη, μυημένη όχι μόνο στη λογοτεχνία αλλά και σ' όλες τις καλές τέχνες, με μια ιδαίτερη αγάπη στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Όλο αυτό τον πλούσιο εσωτερικό κόσμο φροντίζει να τον κρατά μακριά από την σνομπ ψευτοαριστοκρατία της πολυκατοικίας.
Η δεύτερη φωνή του μυθιστορήματος είναι ένα δωδεκάχρονο κορίτσι, η Παλόμα, που κατοικεί σ' ένα από τα διαμερίσματα με τους γονείς και την αδερφή της. "Είμαι δώδεκα χρονών, μένω στην οδό Γκρενέλ 7, σ' ένα αρχοντικό διαμέρισμα. Οι γονείς μου είναι πλούσιοι, η οικογένειά μου είναι πλούσια και επομένως η αδελφή μου κι εγώ είμαστε κατ' ουσίαν πλούσιες. Ο πατέρας μου, πρώην υπουργός, είναι σήμερα βουλευτής (...) Έχω πάρει την απόφασή μου. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς, τη μέρα που θα γιορτάζω τα δεκατρία μου χρόνια, στις 16 Ιουνίου, θ' αυτοκτονήσω". (Νομίζω πως η αναφορά στη 16η Ιουνίου, λαμβάνοντας υπ' όψιν όλο το βιβλίο, δεν είναι τυχαία. Διερωτώμαι γιατί η μεταφράστρια, που έδωσε άλλες κατατοπιστικές υποσημειώσεις, δεν συνέδεσε την ημερομηνία αυτή με την περίφημη Bloomsday από τον "Οδυσσέα" του Τζόις. Δική μου σκέψη βέβαια, μπορεί και να κάνω λάθος).
Η ομοιότητα με τη Ρενέ έγκειται στο ότι και η Παλόμα κρύβει ένα μυστικό κόσμο στην ψυχή της. Με ωριμότητα πολύ μεγαλύτερη από την ηλικία της εναλλάσσει τα κεφάλαια στα οποία ακούγεται η φωνή της Ρενέ, με τα κεφάλαια τα οποία τιτλοφορεί άλλοτε "Βαθυστόχαστες σκέψεις", αριθμώντας τα από το 1-15 καΙ άλλοτε " Ημερολόγιο της κίνησης του κόσμου", πάλι αριθμώντας τα από το 1-7. Τόσο η θυρωρός όσο και το μικρό κορίτσι, μου έφεραν στο νου τη ρήση του Αποστόλου Παύλου: "Τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη και τα ασθενή του κόσμου εξελέξατο ο θεός ίνα καταισχύνη τα ισχυρά" (Προς Κορινθίους Α΄1,27).
Σε αντιδιαστολή με τους πλούσιους, κενούς, ματαιόδοξους εκπροσώπους της ανώτερης αστικής γαλλικής τάξης, η συγγραφέας προβάλλει τη γνήσια καλλιέργεια κι ευγένεια ψυχής , επιλέγοντας ως φορείς της μια αυτοδίδακτη κι ένα μικρό κορίτσι.
Ο καταλύτης που θα δώσει ώθηση στην πορεία της ιστορίας, που θα φέρει κοντά τις δυο καταστάσεις, που θα αντιπροσωπεύσει τη γνήσια αρχοντιά ύλης και πνεύματος, είναι ένας ηλικιωμένος Ιάπωνας, ο Κακούρο Όζου, που αγοράζει ένα από τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, όταν ο ιδιοκτήτης του πεθαίνει. Μια σύντομη στιχομυθία, κατά την οποία ξεφεύγει της Ρενέ, χωρίς να το θέλει, μια φράση, γίνεται αφορμή να την προσέξει ο Κακούρο:
"-Γνωρίζατε τους Αρτέν; Μου είπαν ότι ήταν μια εξαίρετη οικογένεια, συμπληρώνει.
-Όχι, απαντώ επιφυλακτικά, δεν τους γνώριζα ιδιαίτερα, ήταν μια οικογένεια όπως όλες οι άλλες εδώ.
-Ναι, μια ευτυχισμένη οικογένεια, λέει η κυρία Ροζέν, εμφανώς αδημονούσα.
-Ξέρετε, όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους, μουρμουρίζω για να τελειώσω μ' αυτή την ιστορία, χωρίς να πω τίποτε άλλο.
-Αλλά μια δυστυχισμένη οικογένεια είναι δυστυχισμένη με το δικό της τρόπο, μου λέει κοιτώντας με παράξενα, και αίφνης νιώθω μια νέα ανατριχίλα"
Είναι βέβαια η περίφημη εναρκτήρια φράση της "΄Αννας Καρένινα". Και ενώ οι κυρίες της πολυκατοικίας τρώγονται από περιέγεια κι επιθυμία να γνωρίσουν τον Όζου και το ανακαινισμένο διαμέρισμά του, εκείνος καλέι για τσάι την ταπεινή θυρωρό. Μεταξύ τους δημιουργείται μια τέλεια επικοινωνία, Μιλούν για Τέχνη, για ιταλική και ολλανδική ζωγραφική, για κινηματογράφο, για την κοινή τους αγάπη, τον Τολστόι. Μερικές σελίδες του βιβλίου είναι ωραία, σύντομα δοκίμια περί Τέχνης. Η πνευματική φιλία συνεχίζεται, μεγαλώνει. Κι εκεί που ο αναγνώστης περιμένει πέρα από το πνευματικό κι ένα συναισθηματικό δέσιμο, μια και τόσο ο Κακούρο όσο και η Ρενέ, έχοντας χάσει τους συζύγους τους, είναι μόνοι, μια ανατροπή επέρχεται που μας αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση. Το τελευταίο κεφάλαιο γράφεται από τη μικρή Παλόμα που αναθεωρεί την απόφασή της να αυτοκτονήσει.
Κι ο τίτλος; Τι σημαίνει ο παράξενος τίτλος; Το εκφράζει η Παλόμα, η μόνη εκτός από τον Κακούρο που υποψιάστηκε το μυστικό κόσμο της θυρωρού: "Η κυρία Μισέλ έχει την κομψότητα του σκαντζόχοιρου. Απέξω είναι γεμάτη αγκάθια, αληθινό φρούριο, αλλά έχω την αίσθηση ότι από μέσα είναι τόσο απλώς ραφινάτη όσο και ο σκαντζόχοιρος, που είναι ένα ζωάκι δήθεν νωθρό, σκληρά μοναχικό και εξαιρετικά κομψό".





Παρασκευή, Ιανουαρίου 23, 2009

Η σκιά του Πόε

Αγόρασα το βιβλίο πιστεύοντας ότι θα διάβαζα μέσα από το μυθιστόρημα για τη ζωή του "καταραμένου" αυτού ποιητή και πεζογράφου, θα ενημερωνόμουν, μυθιστορηματικά, έστω, για το έργο του, θα παρακολουθούσα την περιπετειώδη ζωή και το μυστήριο που περιβάλλει το θάνατό του. Το βιβλίο, δυστυχώς, με απογοήτευσε. Παρά τις ενθουσιώδεις κριτικές που είχε στην Αμερική, παρά τη μεγάλη έρευνα την οποία πρέπει να έκανε ο συγγραφέας, παρά τα εξακριβωμένα ιστορικά δεδομένα στα οποία στηρίζεται το ογκώδες βιβλίο (580 σελίδες, Λιβάνης 2007, μετ. Κατερίνα Χαλμούκου), δεν ελκύει, δεν εμπνέει. Ο Matthew Pearl αναμιγνύει τόσα άσχετα στοιχεία, παρεμβάλλει τόσα πρόσωπα, επαναφέρει τόσες φορές τα ίδια γεγονότα που ομολογώ ότι συγχύστηκα και μόνο η περιέργεια να μάθω αν έλυσε τελικά το μυστήριο του θανάτου του Πόε με έκανε να φτάσω ως το τέλος.
Το θέμα με λίγα λόγια είναι το εξής: (Αντιγράφω από το Ιστορικό Σημείωμα στο τέλος του βιβλίου). "Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε πέθανε σε ηλικία σαράντα ετών σε ένα νοσοκομείο της Βαλτιμόρης, στις 7 Οκτωβρίου 1840, τέσσερις μέρες αφότου βρέθηκε σε απελπιστική κατάσταση στο πανδοχείο του Ράιαν. Στις 26 ή 27 Σεπτεμβρίου ο Πόε ξεκίνησε από το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια με πλοίο, με προορισμό το εξοχικό του στη Νέα Υόρκη, ακολουθώντας ένα δρομολόγιο που περιλάμβανε μια στάση στη Φιλαδέλφεια για να επιμεληθεί την ποιητική συλλογή μιας συγγραφέως ονόματι Μαργκερίτ Σεν Λεόν Λάουντ. Ο Πόε ζήτησε από την πενθερά του, τη Μαρία Κλεμ, να του στείλει στη Φιλαδέλφεια ένα γράμμα, χρησιμοποιώντας στη θέση του παραλήπτη το ψευδώνυμο Ε.Σ. Τ. Γκρέι. Όμως, απ' ό,τι ξέρουμε ο Πόε δεν έφτασε ποτέ στη Φιλαδέλφεια ούτε επέστρεψε στο σπίτι του στη Νέα Υόρκη. Αντιθέτως, έκανε μια τελευταία και απρογραμμάτιστη επίσκεψη στη Βαλτιμόρη. Οι λεπτομέρειες για όσα του συνέβησαν κατά τις πέντε μέρες που ακολούθησαν-από τη στιγμή της άφιξής του στο λιμάνι μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται στο πανδοχείο του Ράιαν τη μέρα των εκλογών-έχουν χαθεί. Αυτό εξακολουθεί να είναι ένα από τα πιο επίμονα κενά στην ιστορία της λογοτεχνίας". Επιπλέον, τα ρούχα που φορούσε όταν τον βρήκαν στο πανδοχείο δεν ήταν δικά του-ήταν κακοραμμένα και δυο νούμερα μεγαλύτερα- ενώ όλη τη νύχτα πριν πεθάνει φώναζε το όνομα "Ρέινολντς". Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής του μυθιστορήματος, ο νεαρός δικηγόρος Κουέντιν Κλαρκ, μεγάλος θαυμαστής του Πόε, που είχε ήδη μια αλληλογραφία μαζί του, αναλαμβάνει με δική του πρωτοβουλία, δυο χρόνια μετά το θάνατο του Πόε, να λύσει το μυστήριο του θανάτου του ποιητή, αλλά και να προστατέψει τη φήμη του από τους συγχρόνους που θεωρούσαν τον Πόε, μέθυσο και άνθρωπο των καταχρήσεων. Για το σκοπό αυτό και πιστεύοντας ότι ένας μυθιστορηματικός ήρωας του Πόε, ο Κ. Αύγουστος Ντιπέν, που δίνει τη λύση στο διήγημα του Πόε "Οι δολοφονίες της οδού Μοργκ", βασίστηκε σε υπαρκτό πρότυπο, ένα Γάλλο, ταξιδεύει στη Γαλλία για να τον εντοπίσει. Εκεί μπλέκεται σε διάφορες περιπέτειες, εμφανίζονται δυο πρόσωπα που συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά του Ντιπέν, ένας ονόματι Ντιπέν κι ένας Ντιπόν. Και οι δύο έρχονται στη Βαλτιμόρη. Ακολουθούν άλλες περιπέτειες, αναμιγνύονται θέματα παρακολουθήσεων, μεταμφιέσεων, μελέτης δημοσιευμάτων για τον Πόε, αμφισβήτηση ως προς το ποιος από τους δύο Γάλλους υπήρξε το πρότυπό του...εκταφή πτωμάτων, δουλεμπόριο, ακόμα και ο Λουδοβίκος Ναπολέων που κατέλυσε η Δημοκρατία και ανακηρύχτηκε σε Αυτοκράτορα, φυλακίσεις, δολοφονίες κ.λπ. Πολύς λόγος γίνεται για τον αναλυτικό τρόπο σκέψης, αυτόν που εφάρμοσε ο Πόε στις "αλλόκοτες" ιστορίες του. Σύμφωνα μ' αυτόν, η αναλυτική συλλογιστική "είναι η σπάνια ικανότητα της αντίληψης, μέσω μιας διαδικασίας συλλογισμού που χρησιμοποιεί όχι μόνο τη λογική αλλά και την ανώτερη λογική, της φαντασίας, εκείνη που ξεπερνά την πνευματική λειτουργία των περισσότερων ανθρώπων". Με αυτή τη συλλογιστική θα δοθεί στο τέλος και η ερμηνεία των παράξενων γεγονότων που συνοδεύουν το θάνατο του Πόε.
Είναι κρίμα, πιστεύω, που ο συγγραφέας είχε μια τόσο λαμπρή ιδέα για μυθιστόρημα που όμως την έθαψε σ΄ ένα καταιγισμό παράπλευρων γεγονότων. Όμως, οφείλω να πω, πως η ατμόσφαιρα της εποχής, μέσα του 19ου αιώνα, καθώς και της πόλης της βαλτιμόρης, βρίσκουν μια πολύ ειτυχή απεικόνιση. Τέλος, φανερή είναι και η μεγάλη αγάπη του συγγραφέα για τον Πόε και το έργο του. Λέει χαρακτηριστικά: " Ο Πόε με απελευθέρωσε από την ιδέα ότι η ζωή πρέπει να ακολουθεί μια συγκεκριμένη πορεία. Αντιπροσώπευε την Αμερική-μια ανεξαρτησία που αψηφούσε τον έλεγχο, ακόμα κι όταν η αποδοχή του ελέγχου θα μπορούσε να τον είχε ωφελήσει. Κατά κάποιο τρόπο η αλήθεια του Πόε είναι κάτι πολύ προσωπικό και πολύ σημαντικό για μένα"


Πέμπτη, Ιανουαρίου 15, 2009

Άρωμα Ισπανίας

Δεν θα απορούσα καθόλου αν σε 1-2 χρόνια η Βικτόρια Χίσλοπ έριχνε στην αγορά ακόμα ένα μπεστ σέλλερ μετά το "Νησί" και το "Γυρισμό" (Διόπτρα, 2008, μετ. Μιχάλης Δελέγκος), ούτε θα παραξενευόμουν αν μάθαινα ότι παρακολούθησε μαθήματα δημιουργικής γραφής. Με πανομοιότυπη τεχνική πορεύεται και, στηριγμένη σε πραγματολογικά στοιχεία (λέπρα-ισπανικός εμφύλιος), υφαίνει μια εύπεπτη, ευπώλητη ιστορία.
Και στα δυο βιβλία έχουμε μια νεαρή Αγγλίδα που αγνοεί το παρελθόν της μητέρας της, μεταβαίνει στον τόπο καταγωγής της (της μητέρας), στο μεν "Νησί "εμπρόθετα, γιατί ξέρει τις ελληνικές ρίζες, στο δε "Γυρισμό" εντελώς τυχαία, αφού, αν και η ηρωίδα, η Σόνια, ήταν 15 χρονών όταν πέθανε η μητέρα της, δεν είχε ιδέα για την καταγωγή της, πράγμα ασφαλώς απίθανο, αλλά, έστω, ας το δεχτούμε. Και στα δυο βιβλία οι ηρωίδες συναντούν κάποιον (μια παλιά φίλη στο πρώτο, τον νεανικό έρωτα στο δεύτερο) που τους αφηγείται όλη την ιστορία.
Για να μην είμαι όμως άδικη, βρήκα το "Γυρισμό" καλύτερο, πιο ώριμο από το "Νησί". Ειδικά στο πρώτο μέρος όπου η Σόνια, που αντιμετωπίζει κάποια προβλήματα στο γάμο της, έρχεται με μια φίλη της για διακοπές στη Γρανάδα, η ατμόσφαιρα και η περιγραφή της σύγχρονης πόλης είναι ελκυστικές. Διάβασα με ενδιαφέρον αυτό το μέρος, ίσως γιατί η Γρανάδα είναι από τις αγαπημένες μου πόλεις, όσο λίγο κι αν κράτησε η επίσκεψή μου εκεί.
Πολλά στοχεία επίσης του εμφυλίου προσφέρονται στον αναγνώστη, θα μπορούσαν όμως, πιστεύω, να αξιοποιηθούν περισσότερο (θεωρώ ασέβεια να συγκρίνω με το "Για ποιον χτυπά η καμπάνα"). Χρειάζεται ακόμη εκ μέρους του αναγνώστη αποδοχή της συγγραφικής σύμβασης, με βάση την οποία όλο το δεύτερο μέρος, κάπου 300 σελίδες, αποτελεί αποκλειστική αφήγηση ενός προσώπου, που με απίθανες λεπτομέρειες εξιστορεί τα πάθη της οικογένειας Ραμίρεζ, οικογένειας της μητέρας της Σόνιας, όπως θα αποκαλυφθεί στο τέλος, αλλά που ο αναγνώστης έχει βέβαια αντιληφθεί πολύ προηγουμένως.
Οι γονείς, Πάμπλο και Κόντσα διατηρούσαν ένα καφέ στη Γρανάδα. Είχαν τρία αγόρια κι ένα κορίτσι. Ο μεγάλος γιος ήταν δάσκαλος, ο άλλος ταυρομάχος και ο τρίτος, με σεξουαλικές ιδιαιτερότητες, κιθαρίστας. Το κορίτσι, η Μερσέντες, από μικρή έδειξε την αγάπη και τις ικανότητές της στο χορό. Έτσι, με αυτή την κατανομή των ρόλων, η συγγραφέας έχει την ευκαιρία να αποδώσει πολιτιστικά χαρακτηριστικά της Ισπανίας. Είναι από τις ευτυχισμένες στιγμές της συγγραφής η περιγραφή ταυρομαχιών ή των ισπανικών χορών.
Ο εμφύλιος που ξεσπά το 1936 με το πραξικόπημα του Φράνκο διαλύει την οικογένεια. Ο πατέρας στη φυλακή, τα αγόρια σκοτώνονται όλα, ο καθένας με διαφορετικό τρόπο, ούτως ώστε να φανούν διάφορες πτυχές του εμφυλίου, και μόνο η Μερσέντες σώζεται τελικά στην Αγγλία, όπου είχε πάει συνοδεύοντας παιδιά που τα έστελλαν οι γονείς τους για να σωθούν. Στην Αγγλία θα παντρευτεί και θα μείνει τελικά, χωρίς να αποκαλύψει ποτέ στην κόρη της το πολυτάραχο παρελθόν της.
Δεν θα έλεγα ότι χάνει κανείς το χρόνο του διαβάζοντας το "Γυρισμό", αλλά αν σας ενδιαφέρει η χώρα και η εποχή, προτιμήστε τον Χέμιγκουεη.
Υ.Γ. Και μια απορία για την ελληνική έκδοση. Δεν υπήρχε καμιά άξια λόγου διαφημιστική κριτική για να αποτυπωθεί στο οπισθόφυλλο εκτός απ' αυτήν του Μιχάλη Χατζηγιάννη (!!);


Σάββατο, Ιανουαρίου 10, 2009

Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια

Ποτέ ξανά δεν μου έτυχε βιβλίο (ή, για να μην είμαι απόλυτη, δεν θυμάμαι) που χωρίς να είναι μυθιστόρημα να με απορροφήσει τόσο η ανάγνωσή του, που να παρατήσω τα πάντα για χάρη του, που να μην το αφήσω από τα χέρια μου, ώσπου να φτάσω στην τελευταία του σελίδα (368). Κι από την άλλη, βιβλίο που ενώ τέλειωσα την απολαυστική του ανάγνωση εδώ και μέρες, να διστάζω να το εμφανίσω στο μπλογκ, από φόβο πως με τίποτα δεν θα μπορούσα να αποδώσω το έξοχο πνεύμα του, αυτή τη γεμάτη χιούμορ φιλοσοφική προσέγγιση του Θεού, της ζωής, του θανάτου, ιδωμένα με ανάλαφρη σάτιρα, ούτε να μεταφέρω τον προβληματισμό που συνοδεύεται από ένα κλείσιμο του ματιού, από ένα χαμόγελο που συχνά συνοδεύει το διάβασμά μας. Είναι το βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς "Χωρίς να φοβάμαι τίποτα πια" (Μεταίχμιο 2008, μεταφρ. Αλεξάνδρα Κονταξάκη).
"Δεν πιστεύω στο Θεό αλλά μου λείπει", είναι το μότο που συνοδεύει τον τίτλο στο εξώφυλλο. Ο αδελφός του συγγραφέα χαρακτηρίζει αυτή τη φράση σαχλή. Όταν ο Τζούλιαν τον ρωτάει γιατί, "παραδέχεται ότι δεν ξέρει στ' αλήθεια πώς να πάρει τη δήλωσή μου. "Υποθέτω ότι είναι σαν να λες: "Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν θεοί, αλλά μακάρι να υπήρχαν (ή ίσως:αλλά μακάρι να το πίστευα".
Ο Τζούλιαν Μπαρνς, πασίγνωστος κι επιτυχημένος συγγραφέας, γεννημένος στη Μ. Βρετανία το 1946, στα εξήντα του χρόνια, εν όψει του αναπόφευκτου τέλους, κοινής μοίρας όλων (και με τις πιο αισιόδοξες προβλέψεις, λέει, τα δύο τρίτα της ζωής μου έχουν περάσει), κάνει ένα σταθμό και μας δίνει αυτό το βιβλίο. Με πλήθος αυτοβιογραφικά στοιχεία, με σκέψη συνειρμική, μεταπηδώντας από το ένα θέμα στο άλλο, δίχως χωρισμό σε κεφάλαια, σαν ένα είδος μακροσκελούς μονολόγου, μας παρασύρει μαζί του από τη μια σελίδα στην άλλη, από τη μια σκέψη στην επόμενη, σ' ένα ταξίδι ζωής που δεν θέλουμε να τελειώσει. Ο παππούς και η γιαγιά, οι γονείς, ο αδελφός του επανέρχονται διαρκώς στη σκέψη και στο βιβλίο. Σκόρπια γεγονότα της ζωής του, φίλοι, διαβάσματα. Κι όλα αυτά συδυασμένα διαρκώς με τις σκέψεις για το Θεό και το θάνατο. Δεν μπορείς να μιλήσεις για το ένα χωρίς να αναφερθείς στο άλλο (εκτός αν είσαι άθεος, οπότε όλα για σένα τελειώνουν εδώ. Ο Μπαρνς δηλώνει αγνωστικιστής). Πλήθος οι αναφορές για το τέλος τόσο των δικών του (παππούδων, γονιών) όσο και προσωπικοτήτων της τέχνης και του πνεύματος: Σωκράτης, Κικέρων, Δάντης, Ελ Γκρέκο, Τσέχοφ, Τουργκένιεφ, Φλωμπέρ, Καμύ, Φρόυντ, Σταντάλ...δεκάδες ονόματα παρελαύνουν άλλοτε με ρήσεις τους, άλλοτε με τις απόψεις τους για το Θεό ή για το πώς αντιμετώπισαν το θάνατο (Χρησιμότατο το επίμετρο βιογραφιών, συνταγμένο από τη μεταφράστρια, όπου μέσα σε 3-4 γραμμές για τον καθένα μας δίνει τα βιογραφικά στοιχεία των αναφερόμενων στο βιβλίο προσώπων).
Καμιά παρουσίαση και καμιά αναφορά δεν μπορεί να αποδώσει το βιβλίο του Μπαρνς. Μόνο μερικά δείγματα της γραφής του μπορούν να δώσουν μια αμυδρή ιδέα. Σταχυολογώ μερικά:
"Καμιά φορά οι συνομίληκοί μου λένε, κάπως σαστισμένοι:"Το περίεργο είανι ότι δεν αισθάνομαι μεγαλύτερος". (Αλήθεια, πόσες φορές το λέει ο καθένας μας!). Εγώ πάντως αισθάνομαι και, αν έχω την παραμικρή αμφιβολία, υπάρχει ένας δυσάρεστος υπολογισμός στη διάθεσή μου όταν προσπερνάω, ας πούμε, ένα δωδεκάχρονο παιδί που στέκεται ράθυμα έξω απ' τις πύλες του σχολείου μ' ένα πρόωρο τσιγάρο στο χέρι. Συλλογίζομαι ότι εγώ, ως εξηντάχρονος το 2006, είμαι πιο κοντά στο γηραιότερο εναπομείνατα στρατιώτη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου παρά σ' αυτό το παιδί. Αισθάνομαι σοφότερος; ναι, λίγο.Σίγουρα λιγότερο ανόητος (και ίσως αρκούντως σοφός ώστε να θρηνώ την απώλεια μέρους της αφροσύνης). Αρκούντως σοφός ώστε να γίνω απλός; όχι ακόμη, Κύριε".
Σ' ένα άλλο σημείο μας λέει πώς φαντάζεται το θάνατό του, ή μάλλον πώς θα τον ήθελε:
" Το καλύτερο σενάριο, στη φαντασία μου, είχε συνήθως να κάνει με μια ιατρική διάγνωση που μου άφηνε αρκετό χρόνο και επαρκή διαύγεια, για να γράψω το τελευταίο βιβλίο-αυτό που θα περιείχε όλες μου τις σκέψεις για το θάνατο. Παρότι δεν ήξερα αν θα ήταν μυθοπλαστικό ή όχι, είχα ετοιμάσει την πρώτη ατάκα και την είχα σημειώσει πριν από πολλά χρόνια: "Ας ξεμπερδεύουμε με το θέμα του θανάτου". Αλλά τι είδους γιατρός θα σου κάνει τη διάγνωση που εξυπηρετεί τις λογοτεχνικές σου απαιτήσεις; "Ξέρετε έχω και καλά και κακά νέα". Πείτε μου ευθέως γιατρέ, πρέπει να ξέρω. Πόσος καιρός μου μένει;" "Πόσος καιρός; θα έλεγα ότι σας μένει καιρός για περίπου 200 σελίδες-250 αν είστε τυχερός ή αν δουλεύετε γρήγορα".
Όμως δεν λείπουν οι σκέψεις του και για την ίδια την τέχνη του, τη μυθοπλασία:
" Η μυθοπλασία δημιουργείται μέσω μιας διαδικασίας που συνδυάζει την πλήρη ελευθερία και τον απόλυτο έλεγχο, που εξισορροπεί την ακριβή παρατήρηση με το ελεύθερο παιγνίδι της φαντασίας, που χρησιμοποιεί ψέματα για να πει την αλήθεια και την αλήθεια για να πει ψέματα. Είναι κεντρομόλος και φυγόκεντρος συνάμα. Θέλει να πει όλες τις ιστορίες, σε όλη τους την αντιθετική, αντιφατική και ανεπίλυτη φύση. Συγχρόνως θέλει να αφηγηθεί τη μία και μοναδική αληθινή ιστορία, αυτήν που εξάγει και επεξεργάζεται και επιλύει όλες τις άλλες ιστορίες".
Πριν από λίγο καιρό είχαμε έναν άλλο σύγχρονο συγγραφέα που ασχολήθηκε με το θάνατο, τον Ίρβιγκ Γιάλομ, αλλά μ' ένα πολύ διαφορετικό, σοβαρό και ψυχαναλυτικό τρόπο. Ο Μπαρνς νομίζω προσπαθεί να ξορκίσει το θάνατο βγάζοντάς του τη γλώσσα, κοροϊδεύοντάς τον. Ο τίτλος του βιβλίου μου φαίνεται πως δεν αποδίδει αυτό που συμβαίνει, αλλά αυτό που θα ήθελε ο συγγραφέας να συμαβαίνει. Αυτό που κατά βάθος ο καθένας μας θα ήθελε.


Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2009

Έρωτας στον καιρό της ειρωνείας

Αν με ρωτούσε κάποιος να πω σύντομα ποια είναι η υπόθεση του βιβλίου της Αγγέλας Καστρινάκη "΄Ερωτας στον καιρό της ειρωνείας" (Ελληνικά Γράμματα, 2008), θα έλεγα "Οι εξωσυζυγικές σχέσεις". Κι όμως αυτό το πολυχρησιμοποιημένο θέμα, που το συναντάμε σε άπειρες παραλλαγές στη λογοτεχνία, που θα νόμιζε κανείς πως γι' αυτό τίποτα το ενδιαφέρον και πρωτότυπο δεν μπορεί να γραφτεί πια, έρχεται στο μυθιστόρημα της Καστρινάκη να μας αποκαλύψει μια άλλη πτυχή, να ιδωθεί από τη συγγραφέα με μια διαφορετική ματιά και να μας κινήσει ξανά το ενδιαφέρον, έστω κι αν το ίδιο θέμα έχουμε συναντήσει τόσες άλλες φορές.
Δυο είναι τα ζευγάρια που αποτελούν τους ήρωες του βιβλίου: η Μέλπω και ο Στέφανος που έχουν δυο δίδυμα αγοράκια 8 χρονών και ζουν στην Αθήνα και ο Μάριος και η Στέλλα, με μια κόρη 16 χρονών που ζουν στη Θεσσαλονίκη. Ένα πέμπτο πρόσωπο θα προστεθεί, η νεαρή Μάνια, φοιτήτρια στην Πάτρα. Ο συγγραφικός φακός όμως φωτίζει κυρίως το ζευγάρι Μέλπω-Μάριος, που μια τυχαία συνάντηση, όταν εκείνη ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για δουλειές, οδήγησε στη σύναψη δεσμού μεταξύ τους. Ίσως, αν δεν υπήρχε η σύγχρονη τεχνολογία, να μην αναπτυσόταν αυτός ο δεσμός. Η απόσταση Αθήνα-Θεσσαλονίκη καλύπτεται και εξουδετερώνεται με e-mail που καθημερινά κατά δεκάδες ανταλλάσσονται. Οι συναντήσεις τους γίνονται αραιά, όποτε η δουλειά εκείνης την οδηγεί στη βορινή πόλη. Εκείνος μόνο μια φορά έρχεται στην Αθήνα κι αυτό όταν πια τα πράγματα έχουν τόσο προχωρήσει, που και οι δυο είναι έτοιμοι να εγκαταλείψουν τις οικογένειές τους και να ζήσουν μαζί, πράγμα που θα κάνουν τελικά. Ποια όμως κατάληξη θα έχει αυτή η απόφαση και η απόπειρα να συμβιώσουν; Θα το ανακαλύψει ο αναγνώστης, δεν θα ήταν σωστό να προκαταλάβω το τέλος.
Τι γίνονται όμως στο μεταξύ οι "προδομένοι" σύζυγοι; Το παράνομο ζευγάρι, που αρχικά κρατούσε μυστική τη σχέση του, έρχεται μια στιγμή που μοιάζει να θέλει να τη διατυμπανίσει. Η Μέλπω θα παραδεχτεί την απιστία της στον Στέφανο, που κι αυτός έχει δημιουργήσει ένα δεσμό με τη Μάνια, και ο Μάριος στη Στέλλα. Διαφορετική είναι η αντίδραση του καθενός. Η Στέλλα διώχνει τον Μάριο από το σπίτι, δεν μπορεί να τον συγχωρέσει. Αντίθετα, ο Στέφανος, όταν η Μέλπω ομολογεί τη σχέση και ανακοινώνει την απόφασή της για χωρισμό, της λέει:" Το είχες ανάγκη! Δεν ξέρεις πόσο σε καταλαβαίνω...Αλλά μη φύγεις. Δεν θέλω να φύγεις". Πραγματικά έρωτας στα χρόνια της ειρωνείας, με την αντιστροφή των ρόλων όπως την έχουμε συνηθίσει. Έχουμε μάθει η γυναίκα να υπομένει και συχνά να συγχωρεί την απιστία του άντρα, ενώ ο άντρας κατά κανόνα ούτε καν διανοείται κάτι τέτοιο. Εδώ συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο Μάριος εγκαταλέιπει το σπίτι του. Η Μέλπω με τον Στέφανο σαν να ζουν μια καινούρια, διαφορετική φάση συζυγικής αγάπης. Πιο δεμένοι, πιο ομιλητικοί, με τέλεια ειλικρίνεια μεταξύ τους. Φωτισμός μιας "ανοιχτής σχέσης", αν λάβουμε υπ' όψιν και τη γνώση της Μέλπως για το δεσμό του Μάριου με τη Μάνια.
Η Καστρινάκη μοιάζει να πειραματίζεται πάνω στις σχέσεις των ζευγαριών, να τις μελετά, να τις αναλύει σε βάθος. Πότε-πότε δίνει φωνή και στη νεαρή φοιτήτρια και στην απατημένη σύζυγο, τη Στέλλα. Όμως το έργο κυρίως περνά μέσα από τη ματιά της Μέλπως.
Πέρα όμως από τις σχέσεις, το μυθιστόρημα παίρνει κάποτε και τη μορφή δοκιμίου πάνω στο θέμα της απιστίας. Από τις πιο ωραίες σελίδες είναι εκείνες (166-178) στις οποίες συγκρίνει τη σχέση Πηνελόπης Δέλτα-Ίωνος Δραγούμη και Μέλπως-Μάριου, ουσιαστικά δηλαδή την απιστία στις αρχές του 20ου και του 21ου αι. Ομοιότητες αλλά και διαφορές. Τότε (αλλά και πάντα νομίζω) "Ο σκληρός πυρήνας του πάθους διατηρείται ίδιος: η "χαρά να ξέρω πως υπάρχεις" στην αρχή, έπειτα η πλήρης ταύτιση, η απώλεια του μέτρου, ο πανικός, η ανασφάλεια, η υστερία, η διαχείριση των λέξεων: τα ερωτευμένα υποκείμενα επιδίδονται σε ασυγκράτητες μεγαλοστομίες, σε παθιασμένες επαναλήψεις των ίδιων και των ίδιων διαβεβαιώσεων που είναι σαν να δίνονται για πρώτη φορά". Όμως υπάρχει μια τεράστια διαφορά στη διαχείριση των σωμάτων. Τότε ένα φιλί και μόνο εθεωρείτο φοβερή απιστία, σήμερα "το να δώσεις την ψυχή σου, αυτό είναι το κρίσιμο. Το σώμα μπορείς να το διαθέσεις και σε μια στιγμή σεξουαλικού οίστρου (...) Σήμερα πια απατάμε με την ψυχή, όχι με το σώμα", καταλήγει η συγγραφέας, για να συνεχίσει με άλλες ομοιότητες και διαφορές των δυο ζευγαριών και των δυο εποχών.
Η μεγαλύτερη όμως πρωτοτυπία της γραφής της Καστρινάκη έγκειται στην αυτοαναφορικότητα. Δεν αφηγείται την ιστορία της ως ένας παντογνώστης τριτοπρόσωπος αφηγητής. Την πλάθει ως συγγραφέας ενώπιόν μας. Από τον προβληματισμό του τι ονόματα να δώσει στους ήρωές της, ως τη δυσκολία που κάποτε συναντά στη συνέχιση της γραφής κι ως στις σκέψεις και τον προβληματισμό για τον τρόπο περιγραφής μιας σκηνής κι ως τα σχόλια που κάνει για τους ήρωές της σαν ένα τρίτο, άσχετο πρόσωπο, η συγγραφέας ούτε στιγμή δεν μας αφήνει να ξεχάσουμε πως αυτό που μας αφηγείται είναι μια πλαστή ιστορία, δημιουργημένη από την ίδια, αλλά που θα μπορούσε-γιατί όχι;- να συμβεί. Παραθέτω ένα σύντομο χαρακτηριστικό δείγμα. Γράφει η Καστρινάκη: "Προσπαθούσα λοιπόν να σταθμίσω αν στο σημείο όπου φτάσαμε χρειάζεται κλιμάκωση ή αποκλιμάκωση, αν πρέπει να αφηγηθώ τα συμβάντα με πολλά και πλούσια λόγια, με απανωτή ανταλλαγή μηνυμάτων ή κάτι παρόμοιο. Ή είναι καλύτερα να ακολουθήσω την τακτική της αντιστροφής:τη στιγμή της κορύφωσης, επιγραμματική λιτότητα στην έκφραση".
Μου άρεσε το βιβλίο της Καστρινάκη που είναι καθηγήτρια ελληνικής λογοτεχνίας ατο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Για άλλη μια φορά επιβεβαιώνεται η άποψη πως στη λογοτεχνία (συχνά και στη ζωή) σημαντικότερο είναι το "πώς" από το "τι".