Παρασκευή, Φεβρουαρίου 24, 2017

Μωρό από ατόφιο χρυσάφι

Margaret Drabble
Μωρό από ατόφιο χρυσάφι
(The pure gold baby)
Πόλις, 2015
Μετ. Κατερίνα Σχινά
Αν και  η γνωστή και βραβευμένη Αγγλίδα συγγραφέας έχει εκδώσει δεκαοκτώ μυθιστορήματα (από τα οποία τρία έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά) δεν έτυχε ως τώρα να διαβάσω κάποιο από τα έργα της. Και αυτό, το πιο πρόσφατα εκδομένο, το "Μωρό από ατόφιο χρυσάφι", το αναζήτησα όχι ξέροντας κάτι για τη συγγραφέα, αλλά για το θέμα του: Ένα παιδί με ειδικές ανάγκες. Ένα θέμα που με ελκύει ιδιαίτερα, με απασχολεί, με προβληματίζει, που μου δημιουργεί ποικίλες σκέψεις και συναισθήματα.
Το μυθιστόρημα δεν ήταν όπως το φαντάστηκα, όχι όμως λιγότερο ενδιαφέρον. Έχει μια ιδιάζουσα τεχνική, τόσο ως προς τον τρόπο της αφήγησης όσο και ως προς το περιεχόμενο. Η αφηγήτρια εμφανίζεται υπό διπλή αφηγηματική ιδιότητα. Πότε είναι "ομοδιηγηματικός" αφηγητής, δηλαδή πρόσωπο που συμμετέχει στα δρώμενα γράφοντας σε πρώτο πρόσωπο και πότε "παντογνώστης" αφηγητής, δηλαδή ακολουθεί την τριτοπρόσωπη γραφή για γεγονότα στα οποία η ίδια δεν συμμετέχει, παρακολουθώντας ως εξωτερικός παρατηρητής τις ενέργειες, ακόμα και τις σκέψεις των ηρώων της.
Αλλά και ως προς το περιεχόμενο υπάρχει μια ιδιαιτερότητα. Κεντρικά πρόσωπα είναι η Τζες, μια ανθρωπολόγος που μεγαλώνει μόνη την Άννα, παιδί από μια σύντομη σχέση της Τζες με τον παντρεμένο καθηγητή της. Ένα παιδί "από ατόφιο χρυσάφι" (χαρακτηρισμός από ένα ποίημα της Σύλβια Πλαθ). Παιδί με μειωμένες νοητικές ικανότητες, αν και πουθενά δεν αναφέρεται τι είδους είναι αυτή η καθυστέρηση. "Η Άννα, ως παιδί και αργότερα ως έφηβη, δεν ήταν οπτικά αναγνωρίσιμη ως ελλειμματική με οποιονδήποτε τρόπο". Η Άννα μιλάει, συνεννοείται, αλλά ποτέ δεν μαθαίνει να διαβάζει και ποτέ δεν θα μπορέσει να ζήσει μόνη της.
Καθώς όμως παρακολουθούμε τη ζωή της Τζες και της Άννας, πλήθος θέματα αναφύονται που συχνά υπερκαλύπτουν το κύριο θέμα. Χρονικά το μυθιστόρημα προχωρεί με αναδρομές, ενίοτε τόσο εκτενείς, που ο αναγνώστης δυσκολεύεται να ξαναπροσαρμοστεί στο παρόν της αφήγησης. Οι δεκαετίες του '60 και '70 κυριαρχούν, αλλά γεγονότα και αναφορές φτάνουν ως την εποχή μας, τον 21ο αι.
Είναι πραγματικά εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας κατορθώνει να συνδυάσει τόσα θέματα. Το βόρειο Λονδίνο, στο οποίο ζει η Τζες με την Άννα, η αφηγήτρια Έλινορ και μια ομάδα άλλων συνομήλικων φίλων γυναικών με τα παιδιά τους, κυριαρχεί με τουε δρόμους του, τα κτίρια, τις αλλαγές που επέρχονται με το χρόνο. Παρεμβάλλονται σκέψεις για τα παιδιά, για το χρόνο, για τα γηρατειά κι αυτά ανάμεσα σε κριτική για τα ψυχιατρικά ιδρύματα ή το Εθνικό σύστημα υγείας, ανθρωπολογικές μελέτες ή λογοτεχνικές αναφορές. Μια εμμονή φαίνεται να κυριαρχεί στη συγγραφέα για τον εξερευνητή Λίβινγκστον, τον τάφο του οποίου επισκέπτεται στο Ουεστμίνστερ, αλλά και το μνημείο του αναζητεί στην Αφρική.
Από τις αναφορές στα καθυστερημένα παιδιά της Περλ Μπακ, του Άρθους Μύλλερ ή τον αδελφό της Τζέην Ώστεν ως τη μνεία του Μαρσέλ Προυστ και άλλων λογοτεχνών, η συγγραφέας συνδυάζει αμέτρτο πλήθος θεμάτων, αναφορών, υπαινιγμών, παραλληλισμών, τόσων που η παράθεση 108 επεξηγηματικών σημειώσεων στο τέλος του βιβλίου καθίσταται μεν αναγκαία, όχι όμως και το πιο βοηθητικό για την αναγνωστική απόλαυση.
Γενικά ένα ενδιαφέρον βιβλίο, θα το προτιμούσα όμως με λιγότερη ανάμιξη θεμάτων και περισσότερη έμφαση στο "Μωρό από ατόφιο χρυσάφι".

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 15, 2017

Αρχάγγελος


Μαρία Μενοίκου Σιφνιάδου
Αρχάγγελος
Εκδ. Bellapais (Νέα Υερσέη), 2015
Α΄ έκδ. Archangel, 2014
"Απόθεσε τον βαρύ Αρχάγγελο στο έδαφος. Η πανοπλία του έλαμπε στο κίτρινο φως, το ξίφος του σε ετοιμότητα και το φτερό του που ξεπρόβαλλε πίσω από τον ώμο του, ήταν ακριβώς όπως τον είχε φανταστεί. Το αμούστακο πρόσωπό του, νεανικό και αποφασιστικό, είχε φτιαχτεί έντεχνα από τον άγνωστο καλλιτέχνη. Συνεπαρμένη, κοιτάζοντας πιο προσεκτικά, παρατήρησε ότι τα χείλη του ήταν διαμορφωμένα από μια απλή γραμμή από κομμάτια σκούρο γυαλί τονισμένα πάνω και κάτω με μπεζ πλακάκια, η μύτη του: μια σειρά από κάθετες γραμμές. Η πρώτη ήταν μαύρη, η επόμενη γκρι, η άλλη μπεζ και αυτή που σχεδίαζε την κορυφή, λευκή. Τα μπλε ζαφειριά και σμαραγδιά που πλαισίωναν το φωτοστέφανό του έλαμπαν στα μάτια της Τζουλιάνας".
Η σκηνή αυτή, από το συναρπαστικό μυθιστόρημα της Μαρίας Μενοίκου, διαδραματίζεται στα 1989, στη Ζυρίχη. Η κεντρική ηρωίδα, η γκαλερίστα Τζουλιάνα Πετρέσκου, που διατηρεί γκαλερί Τέχνης στην Ουάσιγκτον, βρίσκεται στη Ζυρίχη για να διαπραγματευτεί την αγορά κάποιων πανάκριβων ψηφιδωτών από έναν Τούρκο έμπορο έργων τέχνης. Τα ψηφιδωτά, μοναδικά στο είδος τους, έργο του 6ου αι. και ειδικά εκείνο που εικονίζει τον Αρχάγγελο, την γοητεύουν. Όχι μόνο για την ομορφιά και τη μοναδικότητά τους, αλλά και για το κέρδος που θα της αποφέρουν, όταν θα τα μεταπουλήσει στην Αμερική. Αγνοεί βεβαίως την τραγική τους ιστορία.
Η συγγραφέας αρχίζει την ιστορία της από το 1979, όταν, λίγα χρόνια μετά την εισβολή του 1974, ένας Τούρκος αρχαιοκάπηλος αφαιρεί κομμάτια από το περίφημο ψηφιδωτό της Παναγίας της Κανακαριάς, που βρίσκεται στο χωριό Λιθράγκωμη, στη χερσόνησο της Καρπασίας. Οι χρονολογίες, τα γεγονότα, τα πρόσωπα, ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες διαπλέκονται με επίκεντρο πάντα τα κλεμμένα ψηφιδωτά, για να καταλήξει η συγγραφέας στην τελική ευτυχή κατάληξη και τον επαναπατρισμό τους.
Χρονολογικοί σταθμοί: Το 1979 με τη σκηνή αφαίρεσης των ψηφιδωτών, το 1973 με το χωριό να γιορτάζει το Δεκαπενταύγουστο σε μέρες ειρηνικές, το 1974 με όλη την τραγωδία της εισβολής που πλήττει την οικογένεια ενός από τους βασικούς ήρωες του βιβλίου, του μικρού τότε Γιώργου Φιλίππου, το 1989 όταν η Τζουλιάνα ακούει για πρώτη φορά για τα ψηφιδωτά, το 1981, όταν ο νεαρός τώρα πια Γιώργος νιώθει την ακατανίκητη επιθυμία να επισκεφθεί το τουρκοκρατούμενο χωριό του, το 1982 όταν η Εκκλησία της Κύπρου ενημερώνεται για την κλοπή και αρχίζει ενέργειες για εντοπισμό των ψηφιδωτών, όλες αυτές οι χρονολογίες και τα πρόσωπα μοιάζουν σαν ρυάκια που ξεκινώντας από διαφορετικές αφετηρίες καταλήγουν στην τελική συνάντηση και στην απόδοση της δικαιοσύνης.
Με αριστοτεχνικό τρόπο η συγγραφέας ενώνει όλα τα κομμάτια της ιστορίας, Τις ειρηνικές μέρες, την εισβολή, την καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς αλλά και την τελική δικαίωση. Εντυπωσιάζει το ύφος γραφής. Η αγάπη για τον τόπο, η αγάπη για την Τέχνη και τον πολιτισμό, ακόμα και η αναφορά στη βιαιότητα και τα εγκλήματα της εισβολής, εκφράζονται με μια ηπιότητα, με μια ηρεμία, που ενισχύουν την πλευρά του δικαίου. Είναι, πιστεύω, ο πιο κατάλληλος τρόπος να περάσουν τα μηνύματα της συγγραφέως σε ξένους που αγνοούν τα όσα συνέβησαν και συμβαίνουν στον μαρτυρικό μας τόπο, αν σκεφτούμε μάλιστα πως το βιβλίο γράφτηκε πρώτα στα Αγγλικά.
Η ηρωίδα της Μενοίκου, η γκαλερίστα Τζουλιάνα, είναι μεν επαγγελαμτίας έμπορος έργων Τέχνης, αλλά ενεργεί καλόπιστα. Δεν ξέρει ότι τα ψηφιδωτγά είναι κλεμμένα. Ενθουσιάζεται με την τέχνη που τα δημιούργησε, τα περιγράφει λεπτομερώς, παθιάζεται ειδικά με εκείνο του Αρχαγγέλου τόσο, που θέλει να το κρατήσει για τον εαυτό της. Ένας Αρχάγγελος που εμφανίζεται στο βιβλίο και με την υπερφυσική του διάσταση στα πρόσωπα που πραγματικά τον αγαπούν.
Δεν ξέρω αν το βιβλίο μου έκανε τόσο βαθιά εντύπωση και μου άρεσε τόσο γιατί αφορά τον τόπο μου. Όμως νομίζω η συγγραφέας κατόρθωσε να συνδυάσει πραγματικότητα και φαντασία με τρόπο μοναδικό, να περάσει τα μηνύματά της χωρίς κραυγαλέα μεγαλοστομία.
Τα τέσσερα ψηφιδωτά, σπαράγματα του μεγάλου ψηφιδωτού της Κανακαριάς, βρίσκονται τώρα στο Βυζαντινό Μουσείο του Ιδρύματος Αρχ. Μακαρίου Γ΄ στη Λευκωσία. Είναι αδύνατο να διαβάσει κανείς το βιβλίο και να μη θελήσει να επισκεφθεί το μουσείο και να τα θαυμάσει.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 09, 2017

Η μαύρη τουλίπα

Αλέξανδρος Δουμάς
Η μαύρη τουλίπα (La tulipe noire, 1850)
Καστανιώτης 2007
Μετ. Μιχαήλ Στασινόπουλος
Πριν από λίγο καιρό, μπαίνοντας στο σπίτι μιας φίλης, το βρήκα γεμάτο από πολύχρωμες, ωραίες τουλίπες. "Είναι το αγαπημένο μου λουλούδι", απάντησε στο ερωτηματικό μου βλέμμα. "Άλλωστε", συνέχισε, "σήμερα γιορτάζεται στην Ολλανδία η μέρα της τουλίπας". "Και πού είναι η Μαύρη Τουλίπα;" ρώτησα. Με κοιταξε απορημένη. "Δεν υπάρχει μαύρη τουλίπα".
Η σκέψη μου ταξίδεψε χρόνια πίσω. Στα παιδικά μου χρόνια, τότε που βιβλία σαν τη "Μαύρη Τουλίπα" με είχαν κρατήσει ξάγρυπνη, τότε που έκλεβα χρόνο από τα μαθήματα για να διαβάσω τη συνέχεια των αγαπημένων μου μυθιστορημάτων. Μια ακατανίκητη επιθυμία επιστροφής στο πααρελθόν με κυρίεψε και την άλλη κιόλας μέρα αναζήτησα το ωραίο μυθιστόρημα του Δουμά, που μόνο πολύ αμυδρά θυμόμουνα.
Το βρήκα σε διάφορες καινούριες εκδόσεις, πράγμα που σημαίνει πως ακόμα διαβάζεται. Το διάβασα με συγκίνηση και νοσταλγία. Κι ανακάλυψα πως δεν είναι και τόσο παιδικό όπως νόμιζα. Ίσως τότε, όταν το διάβαζα μικρή, να μην έδινα και τόση προσοχή και σημασία στα ιστορικά γεγονότα. Το έργο τοποθετείται στην Ολλανδία, βέβαια, το 1672. Μια εποχή πολιτικών ταραχών, όταν δυο δημοκράτες πολιτικοί, οι αδελφοί Κορνέιγ και Ζαν ντε Βιτ γίνονται μισητοί στο λαό, γιατί θεωρούνταν φίλοι του Λουδοβίκου ΙΔ', εχθρού των Ολλανδών, και στη θέση τους ανεβάζουν τον Γουλιέλμο, Πρίγκιπα της Οράγγης. Γράφει χαρακτηριστικά ο Δουμάς: "Όπως όλοι οι νικημένοι λαοί, έτσι κι οι Ολλανδοί ελπίζανε πως ένας άλλος αρχηγός θα μπορούσε να τους σώσει από την καταστροφή και την ταπείνωση". 
Οι δύο δημοκράτες πολιτικοί λιντσάρονται και εκτελούνται από το εξαγριωμένο πλήθος. Ενώ συμβαίνουν αυτά στη Χάγη, μεταφερόμαστε στο Ντόρτρεχτ, όπου ζει ο Κορνήλιος βαν Μπέρλε, βαφτιστικός του Κορνέιγ, παθιασμένος με τις καλλιέργειες των φυτών του, ειδικά της τουλίπας, χωρίς να νοιάζεται ή να ασχολείται με την πολιτική. Την εποχή αυτή όλες οι προσπάθειές του επικεντρώνονται στο να επιτύχει τη δημιουργία της μαύρης τουλίπας και να κερδίσει έτσι κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σ' ένα σχετικό διαγωνισμό που έχει προκηρυχθεί. Δίπλα στο σπίτι του μένει ένας άλλος καλλιεργητής που καραδοκεί να του κλέψει το μυστικό του. Οι σκοτεινοί δρόμοι της πολιτικής θα βρεθούν σε αντιπαράθεση με την αγνότητα της αγάπης για τα λουλούδια, η συκοφαντία και η ζήλεια θα αντιπαλέψουν με την αθωότητα και την καλοσύνη. Ο έρωτας θα διαδραματίσει κι αυτός τον ρόλο του για να οδηγηθεί το μυθιστόρημα σ' ένα ευτυχισμένο τέλος. Θα κατορθώσει άραγε μέσα από όλες τις περιπέτειες να ανθίσει η μαύρη τουλίπα; Υπήρξε άραγε ή ήταν μόνο δημιούργημα της φαντασίας του Δουμά;
Τέτοια βιβλία διαμόρφωσαν τη γενιά μου. Βιβλία όπου το καλό βγαίνει στο τέλος νικητής, όπου η ευγένεια και η καλοσύνη θριαμβεύουν. Βιβλία όπου η πραγματικότητα συνδυάζεται με τη φαντασία, βιβλία που τέρπουν αλλά και διδάσκουν. Για πολλά πράγματα ζηλεύω τις νεότερες γενιές. αλλά συνάμα τις λυπάμαι. Τις λυπάμαι γιατί στερούνται (στην πλειονότητά τους τουλάχιστον) τη χαρά και την απόλαυση του διαβάσματος.

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 03, 2017

Το τέλος μιας σχέσης

Γκράχαμ Γκρην
Το τέλος μιας σχέσης
Μεταίχμιο, 2009
Μετ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου
Πρόλογος, Αναστάσης Βιστωνίτης
(ebook)
(The end of the affair, 1951)
Νομίζω πως όλοι εμείς οι βιβλιόφιλοι, εμείς που διαβάζουμε από τα παιδικά μας χρόνια, εμείς για τους οποίους μια από τις μεγαλύτερες απολαύσεις στη ζωή είναι ένα καλό βιβλίο, βρισκόμαστε μεγαλώνοντας σε πολύ δύσκολη θέση. Το να βρούμε μέσα στη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή το βιβλίο εκείνο που θα μας ενθουσιάσει, θα μας μαγέψει, θα αναδεύσει μέσα μας σκέψεις και συναισθήματα που θα μας συνοδεύουν για καιρό γίνεται ολοένα και πιο σπάνιο και πιο δύσκολο. Μια λύση, συχνά πιο ικανοποιητική από το αδιέξοδο κυνήγι του σύγχρονου έργου είναι ίσως το ξαναδιάβασμα βιβλίων που είχαμε απολαύσει στο παρελθόν.
Από μια τέτοια ιδέα παρακινημένη πήρα να ξαναδιαβάσω ένα έργο που μου  είχε καρφωθεί στη σκέψη από τότε που, χρόνια πριν, το πρωτοδιάβασα: Το τέλος μιας σχέσης, του Γκράχαμ Γκρην. Ήξερα την υπόθεση, ήξερα κι αυτά που όταν το διαβάζει κανείς για πρώτη φορά, αποτελούν την ανατροπή και την έκπληξη. Κι όμως  το διάβασα με το ίδιο ενδιαφέρον, προσέχοντας τώρα περισσότερο τη φιλοσοφική-θρησκευτική του διάσταση. Τους προβληματισμούς, τις αμφιβολίες, τις σκέψεις των ηρώων του, πιθανότατα σκέψεις και προβληματισμούς και του ίδιου του συγγραφέα.
Λονδίνο 1944. Ο ανερχόμενος συγγραφέας Μόρις Μπέντριξ ερωτεύεται τη Σάρα, σύζυγο του Χένρι Μάιλς, ανώτερου δημόσιου υπάλληλου. Μια δυνατή ερωτική σχέση, ένας παθιασμένος έρωτας συνδέει τον Μόρις και τη Σάρα. Ένα βράδυ, καθώς βρίσκονται στο σπίτι του Μόρις, μια βόμβα που πέφτει στην είσοδο του σπιτιού τον τραυματίζει ελαφρά. Από κείνη τη στιγμή και μετά η Σάρα εξαφανίζεται από τη ζωή του. Στην απεγνωσμένη αναζήτησή του, στα γράμματα, στα τηλεφωνήματα απόλυτη σιωπή. Οι υποψίες του Μόρις γίνονται βεβαιότητα: Εκείνη έχει βρει άλλον εραστή.
Περνούν σχεδόν δυο χρόνια, όταν τυχαία ο Μόρις συναντά τον Χένρι. Τον συνοδεύει στο σπίτι του, όπου ο Χένρι του εξομολογείται ότι κάτι τον ανησυχεί στη συμπεριφπρά της Σάρας, κάνει μάλιστα τη σκέψη να απευθυνθεί σε ντετέκτιβ για να την παρακολουθήσει. Τελικά είναι ο Μόρις που θα καταφύγει στον ντετέκτιβ και θα μάθει την αλήθεια.
Όμως δεν μπορώ να πω τίποτα περισσότερο για τη συνέχεια, μη θέλοντας να αποκαλύψω την απρόοπτη εξέλιξη. Θα σταθώ μόνο στα ερωτήματα που βασανίζουν τους ήρωες του έργου. Ποιος ο ρόλος της Εκκλησίας (εδώ του Καθολικσμού) στη ζωή μας; Η Σάρα παλεύει ανάμεσα στον ορθολογισμό και την πίστη.Υπάρχει Θεός; Γίνονται θαύματα ή μήπως αυτό που λέμε θαύμα είναι απλές συμπτώσεις; Κι όμως όταν είσαι απελπισμένος, έστω κι αν δεν πιστεύεις, μπορείς να προσευχηθείς για να γίνει κάποιο θαύμα. Ποια η δύναμη της προσευχής; Οι ήρωες του Γκράχαμ προσεύχονται, αν και δεν πιστεύουν. Ο Μόρις το δηλώνει καθαρά: Δεν πιστεύει. Κι όμως φωνάζει κάποια στιγμή: "Σε μισώ, Θεέ, σε μισώ σαν να υπάρχεις".
Και το βιβλίο, στο οποίο ο ίδιος ο Μόρις μας αφηγήθηκε τη δυνατή ερωτική του σχέση και τη μοιραία κατάληξή της, τελειώνει με μια ακόμα αποστροφή προς τον Θεό: "Θεέ μου, αρκετά έκανες, αρκετά μου στέρησες. Είμαι πολύ κουρασμένος και πολύ μεγάλος για να μάθω ν' αγαπώ, άφησέ με καλύτερα ήσυχο για πάντα."

Τρίτη, Ιανουαρίου 24, 2017

Η άλωση της Κωσταντίας

Γιάννης Μακριδάκης
Η άλωση της Κωσταντίας
Εστία, 2011
Διαβάζοντας τον τελευταίο καιρό έργα του Γιάννη Μακριδάκη, νόμιζα πως δεν θα βρω καλύτερο από το εξαιρετικό "Η δεξιά τσέπη του ράσου". Να όμως που πέφτω πάνω σε ένα άλλο δικό του, εξίσου ενδιαφέρον, εξίσου πρωτότυπο, εξίσου έργο που, παρά τη συντομία του, μπορεί αφενός να σου χαρίσει  την αναγνωστική απόλαυση και αφετέρου να σε οδηγήσει σε γόνιμο προβληματισμό. Ένα έργο που θ' άξιζε να διαβαστεί και να προβληματίσει εμάς ειδικά στην Κύπρο.
Χρόνος, το 2005. Τόπος, η Κωνσταντινούπολη. Μια γειτονιά, το Τζιχανγκίρι, που αντικρίζει τον Βόσπορο, όπου κατοικούν κυρίως Έλληνες, αναστατώνεται από την είδηση που σαν κεραυνός πέφτει ανάμεσά τους. Ο Γιάννης με τον οποίο η Άννα, κόρη της χήρας Κωσταντίας, είχε πρόσφατα παντρευτεί, δεν ήταν Έλληνας όπως εμφανιζόταν, αλλά Τούρκος, υιοθετημένος από βρέφος και μεγαλωμένος σαν Έλληνας και χριστιανός από μια χιώτικη οικογένεια. Οι δυο νέοι είχαν γνωριστεί στην Αθήνα όπου σπούδαζαν και τώρα ζούσαν στη Χίο, πατρίδα του γαμπρού. Η είδηση αποκαλύπτεται μέσα από μια πολυσέλιδη επιστολή που ο Γιάννης στέλλει στην πενθερά του, την Κωσταντία, για να μην το μάθει από άλλους, όπως της γράφει. Εμβρόντητη εκείνη, αγανακτισμένη, εξοργισμένη, μαθαίνει με κάθε λεπτομέρεια το πότε και πώς ο Γιάννης πληροφορήθηκε και ο ίδιος την καταγωγή του. Η είδηση της φέρνει σχεδόν λιποθυμία. Μια γειτόνισσα και φίλη, η Βαγγελία, τη συντρέχει και οι δυο γυναίκες, διαβάζοντας πότε η μια και πότε η άλλη, σχολιάζοντας ενδόμυχα ή μεγαλοφώνως διεξέρχονται σε ολονυκτία την ογκώδη επιστολή. Λεπτό προς λεπτό, μέσα από τα γραφόμενα του Γιάννη μαθαίνουν όχι μόνο τη δική του ιστορία, αλλά και ολόκληρο το γενεαλογικό του δέντρο, όπως εκείνος μέσα από τις έρευνές του το έμαθε όταν, μετά από ένα τυχαίο περιστατικό πληροφορήθηκε την οθωμανική του καταγωγή.
Το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν έγκειται μόνο στο πώς βιώνει κάποιος την αποκάλυψη ότι είναι ένας άλλος απ' αυτό που ως τώρα νόμιζε. Ούτε μόνο στις έντονες αντιδράσεις στη σκέψη του γάμου μ' έναν αλλόθρησκο ("τα παιδιά μας πια γονιούς δε θα ξαναδούνε άμα Οθωμανό πάρουνε, πως πεντακόσια χρόνια το βαστούμε, από τους παππούδες μας το βρήκαμε να μην παίρνουμε απ' αυτούνους"). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το τριγύρισμα στην Πόλη, οι γειτονιές της, οι δρόμοι της, ο πεζόδρομος Ιστικλάλ, το Μπαλουκλί, το Ταξίμ, το Κουρτουλούς (Ταταύλα), το νησί Αντιγόνη, το νεκροταφείο της Ζωοδόχου Πηγής, το ξενοδοχείο Μαρμαρά, οι εκκλησιές, ο Άγιος Δημήτριος, η Αγία Τριάδα. Κι ακόμα το γύρισμα της μνήμης στο πογκρόμ του '55, στους διωγμούς του '64.
Η ατμόσφαιρα της Πόλης δεν δίνεται μόνο τοπικά. Δημιουργείται και με τη γλώσσα, με το πολίτικο ιδίωμα, με την αιτιατική αντί της γενικής (π.χ. τον έδωσε, τον τηλεφωνούσε, να με πει κ.λπ.), με τοποθέτηση του ρήματος κατά κανόνα στο τέλος της πρότασης, με σκόρπιες τούρκικες εκφράσεις.
Εξόχως ενδιαφέρουσα και ελκυστική η τεχνική της αφήγησης, ο τρόπος εξέλιξης της ιστορίας. Η ανάγνωση της σε πρώτο πρόσωπο επιστολής διακόπτεται συχνά από τον πλάγιο λόγο των δυο φιλενάδων, κυρίως της Κωσταντίας που σχολιάζει, ειρωνεύεται, αγανακτεί ή αμφιβάλλει για την αλήθεια των γραφομένων. Η αφήγηση είναι ρέουσα, οι παρεμβολές εμφανίζονται χωρίς προειδοποίηση, συχνά χωρίς σημεία στίξης. Ο αναγνώστης του μυθιστορήματος νιώθει να βιάζεται μαζί με τις δυο φίλες να δει πού και πώς θα καταλήξει αυτή η μακροσκελής εξιστόρηση. Εντελώς απρόοπτα, έρχεται ένα ευχάριστο, σχεδόν χιουμοριστικό τέλος. Ο συγγραφέας όμως πρόλαβε να πει αυτά που ήθελε, που νομίζω μπορούν να συνοψιστούν στα εξής: "Ύστερα της έγραφε κάτι άλλα περίεργα, πως η πατρίδα είναι η παιδική ηλικία και πως κανένας και για κανένα λόγο δεν μπορεί να τη λησμονήσει, της έλεγε πως τη συνείδηση και την ταυτότητά του ο κάθε άνθρωπος την αποκτά μέσα από την κοινωνία που μεγαλώνει, πως δεν την κουβαλάει μαζί του από τη γέννα, πως οι γεννήτορες δεν είναι κατ' ανάγκη και γονείς, της έφερνε και παραδείγματα, με λίγα λόγια, Κωσταντία μου, της έγραφε, ένα παιδί από Τούρκους γονείς που έλαχε να υιοθετηθεί από  τη βρεφική του ηλικία σε ελληνική οικογένεια, σε ελληνικό περιβάλλον, δεν μπορεί παρά μεγαλώνοντας να αισθάνεται Έλληνας και να νιώθει για τους Τούρκους όλα όσα σου περιέγραψα πιο πάνω πως ένιωθα εγώ, διότι δεν υπάρχουν μέσα του εθνικιστικά γονίδια που κοιμούνται κληρονομημένα από τους φυσικούς γονιούς του για να επαναστατήσουν από μόνα τους και να τον αναγκάσουνε με το έτσι θέλω να δει τα πράγματα αλλιώς".

Τρίτη, Ιανουαρίου 17, 2017

Ο καθηγητής


Κατερίνα Ντάϊμοντ
Ο καθηγητής
Ψυχογιός, 2016
Μετ. Βάσια Τζανακάμη
(ebook)
Από πολλούς μελετητές έχει επισημανθεί ότι το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εμπλουτιστεί με πολλά άλλα στοιχεία πέρα από την καθαρά αστυνομική υπόθεση, έγκλημα-έρευνα-εύρεση ενόχου-τιμωρία. Ότι η προσθήκη σ' αυτό κοινωνικών, πολιτικών, ψυχολογικών ή άλλων στοιχείων, του έχει προσδώσει μια καινούρια διάσταση κι ένα ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Κι όμως, διαβάζοντας το βιβλίο "Ο καθηγητής", βρίσκω ότι το καθαρά αστυνομικό μυθστόρημα εξακολουθεί να υπάρχει. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή θα έλεγα ότι προσιδιάζει μάλλον ο χαρακτηρισμός θρίλερ. Το είδος δηλαδή εκείνο στο οποίο κυριαρχεί η περιπέτεια, ο φόβος, η αγωνία. Δύσκολα θα διάβαζα ένα τέτοιο βιβλίο, δεν είναι στις προτιμήσεις μου, με παρέσυρε όμως αφενός ο τίτλος και αφετέρου η ευκολία απόκτησής του (ebook).
Πραγματικά, διαβάζοντάς το αναρωτήθηκα πώς μπόρεσε μια νέα κοπέλα, όπως είναι η συγγραφέας του, να γράψει ένα τόσο σκληρό βιβλίο. Όχι μόνο αλλεπάλληλοι φόνοι, αλλά ειδεχθείς φόνοι, με βασανιστήρια, με βγαλμένα εντόσθια, με  κομματιασμένα μέλη, με αργό θάνατο, με το αίμα να πλημμυρίζει τις σελίδες του βιβλίου, τόσο που στο τέλος σχεδόν να νιώθεις "τη μεταλλική γεύση του αίματος", όπως συχνά αναφέρεται στις περιγραφές της. Και εκτός από τους βασανιστικούς φόνους, σεξουαλική κακοποίηση, βιασμός, εμετοί, ό,τι αηδιαστικό μπορεί να φανταστεί κανείς αφθονούν.
Άνθρωποι εξέχοντες στην κοινωνία, με πρώτο τον διευθυντή ενός ιδιωτικού σχολείου για αγόρια, ένας ιατροδικαστής, ένας τηλεπαρουσιαστής, ένας επιχειρηματίας και άλλοι, που φαινομενικά δεν σχετίζονται μεταξύ τους, βρίσκονται δολοφονημένοι με τον πιο άγριο τρόπο. Τη διαλεύκανση των φόνων αναλαμβάνουν οι αστυνομικοί επιθεωρητές  Ίμοτζεν Γκρέι και Έιντριαν Μάιλς, που κι αυτοί έχουν τους δικούς τους "σκελετούς στη ντουλάπα". Στην υπόθεση εμπλέκεται κι ένα μουσείο ταριχευμένων ζώων, που κι αυτό ακόμα παραπέμπει στον θάνατο.
Στο τέλος φυσικά οι μπλεγμένες υποθέσεις ξεδιαλύνονται. Με εντυπωσίασε  όχι μόνο η λεπτομερής περιγραφή των φρικιαστικών εγκλημάτων, αλλά και οι γνώσεις της συγγραφέως γύρω από την ανατομία και τη λειτουργία του σώματος, η εμπειρία της από όπλα, από την ταρίχευση αλλά και ο τρόπος γραφής. Η σύνδεση των κεφαλαίων με το πήγαινε-έλα στον χρόνο και στον χώρο κάνει τον αναγνώστη, ακόμα κι αν δυσφορεί με όσα διαβάζει, να συνεχίσει να γυρίζει τις σελίδες, γεμάτος περιέργεια για την κατάληξη.
Πιστεύω το βιβλίο είναι ιδανικό για κινηματογραφικό έργο θρίλερ και φυσικά για διάβασμα από τους λάτρεις του είδους.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 11, 2017

Ήλιος με δόντια

Γιάννης Μακριδάκης
Ήλιος με δόντια
Εστία, 2010
Η εντελώς προσωπική αφηγηματική τεχνική και η ιδιάζουσα γλωσσική έκφραση, με διάσπαρτες λέξεις, άλλοτε παλαιάς κοπής, άλλοτε ντοπιολαλιάς είναι τα κύρια γνωρίσματα της γραφής του νέου Χιώτη λογοτέχνη Γιάννη Μακριδάκη (γεν. 1971). Αυτά, ανάμεσα σ' άλλα γνωρίσματα, τον κατέστησαν αμέσως από την πρώτη του λογοτεχνική εμφάνιση (2008) αγαπητό σε κριτική και κοινό.
Εγώ κάπως αργά τον "ανακάλυψα". Μόλις το 2016 διαβάζοντας το "Η δεξιά τζέπη του ράσου", που με ενθουσίασε. Συνέχισα με το τελευταίο του, "Η πρώτη φλέβα" (2016), που δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και τώρα μόλις τέλειωσα το "Ήλιος με δόντια" (2010).
Τοποθετημένο χρονικά στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, με κεντρικό ήρωα τον Κωνσταντή, και πάλι όπως στο "ράσο" έναν ιδιόρρυθμο "σαλό", που εδώ νομίζει ότι είναι ιερωμένος, το ευσύνοπτο μυθιστόρημα ολοκληρώνεται με έναν επίλογο γραμμένο στο σήμερα. Τρεις είναι οι πρωτοπρόσωποι αφηγητές. Αρχίζει με τον Κωνσταντή που μπροστά σ' έναν καθρέφτη εξιστορεί τη βασανισμένη του ζωή, εξιστόρηση η οποία ηχογραφείται εν αγνοία του σε "μπομπίνες". Γεννημένος το 1908 σε μια φτωχογειτονιά του Κάστρου της Χίου, γνωρίζει από μικρός τη φτώχεια, την ορφάνια και την απόρριψη λόγω της θηλυπρεπούς του εμφάνισης και ροπής. Καθώς η εξιστόρηση της ταλαιπωρημένης του ζωής προχωρεί με αφήγηση που πηγαινοέρχεται στο χρόνο, με ένα βασανιστικό ερώτημα να τον κατατρύχει, διερωτόμαστε αν η προσωπική του ιστορία είναι ο στόχος του συγγραφέα ή ο κοινωνικός και ιστορικός περίγυρος της εποχής. Ο Κωσταντής μεγαλώνει σε μια γειτονιά όπου κυρίως κατοικούν "παστρικές" που ήρθαν από τη Σμύρνη με "το βρακί που φορούσαν". Είναι η φτωχογειτονιά με τους λαϊκούς ανθρώπους, ενώ από την άλλη πλευρά του λιμανιού υψώνονται τα νεοκλασικά σπίτια των πλουσίων και μια άλλη ζωή.
Η ιδιαιτερότητα του Κωνσταντή γίνεται αντιληπτή ήδη από το δημοτικό σχολείο. Περιθωριοποίηση και κοροϊδία τον συνοδεύουν, ενώ στα έντεκά του χρόνια μυείται στη σεξουαλική ζωή από έναν μεγαλύτερό του νεαρό, τον Αποστόλη, που θα μείνει για πάντα ο έρωτας της ζωής του. Η βασανισμένη ζωή του Κωσταντή σημαδεύεται και από τα ιστορικά γεγονότα που καταγράφονται όπως περνούν μέσα από την απλοϊκή ματιά του. Η κατάληψη της Σμύρνης (την ίδια μέρα πεθαίνει από ατύχημα η μάνα του), ο Βενιζέλος, ο βασιλιάς Γεώργιος, η Μικρασιατική Καταστροφή, το νέο ημερολόγιο, οι εκδηλώσεις ελληνοτουρκικής φιλίας, ο Μεταξάς, η Κατοχή, η Αντίσταση, είναι γεγονότα που για τον Κωνσταντή έχουν σημασία μόνο όσο αφορούν την προσωπική του ζωή. "Όταν όμως επιτέλους έδωσε ο Θεός και καταστράφηκε η Σμύρνη, γύρισε πίσω και ο Αποστόλης", λέει, με μόνη έγνοια τη σωτηρία και την επιστροφή του φίλου του από τον πόλεμο. Κι ήταν ακριβώς ο θάνατος του φίλου του, πολύ αργότερα, το 1944, που οδήγησε τον Κωνσταντή στην τρέλα. Στις 7 Φεβρουαρίου 1944 Αγγλικά βομβαρδιστικά έπληξαν από παρεξήγηση το Σουηδικό πλοίο Wiril που ναυλοχούσε στο λιμάνι της Χίου φέρνοντας τρόφιμα για τον λιμοκτονούντα πληθυσμό. Δεκαέξι νεκροί, ανάμεσά τους και ο Αποστόλης, και εξήντα τραυματίες ήταν ο απολογισμός του βομβσρδισμού, γεγονός για το οποίο από παρεξήγηση ο Κωσταντής θεώρησε υπεύθυνο τον εαυτό του.
Η αφήγηση του Κωσταντή κρατάει πάνω από τα δύο τρίτα του βιβλίου, για να ακολουθήσουν άλλοι δυο σύντομοι μονόλογοι από άλλα πρόσωπα, που ξεδιαλύνουν πολλά σημεία από τον ταραγμένο μονόλογο του κύριου αφηγητή. Ίσως και να μη χρειάζονταν, ίσως να ήταν καλύτερα ο αναγνώστης να έμενε μ' αυτό το δραματικό μονόλογο μιας διαταραγμένης προσωπικότητας.
Εν τέλει ένα ενδιαφέρον βιβλίο για το οποίο θα μπορούσε να γίνει πολλή συζήτηση, όπως δείχνει και η μόνη αρνητική κριτική που διάβασα, η εκτενής κριτική του γνωστού, εξαιρετικού κριτικού Κούρτοβικ.

Τρίτη, Ιανουαρίου 03, 2017

Μπρούκλιν

Κολμ Τομπίν
Μπρούκλιν
Ίκαρος, 2016
Μετ. Αθηνά Δημητριάδου
Πώς γίνεται ένα ευκολοδιάβαστο κείμενο, μια απλή ιστορία, χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, με εύκολα εικαζόμενο τέλος, να αποβαίνει τόσο ελκυστικό που να μην αφήνεις το βιβλίο από τα χέρια σου και η ατμόσφαιρά του να απασχολεί τη σκέψη σου μέρες μετά; Αυτό μόνο η λογοτεχνική γραφή μπορεί να το εξηγήσει.
Ο τίτλος από μόνος του δελεαστικός, ανασύρει από το βάθος των διαβασμάτων μας το υπέροχο "Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν", που υπήρξε καθοριστικό ανάγνωσμα της νεότητάς μας. Το Μπρούκλιν, η συνοικία των μεταναστών, Ιρλανδών, Ιταλών, Εβραίων, Πολωνών, εγχρώμων, που εκεί γύρω στη δεκαετία του '50 αναζητούσαν, φεύγοντας από τις φτωχές πατρίδες τους, μια καλύτερη ζωή.
Μια τέτοια ηρωίδα είναι το κεντρικό πρόσωπο στο μυθιστόρημα του Τομπίν. Η Έιλις Λέισι, από μια μικρή πόλη της Ιρλανδίας μεταναστεύει στη Νέα Υόρκη. Πίσω μένουν η μητέρα και η αδελφή της, ενώ τα τρία άλλα αδέλφια της δουλεύουν ήδη στην Αγγλία. Με τη βοήθεια του πατρός Φλαντ, του Ιρλανδού ιερέα, του οποίου η παρουσία σε όλο το μυθιστόρημα εμφαίνει τη στενή σχέση των Ιρλανδών με την Εκκλησία, εξασφαλίζει διαμονή σε μια πανσιόν, ιδιοκτησία μιας χήρας Ιρλανδής και δουλειά σ' ένα πολυκατάστημα. Η προσαρμογή στο νέο, διαφορετικό από της μικρής της πόλης περιβάλλον είναι πολύ δύσκολη. Την κατατρώει η νοσταλγία. Σιγά-σιγά αρχίζει να συνηθίζει, παρακολουθεί μάλιστα νυχτερινά μαθήματα λογιστικής για να μπορέσει να εξασφαλίσει καλύτερη δουλειά. Η γνωριμία και ο δεσμός της μ' ένα νεαρό Ιταλό μετανάστη, τον Τόνι, θα αποτελέσει ακόμα ένα βήμα προς τον εγκλιματισμό της στο νέο περιβάλλον.
Ξαφνικά όμως, ένα απροσδόκητο οικογενειακό συμβάν την αναγκάζει να γυρίσει για λίγο στην πατρίδα. Ξαναβρίσκεται στο οικείο περιβάλλον, στη γειτονιά, στους φίλους, στις γνωστές της συνήθειες. Ταυτόχρονα και η μικρή πόλη βλέπει την Έιλις διαφορετικά. Την βλέπει να φέρνει μαζί της έναν άλλο αέρα, έναν αέρα κοσμοπολιτισμού, κάτι που κάνει όλους στο μικρό επαρχιώτικο περιβάλλον να της ζητούν να μείνει στην Ιρλανδία. Της προσφέρεται δουλειά, ένας νεαρός που προηγουμένως την είχε απορρίψει, τώρα ζητά να την παντρευτεί. Η μητέρα της τη θέλει κοντά της. Αλλά ο Τόνι και η άλλη ζωή στην Αμερική την περιμένουν. Τι θα κάνει η Έιλις;
Αυτή είναι η απλή ιστορία του "Μπρούκλιν". Όμως η Έιλις και τα διλήμματά της δεν είναι αυτά που πρωταγωνιστούν, δεν είναι αυτά που κάνουν τόσο αξιανάγνωστο το βιβλίο. Όχι τυχαία, νομίζω, ο συγγραφέας ονόμασε το μυθιστόρημά του "Μπρούκλιν". Μέσα από την προσπάθεια προσαρμογής της Έιλις, μέσα από τα άλλα πρόσωπα που την περιβάλλουν, τη σπιτονοικοκυρά, τις συγκατοίκους, τον ιερέα, τον Τόνι και την οικογένειά του, το εργασιακό περιβάλλον και τη νυχτερινή σχολή απεικονίζεται μια ολόκληρη εποχή. Η Ν. Υόρκη και ειδικά το Μπρούκλιν με τους μετανάστες, τις συνήθειές τους, τα αυστηρά ήθη, τις διαφορές μεταξύ τους, αλλά και τη σταδιακή αφομοίωσή τους και τη βαθμιαία εξέλιξη της γνωστής αυτής συνοικίας. Παράλληλα διαζωγραφίζεται και ο κόσμος της Ιρλανδίας: Η φτώχεια, η προσκόλληση στις συνήθειες, η σχέση με την Εκκλησία, οι ισχυροί οικογενειακοί δεσμοί.
Στην εισαγωγή του βιβλίου η Αθηνά Δημητριάδου και ο Άρης Μπερλής προβαίνουν σε μια πολύ ενδιαφέρουσα σύγκριση του "Μπρούκλιν"   και του διηγήματος  "Έβελιν" (από τους "Δουβλινέζους") του Τζαίημς Τζόυς. Υποστηρίζουν ότι "αυτό το διήγημα είναι η πηγή του μυθιστορήματος του Τομπίν, η "ιδέα" της συγγραφής του".
Πολύ ενδιαφέρον και το επίμετρο του βιβλίου, στο οποίο η μεταφράστρια Αθηνά Δημητριάδου περιγράφει το Μπρούκλιν όπως αυτό εμφαίνεται στο "Μπρούκλιν".
Γενικά είναι ένα σύγχρονο, ελκυστικό μυθιστόρημα που μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα και το άρωμα μιας περασμένης εποχής. Δικαίως τόσο το βιβλίο όσο και η κινηματογραφική του μεταφορά δέχτηκαν ευνοϊκές κριτικές.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 27, 2016

Το νέο όνομα

Έλενα Φερράντε
Το νέο όνομα
Πατάκης, 2016
Μετ. Δήμητρα Δότση
(ebook)
"Είναι ωραία ιστορία, μια ιστορία του σήμερα πολύ σωστά διαρθρωμένη και γραμμένη εκπληκτικά. Όμως δεν είναι αυτό το θέμα μας: είναι η τρίτη φορά που διαβάζω το βιβλίο σας και σε κάθε σελίδα υπάρχει κάτι δυνατό που δεν μπορώ να καταλάβω από πού προέρχεται".
Η κρίση αυτή δεν αφορά το παρόν βιβλίο. Αφορά το βιβλίο που έγραψε η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια Λένα ή Λενού ή Λενούτσα που οι αναγνώστες της "Τετραλογίας της Νάπολης" γνωρίσαμε από τον πρώτο τόμο, την "Υπέροχη φίλη μου". Είναι λόγια του επιμελητή του εκδοτικού οίκου που θα της εκδώσει το βιβλίο της, λόγια όμως που θα μπορούσαν να λεχθούν και για το βιβλίο της Φερράντε.
Είχα εκφραστεί πολύ θετικά για το πρώτο βιβλίο της τετραλογίας. Αρχίζοντας το δεύτερο προχωρούσα με πολύ κόπο. Ένιωθα να πλήττω, να μη βρίσκω τίποτα που να με κάνει να αδημονώ για τη συνέχεια, να με συγχίζουν και πάλι τα πολλά πρόσωπα και οι μεταξύ τους σχέσεις και συγγένειες. Αυτά μέχρι περίπου τη σ. 150, όπως έγραψα και στο σχόλιό μου στο blog της φιλτάτης Κατερίνας. Και ξαφνικά, σαν κάτι μαγικό να συνέβη, η σπίθα του ενδιαφέροντος άναψε ξανά. Η περιέργεια για την πορεία της ζωής των δυο φιλενάδων, αλλά και η ευχαρίστηση της ανάγνωσης με παρέσυραν και πάλι. Οι δυο φίλες, η Λίλα και η Έλενα, με τις ομοιότητες και τις αντιθέσεις τους, με τη φιλία που κάποτε εκδηλώνεται ως αγάπη, κάποτε ως αντιπαλότητα, που άλλοτε είναι κοντά η μια στην άλλη κι άλλοτε χωρίζουν για μεγάλα διαστήματα, συνεχίζουν τις ζωές τους.
Η φιλία τους ξεκίνησε από την ίδια φτωχογειτονιά της Νάπολης, το Δημοτικό, τα όνειρα να πετύχουν κάτι μεγάλο στη ζωή τους και να γίνουν πλούσιες. Ο πρώτος τόμος τέλειωνε με τη Λίλα να εγκαταλείπει το σχολείο και να παντρεύεται στα δεκαέξι της, ενώ η Λενού ακολουθεί το δρόμο της μόρφωσης φτάνοντας ως το πανεπιστήμιο και τη συγγραφή του πρώτου της βιβλίου. Ανόμοιοι χαρακτήρες. "Εγώ", λέει η Λενού, "έμενα πίσω περιμένοντας. Εκείνη άδραχνε τα πράγματα, τα λαχταρούσε στ' αλήθεια, παθιαζόταν με αυτά, ρίσκαρε, ή όλα ή τίποτα, και δεν φοβόταν την περιφρόνηση, τον περίγελο, το φτύσιμο, το ξύλο".
Ανάμεσα στην εξιστόρηση της ζωής των δυο φιλενάδων, καθώς και της ζωής όλου του κόσμου των φίλων και συγγενών που τις περιβάλλει, ουσιαστικά της ζωής της Νάπολης, ρίχνονται σαν σκόρπιες πινελιές γεγονότα που καθορίζουν χρονικά την ιστορία, τοποθετώντας την στις δεκαετίες '50 και '60. "Ολόκληρος ο πλανήτης απειλείται. Ο πυρηνικός πόλεμος. Η αποικιοκρατία. Η νεοαποικιοκρατία. Οι πιέρ-νουάρ, η ΟΑΣ και το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (...) Ο Φανφάνι στο Λονδίνο, ο Εγγλέζος πρωθυπουργός Μακμίλλαν". Κι αλλού, "Κούβέντα στην κουβέντα πέρασαν στους βομβαρδισμούς στο Βόρειο Βιετνάμ, στις φοιτητικές εξεγέρσεις σε διάφορα πανεπιστήμια, στις χιλιάδες εστίες της αντιιμπεριαλιστικής πάλης στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική".
Άρχισα να διαβάζω "Το νέο όνομα" με πολλές επιφυλάξεις αν θα συνέχιζα και στον τρίτο τόμο της τετραλογίας. Τώρα περιμένω την έκδοσή του.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 17, 2016

Η σιωπή της Σεχραζάτ

Δάφνη Σουμάν
Η σιωπή της Σεχραζάτ
Ψυχογιός, 2016
Μετάφραση (από τα Τουρκικά): Θάνος Ζαράγκαλης
"Σε μια γειτονιά που της είχαν δώσει το όνομα "Νέα Σμύρνη", μέσα στα σπίτια, αντί για πόρτα, χρησιμοποιούσαν κουρτίνες, όμως στις αυλές τους τα δέντρα που είχαν φυτέψει σε ντενεκέδες λαδιού είχαν μεγαλώσει. Κάποιοι είχαν φυτέψει σε γλάστρα βασιλικό, άλλοι γαρύφαλα" (...)Παρότι πέρασαν είκοσι και παραπάνω χρόνια από τη Μεγάλη Καταστροφή-έτσι ονομάζουν τις τρομερές ημέρες που έζησαν στη Σμύρνη-, κάποιοι τον ρωτούσαν αν ήξερε πότε θα τους επέτρεπαν να γυρίσουν στα σπίτια τους".
Θεέ μου! Τι ομοιότητα! Νόμιζα πως έβλεπα εικόνες από την Κύπρο, από τη δική μας προσφυγιά, πως άκουα τους δικούς μας πρόσφυγες να εύχονται σε κάθε γιορτή: "Και του χρόνου στα σπίτια μας" . Και πάνε τώρα σαράντα χρόνια...
Η πρώτη μου αντίδραση (ενδόμυχη έστω) όταν φίλη αγαπημένη μου χάριζε αυτό το βιβλίο, ήταν: "Ακόμα ένα βιβλίο για τη Σμύρνη; Πόσα πια να διαβάσουμε;" Κι όμως, κοντεύουν εκατό χρόνια από τότε κι η πληγή ακόμα ματώνει, γιατί η πληγή δεν κλείνει, ανανεώνεται εδώ ή αλλού.
Συγγραφέας του βιβλίου η Τουρκάλα (παντρεμένη με ΄Ελληνα) Δάφνη Σουμάν. Βιβλίο που δεν επετράπη να εκδοθεί στην Τουρκία. Κι ας είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα βιβλίο αντικειμενικό και αμερόληπτο. Άλλωστε η έμφαση (κι αυτή είναι είναι μια σημαντική διαφορά από άλλα βιβλία για τη Σμύρνη) δεν δίνεται στα ιστορικά γεγονότα, παρ' όλο που υπάρχουν βέβαια, ούτε στην απόδοση ευθυνών στη μια ή την άλλη πλευρά, αλλά στον πανέμορφο τόπο, στην πολυπολιτισμική κοινωνία της Σμύρνης, στους ευτυχισμένους κατοίκους. Έλληνες, Τούρκοι, Αρμένιοι, Εβραίοι, Γάλλοι, Άγγλοι ζούσαν αρμονικά, απολαμβάνοντας τον πλούτο, την ομορφιά, τον πολιτισμό του ειδυλλιακού αυτού τόπου. Εξού και πολυπρόσωπο το έργο, με φορείς του μύθου τρεις κυρίως οικογένειες: Μια ελληνική, μια λεβαντίνικη-Γαλλική, μια τουρκική. Τα ιστορικά γεγονότα παρεμβάλλονται και επηρεάζουν τις τύχες των ηρώων. Με σύντομες αναφορές επισημαίνεται η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων, η συγκίνηση και ο ενθουσιασμός όταν ο Ελληνικός στρατός αποβιβάζεται στη Σμύρνη αλλά και οι διχογνωμίες μεταξύ των ντόπιων, η προέλαση προς την Άγκυρα και βεβαίως η μεγάλη καταστροφή.
Όμως ώσπου να φτάσει σ' αυτές τις τραγικές σελίδες, η συγγραφέας μας έχει ταξιδέψει στον ευτυχισμένο παράδεισο που υπήρξε η Σμύρνη. Στα πανέμορφα προάστεια, τον Μπουζά, το Κορδελιό,, τον Μπουρνόβα, με τα πλούσια σπίτια, τις χοροεσπερίδες, τα ονειροπόλα νιάτα που διασκεδάζουν ερωτευμένα σε πανηγύρια κι εκδρομές. Είναι τόσο πειστική η αναπαράσταση αυτής της ευτυχισμένης ζωής που νομίζεις πως βολτάρεις  στην περίφημη προκυμαία Quai ή μπαίνεις στο πολυτελές ξενοδοχείο Kraemer κι άλλοτε πως περπατάς στους δρόμους και τις γειτονιές της Σμύρνης που η συγγραφέας φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά. Ακούς τις ποικίλες γλώσσες, δοκιμάζεις μυρωδιές και γεύσεις.
Το συλλογικό δράμα συμπλέκεται με τα ατομικά δράματα των ηρώων της ιστορίας, ενώ το μυστήριο της σιωπής της Σεχραζάτ, που δεν είχε πάντα αυτό το όνομα, θα αποκαλυφθεί μόνο στις τελευταίες σελίδες. Ένα στοχείο που εντείνει την τραγικότητα του βιβλίου είναι η τεχνική της προοικονομίας, σκέψεις δηλαδή που παρεμβάλλονται στις ευτυχισμένες στιγμές προοιωνίζοντας το μέλλον που εμείς ξέρουμε αλλά που οι ήρωες της ιστορίας αγνοούν. "Ποιος μπορούσε να φανταστεί", γράφει ενώ περιγράφει μια χαρούμενη βαρκάδα "πως μετά από δύο καλοκαίρια τα ίδια νερά θα μετατρέπονταν σε θηρίο και η επιφάνεια της θάλασσας που τώρα λαμπύριζε κάτω από το σεληνόφωτο, θα γινόταν μέσα σε μια νύχτα υγρός τάφος;"
Απολαμβάνεις την ανάγνωση αλλά από την άλλη μελαγχολείς. Όχι μόνο από τις τραγικές σελίδες του τέλους αλλά και γιατί ο Θουκυδίδης επιβεβαιώνεται ακόμα μια φορά: τα ίδια γίνονται και θα γίνονται "έως αν η αυτή φύσις ανθρώπων η".
 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 07, 2016

Το γαλάζιο φουστάνι

Ανδρέας Δ. Μαυρογιάννης
Το γαλάζιο φουστάνι
Λιβάνης, 2015
Το βιβλίο του Ανδρέα Μαυρογιάννη υπήρξε για μένα μια αναπάντεχα ευχάριστη έκπληξη. Δεν θυμάμαι να έχω διαβάσει ποτέ ένα τόσο ολιγοσέλιδο (μόλις 50 σελίδες) βιβλίο, που η συντομία του να κοντράρεται τόσο επιτυχώς με τον πλούτο του περιεχομένου. Δεν θα ήταν νομίζω υπερβολή αν του απέδιδα τον προσιδιάζοντα στον ποιητικό λόγο χαρακτηρισμό της "ανέκκλητης συμπύκνωσης". Η εποχή μας με τις αντιφάσεις και τις αντινομίες της, ο κυπριακός κοινωνικός περίγυρος, ο αντίκτυπος της οικονομικής κρίσης, η φιλοσοφική θεώρηση ζωής και θανάτου αποτυπώνονται με υπαινικτικότητα, ενίοτε με μια-δυο λέξεις, συχνά με υποβόσκουσα ειρωνεία ή με τη διακειμενικότητα που διατρέχει το βιβλίο, χωρίς εντούτοις αυτή να γίνεται αλαζονική επίδειξη γνώσεων.
Ο μύθος υποτυπώδης. Όσο για να γίνει το υπόστρωμα πάνω στο οποίο ο συγγραφέας θα αναπτύξει τη φιλοσοφική του θεώρηση των πραγμάτων. Τρία τα βασικά πρόσωπα του έργου. Δύο παρόντα και ένα απόν, αιωνίως πλέον απόν. Ως ένα τέταρτο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον ίδιο τον συγγραφέα που από καιρού εις καιρόν παρεμβάλλεται στην τριτοπρόσωπη αφήγηση απευθυνόμενος στον αναγνώστη. Πρώτο πρόσωπο μια ανώνυμη κυρία με "ώριμη ομορφιά", ανώτερο στέλεχος σε κάποια δημόσια υπηρεσία. Μέσα από τη σύντομη περιγραφή της συνηθισμένης πορείας της από το πρωινό ξύπνημα, την προετοιμασία, ως την άφιξη στο γραφείο, περνάει η ανία της επανάληψης και της συνήθειας, σκέψεις για την ανασφάλεια που δημιούργησαν οι καινούριες συνθήκες με τους μετανάστες και την ξενοφοβία, η επιδειξιομανία της κυπριακής κοινωνίας, καταδικαστέα ίσως μόνο από όσους αδυνατούν να γίνουν μέρος της, η ανερμάτιστη νεολαία, ο ξύλινος πολιτικός λόγος στο ραδιόφωνο.
Δεύτερο πρόσωπο η κυρία Μαρία, "βοηθός ωρομίσθιος γραφέας". Η "επιτηδευμένη συγκατάβαση" με την οποία η ανώτερη ετοιμάζεται να απευθυνθεί στην κατώτερη υπάλληλο ακυρώνεται στο άκουσμα της πληροφορίας ότι ο γιος της κυρίας Μαρίας "έφυγε" ξαφνικά, ανεξήγητα, χωρίς ν' αφήσει τίποτα σαν δικαιολογία, σαν θυμητάρι έστω στη μάνα, παρά μόνο "μια μικρή κόκκινη ρωγμή στο στήθος". Ανεξήγητα; Υγιέστατος, εμφανίσιμος, μορφωμένος άλλα άνεργος, τρεις φορές απολυμένος, που παρ' όλη την επιτυχία του σε σχετικές εξετάσεις "δεν κατέστη δυνατό να επιλεγεί". Η κυρία του γραφείου θυμάται. Ήταν ο ίδιος νέος που λίγες μέρες πριν, σε μια τυχαία συνάντησή τους της είχε κάνει ένα κολακευτικό κομπλιμέντο για το φούξια ταγέρ της. Μήπως, αναλογίζεται τώρα η ώριμη κυρία, το ανεπιτήδευτο, αυθόρμητο κομπλιμέντο ήταν μια μεταμφιεσμένη κραυγή αγωνίας και απόγνωσης;
Καθώς ο χώρος του γραφείου γεμίζει από τη σκέψη του νέου παλικαριού, ενός ακόμα θύματος της οικονομικής κρίσης, πλημμυρίζει ταυτόχρονα από τη ζωή και τον θάνατο. Με ανυπέρβλητη, εξαιρετική πυκνότητα, οι τελευταίες σελίδες γίνονται ένα δοκίμιο φιλοσοφικής θεώρησης του θανάτου. Για να ακολουθήσει ο επίλογος που σαν για ν' αλαφρύνει τη βαριά ατμόσφαιρα που μόλις είχε προηγηθεί, ο συγγραφέας κλείνοντάς μας πονηρά το μάτι, δίνει μια ειρωνική ερμηνεία για τον τίτλο, αφού γαλάζιο φουστάνι δεν είχε κάνει ως τώρα πουθενά την εμφάνισή του.
Εντυπωσιάζει ο πλούτος της διακειμενικότητας, εξικνούμενης από τον Ηρόδοτο και τους Προσωκρατικούς ως τον Σεντ Εξιπερί και την Ανν Φιλίπ, ξαφνιάζουν ευχάριστα οι μουσικοί ήχοι που αντιλαλούν στο βιβλίο, από χέβι μέταλ ως τον Ξυλούρη και τον Θοδωράκη. Κι ανάμεσα βρίσκει χώρο για τις μάνες των αγνοουμένων της Κύπρου ή για την ανάμνηση τριών μικρών εντελβάις από το Μπούρκεστοκ (αδιόρατος υπαινιγμός άραγε για τον πολιτικό του ρόλο;).
Την πυκνότητα του λόγου ενισχύει η γλωσσική έκφραση. Λέξεις της καθαρεύουσας, εξορισμένες από το κοινότυπο, καθημερινό μας λεξιλόγιο, φαντάζουν σαν καινούριες. Η χρήση της μετοχής, δρώντας ενίοτε υποδορίως ειρωνικά, πυκνώνει ακόμα περισσότερο τη διατύπωση.
Εν τέλει μια απολαυστική ανάγνωση. Βιβλίο που το τελειώνεις και θέλεις να το ξαναρχίσεις, να ξαναζήσεις όλη την κρυμμένη γοητεία του, να προβληματιστείς όχι μόνο πάνω στο εφήμερο που μας περιβάλλει αλλά και στο αιώνιο που επιζητούμε.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 25, 2016

Οι άνεμοι του χρόνου

Ελένη Κ. Τσαμαδού
Οι άνεμοι του χρόνου
Ψυχογιός, 2016


Οι άνεμοι του χρόνου…  Για μια βδομάδα με άρπαξαν, με στριφογύρισαν, με πέταξαν μακριά, σ’ ένα παρελθόν που δεν έζησα κι όμως ένιωσα σαν να το είχα ζήσει. Το 1400 φαινόταν τόσο κοντινό, οι Φράγκοι, οι Παλαιολόγοι, τα κάστρα στην Πελοπόννησο, τα σκλαβοπάζαρα, οι πειρατές, ο Μυστράς, η πρωτόγονη ιατρική, οι έρωτες, τα νόθα παιδιά, οι πόλεμοι…και πάνω απ’ όλα ο ρόγχος του θανάτου και τελικά ο θάνατος της Βασιλεύουσας. Ποιος μπορεί να πει, πηγαίνοντας γενιές προς τα πίσω, πως δεν κατάγεται από κάποιο από τα πρόσωπα εκείνα τα τόσο μακρινά; Ποιος μπορεί να ξέρει πως  ένας σύγχρονος δικηγόρος, ο Κωνσταντίνος Χρυσοβέργης, δεν έχει τις ρίζες του σε κάποιο Βυζαντινό συνονόματο; Μα η συγγραφέας πάει ένα βήμα πιο πέρα. Στηριζόμενη στην κβαντική θεωρία παίζει με το χρόνο. Η ηρωίδα της, η Αγνή, Χάνα ή Ανέζα γίνεται ένα πρόσωπο του παρόντος, ένα πρόσωπο που τώρα, το 1999, ψάχνει να βρει τη χαμένη στην Άλωση κόρη της.
Βρισκόμαστε στις αρχές του 15ου αι. στην Πελοπόννησο. Καιροί δύσκολοι κι επικίνδυνοι. Ληστές, πειρατές, πόλεμοι με τους Φράγκους, τους Γραικούς, τους Τούρκους που ολοένα εξαπλώνονται απειλώντας τη χώρα με ολοκληρωτική κατάληψη. Οι Παλαιολόγοι, αφέντες ακόμα για λίγα χρόνια, σε διαμάχη μεταξύ τους. Σ' αυτούς τους ταραγμένους καιρούς γεννιέται ένα κοριτσάκι, η Ανέζα, εξώγαμο παιδί του τελευταίου Φράγκου πρίγκιπα της Αχαΐας, του Κεντυρίωνα Ασάν Ζαχαρία και της ερωμένης του, της Ελληνίδας Ειρήνης. Ο πρόωρος θάνατος της μάνας της θα οδηγήσει τα βήματα της μικρής Ανέζας κοντά σε μια "μάγισσα", μια ασυνήθιστη γυναίκα, τη Μερόπη, που αν και ζούσε σε εποχή βαθύτατης χριστιανικής λατρείας που έφτανε στα όρια της θρησκοληψίας, εξακολουθούσε να πιστεύει στους αρχαίους θεούς. Ιέρεια του Πάνα, συλλέκτρια βοτάνων και θεραπεύτρια, δίδαξε τη νεαρή Ανέζα όσα ήξερε από την τέχνη της ιατρικής, τέχνη που θα αποδειχτεί χρησιμότατη σ' όλη την περιπετειώδη ζωή της Ανέζας.
Κάποτε ο Θεός ή το Πεπρωμένο ("ή μήπως Θεός και πεπρωμένο είναι μία και μοναδική δύναμη;" θα αναρωτηθεί η συγγραφέας) έφερε την Ανέζα κοντά στον πληγωμένο Αλέξιο Χρυσοβέργη, στενό φίλο του τελευταίου αυτοκράτορα, του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Του γιατρεύει την πληγή, αλλά και οι δυο πληγώνονται από τα βέλη του έρωτα. Μακροχρόνιοι χωρισμοί και επανασυνδέσεις του Αλέξιου (παντρεμένου ήδη με άλλη) και της Ανέζας, θα καταλήξουν χρόνια μετά και αφού θα έχουν αποκτήσει δυο παιδιά, στην πολιορκημένη Πόλη και στην Άλωση.
Δεν είναι καθόλου εύκολο να περιγραφούν οι περιπέτειες ζωής της Ανέζας μέσα από τις οποίες διαγράφονται και τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Ούτε είναι εφικτό να αναφερθούν οι δεκάδες χαρακτήρες του μυθιστορήματος, οι πλείστοι των οποίων ιστορικά πρόσωπα, που ζωντανεύουν με τη συγγραφική τέχνη της Τσαμαδού. Θα σταθώ μόνο σε δυο ιστορικές μορφές που η συγγραφέας φαίνεται πολύ να μελέτησε και πολύ να αγάπησε. Είναι ο Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων και ο Βησσαρίωνας, και οι δυο παρεξηγημένες και αμφισβητούμενες στην εποχή τους προσωπικότητες.
Η διδασκαλία του Πλήθωνος, η ενασχόλησή του με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, η διδασκαλία του στον Μυστρά, όπου τον συνάντησε η Ανέζα, δημιουργούσε αντιδράσεις μεταξύ εκείνων που ταύτιζαν τους Έλληνες με τους Εθνικούς, δηλ. τους ειδωλολάτρες. Κι ας αγωνιζόταν ο Πλήθων να πείσει ότι "Εσμέν γαρ Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτρεια παιδεία μαρτυρεί", εξηγώντας πως δεν  ήταν η λατρεία στους παλαιούς θεούς που έκανε κάποιον Έλληνα, αλλά το ήθος, η γλώσσα, η παιδεία έδιναν αυτή την ιδιότητα.
Ακόμα πιο αμφισβητούμενη προσωπικότητα υπήρξε ο Βησσαρίων. Ιερωμένος, εμβριθής μελετητής, "ποντικός των βιβλιοθηκών", όπως χαρακτηρίζεται, ικανότατος ρήτορας, πίστεψε στην ένωση των Εκκλησιών και αγωνίστηκε γι' αυτήν. Πήρε ενεργό μέρος στη Σύνοδο της Φερράρας (1438) πιστεύοντας πως με την Ένωση οι Δυτικοί θα έσπευδαν σε βοήθεια της ψυχορραγούσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οποία διάψευση!
Διαβάζοντας όλο το παρασκήνιο και τα γεγονότα της Συνόδου δεν μπορούσα να μη τα συνδέσω με όσα συμβαίνουν στη μικρή, ιδιαίτερή μου πατρίδα. Σύνοδοι, συσκέψεις, αντιπαραθέσεις, ελπίδες που διαψεύδονται. Πόση εντύπωση προκαλεί ακόμα και η συζήτηση για τον τόπο της Συνόδου! Και τότε, όπως και τώρα! Προτάθηκε αρχικά η Ελβετία (ναι, τότε, το 1438!), για κάποιους λόγους όμως προτιμήθηκε τελικά η Φερράρα τηςΙταλίας.
Η τυπική έστω Ένωση επιτυγχάνεται. Αλλά ο αντίκτυπος στην Κωνσταντινούπολη ήταν τρομερός. Ενωτικοί και ανθενωτικοί αντιμάχονταν οι μεν τους δε με πάθος. Και ο Τούρκος να περιμένει...
Το βιβλίο της Τσαμαδού μοιάζει με μελωδία που προχωρεί σε κρεσέντο. Τα συναισθήματα βαθμηδόν εντείνονται, η συγκίνηση προχωρεί προς την κορύφωση. Η περιγραφή της Αγίας Σοφίας (όπου η ηρωίδα φτάνει με την κόρη της) προκαλεί ανάμικτα συναισθήματα θαυμασμού και οίκτου. Ο Μωάμεθ, οι χιλιάδες των Τούρκων πλησιάζουν. Ο κλοιός στενεύει. Η τελευταία λειτουργία, Δευτέρα, 28 Μαΐου, κορυφώνει το δράμα και τη συγκίνηση. Όσες φορές κι αν διαβάσουμε για  τούτες τις ύστατες ώρες, όσες φορές κι αν ξαναψιθυρίσουμε την περήφνανη άρνηση του τελευταίου αυτοκράτορα στην πρόταση του Μωάμεθ να παραδώσει την Πόλη και να σωθεί ("το την Πόλιν σοι δούναι ούτ' εμόν εστι ούτ' άλλου των κατοικούντων εν ταύτη. Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών"), δεν μπορούμε να μη νιώσουμε τα μάτια μας να υγραίνονται.
Η κβαντική θεωρία στην οποία η συγγραφέας στηρίζει τη δομή του έργου της αφήνει ένα ερώτημα να αιωρείται: Θα μπορούσαμε άραγε να γυρίσουμε πίσω τον χρόνο και ν' αλλάξουμε τον ρουν της Ιστορίας; Ποιος ξέρει...

Δευτέρα, Νοεμβρίου 14, 2016

Όσο κρατάει ένας στεναγμός

Ανν Φιλίπ
Όσο κρατάει ένας στεναγμός
(Le temps d' un soupir)
Θεμέλιο, 1988
Μετ. Στρατής Τσίρκας
Το είχα πρωτοδιαβάσει χρόνια πριν, όταν ανάλογα περιστατικά βίου μ' αυτά της Ανν Φιλιπ οδήγησαν τις αναγνωστικές μου αναζητήσεις στο μικρό αυτό βιβλιαράκι. Έκπληκτη εύρισκα καταγραμμένες τις δικές μου σκέψεις, τα δικά μου συναισθήματα κι ήταν στιγμές που είχα την ψευδαίσθηση πως το είχα γράψει εγώ! Αργότερα το χάρισα. Το ξαναγόρασα και το ξαναχάρισα. Το ήθελα όμως. Όταν το αναζήτησα και πάλι, η έκδοση είχε εξαντληθεί. Πολύ πρόσφατα, σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο της Αθήνας με άφατη συγκίνηση το ξαναβρήκα.
Η Ανν Φιλίπ (1917-1990), δημοσιογράφος Βελγικής καταγωγής, παντρεύεται τον ωραίο Γάλλο ηθοποιό Ζεράρ Φιλίπ, που πέθανε πολύ νέος το 1959. Στο ευσύνοπτο βιβλιαράκι η Ανν αφήνει να ξεχυθεί ο πόνος από το χαμό του αγαπημένου της. Δεν είναι θρήνος, δεν είναι κραυγή απελπισίας, ούτε οργή, ούτε αγανάκτηση αυτό που κυριαρχεί στη γραφή της. Πηγαινοέρχεται από τις αναμνήσεις ενός έρωτα και μιας ευτυχισμένης συμβίωσης στην αρρώστια του, σε πλήθος σκέψεις γύρω από τη ζωή και τον θάνατο. Ωραίες αναμνήσεις από το παρελθόν μπλέκονται με την ανάμνηση της αρρώστιας του και του επικείμενου θανάτου, που εκείνη ξέρει πως είναι αναπόφευκτος. Θυμάται τη χαρά της απόκτησης ενός σπιτιού στην εξοχή κι αμέσως επανέρχεται η σκέψη της στο τελευταίο του βλέμμα. Αναλογίζεται μια νύχτα που χιόνιζε και οι δυο τους έχοντας βγει από το θέατρο περπατούσαν πιασμένοι απ' το χέρι. "Πρέπει λοιπόν να δεχτώ ένα μέλλον απ' όπου εσύ απουσιάζεις;" είναι η απελπισμένη της σιωπηλή κραυγή.
Άλλοτε κάνει γενικότερες σκέψεις για τον θάνατο. Αγανακτεί γιατί τα πράγματα επιβιώνουν περισσότερο από μας, την πονούν τα βλέμματα των ζευγαριών μεταξύ τους, αυτή η μυστική συνενοχή των ερωτευμένων, ενδόμυχα επαναστατεί στη χρήση του Παρατατικού: "Ήταν", το ρήμα του θανάτου. Η μοναξιά, "η σιωπή της απουσίας του", το "ποτέ πια", εναλλάσσονται με την ανάμνηση της χαράς, όταν ένιωσαν τα πρώτα σκιρτήματα των παιδιών τους, τότε που "η δυστυχία και ο θάνατος ήταν πράγματα μακρινά, θαμπά".
Οι μήνες, τα χρόνια περνούν, οι εποχές ξανάρχονται. Ο πόνος καταλαγιάζει σιγά-σιγά. Άλλωστε "η ζωή μας ολόκληρη τι ήταν μέσα στη ροή του κόσμου; Μόλις ένας στεναγμός".
Ένα βιβλίο που δεν εκλογικεύεται, μονάχα νιώθεται. Η εξαίρετη μετάφραση του Στρατή Τσίρκα του χαρίζει μια ποιητικότητα που αναδεικνύει όλη την τρυφεράδα των συναισθημάτων του.

Κυριακή, Οκτωβρίου 30, 2016

Ύδατα Υδάτων



Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ
Ύδατα Υδάτων
Κάρβας εκδόσεις
2016
Ύδατα Υδάτων. Νερά των νερών. Το μαγικό υγρό χωρίς το οποίο δεν  υπάρχει ζωή. Το νερό απ' το οποίο ξεκίνησε η ζωή. Το νερό μέσα στο οποίο δημιουργείται κάθε νέα ζωή. Το νερό μέσα στο οποίο το νησί μας ταξιδεύει. Το νερό που μας συνδέει αλλά και μας χωρίζει. Το νερό, απ' τον αφρό του οποίου γεννήθηκε "το ομορφότερο πλάσμα του κόσμου".
Με τους στίχους  του ο ποιητής  οδηγεί τη σκέψη μας πίσω στις πρώτες μέρες της Δημιουργίας (...Και είπεν ο Θεός. Συναχθήτω το ύδωρ το υποκάτω του ουρανού εις συναγωγήν μίαν, και οφθήτω η ξηρά...") και φτάνει ως τη σημερινή θάλασσα που γίνεται τόπος χαμού με "το κύμα να χτυπάει ανελέητα ένα ζευγάρι παιδικά παπουτσάκια σφηνωμένα στου βράχου τη σχισμή" (ποιος δεν θυμάται την τραγική εκόνα του πεντάχρονου παιδιού;).
Υπαινικτικά αναφέρεται στη σκλαβωμένη πόλη του που καταστράφηκε αλλά "ξαναγεννήθηκε κρατώντας πορτοκάλι". Κι από κει στην ανάμνηση μιας άλλης Πόλης κτισμένης πλάι στη θάλασσα, στο θρήνο για την Άλωση και στο μαρτύριο του Πατριάρχη.
Η μνήμη της θάλασσας τον οδηγεί ακόμα στα στενά, στα γαλανά νερά των οποίων βούλιαξε ο στόλος του υπερόπτη βασιλιά.
Γεωολογία, Μυθολογία, Ιστορία συμπλέκονται ποιητικά στους υδάτινους στίχους του Νίκου Νικολάου-Χατχημιχαήλ. Ο δεκαπεντασύλλαβος και η ομοιοκαταληξία, χωρίς να γίνονται περιοριστικά δεσμά για την έμπνευση,  φέρνουν την ποίησή του ακόμα πιο κοντά στις παραδόσεις και τα ακούσματά μας. Γεμάτη συμβολισμούς και υπαινιγμούς δεν είναι εύκολη ποίηση. Όμως ακριβώς γι' αυτό είναι και πιο γοητευτική. Διαβάζοντας τους στίχους του νιώθεις το "πολύφλοισβον", "τα τραγούδια των βοτσάλων", τις "μελωδίες των κυμάτων".
Αξίζει ιδιαίτερα να προσεχθεί και να επαινεθεί η αρτιότητα και η καλλιτεχνική εμφάνιση της έκδοσης. Με σχέδια, χαρακτικά και τυπογραφική επιμέλεια του ίδιου του ποιητή είναι ένα πραγματικό έργο τέχνης, όχι μόνο ως προς το περιεχόμενο αλλά και ως προς τη μορφή.

Δευτέρα, Οκτωβρίου 24, 2016

Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο

Ελένη Γιαννακάκη
Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο
Πατάκης, 2016
(ebook)
Τη Γιαννακάκη την ήξερα από "Τα χερουβείμ της μοκέτας", ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Οι θετικές κριτικές (ειδικά του φίλτατου Βιβλιοκαφέ), καθώς και η ευχέρεια αγοράς του βιβλίου, μια και διατίθεται και σε ηλεκτρονική μορφή, ήταν δυο επιπλέον λόγοι για να διαβάσω το τελευταίο της βιβλίο, "Σκούρο γκρι, σχεδόν μαύρο".
Όλο το βιβλίο είναι ένας μακρύς μονόλογος μιας ηλικιωμένης γυναίκας, τεχνική που η συγγραφέας είχε χρησιμοποιήσει και στα "Χερουβείμ". Η ακριβής ηλικία δεν αναφέρεται, πρόκειται όμως για μια γυναίκα που πάσχει από Πάρκινσον, με αρχόμενη άνοια, κλεισμένη σ' ένα ίδρυμα-γηροκομείο, πλήρως εξαρτημένη από το προσωπικό για το πότε, τι και πώς θα φάει, για την καθαριότητα, για τις φυσικές της ανάγκες, για τα πάντα. Με σκαμπανεβάσματα, διακόπτοντας τις σκέψεις της με επαναφορά στη θλιβερή κατάσταση του παρόντος και στα παράπονά της για την αδιαφορία των ξένων γυναικών που τη φροντίζουν, με τον φόβο του σκοταδιού και του θανάτου, με διακοπές στην προσπάθειά της να θυμηθεί τις ακριβείς λέξεις αυτού που θέλει να πει, αναλογίζεται την περασμένη της ζωή. Τους πρόσφυγες από τη Μικρασία παππούδες, τη φτώχεια στην Κοκκινιά, τα δύσκολα χρόνια της Χούντας και την περιθωριοποίηση της οικογένειας λόγω των δεξιών φρονημάτων του πατέρα, θυμάται τον σύζυγο, τα αδέλφια, τα παιδιά και τα εγγόνια της. Γεμάτη παράπονα γιατί την εγκατέλειψαν σ' αυτό το άξενο περιβάλλον, έτοιμη όμως να δικαιολογήσει τη στάση τους, για να φτάσει τέλος στην κατανόηση, όταν θυμάται τη δική της στάση απέναντι στη μητέρα της. Είναι ακριβώς το σημείο όπου η αφήγηση ξυπνά το ενδιαφέρον του αναγνώστη, γιατί κατά τα άλλα ο εκτενής διάλογος κυλάει μονότονα, με επαναλήψεις και παλινωδίες. Η ανάμνηση της σχέσης με τη δική της μητέρα, για το θάνατο της οποίας κάτι βαραίνει τη συνείδησή της, γίνεται αφορμή να δείξει ακόμη μεγαλύτερη κατανόηση για τη στάση των παιδιών της. Και ο αναγνώστης διερωτάται: Μήπως αυτή είναι  αναπόφευκτη φυσική αναγκαιότητα;
Το βιβλίο σου αφήνει μια στενοχώρια, μια πικρή γεύση. "Κακό πράμα τα γηρατειά", λέει κάποια στιγμή η αφηγήτρια. Αυτό πράγματι κατορθώνει να δείξει με όλη αυτή την παραληρηματική εξομολόγηση. "Ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά", εύχεται η Εκκλησία να είναι τα τέλη της ζωής μας. Η ευχή ξανάρχεται στη σκέψη καθώς διαβάζουμε τον μονόλογο της ηρωίδας της Γιαννακάκη.

Τρίτη, Οκτωβρίου 18, 2016

Η Μεγάλη Χίμαιρα

Μ. Καραγάτσης
Η Μεγάλη Χίμαιρα
Εστία, χ.χ. (Δωδέκατη έκδοση)
Πρώτη έκδ. 1936, έκδ. επαυξημένη και αναθεωρημένη, 1953
Το μόνο που θυμόμουνα από την πριν από...μερικές δεκαετίες ανάγνωση του μυθιστορήματος του Καραγάτση, ήταν η δραματική σκηνή του τέλους. Θυμάμαι ότι η ανάγνωση μου είχε αφήσει μια πικρή γεύση που δεν θα ήθελα να ξαναζήσω. Ούτε θυμόμουνα πως το έργο διαδραματίζεται κυρίως στη Σύρα. Κι αν ακόμα το είχα προσέξει, η Σύρος δεν έλεγε τότε τίποτα για μένα, ήταν ένα νησί σαν οποιοδήποτε άλλο. Όμως φέτος το Πάσχα, μετά την τετραήμερη παραμονή μου εκεί, το "Κοκκινόσπιτο" που μας έδειξε ο ξεναγός ως το σπίτι της Γαλλίδας, το μονοπάτι από το οποίο εκείνη κατέβαινε στη θάλασσα, το Πισκοπιό, ξύπνησαν μέσα μου την επιθυμία να ξαναδιαβάσω αυτό το λογοτεχνικό διαμάντι. Το λιμάνι, το Πισκοπιό, η άνω Σύρος, η Πλατεία με τους φοίνικες, ο Άγιος Νικόλαος των Πλουσίων, δεν ήταν πια κάποιοι τόποι μακρινοί και άγνωστοι. Τοποθετούσα τώρα το έργο μέσα σ' ένα γνωστό, οικείο περιβάλλον.
Διερωτώμαι αν η πληθώρα των νεότευκτων συγγραφέων μας ή ακόμα κι αυτοί που διδάσκουν λογοτεχνία  έχουν διαβάσει τα κλασικά πλέον έργα των Ελλήνων λογοτεχνών. Πόσο Μυριβήλη, Βενέζη, Πολίτη, Καραγάτση, Ροΐδη, Τερζάκη, Θεοτοκά, Καρκαβίτσα, Βιζυηνό, Παπαδιαμάντη (για να περιοριστώ σε ελάχιστους) γνωρίζουν; Συγκρίνουν καμιά φορά τα έργα τους μ' εκείνα των μεγάλων δημιουργών;
Διάβαζα τη "Χίμαιρα" και ξανάβρισκα σ' αυτήν ολόκληρη την Ελλάδα. Την αρχαία κλασική λογοτεχνία με την οποία ήταν θρεμμένη η πρωταγωνίστρια, η Γαλλίδα Μαρίνα, εύρισκα το γυμνό τοπίο, το φως και τον ήλιο της Ελλάδας, την αγάπη της θάλασσας, τη δύσκολη ζωή των ναυτικών, τη βασανισμένη ζωή των γυναικών...Και κοντά σ' αυτά την καταβύθιση στον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου που δίνει έτσι διαχρονικότητα και καθολικότητα στους ήρωές του.
Η Γαλλίδα Μαρίνα Μπαρέ, έχοντας ζήσει δυστυχισμένα παιδικά χρόνια, με μητέρα αμφιβόλου ηθικής, αλλά που προσπάθησε να δώσει στην κόρη της μια γερή, κλασική παιδεία, ερωτεύεται έναν Έλληνα ναυτικό και πλοιοκτήτη, τον Γιάννη Ρεΐζη, τον παντρεύεται και τον ακολουθεί στην Ελλάδα. Έναν τόπο που η κλασική της παιδεία, η ελληνική αρχαιότητα, τα αρχαία ελληνικά που μιλούσε με ερασμιακή προφορά, τον έκαναν να φαντάζει στα μάτια της σαν  τον ιδανικό τόπο προορισμού της. Ένα κοριτσάκι ολοκληρώνει την ευτυχία του ζευγαριού, αν και η Μαρίνα ζει διαρκώς κάτω από τη σκιά της αυστηρής, μαυροφορεμένης πενθεράς της, που ποτέ δεν αποδέχτηκε τη νύφη της, ψυχανεμιζόμενη ίσως την κακιά μοίρα που εκείνη έσερνε μαζί της.
Η μεταβολή της τύχης έρχεται, όπως και στην αρχαία τραγωδία, στις πιο ευτυχισμένες στιγμές. Το ναυάγιο ενός από τα πλοία του Ρεΐζη τον οδηγεί και πάλι ως καπετάνιο σε μακρόχρονη απουσία από την οικογένειά του. Ο αναγνώστης το διαισθάνεται, βλέπει την τραγωδία που έρχεται, αν και δεν συνειδητοποιεί ούτε φαντάζεται ποια θα είναι αυτή. Αλλά κι όταν ακόμα θα συμβεί, η ευχαρίστηση από  την ανάγνωση μιας υψηλής λογοτεχνικής δημιουργίας δεν τον εγκαταλείπει.
Ο Καραγάτσης έχει χαρακτηριστεί ως "σεξουαλικός" ή "Φρουδικός" συγγραφέας. και είναι γνωστό πως η libido διαδραματίζει σημαντικότατο ρόλο στα έργα του όπως και σ' αυτό το βιβλίο. Όμως δεν παύει να παρουσιάζει τον άνθρωπο, όπως κι εδώ τη Μαρίνα, ν' αντιπαλεύει με τα πάθη του σώματος, ν' αγωνίζεται να δαμάσει τους μέσα του δαίμονες, άλλο αν τελικά νικιέται από την παντοδύναμη Μοίρα.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 12, 2016

Offshore



Πέτρος Μάρκαρης
Offshore
Γαβριηλίδης, 2016
 Τηλεοπτικά σίριαλ βεβαίως δεν βλέπω, αναγνωστικά σίριαλ όμως, όπως τα βιβλία του Μάρκαρη, συχνά παρακολουθώ. Τα αποκαλώ σίριαλ γιατί, όπως και στην τηλεόραση, τα κύρια πρόσωπα είναι τα ίδια και κάθε φορά παρακολουθούμε μια καινούρια υπόθεση. Από βιβλίο σε βιβλίο: Νυχτερινό Δελίο,  Άμυνα ζώνης, Ο Τσε αυτοκτόνησε, Βασικός μάρτυρας, Παλιά, πολύ παλιά, Ληξιπρόθεσμα δάνεια, Περαίωση, Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία, Τίτλοι τέλους, τα μυθιστορήματα του Μάρκαρη εξελίσσονται με τους ίδιους ήρωες, μερικοί από τους οποίους προστέθηκαν καθ' οδόν, μέσα στο ίδιο Αθηναϊκό τοπικό και κοινωνικό περιβάλλον (με εξαίρεση το Παλιά, πολύ παλιά). Οι χαρακτήρες μας έχουν γίνει πια οικείοι, γνωστοί, φίλοι μας. Ο ικανότατος, αλλά παραγνωρισμένος από την υπηρεσία του αστυνόμος Χαρίτος του τμήματος Ανθρωποκτονιών, η γυναίκα του Αδριανή, τυπικός χαρακτήρας Ελληνίδας μεσοαστής νοικοκυράς, η κόρη του Κατερίνα που την παρακολουθήσαμε από φοιτήτρια Νομικής ως τον γάμο της και τώρα στη μαχόμενη δικηγορία, ο άντρας της, ο γιατρός Φάνης, ο παλιός κομμουνιστής Ζήσης που είχε βασανιστεί στην περίοδο της Χούντας, αλλά τώρα διαθέτει μια ώριμη, κριτική ματιά για τους πάντες, η φίλη και συνεργάτις της Κατερίνας Μάνια και ο σύντροφός της, ο Γερμανός Ούλι, οι συνεργάτες του Χαρίτου στην αστυνομία, είναι όλοι πια γνώριμοι και τους περιμένουμε σε κάθε καινούρια περιπέτεια.
Ο Μάρκαρης τοποθετεί το τωρινό του βιβλίο στη φανταστική εποχή που μια καινούρια γενιά σαραντάρηδων έχει πάρει στα χέρια της τη διακυβέρνηση της χώρας, τα μνημόνια έχουν περάσει, το χρήμα ρέει και πάλι στην Ελλάδα, ξένες εταιρείες επανέρχονται, γίνονται επενδύσεις, προχωρούν οι ιδιωτικοποιήσεις, αναμορφώνεται το ασφαλιστικό σύστημα, οι Έλληνες ξαναγυρίζουν στις παλιές, καλές τους συνήθειες. Ο πρακτικός όμως νους της Αδριανής και μερικών άλλων στέκεται δύσπιστος σ' αυτή την αλλαγή. "Καλά, πού βρέθηκε αυτό το χρήμα;" αναρωτιούνται.
Η δολοφονία ενός στελέχους του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού, υπεύθυνου για την ενοικίαση του χώρου των μαρίνων, ενός εφοπλιστή κι ενός παλαίμαχου αλλά ικανότατου δημοσιογράφου (αλήθεια, γιατί σκότωσε ο Μάρκαρης τον Σωτηρόπουλο; Μου ήταν πολύ συμπαθής!) θέτουν σε κίνηση την έρευνα του Χαρίτου. Όμως, κατά περίεργο τρόπο, οι δολοφόνοι γρήγορα εντοπίζονται, είναι σαν να παραδίνονται μόνοι τους και εύκολα ομολογούν τη διάπραξη των φόνων. Μήπως λοιπόν πίσω από τις δολοφονίες κρύβεται κάτι άλλο; Ο Χαρίτος θα το ανακαλύψει τελικά, αλλά τίποτα δεν μπορεί να κάνει γι' αυτό. Η πηγή του μαύρου χρήματος που ξεπλένεται με τις επενδύσεις θα παραμείνει για πάντα σκοτεινή.
Δεν έχω ιδέα από οικονομκά, αλλά απόλαυσα το μυθιστόρημα, όπως και όλα τα προηγούμενα. Θα περιμένω το...επόμενο επεισόδιο.

Κυριακή, Οκτωβρίου 02, 2016

Το μικρό παριζιάνικο βιβλιοπωλείο

Nina George
Το μικρό Παριζιάνικο Βιβλιοπωλείο
Κλειδάριθμος, 2016
Μετ. Χριστίνα Σωτηροπούλου
Δεν ξέρω κανένα βιβλιόφιλο που δεν θα δελεαζόταν από ένα βιβλίο που ο τίτλος του σχετίζεται με... βιβλία. (Μια πολύ ενδιαφέρουσα τέτοια συλλογή τίτλων μας δίνει το βιβλιοφιλικό blog Βολτίτσες). Γι' αυτό και ο τίτλος "Το μικρό παριζιάνικο βιβλιοπωλείο" λειτούργησε σαν μαγνήτης στην αναγνωστική μου επιλογή. Όμως η ικανοποίηση που μου έδωσε δεν ήταν αυτή που περίμενα, ίσως γιατί άλλα ήταν αυτά για τα οποία είχα προετοιμαστεί με τη φαντασία μου, άλλα ήταν αυτά για τα οποία η προσδοκία μου με είχε προϊδεάσει.
Το βιβλίο αρχίζει πολύ ωραία. Ο πενηντάχρονος βιβλιοπώλης Ζαν Περντί, διατηρεί ένα πρωτότυπο βιβλιοπωλείο. Πρόκειται για μια φορτηγίδα, ένα πλοιάριο προσαραγμένο στην όχθη του Σηκουάνα. Δεν είναι η μόνη πρωτοτυπία. Ο Περντί αποκαλεί το βιβλιοπωλείο του "Λογοτεχνικό φαρμακείο". Πιστεύει πως τα βιβλία μπορούν να θεραπεύσουν τις αρρώστιες της ψυχής και είναι σε θέση να προτείνει το κατάλληλο βιβλίο για τον κάθε αναγνώστη. Συχνά δεν διστάζει να χάσει έναν πελάτη παρά να του πουλήσει ένα βιβλίο, το οποίο κατά τη γνώμη του δεν του ταιριάζει!
Ο Περντί όμως έχει κι αυτός ένα ψυχικό τραύμα, το οποίο δυστυχώς τα βιβλία δεν μπόρεσαν να του γιατρέψουν. Πριν από εικοσιένα χρόνια είχε ερωτευτεί παράφορα μια γυναίκα, τη Μανόν, η οποία ξαφνικά εξαφανίστηκε από τη ζωή του, αφήνοντάς του μόνο ένα γράμμα, που ο Ζαν όλα αυτά τα χρόνια αρνιόταν να διαβάσει. Μια απρόσμενη συγκυρία τον κάνει να διαβάσει το γράμμα ύστερα από τόσα χρόνια, πράγμα που τον ωθεί να λύσει το πλοιάριο-βιβλιοπωλείο από την όχθη και μέσα από ποταμίσιους δρόμους να πλεύσει προς τα νότια της Γαλλίας, αναζητώντας την αγαπημένη του. Έτσι το βιβλίο παίρνει άλλη τροπή κι άλλη διάσταση. Τα βιβλία βέβαια εξακολουθούν να έχουν το ρόλο τους. Άλλοτε τα προτείνει ως αντάλλαγμα για ένα φόρο που πρέπει να πληρώσει για τον ελλιμενισμό του, άλλοτε για να αγοράσει τρόφιμα, δεν έχουν όμως τον κύριο ρόλο για τον οποίο ο αναγνώστης είχε προετοιμαστεί.
Ενδιαφέρουσες οι σκόρπιες αποφθεγματικές ρήσεις για το βιβλίο. Π.χ. "Τα βιβλία είναι κάτι παραπάνω από γιατροί, φυσικά. Κάποια μυθιστορήματα είναι τρυφεροί σύντροφοι για μια ζωή. Κάποια σου δίνουν ένα δυνατό χαστούκι, άλλα είναι σαν ζεστή κουβέρτα που σε τυλίγει όταν σε πιάνει φθινοπωρινή μελαγχολία. Και κάποια... ε, λοιπόν, κάποια είναι σαν ροζ μαλλί της γριάς, που γαργαλάει τον εγκέφαλό σου για τρία δευτερόλεπτα και αφήνει πίσω του ένα χαρούμενο κενό. Όπως μια σύντομη αλλά καυτή ερωτική σχέση".
Και μια ενδιαφέρουσα πρωτοτυπία. Στο επίμετρο του βιβλίου παρατίθενται αφενός συνταγές φαγητών της Προβηγκίας, αφετέρου δημοσιεύεται το "Λογοτεχνικό κουτί πρώτων βοηθειών" του Ζαν Περντί, όπου δίνει πληροφορίες και οδηγίες για τη θεραπευτική ιδιότητα συγκεκριμένων βιβλίων. Γράφει για παράδειγμα: "Μέλβιλ Χέρμαν, Μόμπι Ντικ: Για χορτοφάγους. Παρενέργειες: Φόβος του νερού.
Ή, Όργουελ Τζορτζ, 1984: Περιορίζει την ευπιστία και την απάθεια. Παλιό σπιτικό γιατρικό για τη χρόνια αισιοδοξία, που όμως έχει περάσει την ημερομηνία λήξης του".
Και με τον τρόπο αυτό μας δίνει τη θεραπευτική ιδιότητα 26 βιβλίων.
Γενικά ένα εύπεπτο βιβλίο, γι' αυτό ίσως και ευπώλητο, μεταφρασμένο σε 33 γλώσσες, που θα μπορούσε με βάση την κεντρική του ιδέα να είναι πολύ καλύτερο.

Σάββατο, Οκτωβρίου 01, 2016

Υπάρχω...

Για πρώτη φορά από τότε που ξεκίνησα αυτό το blog, εδώ και δέκα χρόνια, κατέγραψα τόσο μακρά απουσία. Τρεις περίπου μήνες χωρίς ούτε μια βιβλιοπαρουσίαση! Όχι, βέβαια, γιατί δεν διάβαζα. Ίσα-ίσα γιατί διάβαζα πάρα πολύ. Είχα τον τιμητικό ρόλο της συμμετοχής στην κριτική επιτροπή για τα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία της Κύπρου (εκδόσεις 2015). Έτσι διάβασα 50 ποιητικές συλλογές, 20 μυθιστορήματα, 17 συλλογές διηγημάτων, 6 δοκίμια/μελέτες, 9 έργα νέου λογοτέχνη. Όπως ήταν φυσικό δεν μπορούσα ούτε και τώρα μπορώ να δημοσιοποιήσω την άποψή μου. Όμως,  όλος αυτός ο όγκος μελέτης δεν μου άφηνε περιθώριο για διάβασμα άλλων βιβλίων, για τα οποία θα μπορούσα να γράψω στο blog. Ελεύθερη τώρα πια, αφού τελείωσε η μελέτη των προς κρίση βιβλίων, μπορώ να ξαναγυρίσω στο αγαπημένο μου blog και στις τακτικές μου παρουσιάσεις. Σύντομα η πρώτη.