Πέμπτη, Αυγούστου 09, 2007

Ακόμα λίγη ψυχοθεραπεία

Το "Η μάνα και το νόημα της ζωής" (γραμμένο το 1999 αλλά τώρα εκδομένο στα ελληνικά-'Αγρα, 2007) είναι το τρίτο βιβλίο του Ίρβινγκ Γιάλομ που διαβάζω μετά το "Όταν έκλαψε ο Νίτσε" και "Η θεραπεία του Σοπενάουερ" και ευχαρίστως θα διάβαζα και όλα τα άλλα του βιβλία, τόσο τα ψυχοθεραπευτικά όσο και τα λογοτεχνικά που, βέβαια, πάντα συνδέονται με την ψυχοθεραπεία. Κι αυτό, αν και καθόλου δεν εμπιστεύομαι την ψυχοθεραπεία. Θα μου πείτε ίσως "τι σημασία έχει η γνώμη σου και ποια είσαι εσύ για να αμφισβητείς ολόκληρη επιστήμη και ένα ωκεανό γνώσεων, εμπειριών, βιβλιογραφίας, θεραπειών;" Ίσως γιατί οι εμπειρίες που έχω από γνωστούς που κατέφυγαν στην ψυχοθεραπεία και δεν είδα να τους έχει βοηθήσει, ίσως πάλι γιατί όταν κόντεψα να την χρειαστώ εγώ (έπειτα από ένα βαρύτατο πένθος) με έσωσε η φιλοσοφία, η λογική, ο προσωπικός μου αγώνας, από τον οποίο δεν έλειπε η καταφυγή στην ανάγνωση...Εντούτοις τα βιβλία ψυχοθεραπείας μου αρέσουν. Ποιος ξέρει, ίσως χωρίς να το συνειδητοποιώ "ψυχοθεραπεύομαι" μέσα από τα βιβλία.
Από τα βιβλία του Yalom δεν θυμάμαι λεπτομέρειες. Ούτε νομίζω μπορεί κανείς να συγκρατήσει όλη αυτή την πορεία που κάνει ο ψυχοθεραπευτής μαζί με τον "ασθενή", όλους τους διαλόγους ή τις ενδόμυχες σκέψεις του ψυχοθεραπευτή που, εδώ ειδικά, τις εκθέτει πιο συχνά. Το βιβλίο δεν είναι μόνο η καταγραφή ιστοριών και περιπτώσεων ψυχοθεραπείας, αλλά μέσα από τα έμπρακτα παραδείγματα λειτουργεί και σαν ένα είδος διδακτικού εγχειριδίου για εκπαιδευόμενους ψυχοθεραπευτές.
Μου έμεινε μόνο η γενική ιδέα των ιστοριών. Π.χ. η δημιουργία ομαδικής ψυχοθεραπείας ανθρώπων που, λόγω ανίατων ασθενειών, είναι καταδικασμένοι σε θάνατο, ή η πορεία που ακολούθησε με μια ασθενή του, την Αϊρήν, στην προσπάθεια πρώτα να τη βοηθήσει να δεχτεί τον επικείμενο θάνατο τoυ συζύγου της και μετά να ξεπεράσει το πένθος της. Αν και μου φαίνεται υπερβολικό να βλέπεις τον ψυχοθεραπευτή σου για 4 χρόνια κάθε βδομάδα πληρώνοντάς τον 150 δολάρια (!) κάθε φορά για να ξεπεράσεις το πένθος σου. Στο τέλος η Αϊρήν, θεραπευμένη, συστήνει στο γιατρό έναν άντρα, μια καινούρια γνωριμία. Κι εγώ αναρωτιέμαι: Γνώρισε τον καινούριο άντρα επειδή θεραπεύτηκε ή θεραπεύτηκε επειδή γνώρισε έναν άλλο άντρα;;;
Οι τέσσερις από τις 6 ιστορίες του βιβλίου είναι αυτοβιογραφικές, με πρωταγωνιστή τον ίδιο τον Γιάλομ, ενώ οι δύο φανταστικές. Την τελευταία φανταστική με την κατάρα ενός...γάτου και με μακροσκελή συνομιλία με τον γάτο, ομολογώ ότι δεν την κατάλαβα, ούτε ξέρω τι θέλησε να πει μ' αυτήν ο συγγραφέας.
Ωραία παρουσίαση του Yalom στο blog του Alef. Επίσης πλείστες άλλες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του ίδιου του Yalom.



Δευτέρα, Αυγούστου 06, 2007

Στην ακτή

Μ' αρέσει γενικά η γραφή του Ιαν ΜακΓιούαν. Μ' άρεσε η "Εξιλέωση", μ' άρεσε και το "Σάββατο" (δεν μ' άρεσε μόνο το " Άμστερνταμ" παρόλο που πήρε και Booker). Διάβασα μέσα σε λίγες ώρες και το τελευταίο του, "ΣΤΗΝ ΑΚΤΗ" (Πατάκης, 2007). Μ' αρέσει αυτό το αργό, διεισδυτικό, ψυχαναλυτικό γράψιμο, αυτή η μεγέθυνση της στιγμής, το βύθισμα στις σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων του, ζωγραφισμένα και με τις λεπτότερες ακόμα αποχρώσεις. Όσο πάει και περιορίζει τη χρονική διάρκεια των έργων του. Στο "Σάββατο" ο χρόνος δράσης ήταν μια μέρα. Στο "Στην ακτή" είναι λίγες ώρες ενός βραδιού.
Ο ΜακΓιούαν ξέρει να κεντρίζει και να διεγείρει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Δείτε αυτή την εισαγωγική πρόταση:"Ήταν και οι δυο νέοι, μορφωμένοι και παρθένοι εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου τους, και στην εποχή που ζούσαν μια συζήτηση για σεξουαλικές δυσκολίες ήταν απλώς αδύνατη". Μέσα σε τρεις γραμμές μας δίνει τους πρωταγωνιστές, τους σκιαγραφεί (νέοι-μορφωμένοι-παρθένοι), τη χρονική στιγμή (νύχτα γάμου), την εποχή (ένα όχι και τόσο κοντινό παρελθόν), το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν (σεξουαλικές δυσκολίες). Ποιος δε θα 'θελε να συνεχίσει την ανάγνωση μετά από μια τέτοια εισαγωγή;
Ο Έντουαρντ και η Φλόρενς δειπνούν σ' ένα παραλιακό ξενοδοχείο, στην ακτή του Ντόρσετ, την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Βρισκόμαστε στο 1962, πριν από τη σεξουαλική επανάσταση κι απελευθέρωση, όταν όσα σχετίζονταν με το σεξ κουβεντιάζονταν κρυφά, συγκεκαλυμμένα, παραμορφωμένα πολλές φορές. Οι δυο νέοι αγαπιούνται, αλλά οι σεξουαλικές εμπειρίες της μεν Φλόρενς είναι ανύπαρκτες, του δε Έντουαρντ ελάχιστες. Καθώς δειπνούν τους βασανίζει το άγχος της πρώτης γαμήλιας νύχτας. Εκείνη με τρόμο γι' αυτό που την περιμένει, εκείνος με πόθο μεν, αλλά όχι με λιγότερη αγωνία και φόβο. Επιβραδύνουν το δείπνο, σκέφτονται να πάνε πρώτα μια βόλτα στην παραλία πριν πέσουν στο κρεβάτι, ενώ ο συγγραφέας με αφηγηματικές αναδρομές φωτίζει το παρελθόν τους, τη γνωριμία τους, τις τόσο διαφορετικές οικογενειακές τους καταβολές, τη διαφορά των τάξεων από τις οποίες προέρχονται, την οικονομική και κοινωνική ανωτερότητα εκείνης, πράγμα που πιθανότατα είχε τις επιπτώσεις του στην όλη σχέση μεταξύ τους. Μια παρεξήγηση προθέσεων κι επιθυμιών τους οδηγεί πρώτα στη συζυγική κλίνη, όπου πάλι μια αυθόρμητη, αδέξια κίνηση εκείνης, προκαλώντας μια μη ελεγχόμενη εκδήλωση εκείνου, καταλήγει στην καταστροφή.
Σε 5-6 σελίδες στο τέλος ο συγγραφέας αναφέρει τη μετέπειτα τύχη των ηρώων του. Θα προτιμούσα να λείπουν. Τίποτα δεν προσθέτουν στο μυθιστόρημα, εκτός από το να μας πουν πόσο μια και μόνο στιγμή, μια και μόνο φράση που λέχτηκε ή δεν λέχτηκε, πόσο καθοριστική μπορεί να είναι για μια ολόκληρη ζωή. Μ' άρεσε το μυθιστόρημα του ΜακΓιούαν. Έστω κι αν προβάλλει και μεγεθύνει μια εξαίρεση. Δεν αντιμετώπιζαν ασφαλώς όλα τα ζευγάρια το 1962 τις ίδιες δυσκολίες, όση άγνοια κι αν υπήρχε. Όμως λίγα άραγε είναι τα λογοτεχνικά έργα που γράφτηκαν με θέμα την εξαίρεση και όχι τον κανόνα;


Δευτέρα, Ιουλίου 30, 2007

Ένα βιβλίο που μου άρεσε κι ένα που δεν μου άρεσε


Δυο βιβλία συντρόφεψαν την τριήμερη φυγή μου από τον πάνω από 40 βαθμούς καύσωνα της Λευκωσίας και την παραθαλάσσια καταφυγή μου (όχι πως κι εκεί ο καύσωνας ήταν μικρότερος). Ξεκινώ απ' αυτό που μου άρεσε.

Ο David Lodge είναι από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Έχω διαβάσει σχεδόν όλα τα μεταφρασμένα στα Ελληνικά βιβλία του, με εξαίρεση το "Τον συγγραφέα, τον Συγγραφέα", το οποίο βρήκα βαρετό και ανιαρό και δεν κατάφερα να το τελειώσω. "ΤΟ ΒΡΕΤΑΝΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΠΕΦΤΕΙ", αν και πρωτοδημοσιευμένο το 1965, τώρα για πρώτη φορά εκδίδεται στα Ελληνικά (Bell, 2007) και βεβαίως έσπευσα στην ανάγνωσή του. Αν και σε μερικά σημεία γίνεται υπερβολικό και όχι στενά συνδεδεμένο με το θέμα του (π.χ. οι επισκέψεις και όσα συμβαίνουν στο σπίτι μιας ηλικιωμένης κυρίας η οποία υποτίθεται ότι κατέχει άγνωστα χειρόγραφα ενός συγγραφέα), εντούτοις γενικά, αν και πρώιμο έργο του Λοτζ, έχει όλα τα χαρακτηριστικά και των άλλων έργων του που καθιστούν τόσο απολαυστικό το διάβασμά τους. Έξυπνο χιούμορ, ήρωες που έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με τη λογοτεχνία, σάτιρα των πανεπιστημιακών πραγμάτων ή άλλων καταστάσεων κ.λπ.

Το μυθιστόρημα έχει δύο θέματα. Το ένα, αν και πιστεύω ότι έχει ξεπεραστεί από το 1965 ως σήμερα, εντούτοις είναι ενδιαφέρον και για το σημερινό αναγνώστη να γνωρίσει μια πτυχή του Καθολικισμού, που ταλαιπώρησε αρκετές γενιές ανθρώπων. Πρόκειται για το θέμα του ελέγχου των γεννήσεων, που για την Καθολική Εκκλησία έπρεπε να γίνεται μόνο με τη μέθοδο των "ασφαλών ημερών", με αποτέλεσμα άγχος, αγωνία, καταπίεση των ορμών ή...ένα κοπάδι παιδιά. Το δεύτερο θέμα είναι λογοτεχνικό. Δηλαδή, καθώς εξελίσσεται η υπόθεση, πολλά τμήματα της αφήγησης είναι γραμμένα με το ύφος άλλων γνωστών λογοτεχνικών έργων. Ο συγγραφέας στην εισαγωγή του φροντίζει να μας κατατοπίσει για τα σημεία αυτά, μερικά από τα οποία είναι άμεσα εμφανή. Για παράδειγμα, υπάρχει μια πολύ επιτυχημένη μίμηση των γραφειοκρατικών ταλαιπωριών των ηρώων του Κάφκα, όταν ο ήρωας του Λοτζ προσπαθεί να ανανεώσει την κάρτα αναγνώστη στη βιβλιοθήκη. Ή πάλι, για όποιον ξέρει τη Βιρτζίνια Γουλφ, είναι σαφέστατη η αναφορά στην "Κυρία Ντάλογουεϊ". Κι ένας πολύ ευρηματικός επίλογος "αντιγράφει" τον επίλογο του "Οδυσσέα" του Τζόις.

Κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ο μεταπτυχιακός φοιτητής Άνταμ Άπλμπι που, αν και νεαρός, έχει ήδη τρία παιδιά, λόγω του ότι τόσο αυτός όσο και η γυναίκα του είναι πιστοί καθολικοί. Εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή μελετώντας κάθε μέρα στη βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου. Το μυθιστόρημα αποτελεί την εξιστόρηση μιας μόνο μέρας, κατά την οποία του συμβαίνουν διάφορα, ενώ συνεχώς τον βασανίζει η σκέψη μήπως η γυναίκα του είναι ήδη έγκυος το τέταρτο παιδί.

Πραγματικά το απόλαυσα κι αυτό το βιβλίο του Λοτζ.

Και τώρα αυτό που δεν μου άρεσε. Πρόκειται για το βιβλίο του Δημήτρη Γκιώνη "ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗ" (Καστανιώτης, 2007). Το βιβλίο, κατά τη γνώμη μου, αποτελεί χλομή απήχηση του "Καθένας" του Φίλιπ Ροθ (γύρο από το οποίο πρόσφατα αναπτύχθηκε μια γόνιμη συζήτηση στο blog του librofilo). Το "Χωρίς προστάτη" διαβάζεται μέσα σε δυο ώρες το πολύ, αλλά δεν σου αφήνει τίποτα. Ένας εξηντατριάχρονος οδοντίατρος υποβάλλεται σε εγχείρηση αφαίρεσης του προστάτη. Κι ενώ ονειρευόταν τις μέρες παραμονής στο νοσοκομείο ως μέρες απομόνωσης, ηρεμίας, διαβάσματος, καταφθάνουν ο ένας μετά τον άλλο συγγενείς και φίλοι. Καλή ως ιδέα για μυθιστόρημα, αλλά ο συγγραφέας αποτυγχάνει να την αξιοποιήσει. Οι διάλογοι που αναπτύσσονται με τους επισκέπτες του θίγουν ποικίλα θέματα της σύγχρονης ζωής στην Ελλάδα μ' ένα εντελώς επιφανειακό τρόπο: διαζύγια, ανατροφή των παιδιών, ο θάνατος, το λίφτινγκ, τα γεράματα, η αγενής συμπεριφορά, η τηλεόραση, η μετανάστευση, η εκκλησία, η πολιτική και άλλα ακόμη. Όλ' αυτά θίγονται ρηχά και κοινότοπα, σαν ν' ακούει κάποιος κουβέντες σε καφενείο (εκεί γίνονται συχνά σοβαρότερες συζητήσεις) ή κομμωτήριο! Απόπειρες τετριμμένου χιούμορ ("και γιατί τον λένε προστάτη, αφού σε αφήνει απροστάτευτο;" ή "Δε σ' αρέσει τ' όνομά σου; Χάρης-μια χαρά" και άλλα παρόμοια) δεν κατορθώνουν να αποσπάσουν ούτε καν ένα χαμόγελο από τον αναγνώστη.

Κρίμα που ο συγγραφέας δεν κατάφερε να εκμεταλλευτεί και να αξιοποιήσει μια καλή αρχική ιδέα.









Παρασκευή, Ιουλίου 27, 2007

Δόκτωρ Ζιβάγκο

Πάνω από μια βδομάδα μου πήρε η ανάγνωση του πασίγνωστου και πολυσυζητημένου μυθιστορήματος του Μπόρις Πάστερνακ "ΔΟΚΤΩΡ ΖΙΒΑΓΚΟ" στη νέα του έκδοση (Ποταμός, 2006). Ποιος δεν ξέρει βέβαια την κινηματογραφική του μεταφορά; Ίσως ήταν κι αυτός ένας λόγος (εκτός από το ογκώδες του τόμου) που συνέβαλε στο να μείνει για μήνες στη στοίβα με τα αδιάβαστά μου βιβλία. Τώρα όμως, γυρίζοντας από το ταξίδι στη Ρωσία, θέλησα να παρατείνω λίγο ακόμα την παραμονή μου σ' αυτή την αχανή, μυστηριώδη, γοητευτική χώρα, έστω μέσα από τις σελίδες ενός ρωσικού μυθιστορήματος. Ενός μυθιστορήματος, του οποίου η έκδοση απαγορεύτηκε στην πατρίδα του, λογοκρίθηκε, ο συγγραφέας γλίτωσε την εξορία χάρις στη διεθνή του φήμη, αλλά δεν γλίτωσε ποικίλες άλλες διώξεις, ενώ η Δύση (όχι ανεξήγητα) του απένειμε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1958.
Διάβασα με εξίσου μεγάλο ενδιαφερον, τόσο τις 536 πυκνογραμμένες σελίδες του μυθιστορήματος όσο και το πολυσέλιδο επίμετρο, στο οποίο, εκτός από την εξιστόρηση της "Υπόθεσης Πάστερνακ" από την Jaqueline De Proyart, παρατίθενται έγγραφα από το αρχείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κόμματος, που κατά διαταγή του Γιέλτσιν αποδεσμεύτηκαν μετά το 1991. Στη Ρωσία ο "Δόκτωρ Ζιβάγκο" εκδίδεται για πρώτη φορά μόλις το 1988, τριάντα ολόκληρα χρόνια μετά την έκδοσή του στη Δύση και 28 χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του.
Όσοι θα θελήσουν να βρουν στο βιβλίο την ερωτική ιστορία της κινηματογραφικής μεταφοράς, θα απογοητευτούν. Είναι, βέβαια, κι αυτή, πώς θα μπορούσε να λείψει; Δεν έχει όμως ούτε την έκταση ούτε την έμφαση που της δίνεται στον κινηματογράφο. Αποτελεί ένα μικρό μέρος της όλης εποποιίας του κλασικού πια αυτού μυθιστορήματος, που θα 'λεγε κανείς πως συνεχίζει την παράδοση των μεγάλων Ρώσων κλασικών του 19ου αι.
Ο "Δόκτωρ Ζιβάγκο" δεν είναι εύκολο βιβλίο. Δεκάδες πρόσωπα, πέρα από τα βασικά, περνούν μέσα από τις σελίδες του, πολλά αναφερόμενα μόνο μια φορά κι έτσι είναι αδύνατο να τα συγκρατήσει κανείς, προπάντων που ο Πάστερνακ, ακολουθώντας τη ρωσική συνήθεια, χρησιμοποιεί διαφορετικά ονόματα για το ίδιο πρόσωπο. Π.χ. η Λάρα αναφέρεται άλλοτε ως Λάρα, άλλοτε ως Λαρίσα Φιόντοροβνα και άλλοτε ως Αντίποβα (από το όνομα του συζύγου της Αντίποφ). Χρειάζεται ακόμα ο αναγνώστης να συγκεντρώνεται, να επιστρατεύει την προσοχή του, για να απολαύσει τις σκέψεις ή τους διαλόγους ή τις εκφραζόμενες απόψεις. Ομολογώ ότι συχνά ξαναδιάβαζα μια παράγραφο, για να κατανοήσω πλήρως το ιδεολογικό περιεχόμενό της.
Δεν αναφέρθηκα ως τώρα στην υπόθεση, στον "μύθο" του έργου, γιατί τον θεωρώ πάρα πολύ γνωστό. Ο κεντρικός ήρωας του Πάστερνακ είναι ο γιατρός Γιούρι Ζιβάγκο. Ορφανός από μικρός, γόνος μιας πλούσιας, αριστοκρατικής οικογένειας, παίρνει μέρος ως στρατιωτικός γιατρός στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο κι εκεί, ενώ είναι ήδη παντρεμένος με την Τόνια, γνωρίζει τη Λάρα, που κι εκείνη είναι παντρεμένη με τον παιδικό της φίλο Πάσα Αντίποφ η Πάβελ Πάβλοβιτς, που στην Επανάσταση θα γίνει ο τρομερός επαναστάτης Στρέλνικοφ. Έντονη συμπάθεια αναπτύσσεται μεταξύ του Ζιβάγκο και της Λάρας, αλλά τίποτα πέραν τούτου. Εκείνος γυρίζει στη γυναίκα του που υπεραγαπά και στο γιο του. Όταν η επανάσταση ξεσπά, ο γιατρός με την οικογένειά του ξεκινά σε μια πολυήμερη διαδρομή με το τρένο, για να πάνε σε μια ιδιοκτησία που είχαν, σ' ένα χωριό της Σιβηρίας. Στη γειτονική πόλη θα ξανασυναντήσει τη Λάρα που ζει εκεί με την κόρη της και μέσα σε τύψεις και ψυχολογικό διχασμό θ' αρχίσει μια σχέση μεταξύ τους. Τη μέρα ακριβώς που είχε πάρει απόφαση να διακόψει το δεσμό του με τη Λάρα, συλλαμβάνεται από τους αντάρτες του Κόκκινου Στρατού και θα τους υπηρετήσει υποχρεωτικά για δυο χρόνια. Όταν καταφέρνει να επιστρέψει, βρίσκει τη Λάρα, αλλά η οικογένειά του έχει ήδη φύγει για τη Μόσχα και από κει στη Γαλλία. Σύντομα και η Λάρα θα φύγει για το Βλαδιβοστόκ, όπου οι ηττημένοι Λευκοί σχεδιάζουν να δημιουργήσουν μια ανεξάρτητη πολιτεία. Θα συναντήσουμε τον Ζιβάγκο προς το τέλος της δεκαετίας του 1920 να πεθαίνει, έχοντας συζήσει με μια τρίτη γυναίκα και έχοντας αποκτήσει μαζί της άλλα δύο παιδιά.
Δεν ξέρω αν το μυθιστόρημα αυτό θα αποκτούσε τόση αξία και τόση φήμη, αν δεν το συνόδευε η όλη "Υπόθεση Πάστερνακ". Είναι γεγονός ότι έχει εξαιρετικά σημεία, ιδίως στις ποιητικές περιγραφές της ρωσικής φύσης, που αφθονούν στο βιβλίο, πράγμα που επισημαίνει στην κριτική της και η επιτροπή που απέρριψε την έκδοσή του. Η επιτροπή τονίζει ότι το έκρινε μόνο με πολιτικά κριτήρια και πιστεύω ότι με βάση αυτά είχε δίκαιο. Όχι δίκαιο στην απαγόρευσή του (δεν πιστεύω στην απαγόρευση κανενός λογοτεχνικού κειμένου, όσο οξύ και επικριτικό κι αν είναι), αλλά δίκαιο ως προς τις πολιτικές θέσεις του συγγραφέα. Ο Ζιβάγκο (και κατ' επέκταση ο Πάστερνακ) τηρεί μια κριτική στάση απέναντι στην Επανάσταση, προβάλλει το άτομο έναντι του συνόλου και πλήθος χωρία εμφαίνουν τη διάσταση των απόψεών του με το καθεστώς.
Κλείνοντας το βιβλίο μια φράση έμεινε να στριφογυρίζει στο μυαλό μου, μια φράση που λέει η Λάρα μπροστά στο νεκρό Ζιβάγκο:"Τι φοβερό πράγμα που είναι η ζωή!"
Ένα ωραίο αφιέρωμα για τον Πάστερνακ μπορούν να δουν όσοι ενδιαφέρονται στην "Ελευθεροτυπία"



Κυριακή, Ιουλίου 22, 2007

ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Θα ήθελα με αυτό το ποστ να εκφράσω και δημόσια τις ευχαριστίες μου στη "Λαρισαία καθηγήτρια" με τις οδηγίες της οποίας έμαθα να βάζω λινκς. Γι' αυτό, σε ένδειξη των ευχαριστιών μου, παραπέμπω πρώτα απ' όλα στο δικό της ωραίο μπλογκ.

Πέμπτη, Ιουλίου 19, 2007

Γι' αυτούς που αγαπούν τα ταξίδια

Σε αντίθεση με τον αγαπητό Librofilo που, όταν ταξιδεύει, γεμίζει τη βαλίτσα του με βιβλία, εγώ παίρνω σε κάθε ταξίδι μόνο ένα βιβλίο κι αυτό πολλές φορές δεν καταφέρνω να το τελειώσω. Βέβαια, εγώ δεν ταξιδεύω τόσο συχνά ούτε επομένως περνώ τόσες ώρες στα αεροδρόμια και στα αεροπλάνα. Τα ταξίδια μου είναι κατά κανόνα ταξίδια αναψυχής, με παρέα φίλων, στοιχείο αποτρεπτικό της απομόνωσης που απαιτεί το διάβασμα.
Έτσι και στο φετινό ταξίδι στη Ρωσία, μόνο ένα βιβλίο κατάφερα να διαβάσω, βιβλίο μάλιστα που δεν απαιτούσε τη συνεχή ανάγνωση, αλλά επέτρεπε το επιλεκτικό διάβασμα των κεφαλαίων. Είναι το βιβλίο του Αλαίν Ντε Μοττόν "Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΤΑΞΙΔΙΟΥ" (Πατάκης, 2005). Νομίζω πως ο Μποττόν ανακάλυψε τον τρόπο να γράφει πρωτότυπα πράγματα στηριγμένος σε άλλους συγγραφείς. Ξεκινώντας από δικές του, προσωπικές ταξιδιωτικές εμπειρίες (π.χ. ένα ταξίδι στα νησιά Μπαρμπέιντος ή στη Μαδρίτη), ανατρέχει σε συγγραφείς ή καλλιτέχνες αλλοτινών εποχών που το έργο τους σχετίζεται με το ταξίδι και με οδηγό αυτούς ερευνά τις ποικίλες πτυχές των ταξιδιών με μια φιλοσοφική διάθεση. Χωρισμένο σε πέντε μέρη και 9 κεφάλαια, το βιβλίο καλύπτει τα εξής: Αναχώρηση (Σχετικά με την προσμονή, Σχετικά με τους ταξιδιωτικούς χώρους), Κίνητρα (Σχετικά με το εξωτικό, Σχετικά με την περιέργεια), Τοπίο (Σχετικά με την εξοχή και την πόλη, Σχετικά με το Υψηλό), Τέχνη, (Σχετικά με την τέχνη "που τα μάτια μας ανοίγει"), Σχετικά με την ομορφιά και την πρόσκτησή της), Επιστροφή (Σχετικά με τη συνήθεια).
Σε κάθε κεφάλαιο μας "ξεναγεί" ένας γνωστός συγγραφέας ή καλλιτέχνης. Π.χ. στο κεφάλαιο "Σχετικά με το εξωτικό" ξεναγός μας είναι ο Φλωμπέρ, στο "Σχετικά με την τέχνη" ο Βαν Γκογκ κ.ο.κ. Ο αναγνώστης ας μη περιμένει ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Είναι περισσότερο η φιλοσοφία του ταξιδιού. Για παράδειγμα, γιατί διαλέγουμε αυτό τον προορισμό και όχι άλλο, ή πώς ένας ζωγραφικός πίνακας ενός τοπίου μας κάνει να βλέπουμε αλλιώς το τοπίο αυτό στην πραγματικότητα.
Βρήκα το βιβλίο του Μοττόν ενδιαφέρον. Θα ήθελα όμως να μην είναι όλοι οι "ξεναγοί" τους οποίους χρησιμοποιεί περασμένων (και μάλιστα πολύ περασμένων) εποχών, αλλά να έχει και συγγραφείς πιο κοντά στην εποχή μας. Το ίδιο και για τις εικόνες που αφθονούν στο βιβλίο. Ένα μικρό δείγμα από το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου: "Η απόλαυση που αντλούμε από τα ταξίδια μας εξαρτάται μάλλον από τη νοοτροπία με την οποία ταξιδεύουμε παρά από τον εκάστοτε προορισμό μας. Αν καταφέρναμε να ζήσουμε με τη νοοτροπία του ταξιδιώτη στον τόπο διαμονής μας, είναι πιθανόν ότι θα βρίσκαμε το μέρος αυτό εξίσου ενδιαφέρον με τα ορεινά μονοπάτια ή με τις ζούγκλες της Νότιας Αμερικής".


Κυριακή, Ιουλίου 08, 2007

ΚΑΛΕΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ

Φίλοι, γεια σας. Φεύγω για το καθιερωμένο, καλοκαιρινό ταξίδι. Στη Μόσχα και Αγία Πετρούπολη φέτος. Βεβαίως αυτό δεν είναι διακοπές ούτε ξεκούραση. Είναι η προσπάθεια ικανοποίησης της τάσης για φυγή, για γνωριμία άλλων τόπων κι άλλων λαών, είναι η δίψα για το "αλλού", η λαχτάρα της, έστω και πρόσκαιρης, λησμονιάς των δικών μας καθημερινών, τετριμμένων και βασανιστικών. Ο πανάρχαιος πρόγονος, ο Οδυσσέας, ξυπνάει και πάλι μέσα μας και μας εξωθεί σ' αυτή την περιπλάνηση, να δούμε, όπως κι εκείνος, "πολλών ανθρώπων τα άστεα", να αναλογιστούμε και να στοχαστούμε μπροστά στα μνημεία του πολιτισμού τους, να μελετήσουμε την ιστορία τους, να "μπούμε σε λιμένας πρωτοειδωμένους", ν' αφήσουμε την "εκλεχτή συγκίνηση το πνεύμα και το σώμα μας ν' αγγίζει" και να γυρίσουμε στην πτωχική μας Ιθάκη σοφότεροι. Οι πραγματικές διακοπές θ' αρχίσουν γυρίζοντας, όταν θα βρεθούμε στην αγκαλιά της αγαπημένης θάλασσας του νησιού μας.
ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


Ένας άντρας και πολλές γυναίκες


Ομολογώ ότι ίσως να μην αγόραζα ποτέ το βιβλίο του Χρήστου Φασούλα "Ο ΕΡΩΤΑΣ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΓΙΑ ΠΙΛΟΤΟΣ" (Μίνωας, 2005) βλέποντάς το απλώς στον πάγκο του βιβλιοπωλείου, γιατί από το ξεφύλλισμά του, το οπισθόφυλλο, τον τίτλο κ.λπ. δεν θα το κατέτασσα στα βιβλία που προτιμώ. Το πήρα όμως γιατί γνώρισα τον συγγραφέα ως blogger και ήθελα να έχω άποψη για το βιβλίο του. Τελικά βέβαια, δεν πέρασα άσχημα μαζί του. Είναι ένα βιβλίο "της πλάκας". Ένα βιβλίο με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αν κρίνουμε από το βιογραφικό του συγγραφέα. Ο ήρωας του βιβλίου, ο Χάρης, γεννήθηκε σ' ένα χωριό του Βόλου, όπως και ο συγγραφέας, το 1961. Και οι δυο, συγγραφέας και μυθιστορηματικός ήρωας, ακολούθησαν τους μετανάστες γονείς τους στη Γερμανία για τέσσερα χρόνια, τελείωσαν το Λύκειο στην Αθήνα, πήραν πτυχίο της Παντείου, ασχολήθηκαν με τα Μ.Μ.Ε., έχουν τον ίδιο πιστό, παιδικό φίλο, τον Ηλία και μόνο για τις γυναίκες του βιβλίου δεν μπορώ να πω αν ταυτίζονται και με τις γυναίκες στη ζωή του συγγραφέα.
Έτσι λοιπόν, παρακολουθούμε αυτή την πορεία του Χάρη-Χρήστου με μια αέναη χιουμοριστική διάθεση, με λογοπαίγνια σε βαθμό υπερβολής, με σάτιρα από την οποία δεν ξεφεύγει ούτε ο ίδιος ο εαυτός του. Το πρώτο ερωτικό ξύπνημα για την παιδική του φίλη Λίνα, γίνεται νεανικός έρωτας για την Αλίκη, την οποία γνώρισε στη Γερμανία, για να καταλήξει ερωτικός δεσμός και πενταετής συμβίωση με τη Χριστίνα, την οποία εγκαταλείπει για να παντρευτεί την Αλίκη, ενώ σχεδόν σε όλη του τη ζωή "συνευρίσκεται" με τη Γωγώ!
Το όλο μυθιστόρημα, η εξιστόρηση δηλ. της ζωής του ήρωα από τη γέννηση ως τα 42 του χρόνια, εμφανίζεται ως η κινηματογραφική αναπόληση της ζωής του καθώς πέφτει από το δωδέκατο όροφο, όπου βρίσκονταν τα γραφεία του καναλιού στο οποίο εργαζόταν. Θα επιζήσει; Αυτό θα το μάθει ο αναγνώστης στο τελευταίο κεφάλαιο. "Ο έρωτας δεν κάνει για πιλότος" είναι ένα βιβλίο ανάλαφρο και διασκεδαστικό για όποιον αγαπά το είδος αυτό. Ένα από τα θετικά του στοιχεία είναι ότι, διατηρώντας πάντα το ίδιο ανάλαφρο, σαρκαστικό ύφος, μας περνάει μέσα από σημαντικά πολιτικά και άλλα γεγονότα των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών. Μοιάζει σαν μέσα στο ζωγραφικό πίνακα της ζωής του να ρίχνει σκόρπιες πινελιές από τη ζωή της Ελλάδας. Για παράδειγμα, τη δικτατορία, τους σεισμούς στο Βόλο ή στην Αθήνα, την πτώση της Χούντας και την επιστροφή του Καραμανλή, τις φοιτητικές διαδηλώσεις, την άνοδο του Ανδρέα, τις "ανίερες συμμαχίες" του '89 και τα ειδικά δικαστήρια κ.ο.κ.
Βρίσκω όμως πως η διαρκής προσπάθεια να κρατηθεί σ' αυτό το παιγνιώδες, σαρκαστικό ύφος, οδηγεί κάποτε το συγραφέα σε εξυπνακίστικες ατάκες. Φράσεις όπως "Το '96 έπνεε τα λοίσθια, η Αλίκη ανέπνεε στο πλευρό μου και μ' ενέπνεε, εγώ εισέπνεα διαρκώς τον άνεμο της αναζωογόνησης" αφθονούν στο βιβλίο. Επίσης πιστεύω ότι πολλές αναφορές και υπαινιγμοί που λειτουργούν για το σύγχρονο αναγνώστη, δεν θα λένε τίποτα σ' ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον (ακόμα και τώρα σε μια γενιά που δεν έζησε τα γεγονότα). Για παράδειγμα "τη μέρα που στήθηκαν οι τέντες στο Ωνάσειο" (πετυχημένη ειρωνική αναφορά στην αρρώστια του Παπανδρέου) ή "Άνοιξε τη τσάντα της-καμιά σχέση με τη τσάντα της Γιάννας" και αρκετά άλλα παρόμοια απευθύνονται και γίνονται κατανοητά μόνο από τους ανθρώπους της εποχής μας. Αποκτά δηλ. το βιβλίο ένα πολύ επικαιρικό χαρακτήρα.
Η συνέχεια θα δείξει αν ο Χρήστος Φασούλας (που ήδη εξέδωσε και δεύτερο μυθιστόρημα) θα δώσει κάτι ουσιαστικότερο και ωριμότερο από το πρώτο του βιβλίο.

Τρίτη, Ιουλίου 03, 2007

Στην εποχή του Ναπολέοντα

Το μυθιστόρημα αυτό θα άρεσε σε όποιον θα ήθελε να μετακινηθεί με τους αργούς ρυθμούς των αρχών του 19ου αι., τότε που για να πάει κανείς από το Παρίσι στην Αγία Πετρούπολη ταξιδεύοντας με άμαξες χρειαζόταν 3-4 εβδομάδες, τότε που η Ενωμένη σήμερα Ευρώπη σπαραζόταν από πολέμους, τότε που ο Ναπολέων διάσχιζε θριαμβευτής τον κόσμο, ώσπου νικήθηκε όχι από ένα λαό, αλλά από μια χώρα, τη Ρωσία. Εντούτοις το πολυσέλιδο (616 σελ.) μυθιστόρημα "ΑΝΝΑ" της Σύνθια Χάρροντ-Ήγκλς (Ωκεανίδα, 2007) δεν είναι ιστορικό. Η ιστορία αποτελεί μόνο το φόντο στο οποίο διαδραματίζεται η αισθηματική υπόθεση, η οποία αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα του έργου. Η συγγραφέας φαίνεται να έχει μελετήσει σε βάθος την τόσο ενδιαφέρουσα ιστορική αυτή περίοδο και είναι κρίμα που οι ιστορικές της αναφορές είναι πολύ περιορισμένες. Μόνο προς το τέλος του βιβλίου αφιερώνει αρκετές σελίδες στη μάχη του Μποροντίνο (στο βιβλίο, δεν ξέρω γιατί, αναφέρεται ως Μπαραντινό), τη μάχη που έκρινε και την όλη εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία, αυτήν που τόσο αριστορτεχνικά ζωντάνεψε και ο Τολστόι στο "Πόλεμος και ειρήνη". Υπάρχουν βέβαια και άλλες, σκόρπιες ιστορικές αναφορές, π.χ. στη συνθήκη του Τίλσιτ, αλλά βρίσκω ότι οι αναφορές αυτές είναι ελάχιστες σε σχέση και με τον όγκο του μυθιστορήματος, αλλά και με τις γνώσεις που φαίνεται να διαθέτει η συγγραφέας.
Το μυθιστόρημα αρχίζει στο Παρίσι το 1803, όπου η νεαρή Αγγλίδα Αν Πίτερς, ορφανή, μόνη στον κόσμο, εργάζεται ως γκουβερνάντα των παιδιών ενός Άγγλου διπλωμάτη. Εκεί, στο χορό των Πρεσβειών, γνωρίζει το Ρώσο κόμη Νικολάι Κίροφ και τον ακολουθεί στη Ρωσία ως γκουβερνάντα των δικών του παιδιών. Η ζωή της ρωσικής αριστοκρατίας με το πλήθος των υπηρετών, με τα εξοχικά στην ύπαιθρο, με τους χορούς, τις επισημότητες και τις τυπικότητες, αποδίδονται πολύ παραστατικά από τη συγγραφέα.
Η νεαρή Αγγλίδα προσαρμόζεται γρήγορα στη νέα ζωή και στη νέα πατρίδα, ενώ τιμητικά "ρωσοποιούν" και το όνομά της, αποκαλώντας την Άννα Πετρόβνα. Από την πρώτη στιγμή που είχε γνωρίσει τον κόμη, ένιωσε γι' αυτόν μια ακατανίκητη έλξη, που σιγά-σιγά μεταβάλλεται σε ένα βαθύ, ανομολόγητο έρωτα. Η έλξη είναι αμοιβαία. Αλλά εκείνος είναι ήδη παντρεμένος για δεύτερη φορά, έχει ένα μεγάλο γιο, τον Σεργκέι, και μια κόρη, τη Γελένα, από τον πρώτο γάμο και δυο άλλα παιδιά από το δεύτερο γάμο του με την Ιρίνα, μια κάπως ιδιόρρυθμη Καυκασιανή, από την οποία φάινεται να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο.
Πολυπρόσωπο έργο, πολλοί συγγενείς, πολλοί γνωστοί, πολλές μετακινήσεις, από την Πετρούπολη στην εξοχή της, άλλοτε στη Μόσχα, στον Καύκασο, σ' ένα χωριό των Τσετσένων ή στη Βίλνα της Λιθουανίας. Οι ήρωες μετακινούνται, πότε ζώντας ήσυχες οικογενειακές στιγμές και πότε περιπέτειες, αρρώστιες, θανάτους. Περιττό να πούμε ότι την Άννα την ερωτεύονται όλοι, όπως κατά κανόνα συμβαίνει σ' αυτού του είδους τα μυθιστορήματα! Την ερωτεύεται πρώτα -πρώτα ο εργοδότης της, ο κόμης, την ερωτεύεται όμως και ο γιος του, την ερωτεύεται ακόμα κι ένας Τάταρος πρίγκιπας, αλλά κι ένας άλλος Ρώσος ευγενής, ο Μπαζίλ Τσαϊκόφσκι, τον οποίο και θα δεχτεί να παντρευτεί, βλέποντας το αδιέξοδο του έρωτά της για τον Κίροφ. Βεβαίως η τελική κατάληξη μέσα από πολλά επεισόδια και περιπέτειες, θα είναι η ένωση επιτέλους των δυο ερωτευμένων, της Άννας και του κόμη.
Πιστεύω ότι το έργο απέδωσε πολύ επιτυχημένα την εποχή, το χώρο και γενικά τη ρωσική κοινωνία. Ο αργός ρυθμός του μυθιστορήματος συνάδει με τον αργό ρυθμό της εποχής. Κι αν φρόντιζε η συγγραφέας να εμπλέξει στο μύθο της περισσότερα ιστορικά στοιχεία, θα ήταν ένα ωραίο, ενδιαφέρον μυθιστόρημα.



Κυριακή, Ιουνίου 24, 2007

Οι Μαντόνες του Λένινγκραντ


Είναι κάποια βιβλία για τα οποία δεν γίνεται πολύς λόγος, δεν προβάλλονται, οι κριτικοί δεν ασχολούνται μαζί τους, κι όμως, χωρίς να διεκδικούν περγαμηνές υψηλής λογοτεχνίας, μπορούν να σου χαρίσουν ωραίες στιγμές αναγνωστικής απόλαυσης. Ένα τέτοιο βιβλίο μ' έκανε χτες να ξεχάσω τους 40ο βαθμούς του καύσωνα. Κι αυτό, όχι μόνο βέβαια γιατί διαδραματίζεται στο φοβερό, παγωμένο χειμώνα του 1940-41 στην Αγία Πετρούπολη (τότε Λένινγκραντ). Τίτλος του βιβλίου "Οι Μαντόνες του Λένινγκραντ" (Μοντέρνοι Καιροί, 2006), συστημένο από μια φίλη σε πολύ επίκαιρη στιγμή ψυχολογικής προετοιμασίας για το καλοκαιρινό ταξίδι στη Ρωσία.
Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου η Μαρίνα, μια νεαρή κοπελίτσα, ξεναγός στο μουσείο Ερμιτάζ, που μεγαλώνει με την οικογένεια του αρχαιολόγου θείου της, αφού οι γονείς της είχαν συλληφθεί και εξαφανιστεί ως "αντιφρονούντες". Νομίζω όμως πως η Μαρίνα είναι μόνο το μέσον για να αναδειχτεί το κύριο "πρόσωπο" του μυθιστορήματος, που είναι το ίδιο το περίφημο μουσείο. Είναι Ιούνιος του 1941, όταν η Γερμανία επιτίθεται στη Ρωσία. Κανείς, ούτε και ο Στάλιν, δεν είχε προβλέψει την επίθεση, εκτός από το διευθυντή του μουσείου, Ορμπέλι, γι' αυτό θέτει σε εφαρμογή ένα σχέδιο εκκένωσης του μουσείου. Η Μαρίνα, μαζί με κάπου 2.000 άλλους υπαλλήλους, συσκευάζουν προσεκτικά κάθε πίνακα, κάθε άγαλμα, κάθε αντικείμενο, για να μεταφερθούν μακριά, σε ασφαλέστερο μέρος. Το εγχείρημα δεν είναι τόσο απλό όσο ακούγεται. Το μουσείο (πέντε κτήρια για την ακρίβεια) απλώνεται σε πάνω από 400 δωμάτια, με εκατομμύρια αντικείμενα. Το μουσείο αδειάζει. Τα υπόγειά του γίνονται καταφύγιο για χιλιάδες ανθρώπους.
Η νεαρή ξεναγός περιδιαβάζει στις άδειες αίθουσες, στους έρημους διαδρόμους. Με τη φαντασία της ξαναστήνει στη θέση τους τους πίνακες που είχε τόσο αγαπήσει, τόσες φορές ξεναγήσει σ' αυτούς, που μπορεί να τους περιγράψει βλέποντας μόνο τις άδειες κορνίζες τους (ελάχιστοι μετακινήθηκαν μαζί με τις κορνίζες). Μαζί της ξεναγούμαστε στο άδειο μουσείο, στην Αίθουσα με τους φεγγίτες, στη Σκάλα του Ιορδάνη, στην Αίθουσα της πρώιμης Ιταλικής Αναγέννησης, στην Αίθουσα του Λεονάρντο, του Ρέμπραντ, του Ρούμπενς..."Η Μαντόνα και το θείο βρέφος", "Η Αγία Οικογένεια", "Ο Περσέας και η Ανδρομέδα" και πλήθος άλλοι πίνακες περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια.
Και όλα αυτά, όλη αυτή η αγάπη για το μουσείο και την Τέχνη, μέσα στο απίστευτο κρύο, τους βομβαρδισμούς και την πείνα του πολιορκημένου για 900 μέρες Λένινγκραντ. "Οι άνθρωποι λιμοκτονούν. Έχουν φτάσει στο σημείο να τρώνε απίστευτα πράγματα. Ο Μπούμπι, η γάτα του Μιχαήλ, ήταν ένα πρώιμο θύμα αυτής της πείνας. Όχι ότι έφαγαν τον Μπούμπι, ήταν υπερευαίσθητοι για κάτι τέτοιο, τον αντάλλαξαν όμως για ένα σακί πατάτες και λίγο λάδι, γνωρίζοντας απόλυτα τη μοίρα στην οποία τον καταδίκαζαν. Σήμερα θα τον έτρωγαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Τρώνε ταπετσαρίες και κόλλα, ακόμα και ξύλα, και πάλι λιμοκτονούν. Το μυαλό κλονίζεται (...). Απίστευτο αλλά αληθινό. Ξαπλώνουν και πεθαίνουν τόσο απλά σαν να πέφτουν για ύπνο, κι εκείνοι που μένουν πίσω προσπαθούν να εξηγήσουν το θάνατό τους, προσπαθούν να βρουν δικαιολογίες για να μουδιάσουν τον τρόμο".
Παρ' όλα αυτά η Μαρίνα επιβιώνει. Ο αγαπημένος της Ντμίτρι είχε επιστρατευτεί. Χάνονται. Θα ξανασυναντηθούν σ' ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία και θα καταλήξουν στην Αμερική. Εκεί τους συναντάμε (το βιβλίο πηγαινοέρχεται από το παρόν στο παρελθόν) εξήντα χρόνια μετά. Εκείνη πάσχει από Αλτσχάιμερ. Ξεχνά το παρόν, όμως το παρελθόν διατηρείται ολοζώντανο στο ταραγμένο μυαλό της κι ανέπαφοι οι αγαπημένοι της πίνακες.
Ένα βιβλίο γραμμένο απλά, που ζωντανεύει με ρεαλισμό τραγικές ιστορικές στιγμές, γεμίζοντας όμως ταυτόχρονα την ψυχή μας με την αισιοδοξία και την ομορφιά που μπορεί να χαρίσει η Τέχνη.

Πέμπτη, Ιουνίου 21, 2007

Τα πρώτα μου γενέθλια

21 Ιουνίου. Θερινό ηλιοστάσιο, η μεγαλύτερη μέρα του χρόνου και τα πρώτα γενέθλια του blog μου. Πέρσι τέτοια μέρα ξεκινούσα αυτή την επικοινωνία (με τους άλλους και με τον εαυτό μου). Αρχικά το φανταζόμουν σαν ένα προσωπικό ημερολόγιο, όπου θα έγραφα τι έκανα, τι με απασχολούσε, τις σκέψεις μου, τους προβληματισμούς μου, τα σχόλιά μου στα γεγονότα της καθημερινότητας. Όμως στη συνέχεια τα πράγματα αλλιώς εξελίχτηκαν. Όταν συνειδητοποίησα πως ό, τι έγραφα θα το διάβαζαν πολλοί άλλοι, γνωστοί και άγνωστοι, τότε ένιωσα πως δεν μπορούσα να ξεδιπλώσω την ψυχή μου στο άπειρο του διαδικτύου. Έτσι κατέληξα στο βιβλιοφιλικό αυτό blog. Εβδομήντα αναρτήσεις ο απολογισμός του χρόνου, κυρίως οι σκέψεις από τα διαβάσματά μου. Βιβλία καινούργια και βιβλία πιο παλιά, βιβλία ευχάριστα και βιβλία που με δυσκολία έφτασα στο τέλος τους, βιβλία που με συγκίνησαν, βιβλία από τα οποία μου έμεινε μόνο κάτι απ' το άρωμά τους και βιβλία που ταυτίστηκα με τους ήρωές τους και δεν θα ξεχάσω ποτέ. Και τα σχόλια..Α, τα σχόλια. Η λαχτάρα να δεις αν σου έγραψε κανείς κάτι, η απογοήτευση όταν δεν είχες καμιά ανταπόκριση, η φωνή σου μπουκάλι στο πέλαγος...Ένας χρόνος πέρασε. Δεν λυπάμαι για το σβησμένο κερί που προστέθηκε στη "σκοτεινή γραμμή". Είμαι ευτυχής που έζησα αυτό το χρόνο. Μοναδική μου ευχή: Του χρόνου τέτοια μέρα να είμαι και πάλι εδώ.

Τετάρτη, Ιουνίου 20, 2007

Αναζητώντας τον πατέρα

Το παράξενο Ολλανδικό της όνομα δεν το είχα ξανακούσει και το πιο πιθανό είναι πως δεν θα το θυμάμαι: Νέλεκε Νοόρντερβλιτ. Όμως το καταπληκτικό της μυθιστόρημα "Το όνομα του πατρός" είμαι σίγουρη πως δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Καθυστέρησα 7 χρόνια να το διαβάσω από τότε που κυκλοφόρησε στα Ελληνικά (Καστανιώτης 2000) και 14 από τότε που πρωτοβγήκε στα Ολλανδικά (1993), αλλά αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Δεν είναι βιβλίο μιας εφήμερης επικαιρότητας, είναι κείμενο διαχρονικό, σε πολλές σελίδες του οποίου επανέρχεσαι. Να ξαναδιαβάσεις μια συζήτηση, να συγκρατήσεις μια αποφθεγματική φράση, να εμβαθύνεις σε μια σκέψη... Συμπτωματικά τους τελευταίους μήνες διάβασα άλλα δυο βιβλία με παρόμοιο θέμα: "Η καλοσύνη των ξένων" (Τατσόπουλος) και "Ο Γυρισμός" (Schlink). Και στα τρία κεντρική ιδέα η αναζήτηση των άγνωστων γεννητόρων. Στον Τατσόπουλο της μητέρας, στα άλλα δυο του πατέρα. Αλλά πόση διαφορά μεταξύ τους! Και πόση υπεροχή στο "Όνομα του πατρός"!
Η αναζήτηση είναι το πρόσχημα. Με αφορμή την αναζήτηση μετουσιώνονται μυθιστορηματικά οι κυριότεροι σταθμοί πέντε δραματικών δεκαετιών του 20ου αι. Από το 1940 περίπου ως το 1990. Όχι, δεν είναι ιστορικό μυθιστόρημα. Θα το χαρακτήριζα "μυθιστόρημα φιλοσοφίας της Ιστορίας". Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος (πώς θα μπορούσε να λείψει αυτός;), το μοίρασμα της Γερμανίας και το Τείχος, ο Μάης του '68 στο Παρίσι και η Άνοιξη της Πράγας, η επανένωση της Γερμανίας, γεγονότα που αφήνουν βαθιά τα ίχνη τους στους ήρωες της Νοόρτερβλιτ.
Κεντρικό πρόσωπο η Αυγούστα, γεννημένη το 1945, κόρη μιας επαίσχυντης για την εποχή σχέσης, του δεσμού μιας Ολλανδέζας και ενός Γερμανού στρατιώτη. Ο στρατιώτης γυρίζει στην πατρίδα του μετά την ήττα κι η μικρή μεγαλώνει όχι μόνο με απορίες κι ερωτηματικά, αλλά και με το στίγμα της καταγωγής να τη φορτώνει ενοχές. Η συστηματική κακοποίηση που υφίσταται από τον πατριό της βαθαίνει τα ψυχολογικά της τραύματα. Σπουδάζει όμως. Στις φοιτητικές συντροφιές θα γνωρίσει, και αργότερα θα παντρευτεί, τον Μέλχιορ, έναν ευαίσθητο Εβραίο, που κουβαλάει κι αυτός τους προβληματισμούς και τα ερωτηματικά του. Θα ζήσουν μαζί το Μάη του '68, λίγο αργότερα θα βρεθούν στην Πράγα, θα αναλωθούν στις ερωτικές σχέσεις και στις ατέλειωτες συζητήσεις. Την ύπαρξη συζύγου την πληροφορούμαστε πολύ αργά στο μυθιστόρημα. Είναι κι αυτός χαμένος σαν τον πατέρα. Θα το συναντήσουμε (μαζί με την Αυγούστα) στο τελευταίο μέρος του βιβλίου, στην Κρήτη, όπου και θα αποκαλυφθεί μια ακόμα τραυματική εμπειρία των δυο τους, ίσως η μεγαλύτερη απ' όλες.
Σε κάποιο στάδιο η Αυγούστα μαθαίνει το όνομα και την πόλη καταγωγής του πατέρα της. Η επιθυμία της αναζήτησης κατευθύνει τα βήματά της στη Βαϊμάρη, λίγο μετά που το Τείχος έπεσε. Τη συνοδεύουν δυο νέοι φίλοι της, η Εύα, μια φωτογράφος, και ο Μάριο, ένας βιολιστής του δρόμου. Ανάμεσα και στους τρεις αναπτύσσεται ένας παράξενος ερωτικός δεσμός. Ο έντονος σεξουαλισμός του βιβλίου μου θύμισε τον αντίστοιχο στην "Επιλογή της Σόφι". Λειτουργεί σαν ένα μέσο για λησμονιά, για κατευνασμό της συνείδησης.
Σημαντικό πρόσωπο του βιβλίου είναι και ο Έρικ, συνάδελφος και για χρόνια πολλά (αν και παντρεμένος) ερωτικός σύντροφος της Αυγούστας. Κι αυτός μπλεγμένος στα δικά του προβλήματα, στις δικές του ενοχές, αλλά και στην αγάπη του για την Αυγούστα.
Παρόλο το ενδιαφέρον που προκαλεί, δεν τέλειωσα σύντομα το βιβλίο. Είναι βιβλίο του αργού διαβάσματος. Συχνά η φράση είναι στρυφνή, θες να τη διαβάσεις δυο φορές (δεν ξέρω αν γι' αυτό έχει μερίδιο ευθύνης και η μετάφραση). Αλλού σταματάς για να αναλογιστείς πάνω σε μια σκέψη που διατυπώνεται για τον πόλεμο, την ανθρωπότητα, για τους νέους ή την Ιστορία, για τον Κομμουνισμό, για την ευθύνη και την ενοχή. Να ένα τέτοιο απόσπασμα από τα πολλά. Μιλάει στην Αυγούστα η άγνωστη ως τότε Γερμανίδα θεία, την οποία συναντά στην αναζήτηση του πατέρα: " Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αντιστέκονται, ο δειλός είναι ένοχος. Αν κανείς δεν αντιστέκεται πια, τότε κανείς δεν είναι ένοχος πλέον. Ήταν λοιπόν προς το συμφέρον όλων να αγνοήσουν την αντίσταση. Γι' αυτό σιωπήσαμε. Αργότερα ειπώθηκαν πολλά για τις θηριωδίες, αλλά εμείς εξαιρέσαμε τον εαυτό μας. Εμείς οι Γερμανοί ντρεπόμασταν περισσότερο για το κρυφό μας αίσθημα ενοχής παρά για τη συνενοχή μας για φόνο".
Να ακόμα μια σκέψη που με σταμάτησε ώρα πολλή: "Δεν ζήτησες να γεννηθείς. Και ποιος ζήτησε, εδώ που τα λέμε; Κι όμως, δεν μας χαρίζουν μονάχα τη ζωή αλλά και τον κόσμο οι γονείς μας, που με τη σειρά τους φορτώθηκαν χωρίς να τους ρωτήσει κανείς την κληρονομιά των δικών τους γονιών, και ούτω καθεξής. Σε ποια ηλικία γινόμαστε οι ίδιοι ένοχοι για την κατάντια του κόσμου;"
Άλλοτε πάλι χρειάζεσαι ένα ευρύτερο βιβλιογνωστικό εξοπλισμό για να απολαύσεις πλήρως το βιβλίο. Για παράδειγμα η μνεία του Γιόζεφ Κ. ή του Χήθκλιφ ή του Φαίδρου ή στίχων κλασικών συγγραφέων θα σου στερήσει μέρος της απόλαυσης, αν δεν έχεις τη σχετική γνώση. Εντυπωσιάζει πραγματικά η γνώση των αρχαίων τραγικών, του ομήρου, της Ελληνικής μυθολογίας.
Καιρός να τελειώνω όμως. Διαλέγω ένα απόσπασμα, μια επίκληση της συγγραφέως στον αναγνώστη, επίκληση, πιστεύω, που ταιριάζει για όλους τους λογοτεχνικούς ήρωες: "Ακούστε τον οδυρμό τους. Εγκαταλείψτε την ειρωνική αποστασιοποίηση και τολμήστε ν' ακούσετε με κατευνασμένη καρδιά τον θρήνο τους μέσα στη νύχτα. Πώς θα ασκήσουμε τη συμπάθειά μας σε πραγματικά θύματα, αν δεν μπορούμε καν να συμπάσχουμε με την ταπεινή χρεοκοπία τυχαίων ηρώων μιας μισο-επινοημένης ιστορίας;"


Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

Εμείς έχουμε εμάς

Μου φαίνεται πως ο μόνος λόγος για τον οποίο αξίζει να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο είναι για να διαπιστώσει τι σημαίνει ο παράδοξος τίτλος. Και έχω την υποψία πως, η αξιόλογη κατά τα άλλα συγγραφέας Ισμήνη Καπάνταη που μας έδωσε ωραιότατα μυθιστορήματα (κρατάω ακόμα την ανάμνηση του "Απειρωτάν και Τούρκων" ύστερα από τόσα χρόνια), έχοντας επίγνωση ίσως του πόσο υστερεί αυτό το βιβλίο της (εκδ. Καστανιώτης 2007), έβαλε επίτηδες αυτό τον αβανταδόρικο τίτλο.
Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται το 16ο αι., αλλά αυτό πιο πολύ εξάγεται από το οπισθόφυλλο του βιβλίου παρά από το περιεχόμενο. Ελάχιστα στοιχεία (π.χ. κυνήγι με γεράκια, κουρσάροι κ.λπ.) δίνουν το στίγμα της εποχής. Η συμπεριφορά της ηρωίδας δεν πείθει. Αν και αγαπά τον Νικόλα, πρώην αιχμάλωτο στην υπηρεσία του πατέρα της, δέχεται χωρίς καμιά πίεση να παντρευτεί τον πολύ μεγαλύτερό της Ούγο και να τον ακολουθήσει από την Ήπειρο στα απέναντι Επτάνησα. Ταυτόχρονα προτείνει στον Νικόλα να πάει μαζί της και να συνεχίσουν τη σχέση τους! Εκείνος θα πάει, γιατί τον διατάζει ο πατέρας της να την ακολουθήσει ως μέλος της συνοδείας της για να την προσέχει, θα αρνηθεί όμως αυτό που του προτείνει εκείνη. Μόνο ύστερα από...επτά χρόνια κι ένα βαρύ τραυματισμό του θα ξανασυνδεθεί μαζί της, παράνομα πάντα.
Δεν είμαι σίγουρη αν έφταιγε η ψυχολογική μου κατάσταση όταν το διάβαζα, ή αν πράγματι το βιβλίο είναι τόσο βαρετό και αδιάφορο όσο το βρήκα. Είναι σαν ένα φαγητό καλομαγειρεμένο αλλά άγευστο και άοσμο. Και ο τίτλος; ΄Τι σημαίνει; Ε, ας αφήσω και κάτι που θα κινεί το ενδιαφέρον όποιου θελήσει να το διαβάσει, γιατί η ερμηνεία έρχεται στο τέλος του βιβλίου.


Τρίτη, Ιουνίου 05, 2007

Δήμητρας Κολλιάκου, Θερμοκρασία δωματίου

Δεν ξέρω πώς να χαρακτηρίσω αυτό το μυθιστόρημα (Πατάκης, 2006). Εν μέρει, πιστεύω, με στοιχεία αυτοβιογραφικά, είναι ένα μυθιστόρημα που σε ελκύει αναγνωστικά, που έντεχνα σου δημιουργεί την περιέργεια για το "παρακάτω", αλλά που, τελικά, όταν αναπολώ το περιεχόμενό του "λίγα φεγγάρια απόμειναν στη μνήμη", που λέει κι ο Σεφέρης.
Η κεντρική ηρωίδα (που δεν μαθαίνουμε τ' όνομά της) σε πρωτοπρόσωπη γραφή αφηγείται την παρούσα φάση της ζωής της, με αρκετές αναδρομές στο παρελθόν. Είναι Ελληνίδα, που όταν πήγε στο Λονδίνο για σπουδές, γνώρισε τον Ισραηλίτη πανεπιστημιακό Γιαΐρ και τον ακολουθεί στα Ιεροσόλυμα, όπου εκείνος θα εργαστεί ως λέκτορας στο Πανεπιστήμιο.
Εκεί εγκαθίστανται σε μια πρώην παλαιστινιακή συνοικία. Η εξομολογητική γραφή αρχίζει με την επίσκεψη της ηρωίδας σε μια ψυχοθεραπεύτρια, λόγω κάποιων ανεξήγητων πόνων στη μέση και στο πόδι, που οι ιατρικές εξετάσεις δεν μπόρεσαν να αιτιολογήσουν ή να θεραπεύσουν.
Το μυθιστόρημα δεν έχει πολλή δράση. Είναι σκέψεις, συναισθήματα, περιγραφές, αναδρομές στην περασμένη της ζωή. Επεισόδια της ζωής που μοιάζουν ασύνδετα και ξεκομμένα. Υποψιάζεται, και ανακαλύπτει, ότι οι επισκέψεις στην ψυχοθεραπεύτρια Αστάρ ήταν σκόπιμη διευθέτηση της μητέρας του Γιαΐρ, για να την ελέγχει μέσω της Αστάρ, που ήταν στενή της φίλη.
Η ηρωίδα παρακολουθεί μαθήματα εβραϊκών, τα οποία σύντομα εγκαταλείπει. Η ίδια διδάσκει ελληνικά σε μια άλλη ομάδα ενηλίκων. Γνωρίζεται με μια εβραϊκή οικογένεια, που έχει μια ανάπηρη κόρη, για να ανακαλύψει στο τέλος ότι ο πατέρας διατηρεί παράνομο δεσμό με τη μητέρα του Γιαΐρ.
Υποβάλλεται σε εξετάσεις σε κέντρο γενετικής, για να διαπιστωθεί αν κινδυνεύει από καρκίνο, μια και η μητέρα της και μια θεία της είχαν πεθάνει απ' αυτόν. Θυμάται επεισόδια της νεανικής της ζωής και προπάντων την ερωτική σχέση με ένα ξάδελφό της, σχέση που ποτέ δεν έγινε σεξουαλική. Όλ' αυτά (κι ακόμα θα έλεγα και η "μεταγνώση" της συγγραφής, αφού παρακολουθώντας μαθήματα δημιουργικής γραφής στο Λονδίνο προβληματίζεται στη διαδικασία της γραφής), πηγαινοέρχονται μέσα στο μυθιστόρημα χωρίς στενή συνάφεια μεταξύ τους, πέραν του ότι αποτελούν το περιεχόμενο της ροής της συνείδησης.
Η συγγραφέας έχει έντονη την τάση απόδοσης της λεπτομέρειας, π.χ. τα σχέδια που σχηματίζει μια ξεραμένη πιτσιλιά καφέ, η διαρρύθμιση των επίπλων ενός δωματίου, τα σκουπίδια σ' ένα βαγόνι κλπ. πράγμα που σε βάζει επιτυχημένα στην ατμόσφαιρα του χώρου, αλλά δεν σου αφήνει τίποτα μετά.
Μου άρεσε όμως η με σκόρπιες πινελιές απόδοση της ατμόσφαιρας των Ιεροσολύμων. Το παλιό παλιαστινιακό διαμέρισμα, ένα εστιατόριο στην παλιά Ιερουσαλήμ, ο φόβος και η καχυποψία όταν στο λεωφορείο κάποιος φαίνεται ύποπτος για βομβιστής, τα αυστηρά μέτρα ασφάλειας στην είσοδο του πανεπιστημίου ή άλλων δημόσιων χώρων κλπ.
Και ο τίτλος; Παρ' όλο που γίνεται μια αναφορά σε μια σκηνή με τον ξάδελφό της, δεν βοηθά στην ερμηνεία του. Προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι υποδηλώνει το αδιέξοδο αλλά και τον κλειστό χώρο. Είναι το μυθιστόρημα του σύγχρονου ανθρώπου, που κλεισμένος στον εαυτό του, αποξενωμένος ακόμα κι από τον σύντροφό του, παλεύει μόνος να ερμηνεύσει όσα συμβαίνουν μέσα και γύρω του.


Παρασκευή, Ιουνίου 01, 2007

Για την Αμαλία

Για την Αμαλία και όλες τις Αμαλίες του κόσμου, που ιατρική αμέλεια οδηγεί τόσο πρόωρα στον τάφο.


Τρίτη, Μαΐου 29, 2007

Η γιορτή του Κατακλυσμού και "Οι στάχτες της Άντζελα"

Η αργία του "Κατακλυσμού" μου χάρισε ένα υπέροχο τριήμερο . Νομίζω δεν υπάρχει πουθενά αλλού αυτή η πάνδημη θαλασσινή γιορτή τη Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος (που εμείς τη λέμε "Του κατακλυσμού"), όπως γιορτάζεται στην Κύπρο. Γιορτή που κρατάει από την πανάρχαια λατρεία του Άδωνι και της Αφροδίτης. Πέρα από το αλληλοβρέξιμο μικρών και μεγάλων (θυμάσαι τις πιτσίκλες, Mike;) όλες οι παράλιες πόλεις της Κύπρου γιορτάζουν. Θαλασσινοί διαγωνισμοί, λεμβοδρομίες κ.ά., διαγωνισμοί "τσιαττιστών"-είδος μαντινάδων, κυπριακοί χοροί, λαϊκοί τραγουδιστές, ένα τεράστιο πανηγύρι. Το χωριό, βέβαια, στο οποίο καταφεύγω, παραθαλάσσιο μεν, αλλά χωρίς το νταβατούρι των πόλεων. Μονάχα οι καμιά εικοσαριά ψαροταβέρνες του γεμίζουν ασφυκτικά κι εμείς οι "ντόπιοι" αποφεύγουμε τέτοιες μέρες να τις επισκεφθούμε. Τρεις όμορφες μέρες, λοιπόν, πλάι στο κύμα, απογευματινοί περίπατοι, φιλικές συντροφιές τα βράδια και προπάντων διάβασμα, διάβασμα, διάβασμα. Πέτυχα, ευτυχώς, ωραία βιβλία.
ΟΙ ΣΤΑΧΤΕΣ ΤΗΣ ΑΝΤΖΕΛΑ (του Φρανκ Μακ Κορτ, Λιβάνης 1998).
Πριν από πολλά χρόνια είχα διαβάσει μια επιφυλλίδα του Παπανούτσου, που μάταια από τότε ψάχνω να τη ξαναβρώ στις συλλογές των δοκιμίων του, δεν ξέρω καν αν τη συμπεριέλαβε σε κάποια απ' αυτές. Θυμάμαι ότι έλεγε περίπου τα εξής: η αισθητική απόλαυση από την τέχνη του λόγου είναι άσχετη από τις καταστάσεις που περιγράφει. Όταν δηλ. διαβάζουμε ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο, αισθανόμαστε μια ευφορία, μια απόλαυση, έστω κι αν οι καταστάσεις που περιγράφει είναι κάθε άλλο παρά ευχάριστες.
Αυτό το κείμενο του Παπανούτσου μου ξανάρθε στο νου και για άλλη μια φορά διαπίστωσα την αλήθεια του, καθώς διάβαζα τις "Στάχτες της Άντζελα". Για 600 σελίδες διαβάζεις για φτώχεια, κρύο, πείνα, αρρώστιες, θανάτους, βάσανα, υγρά σπίτια, κουρέλια, βρωμιά, σκληρή κι απάνθρωπη συμπεριφορά κι όμως αισθάνεσαι αυτή την πληρότητα που σου χαρίζει η τέχνη. Στην ουσία είναι η αυτοβιογραφία του Φρανκ Μακ Κορτ, που αποδεικνύεται τεχνίτης του λόγου, όπως το είδαμε και στο "Δάσκαλο", γραμμένο μετά τις "Στάχτες". Δεν ξέρω πόσο υπερβάλλει, δεν ξέρω αν είναι αληθινά όλα τα περιστατικά που αναφέρει. Σημασία έχει ότι ο λόγος του σε τραβάει ακαταμάχητα, το δάκρυ που πάει να θολώσει τα μάτια σου το διαλύει το γέλιο που το διαδέχεται. Μου άρεσε ο τόσο ζωντανός Ενεστώτας, όχι συνήθης αφηγηματικός χρόνος. Εκτός από τις λίγες πρώτες σελίδες, στις οποίες μιλάει για την καταγωγή και τη γνωριμία των γονιών του, από τη στιγμή που μπαίνει ο ίδιος στη σκηνή και στη δράση, σε ηλικία 4 περίπου χρόνων, το βιβλίο προχωρεί σε χρόνο παροντικό, που χαρίζει στο ύφος μια ιδιαίτερη ζωντάνια.
Οι γονείς του ήταν Ιρλανδοί που γνωρίστηκαν και παντρεύτηκαν στη Νέα Υόρκη, όπου είχαν μεταναστεύσει αναζητώντας μια καλύτερη ζωή, αλλά σύντομα αναγκάζονται να γυρίσουν στην Ιρλανδία. Τα παιδιά διαδέχονται το ένα το άλλο, χάνουν όμως ένα κοριτσάκι και δυο δίδυμα αγοράκια σε πολύ μικρή ηλικία. Επιζούν τέσσερα αγόρια, με πρωτότοκο τον Φρανκ. Όλο το βιβλίο είναι ένας αγώνα επιβίωσης, αλλά και μια παραστατική εικόνα της ζωής στην Ιρλανδία, και ιδίως στο Λίμερικ, τις δεκαετίες του '30 και '40. Απίστευτη φτώχεια, η οικογένεια ζει από τα επιδόματα ανεργίας ή τα βοηθήματα της Πρόνοιας, ο πατέρας, κι όταν βρίσκει κάποτε δουλειά, ξοδεύει τα λεφτά στο ποτό πριν φτάσει στο σπίτι. Για τον ίδιο λόγο χάνει τη μια δουλειά μετά την άλλη και τέλος, με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο πάει στην Αγγλία, όπου (ευγνωμονώντας τον Χίτλερ!) υπάρχει μεγάλη ανάγκη από εργατικά χέρια. Αλλά και πάλι η οικογένειά του δεν βλέπει απ' αυτόν καθόλου λεφτά.
Ο μικρός Φρανκ αναλαμβάνει καθήκοντα δυσανάλογα με την ηλικία του. Πότε είναι υπεύθυνος για τα μικρότερα αδέλφια, πότε δουλεύει, πότε κλέβει, πότε κάνει σκασιαρχείο, πότε αρχίζει να ενημερώνεται για τη σεξουαλικότητα από μεγαλύτερα παιδιά και πάνω απ' όλα πεινάει, πεινάει και κρυώνει.
Το έντονο πνεύμα του Καθολικισμού και της Ιρλανδικής φιλοπατρίας συχνά γίνεται αντικείμενο ειρωνείας. Όταν ο δάσκαλος τους προετοιμάζει για να δεχτούν το Χρίσμα, λέει χαρακτηριστικά ο Φρανκ: "Θέλω να τους πω ότι δεν θα μπορέσω να πεθάνω για την Πίστη, γιατί είμαι ήδη κλεισμένος να πεθάνω για την Ιρλανδία".
Τελειώνοντας το δημοτικό δεν μπορεί να πάει πιο πέρα, παρ' όλο που ξεχωρίζει ως μαθητής και το διάβασμα του αρέσει πολύ. Βρίσκει διάφορες δουλειές με παντοτινό στόχο και όνειρο να μαζέψει τα ναύλα για την Αμερική, για τη Γη της Επαγγελίας. Το βιβλίο σταματά στην άφιξή του εκεί, όταν πια είναι 18 χρονών. "Μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία δεν αξίζει τον κόπο να τη ζει κανείς", λέει ο Μακ Κορτ. Κι εγώ σκέφτομαι: "Μόνο μια δυστυχισμένη παιδική ηλικία μπορούσε να γίνει ένα τόσο ωραίο μυθιστόρημα".



Δευτέρα, Μαΐου 21, 2007

Χρόνια εφηβείας

Πώς μπορείς, αλήθεια, να κρίνεις αντικειμενικά ένα βιβλίο γραμμένο από συμμαθήτρια, φίλη, πνευματική αδελφή; Εγώ τουλάχιστον ομολογώ την αδυναμία μου. Περιορίζομαι λοιπόν να το παρουσιάσω απλώς.
Το βιβλίο της Μαρίας Αβρααμίδου "Το σπίτι του Άγγλου συνταγματάρχη" (εκδόσεις Πατάκη, 2007), μ' έκανε να περάσω ένα μελαγχολικό Σαββατοκύριακο. Μια θλίψη μου γέμισε την ψυχή, θλίψη γιατί μου θύμισε τα χρόνια της νιότης και των ονείρων, θλίψη για όλο εκείνο τον αγώνα, για όλες εκείνες τις θυσίες που πήγαν χαμένες.
Το σύντομο μυθιστόρημα τοποθετείται χρονικά στην εποχή του απελευθρωτικού αγώνα της Κύπρου και τοπικά στην Κερύνεια, που συνεχώς αναφέρεται σαν "η μικρή μας πόλη" και μόνο μια φορά, τυχαία σχεδόν, λες και την πονά το άκουσμά της, ακούγεται το όνομα της πόλης.
Στη μικρή πόλη ζει τα ευτυχισμένα, ανέμελα χρόνια της εφηβείας η συγγραφέας με την οικογένειά της. Γονείς, ένας αδελφός που σύντομα θα φύγει για το βουνό, μια αδελφή, συμμαθητές, συμμαθήτριες, επεισόδια της σχολικής ζωής, η χαρά της ζωής, χαρά της νιότης, γεμίζουν το βιβλίο. Γείτονάς της ένας Άγγλος συνταγματάρχης που ζει με το γιο, τη γριά μάνα του, την Τουρκάλα υπηρέτρια. Μια συμπάθεια αναπτύσσεται ανάμεσα στην ηρωίδα, την Αθηνά, και τον ανάπηρο γιο του συνταγματάρχη, που ονομάζεται Τζωρτζ Γκόρτον, όπως ακριβώς και ο Λόρδος Μπάυρον, με τον οποίο υπάρχει μια εμμονή στο βιβλίο και στίχοι του παρατίθενται μεταφρασμένοι. [Η εμμονή της συγγραφέως με τον "Αγαμέμνονα" του Αισχύλου, που της είχε εμπνεύσει κι ένα ωραιότατο θεατρικό παλιότερα, επίσης διαπνέει το βιβλίο]. Κι ενώ η νεαρή κοπελίτσα ζει τα πρώτα σκιρτήματα του έρωτα και την ομορφιά της ζωής, ο πόλεμος αρχίζει, αναστατώνει τη ζωή της και τη φέρνει αντιμέτωπη με τον πόνο και το θάνατο.
Σπάνια, σε όσα βιβλία γράφτηκαν για την εποχή εκείνη, συναντάμε τη συμπάθεια για τον "εχθρό". Η Μαρία βλέπει πίσω από τον "εχθρό" τον άνθρωπο. Λυπάται εξίσου για τα παλικάρια που σκοτώνονται για την ελευθερία της πατρίδας της και για το θάνατο του υπασπιστή του Άγγλου συνταγματάρχη.
Ξέροντάς την, πιστεύω πως στο βιβλίο ενέσπειρε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία. Λέει σε κάποιο σημείο:" Κι έτσι άρχισε η ιστορία. Μια ιστορία που είχα βαλθεί με όλη μου τη δύναμη να τη θάψω στα τρίσβαθα της ψυχής μου, να προσποιηθώ πως ποτέ δεν συνέβη. Όμως κάποτε, ολωσδιόλου ξαφνικά, ζωντανεύουν όλα, η κάθε λεπτομέρεια, τα πώς, τα γιατί, τα διότι, οι διεκδικήσεις, οι αντεγκλήσεις, όλα, όλα. Έτσι, χωρίς καμιά αιτία κι αφορμή, μου παρουσιάζονταν ολοζώντανα μπροστά μου, μου παίδευαν τις νύχτες, μου ζητούσαν το λόγο".

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2007

Έγκλημα και βιβλία

Η παραγγελία που έφτασε από την Αθήνα πριν από λίγες μέρες περιλάμβανε τρία βιβλία: "Οι στάχτες της Άντζελα" του Φραν Μακ Κορτ, "Πάντυ Κλαρκ Χα Χα Χα" του Ρόντυ Ντόυλ (πρόταση librofilo) και "Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα" του Δημήτρη Μαμαλούκα. Στάθηκα δίβουλη (που θα 'λεγε κι ο Καζαντζάκης) από ποιο να αρχίσω. Τελικά αποφάσισα να πειραματιστώ. Θα διαβάσω, είπα, 30 σελίδες από το καθένα και θα συνεχίσω εκείνο που θα μου ελκύσει περισσότερο το ενδιαφέρον. Άρχισα από τον Μαμαλούκα και... η απόφασή μου πήγε περίπατο. Δεν το άφησα από τα χέρια μου, μέχρι που το τελείωσα.
Είναι ένας εκρηκτικός συνδυασμός βιβλιοφιλίας και αστυνομικού μυθιστορήματος που, για μένα τουλάχιστον, είναι συναρπαστικός. Έστω κι αν στα πρώτα κεφάλαια δυσκολεύεσαι κάπως να συνδέσεις πρόσωπα και γεγονότα. Αυτό ίσα-ίσα κάνει τον αναγνώστη πιο περίεργο, τι άραγε θα συμβεί παρακάτω;
Κεντρικό πρόσωπο ο Νικόλας Μιλάνο, Ελληνοϊταλός, που ζει ξεπουλώντας τόμους από την πλούσια βιβλιοθήκη που κληρονόμησε, συλλεκτικό επίτευγμα του πατέρα και του παππού του. Κάποια από τα βιβλία που διαθέτει προς πώληση (με κατάλογο δημοσιοποιημένο στο ίντερνετ) είναι μέρος μιας περίφημης βιβλιοθήκης, της βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα, υπαρκτού προσώπου, όπως μας πληροφορεί ο συγγραφέας σε σημείωμά του. Στο κυνήγι των τόμων από τη βιβλιοθήκη του Μόστρα που πουλάει ο Μιλάνο, και από αυτούς σε ολόκληρη τη χαμένη βιβλιοθήκη, ανταγωνίζονται δυο μανιώδεις συλλέκτες, ο ανάπηρος Άλντο, παντρεμένος με την ωραιοτάτη Μονίκ και ο ιδιόρρυθμος Σκούρας.
Ο Μιλάνο συζεί με την πανέμορφη Ντανιέλα, η οποία απρόσμενα κι ανεξήγητα θα δολοφονηθεί από κάποιον άγνωστο. Παράλληλα παρακολουθούμε μια άλλη σειρά εκτελέσων, αστυνομικές ανακρίσεις και αργά, πολύ αργά, προς το τέλος του βιβλίου θα γίνει η σύνδεση των δυο ιστοριών. Εδώ να πω πως αν βρήκα μια αδυναμία στο βιβλίο, είναι αυτή η πολύ χαλαρή σύνδεση. Η σειρά των εκτελέσεων από μια banda και η αναζήτηση της χαμένης βιβλιοθήκης είναι δυο παράλληλες ιστορίες που δεν συνδέονται στέρεα, δεν εμπλέκονται η μια μέσα στην άλλη, εξελίσσονται παράλληλα και θα συνδεθούν μόνο στο τέλος. Αυτό όμως καθόλου δεν μειώνει το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Το κρατούν αμείωτο οι ολοκληρωμένοι χαρακτήρες που ο Μαμαλούκας δημιουργεί, η τόσο ρεαλιστική ατμόσφαιρα των Ιταλικών πόλεων, της Ρώμης και προπάντων της Βενετίας. Αν και στη Βενετία λίγες μόνο ώρες μένουν οι ήρωές του, βρήκα στις περιγραφές του μια τέτοια πειστικότητα, που νόμιζα πως αισθάνομαι κιόλας τη δυσοσμία των καναλιών, πως βλέπω μπροστά μου τις ερειπωμένες προσόψεις των παλάτσο...Μ' άρεσαν πολύ οι περιγραφές του, έστω και σύντομες (για παράδειγμα κυτάξτε την αρχή του κεφ. "Βροχερή Ρώμη" σ. 86 ή "Μονίκ" σ. 118), μ' άρεσε που η βροχή συνοδεύει συχνά τους ήρωές του (και συμπτωματικά τη μέρα που το διάβαζα μια δυνατή, αδιάκοπη βροχή, αν και Μάιος, συνόδευε το διάβασμά μου). Μ' άρεσε η εναλλαγή πρώτου και τρίτου προσώπου στην αφήγηση, η οποία συμβάλλει και στη διάκριση των παράλληλων ιστοριών. Μ' άρεσαν οι πρωτότυπες παρομοιώσεις: "Ήταν γλυκιά, όπως μια τεμπέλικη μέρα στο κρεβάτι", "ήταν υγρή, όπως όλες οι βροχερές μέρες της μελαγχολίας μου" κ. ά. Μ' άρεσε η σύντομη, κοφτή φράση της γραφής του Μαμαλούκα, κάτι που δίνει στο κείμενο ένα γοργό, ασθματικό ρυθμό, πολύ ταιριαστό με το περιεχόμενο. Και φυσικά, πάνω απ' όλα μου άρεσε ο λόγος για βιβλία, βιβλιοθήκες, συλλογές. Αν και, πιστεύω, πρέπει να κάνουμε μια διάκριση ανάμεσα στους βιβλιόφιλους, αυτούς που αγαπούν τα βιβλία για το περιεχόμενό τους και τους βιβλιοσυλλέκτες, για τους οποίους τα βιβλία είναι πρωτίστως συλλεκτικό αντικείμενο.
Ομοιότητα με άλλα βιβλία, όπως για παράδειγμα "Το χάρτινο σπίτι" ή προπάντων "Το όνομα του ρόδου" (αναζήτηση του χαμένου βιβλίου του Αριστοτέλη, εγκλήματα, πυρκαγιά), καθόλου δεν μειώνουν την αξία της "Χαμένης βιβλιοθήκης". Το αξίωμα του Σκούρα θα το υιοθετούσαν, νομίζω, όλοι οι βιβλιόφιλοι:"Όσο χώρο και να 'χεις, πάντα θα είναι μικρότερος από τα βιβλία σου. Τόσο στην καρδιά σου, όσο και στο μυαλό σου, και φυσικά στο σπίτι σου..."


Δευτέρα, Μαΐου 07, 2007

Ένας άγγελος που τον έλεγαν Άντζελα

Ενδιαφέρον. Ευχάριστο. Δροσερό. Κάποτε στα διαβάσματά μας αναζητούμε κάτι πιο ανάλαφρο, κάτι που δεν θα έχει προβληματισμούς ή την πρωτότυπη τεχνική ή μεγάλη λογοτεχνική αξία, αλλά θα είναι απλώς ένα ανάλαφρο διάβασμα. Όπως ακριβώς απολαμβάνουμε μια καλοπαιγμένη φαρσοκωμωδία στο θέατρο.
Ένα τέτοιο βιβλίο με ξεκούρασε αυτό το αναπάντεχα ζεστό Σαββατοκύριακο του Μάη με τους 35 βαθμούς! "Ο άγγελος του σπιτιού" της Ιρλανδής Kate O' Riordan (Πόλις, 2006). Ένας νεαρός, ο Ρόμπερτ, συντηρητής έργων τέχνης και περιστασιακά ξεναγός στο μουσείο Άλμπερτ και Βικτόριας, συναντά σε μια από τις ξεναγήσεις του την Άντζελα (λογοπαίγνιο με το όνομα και με το χαρακτηρισμό της γυναίκας ως "αγγέλου του σπιτιού" από ένα ποιητή της Βικτοριανής εποχής). Και σ' εκείνη αρέσει ο Ρόμπερτ, αλλά εκείνη είναι υποψήφια για δόκιμη μοναχή. Για την ώρα εργάζεται σ' ένα άσυλο για άστεγους.
Ο Ρόμπερτ ζητά από την Άντζελα να του ποζάρει για να τη ζωγραφίσει. Εκείνη δεν του έχει αποκαλύψει την ιδιότητά της, ούτε ότι σκοπός της ζωής της είναι να γίνει μοναχή. Όλο το μυθιστόρημα είναι μια ιστορία παρεξηγήσεων. Η Άντζελα πιστεύει ότι ο Ρόμπερτ είναι πατέρας δυο κοριτσιών, τα οποία έχει εγκαταλείψει, ενώ εκείνος κάποια στιγμή πιστεύει ότι η Άντζελα είναι ...πόρνη.
Αρκετά άλλα πρόσωπα πριστοιχίζουν τους δυο κεντρικούς ήρωες. Το άσυλο όπου πρσφέρει τις υπηρεσίες της η Άντζελα το διευθύνει μια αυστηρή ηγουμένη, η οποία...καπνίζει αρειμανίως, πίνει και χρησιμοποιεί μια γλώσσα "καραγωγέως", όπως θα έλεγαν οι παλαιοί. Είναι ακόμα άλλες μοναχές, οι φιλοξενούμενοι τύποι ανδρών άνεργων, άστεγων, περιθωριακών, κάποτε και επικίνδυνων, που βρίσκουν στέγη και τροφή στο άσυλο. Στο περιβάλλον του Ρόμπερτ είναι η οικογένεια του πιο στενού παιδικού του φίλου, του Πίτερ, η γυναίκα και τα δυο κορίτσια του, καθώς και η μητέρα του Ρόμπερτ, ένας ιδιόμορφος χαρακτήρας, που ζει σ' ένα πλωτό σπίτι. Τέλος, στην Ιρλανδία ζει η εκκεντρική οικογένεια της Άντζελα, η μητέρα της, κάμποσες ανύπαντρες θείες κι ένας παράξενος θείος, κλεισμένος για 50 χρόνια σε μια σοφίτα. Όλα αυτά τα πρόσωπα θα διαδραματίσουν το δικό τους ρόλο, ως το happy end, το οποίο ομολογουμένως άργησε πολύ να έρθει! Νομίζω το παρατράβηξε κάπως στις παρεξηγήσεις η συγγραφέας. Θα έπρεπε να είχαν λυθεί τουλάχιστον 70 σελίδες προηγουμένως.
Οπωσδήποτε όμως ένα ανάλαφρο, καλογραμμένο βιβλίο.


Τρίτη, Μαΐου 01, 2007

Στ' αχνάρια της Οδύσσειας

Εδώ και δέκα περίπου χρόνια (όσα και οι περιπλανήσεις του Οδυσσέα, τυχαίο άραγε;) ακολουθώ τη συγγραφική πορεία του Μπέρνχαρντ Σλινκ, ψάχνοντας από βιβλίο σε βιβλίο να συναντήσω ένα άλλο "Διαβάζοντας στη Χάννα", το πρώτο του βιβλίο που διάβασα, που με είχε ενθουσιάσει, που με είχε προβληματίσει, που προκάλεσε γόνιμες συζητήσεις με φίλες που το είχαν επίσης διαβάσει. Μάταια. Ούτε οι "Ερωτικές αποδράσεις" (διηγήματα), ούτε η "Απόδοση δικαιοσύνης", ούτε "Τα ίχνη του χρήματος" μπόρεσαν να φτάσουν το ύψος της "Χάννας". Όμως δεν απελπίστηκα κι αμέσως έσπευσα να προμηθευτώ το τελευταίο του βιβλίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά. Είναι "Ο γυρισμός" (εκδ. Κριτική, 2007). Ούτε αυτό φτάνει τη Χάννα (φαίνεται να είναι σωστό αυτό που λένε ότι κάθε συγγραφέας ένα μόνο αριστούργημα μπορεί να γράψει), αλλά σίγουρα είναι, ή τουλάχιστον το βρήκα, πολύ καλύτερο από τα άλλα. Τις 370 σελίδες του τις διάβασα μέσα σε δυο μέρες.
Η ιστορία, αρκετά περίπλοκη, στηρίζεται στην Οδύσσεια και δεν μπορώ να πω ότι δεν ένιωσα μια εθνική περηφάνια για τους αρχέτυπους μύθους του ελληνισμού που εξακολουθούν να εμπνέουν, που αποτελούν τη βάση για σύγχρονα έργα 3000 χρόνια μετά. Ταυτόχρονα όμως και όλες οι άλλες εμμονές του συγγραφέα επανέρχονται: Ο πόλεμος, οι προβληματισμοί της γερμανικής μεταπολεμικής γενιάς, η προσπάθεια απόσεισης της ενοχής, σκέψεις γύρω από το καλό και το κακό.
Η ιστορία αρχίζει με το συγγραφέα να αφηγείται σε πρωτοπρόσωπη γραφή τις αναμνήσεις του από τις διακοπές που μικρός περνούσε με τον παππού και τη γιαγιά στην Ελβετία. Παιδί του μοναχογιού τους που, όπως του είχαν πει, είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, απολαμβάνει τις διακοπές και όλη τη στοργή και αγάπη των παππούδων. Αυτοί επιμελούνταν κάποιες εκδόσεις μυθιστορημάτων που δεν του επέτρεπαν, λόγω ηλικίας, να διαβάζει. Χρησιμοποιώντας όμως τα άχρηστα τυπογραφικά δοκίμια ως πρόχειρες κόλλες σημειώσεων, διαβάζει κάποτε κάποιες σελίδες που του κινούν το ενδιαφέρον. Δεν ξέρει την αρχή του μυθιστορήματος, δεν ξέρει το συγγραφέα, δεν ξέρει το τέλος. Η ιστορία μιλάει για κάποιο στρατιώτη που γυρίζει από το μέτωπο και βρίσκει τη γυναίκα του παντρεμένη και με δυο παιδιά. Τι θα κάνει ο στρατιώτης; Ποιο θα είναι το τέλος της ιστορίας; Το θέμα τον βασανίζει. Μεγάλος πια βρίσκει ακόμα μερικές σελίδες, χωρίς όμως ακόμα το τέλος. Το σπίτι που περιγράφεται στο μυθιστόρημα του θυμίζει ένα σπίτι στην πόλη του, μια γερμανική πόλη. Η έμμονη ιδέα της αναζήτησης του μυθιστορήματος θα τον οδηγήσει και στο δεσμό του με μια κοπέλα, αλλά προπάντων στην αναζήτηση του ίδιου του πατέρα του, ο οποίος δεν είχε πεθάνει, όπως του είχαν πει. Η Οδύσσεια επαναλαμβάνεται. Συχνά την επαναφέρει ο Σλινκ για να παραλληλίσει τις περιπέτειες τόσο του χαμένου πατέρα, όσο και του γιου που τον αναζητά.
Ο χρόνος προχωρεί αρκετά μετά το τέλος του πολέμου. Ωραία περιγράφεται η πτώση του τείχους του Βερολίνου, τα συναισθήματα και οι προβληματισμοί των δύο Γερμανιών. Η επίσκεψη του συγγραφέα στο Ανατολικό Βερολίνο γίνεται αφορμή να βρει τα ίχνη του πατέρα, μιας μορφής ενδιαφέρουσας, γοητευτικής, αλλά και αντιφατικής. Θα ακολουθήσει τα ίχνη αυτά ως την Αμερική, όπου ο πατέρας είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο Κολούμπια, παντρεμένος και με δυο παιδιά. Θα μπει στον κύκλο του, θα παρακολουθεί τα σεμινάριά του κι εδώ έχουμε την αντιστροφή της Οδύσσειας. Στην Οδύσσεια ο Οδυσσέας γυρίζει αγνώριστος για να δει τι γίνεται στο σπίτι του και μετά αποκαλύπτεται, πρώτα στο χοιροβοσκό, μετά στον Τηλέμαχο και τέλος στην Πηνελόπη. Εδώ είναι ο "Τηλέμαχος" που ξέρει, ενώ ο πατέρας αγνοεί. Η αναγνώριση δεν θα γίνει, ο γιος θα ξαναφύγει γυρίζοντας στη δική του Πηνελόπη. Δεν ξέρουμε αν ο πατέρας κατάλαβε. Δεν μας λέει τίποτα γι' αυτό ο συγγραφέας. Τελειώνει με μια αναφορά στην 11η Σεπτεμβρίου και μια συνομιλία με τη μητέρα του που βάζει την τελευταία πινελιά στο πορτρέτο του πατέρα.
Μου άρεσε, μου άρεσε πολύ, παρόλη την πολυπλοκότητά του. Κι ίσως μια μέρα να ξαναγυρίσω για να διαβάσω ξανά τις σκέψεις (σκέψεις προπάντων για το κακό στον κόσμο ή για την "αποδομιστική" θεωρία), που τώρα προσπερνούσα βιαστικά, θέλοντας να φτάσω στο τέλος όσο το δυνατό γρηγορότερα.