Πέμπτη, Μαΐου 14, 2020

Αλκιβιάδης

Jacqueline de Romilly
Αλκιβιάδης
(ή Οι κίνδυνοι της φιλοδοξίας)
Το άστυ, 1995
Μετ. Αθηνά Μπάμπη-Αθανασίου
         Κατερίνα Μηλιαρέση
Γνώρισα και αγάπησα τον Αλκιβιάδη χρόνια (δεκαετίες καλύτερα) πριν, από ένα βιβλίο που πήρα ως βραβείο στα σχολικά μου χρόνια. Ήταν "Ο κύριός μου Αλκιβιάδης" του Άγγελου Βλάχου, μια μυθιστορηματική βιογραφία της αμφιλεγόμενης αυτής προσωπικότητας που πρωταγωνίστησε στην Αθήνα και σ' όλο τον τότε ελληνικό κόσμο, το δεύτερο μισό του 5ου π.Χ. αιώνα.
Τον ξαναβρίσκω τώρα διαβάζοντας τον "Αλκιβιάδη" της Ζακλίν ντε Ρομιγύ, της κορυφαίας αυτής ελληνίστριας που αφιέρωσε τη ζωή της στη μελέτη και τη διδασκαλία της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας. Δεκάδες τα βιβλία της γύρω από τα κλασικά κείμενα, τους τραγικούς, τον Όμηρο, τους σοφιστές και πάνω απ' όλα τη μεγάλη της αγάπη, τον Θουκυδίδη. Σχεδόν όλα έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά. Πολιτογραφημένη το 1995 Ελληνίδα, μας γέμισε θλίψη όταν, το 2010 μάθαμε τον θάνατό της, κι ας ήταν στα 97 της χρόνια.
Ξαναδιαβάζω τον "Αλκιβιάδη" της. Γράφει στην εισαγωγή: "Τον Αλκιβιάδη τον γνώριζα πάντοτε. Δεν είναι δυνατόν ν' ασχοληθεί κανείς-όπως έκανα σ' όλη μου τη ζωή-με τον 5ο αθηναϊκό αιώνα χωρίς να τον συναντά κάθε στιγμή. Δεν μπορεί να σκύψει για χρόνια πάνω στον Θουκυδίδη και στον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό χωρίς να δεθεί με εκείνον που υπήρξε ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα του Θουκυδίδη και ένας από τους ανθρώπους που έδωσε στον αθηναϊκό ιμπεριαλισμό την πιο φιλόδοξη μορφή του".
Δεν πρόκειται για μυθιστορηματική βιογραφία. Όπως η ίδια λέει, δεν υπάρχει ούτε λέξη που να μην τεκμηριώνεται από τα κείμενα. Θουκυδίδης, Ξενοφών, Πλούταρχος, Πλάτωνας, Ισοκράτης  και πολλοί άλλοι, ακόμα και νεότεροι συγγραφείς, είναι οι πηγές της.
Καθώς διαβάζω φεύγω μακριά από πανδημίες, ιούς, κρούσματα κ.λπ. Καταδύομαι στον χρόνο, ζω στον 5ο π.Χ. αιώνα, αλλά είναι σαν να διαβάζω ιστορίες δικών μας πολιτικών, αντιζηλίες, αντιπαλότητες, συκοφαντίες, αλλαγή κόμματος και στρατοπέδου...Αθάνατος Θουκυδίδης!
Αλκιβιάδης. Η συγγραφέας μας τον πρωτοπαρουσιάζει με μια ωραία, ολοζώντανη σκηνή από το "Συμπόσιο" του Πλάτωνα. Βρισκόμαστε στο 416 π.Χ. Όλη η πνευματική Αθήνα, ανάμεσά τους βέβαια και ο Σωκράτης, παρευρίσκεται σ΄ένα συμπόσιο στο σπίτι του νεαρού Αγάθωνα, που γιορτάζει για τη βράβευσή του σ' ένα ποιητικό διαγωνισμό. Ο Αλκιβιάδης εμφανίζεται τελευταίος. Μεθυσμένος, στεφανωμένος μ' ένα στεφάνι από κισσό και μενεξέδες, υποβασταζόμενος από μια αυλητρίδα και αμέσως παίρνει θέση πλάι στον Σωκράτη.
Ο Αλκιβιάδης! Γεννημένος γύρω στο 450 π.Χ. με καταγωγή από αριστοκρατική γενιά, συγγενής του Περικλή, ο οποίος και γίνεται κηδεμόνας του, μια και από μικρός ο Αλκιβιάδης είχε μείνει ορφανός. Πλούσιος, ωραίος, έξυπνος, μορφωμένος, είναι το παραχαϊδεμένο παιδί της αθηναϊκής κοινωνίας. Πώς αυτός ο χαρισματικός νέος κατάφερε να πεθάνει  σε ηλικία μόλις 46 χρονών, δολοφονημένος σε μια μικρή πόλη της Φρυγίας;
Στο βιβλίο της Ρομιγύ παρακολουθούμε όλη αυτή τη διαδρομή ενός από τα πιο λαμπρά πνεύματα του 5ου αι. Τη διαδρομή ενός ανθρώπου που θα μπορούσε να είχε γίνει για την Αθήνα ένας δεύτερος Περικλής κι όμως σπατάλησε άδικα μια ζωή. Η συγγραφέας δεν τον κρίνει. Με αμεροληψία, στηριγμένη πάντοτε στις αρχαίες πηγές, μας παρασύρει στην παρακολούθηση της διαδρομής του Αλκιβιάδη που σαν διάττων έλαμψε για λίγο, μα που η ανταύγεια της λάμψης του φτάνει ως εμάς. Τι ικανότητες, τι δύναμη λόγου πρέπει να είχε για να πείσει τους Αθηναίους να αναλάβουν μια τόσο μακρινή εκστρατεία στη Σικελία, όταν οι πιο πολλοί διαφωνούσαν; Μπαίνει ο ίδιος επικεφαλής (μαζί με τον Νικία και τον Λάμαχο) αλλά πολύ σύντομα τον καλούν να επιστρέψει. Τον περιμένει μια δίκη με την κατηγορία ότι πήρε μέρος στο σκάνδαλο των Ερμοκοπιδών και στη βεβήλωση των Ελευσινίων μυστηρίων. Δεν επιστρέφει. Καταδικασμένος ερήμην σε θάνατο βρίσκει καταφύγιο στη Σπάρτη. Με ποια επιχειρήματα άραγε μπόρεσε να γίνει τόσο πιστευτός από εκείνους τους οποίους είχε πολεμήσει; Κι όμως τους πείθει. Ένα σκάνδαλο ( παράνομη σχέση  με τη σύζυγο του ενός από τους δύο βασιλείς της Σπάρτης) αλλά ασφαλώς και ενέργειες πολιτικών αντιπάλων, τον κάνουν να εγκαταλείψει και τη Σπάρτη και να καταφύγει στην αυλή του Πέρση σατράπη Τισσαφέρνη. Συμβουλές και σ' αυτόν για το πώς θα μπορέσει να επικρατήσει των Ελλήνων. Μα ο απώτερος στόχος του είναι άλλος. Όνειρό του είναι να επιστρέψει στη γενέθλια πόλη. Να κάνει τους Αθηναίους να τον χρειαστούν, να τον αναζητήσουν. Θα τα καταφέρει. Θα  γυρίσει κάποια στιγμή στην αγαπημένη του Αθήνα. Αλλά και πάλι δεν θα ησυχάσει. Πολιτικές αντιπαλότητες θα τον φέρουν ξανά στη Μ. Ασία οδεύοντας προς τον Πέρση βασιλιά. Όμως άνθρωποι του σατράπη Φαρνάβαζου ένα βράδυ βάζουν φωτιά στο σπίτι όπου ο Αλκιβιάδης έμενε με μια εταίρα, την Τιμάνδρα. Κατορθώνει να βγει έξω αλλά οι δολοφόνοι τον αποτελειώνουν με τόξα και ακόντια. Και η Ρομιγύ, που όπως μας λέει περιγράφει τον θάνατο του Αλκιβιάδη ακριβώς όπως τον διέσωσε ο Πλούταρχος, διαπιστώνει με θλίψη: "Μένουμε κατάπληκτοι μπροστά στην αντίθεση μιας ζωής τόσο εντυπωσιακής και ενός τέλους τόσο τραγικού".
Η Ρομιγύ δεν γράφει μυθιστόρημα, ιστορία γράφει. Ιστορία που στηρίζεται στις πηγές και μας παρουσιάζει με αντικειμενικότητα αλλά και μια υποβόσκουσα συμπάθεια "το πιο αμφιλεγόμενο, το πιο αντιφατικό αλλά και το πιο συναρπαστικό πρόσωπο της αρχαίας ελληνικής ιστορίας".
Σημ. Δυο ακόμα αναρτήσεις: Μαθήματα Ελληνικών, Τα ρόδα της μοναξιάς

Πέμπτη, Μαΐου 07, 2020

Αδριανού απομνημονεύματα

Μαργκερίτ Γιουρσενάρ
Αδριανού Απομνημονεύματα
2η Έκδοση, Χατζηνικολή, 1980
Μετάφρ. Ιωάννα Δ. Χατζηνικολή
Για δυο περίπου βδομάδες βυθίστηκα στον ρωμαϊκό κόσμο του 2ου αι. μ.Χ. Μαζί με τον αυτοκράτορα Αδριανό (76-138 μ.Χ.) περιδιάβηκα στη Ρώμη, στην Ελλάδα, στην Ιουδαία, στην Αίγυπτο, σ' όλες τις χώρες όπου απλωνόταν η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά. Το εξαιρετικό αυτό βιβλίο της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ (1903-1987) μου είχε κρατήσει συντροφιά και πριν από σαράντα περίπου χρόνια όταν το πρωτοδιάβασα. Αφορμή να το αναζητήσω και να το ξαναδιαβάσω ήταν μια αναφορά σ' αυτό από την Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Σε μια δήλωσή της, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Βιβλίου, το ανέφερε σαν ένα από τα αγαπημένα της βιβλία. Στάθηκε μάλιστα σ' ένα από τα προσφιλή της αποσπάσματα: "Αναζήτησα την ελευθερία πιο πολύ από τη δύναμη, και τη δύναμη μόνο γιατί ως ένα σημείο ευνοεί την ελευθερία"
Βρήκα  και στη δική μου παλιά, φθαρμένη έκδοση υπογραμμισμένη όχι μόνο αυτή τη ρήση του Αδριανού, αλλά και πλήθος άλλων αποσπασμάτων καθώς και σημειώσεων στο περιθώριο. Ξαναδιάβασα το βιβλίο με άλλη ματιά και το απόλαυσα τώρα πολύ περισσότερο, φορτωμένη με την εμπειρία όχι μόνο πλήθους άλλων διαβασμάτων αλλά και  εμπειρία  ζωής.
Η ελληνολάτρισσα Γιουρσενάρ μας παρουσιάζει έναν αυτοκράτορα-φιλόσοφο, εξίσου ελληνολάτρη με την ίδια. Λίγο πριν πεθάνει, ο Αδριανός απευθύνεται στον διάδοχό του, τον Μάρκο Αυρήλιο. Αναπολεί και αφηγείται τη ζωή του από τη γέννησή του ως τώρα, παραμονές του θανάτου του, στον οποίο ξέρει ότι σύντομα οδηγείται, πάσχοντας από υδρωπικία της καρδιάς. Ουσιαστικά όμως πρόκειται για μια μελέτη για τον άνθρωπο και προπάντων τον ηγέτη. Παράλληλα με  την εξιστόρηση της ζωής και των περιπετειών του βίου, ο Αδριανός φιλοσοφεί. Ύφος πυκνό που απαιτεί αμέριστη την προσοχή του αναγνώστη, κάποτε χρειάζεται δεύτερη και τρίτη ανάγνωση μιας παραγράφου. Η στρατιωτική του ζωή, τα ταξίδια του (πέρασε τα μισά από τα χρόνια της διακυβέρνησής του ταξιδεύοντας), περιγραφές της φύσης, των τοπίων, χαρακτηρισμοί προσώπων, σκέψεις, προβληματισμοί για τη διακυβέρνηση, τις καινοτομίες του, για την ψυχή, για τον θάνατο, για τον έρωτα, για την τέχνη, για όλες τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής πλημμυρίζουν το βιβλίο.
Ο Αδριανός δεν κρύβει την έλξη που του ασκούν οι ωραίοι νέοι. Η γνωριμία με τον 18χρονο, πανέμορφο Αντίνοο υπήρξε συγκλονιστική. Γνώρισε τον νεαρό Έλληνα σ' ένα από τα ταξίδια του, σε μια φιλολογική βραδιά που είχε οργανωθεί προς τιμήν του. "Ένα νεαρό αγόρι, καθισμένο παράμερα, άκουγε αυτές τις στριφνές στροφές με μια προσοχή που φαινόταν ταυτόχρονα αφηρημένη και σκεπτική (...)Τον κράτησα, όταν αναχώρησαν οι άλλοι. Δεν ήταν πολύ μορφωμένος, αγνοούσε σχεδόν τα πάντα, ήτανε σκεπτικός, ευκολόπιστος (...) Ξαφνικά κατάλαβε πως τον άκουγα, πως τον κοίταζα ίσως, ταράχτηκε, κοκκίνισε, ξανάπεσε σε μιαν από κείνες τις επίμονες σιωπές που γρήγορα θα συνήθιζα. Μια οικειότητα αναπτύχθηκε ανάμεσά μας. Στη συνέχεια, με συνόδευσε σ' όλα μου τα ταξίδια και άρχισαν μερικά θαυμάσια χρόνια".

Ο Αντίνοος πεθαίνει ξαφνικά και αναπάντεχα ενώ βρίσκονταν στην Αίγυπτο. Τον βρήκαν πνιγμένο στο ποτάμι. Δεν διευκρινίζεται αν ήταν ατύχημα, κάποια στοχεία όμως υπονοούν την αυτοκτονία. Ο Αδριανός από παντοδύναμος θεός γίνεται "ένας ψαρομάλλης άνθρωπος που έκλαιγε με λυγμούς πάνω στη γέφυρα μιας βάρκας". Δεν συνήλθε ποτέ όσα κι αν έκανε προς τιμήν του νεαρού αγαπημένου. Τον ταρίχευσε, έκοψε νομίσματα με τη μορφή του, έκτισε ναούς, καθιέρωσε γιορτές, γέμισε τον κόσμο με αγάλματά του (ένα τέτοιο πανέμορφο άγαλμα θαύμασα κάποτε στο μουσείο των Δελφών), έκτισε ολόκληρη πόλη, την Αντινόη.
Ο Αδριανός υπήρξε ένας Ελληνολάτρης. Μεγάλωσε με ελληνική παιδεία. Γράφει: "Πραγματικός τόπος γέννησής μας είναι κείνος στον οποίο βλέπουμε  για πρώτη φορά με καθαρό μάτι τον εαυτό μας. Πρώτες μου πατρίδες ήτανε τα βιβλία". Κι αλλού πάλι: "Λατινικά κυβέρνησα την αυτοκρατορία μου αλλά ελληνικά έχω σκεφτεί και ζήσει".
Γράφει για τα Ελληνικά: "Αγάπησα αυτή τη γλώσσα για την εύρωστη πλαστικότητά της, για το πλούσιο λεξιλόγιό της, που η κάθε λέξη του πιστοποιεί την άμεση και τη διαφορετική επαφή της με τις αλήθειες, και γιατί ό,τι έχει λεχθεί καλό από τον άνθρωπο, έχει ως επί το πλείστον λεχθεί σ' αυτή τη γλώσσα".
Πολλές φορές ταξίδεψε και έμεινε στην Ελλάδα, προπάντων στην Αθήνα. "Η Αθήνα έμενε ο αγαπημένος μου σταθμός. Θαύμαζα που η ομορφιά της εξαρτιόταν ελάχιστα από τις αναμνήσεις τις δικές μου ή κείνες της Ιστορίας. Αυτή η πόλη φαινόταν κάθε πρωί σαν καινούρια".
"Ναι, η Αθήνα παρέμενε όμορφη και δεν μετάνιωνα που είχα επιβάλει ελληνικές πειθαρχίες στη ζωή μου. Ό,τι έχουμε μέσα μας ανθρώπινο, ευθύ, καθαρό, μας έρχεται απ' αυτήν". 
Ό,τι  και να γράψει κανείς γι' αυτό το βιβλίο είναι σίγουρο ότι θα το αδικήσει. Μόνο η ανάγνωσή του μπορεί να χαρίσει στον αναγνώστη την απόλαυση ενός βιβλίου γεμάτου από σκέψεις, από τα όνειρα ενός ηγέτη που όχι μόνο ονειρεύτηκε, συλλογίστηκε, αλλά και προσπάθησε για ένα καλύτερο κόσμο. "Αισθανόμουνα υπεύθυνος για την ομορφιά του κόσμου", λέει σε κάποιο σημείο.
Τελειώνει αποχαιρετώντας με αυτά τα λόγια τη ζωή: "Μικρή ψυχή, ψυχή τρυφερή και μετέωρη, σύντροφε του κορμιού μου που σε φιλοξένησε, θα κατεβείς σ' αυτούς τους ωχρούς τόπους, τους σκληρούς και γυμνούς, όπου θα χρειαστεί ν' απαρνηθείς τα παιχνίδια του άλλοτε. Μια ακόμα στιγμή, ας κοιτάξουμε μαζί τις γνωστές μας ακτές, τα πράγματα που είναι βέβαιο πως δεν θα ξαναντικρίσουμε πια...Ας προσπαθήσουμε να μπούμε στον θάνατο με ανοιχτά μάτια..."


Πέμπτη, Απριλίου 23, 2020

Τζούλιαν

Π.Ντ.Τζέημς
Τζούλιαν
Πατάκης, 1995
Μετ. Σώτη Τριανταφύλλου
Μπορεί η Π.Ντ. Τζέημς (1920-2014) να μην έχει τη φήμη, την αναγνωρισιμότητα ή τη θέση που κατέχει η Άγκαθα Κρίστι στην αστυνομική λογοτεχνία, όμως δεν παύει να είναι κι αυτή μια  σημαντική συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων. Με άλλο ύφος, με διαφορετική προσέγγιση στο θέμα φόνος-έρευνα, μ' έναν βασικό ντετέκτιβ, τον Νταλγκλίς, που όχι μόνο αγαπά την ποίηση αλλά είναι και ο ίδιος ποιητής, έχει γράψει πολύ ενδιαφέροντα αστυνομικά μυθιστορήματα.
Όμως το "Τζούλιαν", έργο του 1995, δεν είναι απλώς αστυνομικό μυθιστόρημα. Συνδυάζοντας στοιχεία επιστημονικής φαντασίας (κάποια θυμίζουν"1984") με την αστυνομική πλοκή, με κεντρικό χαρακτήρα έναν καθηγητή, τον Τέο Φαρόν, καθηγητή στην Οξφόρδη, έμμεσα προσπαθεί με το έργο αυτό να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου για το ζοφερό μέλλον που αναμένει την ανθρωπότητα.
Το έργο τοποθετείται στο 2021. Εδώ και είκοσι χρόνια δεν έχει γεννηθεί κανένα παιδί, όχι μόνο στην Αγγλία αλλά πουθενά στον κόσμο. Μια επιδημία στειρότητας έχει απλωθεί παντού. Την Αγγλία κυβερνά ένας δικτάτορας, Φύλακας αποκαλείται, ξάδερφος του Φαρόν, με τον οποίο πέρασαν ευχάριστα κι αγαπημένα τα παιδικά τους χρόνια, αλλά τώρα έχουν πολύ διαφορετικές αντιλήψεις. Όλοι οι άντρες υποβάλλονται υποχρεωτικά σε εξετάσεις σπέρματος, ψάχνοντας για κάποιον με τον οποίο θα μπορούσε να συνεχιστεί η ζωή στη γη. Οι γυναίκες αντικαθιστούν τα παιδιά που τόσο λαχταρούν με κούκλες, κάνουν βαφτίσεις με...γατάκια, χωριά ερημώνονται, ενώ η φύση καταλαμβάνει ολοένα και μεγαλύτερο μέρος. Οι πολύ γέροι οδηγούνται στη λεγόμενη Αποδήμηση, μια μαζική, αναγκαστική αυτοκτονία, ενώ Παρεπίδημοι είναι οι μετανάστες που εκτελούν τις κατώτερες εργασίες και αντιμετωπίζονται με τρόπο βασανιστικό και εξευτελιστικό. Η τελευταία γενιά που ήρθε στον κόσμο ονομάζονται Ωμέγα. Είναι μια γενιά όμορφη αλλά σκληρή, εγωιστική, βάρβαρη. Ο κόσμος όπως τον ξέρουμε οδεύει προς το τέλος του. Και γιατί όχι; Γιατί αυτό είναι απίθανο; "Απ' τα τέσσερα δισεκατομμύρια μορφών ζωής που υπήρχαν σ' αυτόν τον πλανήτη, τα τρία δισεκατομμύρια εννιακόσια εξήντα εκατομμύρια έχουν πια εξαφανιστεί. Το γιατί δεν το ξέρουμε. Μερικά εξέλιπαν αναίτια, μερικά λόγω φυσικών καταστροφών, άλλα καταστράφηκαν από μετεωρίτες και αστεροειδή. Αν πάρουμε υπ' όψη αυτούς τους μαζικούς αφανισμούς, φαίνεται παράλογο να υποθέσουμε πως ο homo sapiens θα εξαιρεθεί. Το είδος μας θα αποδειχθεί το πλέον βραχύβιο, ένα απλό βλεφάρισμα θα έλεγε κανείς, στο μάτι του χρόνου."
Ο Τέο Φάρον, που ως καθηγητής αναφέρεται συχνά και σε έργα της αγγλικής κυρίως λογοτεχνίας, διαζευγμένος, γνωρίζει μια κοπέλα, τη Τζούλιαν, η οποία είχε παρακολουθήσει μερικά από τα μαθήματά του. Μια μέρα εκείνη τον συναντά και τον οδηγεί σε μια μυστική συνάντηση όπου μια μικρή ομάδα που αντιδρά στην όλη πολιτική του δικτάτορα-Φύλακα, ετοιμάζει μια έμπρακτη αντίδραση και ζητά από τον Φάρον, ως συγγενή του δικτάτορα, να τους βοηθήσει. Η συνέχεια είναι γεμάτη περιπέτειες και ανατροπές. Η Τζούλιαν, που είναι παντρεμένη, μένει έγκυος. Είναι σαν ένα θαύμα που όλοι θέλουν να οικειοποιηθούν. Σαν να μην έχει τελειώσει ο κόσμος, είναι μια αμυδρή ελπίδα πως ο homo sapiens δεν θα εξαφανιστεί. Ακολουθεί καταδίωξη μέσα από μια ερημωμένη ύπαιθρο, δολοφονίες, προσπάθεια να κρατηθεί μυστική η εγκυμοσύνη γιατί όποιος θα έχει το παιδί θα αποκτήσει δύναμη, θα κυριαρχήσει.
Είναι ένα βιβλίο ζοφερό. Αλλά κι ένα βιβλίο που μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Μήπως και σήμερα δεν μιλάμε για την κλιματική αλλαγή, μήπως δεν εμφανίζονται συνεχώς αρρώστιες και ιοί που εξοντώνουν χιλιάδες ανθρώπους; Πολλοί είναι αυτοί που προλέγουν το τέλος του κόσμου όπως τον ξέρουμε. Η Π.Ντ. Τζέημς μας το είπε με το "Τζούλιαν". Ταυτόχρονα όμως μας αφήνει μια αχτίδα φωτός. Θα κυριαρχήσει άραγε;

Σημ. Το βιβλίο γυρίστηκε σε ταινία με τον τίτλο "The children of men".

Δευτέρα, Απριλίου 13, 2020

Χαμένος Ορίζων

Τζέημς Χίλτον
Χαμένος Ορίζων
Γαλαξίας, 1961
Μετ. Μάγδα Καϊναδά
Μπορεί να είναι η τρίτη, σίγουρα όμως είναι η δεύτερη φορά που αναζητώ στην ανάγνωση του πασίγνωστου αυτού βιβλίου (και ταινίας) την ονειρική ουτοπία του Σάγκρι-Λα. Ξεφεύγοντας από τον ζόφο των ημερών, μακριά από τις ανακοινώσεις των χιλιάδων νεκρών που ακούμε καθημερινά, θέλησα να ξαναγυρίσω, με τη φαντασία έστω, στην απόκοσμη ηρεμία του εξωπραγματικού μοναστηριού.
Εκδομένο για πρώτη φορά το 1933 το μυθιστόρημα του γνωστού Άγγλου μυθιστοριογράφου Τζέημς Χίλτον (1900-1954), γνώρισε πολλές μεταφράσεις και δυο κινημτογραφικές μεταφορές. Κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Χένρι Κόνγουαιη που ο συνδυασμός πνευματικών και φυσικών προσόντων του χάριζε μια ιδιαίτερη γοητεία. Υπηρετώντας ως πρόξενος της Βρετανίας στο Μπασκούλ της Κίνας, φεύγει όταν εκεί ξεσπούν ταραχές. Μαζί με άλλους δυο άνδρες και μια γυναίκα-ιεραπόστολο επιβιβάζονται σ' ένα ιδιωτικό αεροπλάνο. Ταξιδεύουν για ώρες όταν ανακαλύπτουν ότι το αεροπλάνο οδεύει προς άγνωστο προορισμό, με πιλότο έναν Κινέζο ή Θιβετιανό, που τους προσγειώνει  σ' ένα απομονωμένο, άγριο τοπίο, τριγυρισμένο από πανύψηλα βουνά. Ενώ διερωτώνται τι συμβαίνει και τι μπορούν να κάνουν, εμφανίζεται μια ομάδα ντόπιων, που τους προσφέρει φιλοξενία σ' ένα βουδιστικό μοναστήρι, το Σάγκρι-Λα. "Πρώτος το είδε ο Κόνγουαιη. Και του φάνηκε σαν ένα όραμα, ένα δημιούργημα της φαντασίας του. Η έλλειψη οξυγόνου, σκέφτηκε, καταπονώντας τις δυνάμεις του, τον έκανε να έχει παραισθήσεις. Ήταν, αλήθεια, ένα αλλόκοτο και σχεδόν απίστευτο θέαμα. Μια σειρά πολύχρωμα κτίσματα ήταν γαντζωμένα στην πλαγιά του βουνού, όχι με τη βλοσυρή σοβαρότητα ενός πύργου της Ρηνανίας, αλλά με τη γοητευτική λεπτότητα ροδοπέταλων κρεμασμένων  πάνω σ' έναν απόκρημνο βράχο. Κάτι υπέροχο".
Σ' αυτή την απόμακρη, απομονωμένη γωνιά του κόσμου εκπλήξεις περιμένουν τους τέσσερις ταξιδιώτες. Το Σάγκρι-Λα δεν στερείται καμιά από τις σύγχρονες ανέσεις. Κεντρική θέρμανση, ευχάριστο μπάνιο, περιποίηση, γενικά ένα ωραίο και άνετο περιβάλλον. Αίθουσες με καταπληκτικούς καλλιτεχνικούς θησαυρούς, βιβλιοθήκη με σπάνιες εκδόσεις, αίθουσα μουσικής με πιάνο και άρπα, την οποία παίζει μια νεαρή κοπέλλα, η Λο-Τσεν. Οι μοναχοί Λάμα ζουν ήρεμα και αθόρυβα σ' αυτόν τον επίγειο παράδεισο. Μελετούν, γράφουν, ακούν ή παίζουν μουσική, σκέφτονται. Στις γεμάτες περιέργεια ερωτήσεις των ξένων (προπάντων πώς και πότε θα μπορέσουν να φύγουν) δίνει απαντήσεις ένας Λάμα, ο Τσαγκ, ο οποίος όμως πολύ συχνά απαντά μ' ένα "λυπάμαι αλλά δεν μπορώ να σας δώσω αυτή την πληροφορία". Δεν αρνείται όμως να εξηγήσει τη φιλοσοφία του μοναστηριού: "Πάνω απ' όλα πιστεύουμε στη μετριοπάθεια. Η αποφυγή της υπερβολής, κάθε είδους υπερβολής- αυτή είναι η αρετή που καλλιεργούμε. Ακόμη, αν μου επιτρέπετε την παραδοξότητα της υπερβολής, και αυτής της ίδιας της αρετής".
Ο Κόνγουαιη γοητεύεται από την όλη ατμόσφαιρα. Μια μέρα γίνεται δεχτός από τον Μεγάλο Λάμα, τιμή που επιφυλάσσεται για πολύ λίγους. Ακολουθούν και άλλες συναντήσεις και ωραίες συζητήσεις. Ο Μέγας Λάμα του αφηγείται την ιστορία του μοναστηριού, του λέει ότι το τέλος του ίδιου είναι κοντά (είναι ήδη πάνω από 200 χρονών!) και του προτείνει να γίνει διάδοχός του. Του περιγράφει τι θα έχει να κερδίσει. Του υπόσχεται μακροζωία, ηρεμία, γαλήνη, ενασχόληση με ό,τι του αρέσει. "Τα χρόνια θα έρχονται και θα περνούν κι εσύ θα μεταπηδήσεις από τις σαρκικές απολαύσεις σε σφαίρες λιτότερες, αλλά όχι λιγότερο ευχάριστες. Μπορεί να χάσεις τη σωματική ρώμη και την όρεξη, θα κερδίσεις όμως πολλά για αντάλλαγμα: ψυχική γαλήνη και ωριμότητα, σύνεση και την άδολη χαρά των αναμνήσεων. Και το πολυτιμότερο απ' όλα, θα έχεις τον Χρόνο- το σπάνιο και υπέροχο τούτο δώρο που οι Δυτικές χώρες σας το έχασαν, προσπαθώντας να το αποκτήσουν".
Θα μείνει ή θα φύγει άραγε ο Κόνγουαιη; Το τέλος του μυθιστορήματος, παράδοξο όσο και η όλη υπόθεση, μας αφήνει με την ευχή να μπορούσε κάποτε ο κόσμος να γίνει ένα Σάγκρι-Λα. Ένα ουτοπικό όνειρο που για την ώρα μπορούμε μόνο να απολαμβάνουμε διαβάζοντας το μυθιστόρημα και ξεφεύγοντας για λίγο με τη φαντασία από την οδυνηρή πραγματικότητα.

Τετάρτη, Απριλίου 08, 2020

Μακάρι να πάνε όλα καλά

Carolina Setterwall
Μακάρι όλα να πάνε  καλά
Μεταίχμιο, 2019
Μετ. Γρηγόρης Κονδύλης
Δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο επίκαιρη ευχή για την πρωτόγνωρη κατάσταση που γνωρίζει στις μέρες μας η ανθρωπότητα. Μια ευχή για έναν αγώνα,  έναν πόλεμο ενάντια στον αόρατο εχθρό. Όμως η ευχή αποτελεί απλώς τίτλο βιβλίου που δεν έχει καμιά σχέση με τη φοβερή πανδημία που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Η ευχή αναφέρεται σε προσωπική και όχι σε συλλογική ζωή.
Το βιβλίο, πρώτο της σουηδής συγγραφέως, διαφημίζεται αρκούντως, με τον χαρακτηρισμό μάλιστα του διεθνούς best seller. Σε αντίθεση με τη φήμη του, το βρήκα πολύ μέτριο και για άλλη μια φορά έκανα τη σκέψη πόσο η διαφήμιση και η προώθηση ευνοούν και τα πνευματικά και όχι μόνο τα υλικά δημιουργήματα. Κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι ο ξαφνικός θάνατος ενός νέου ανθρώπου και οι επιπτώσεις στη σύζυγό του, θέμα που άλλοι συγγραφείς έχουν χειριστεί πολύ καλύτερα. Π.χ. "Η χρονιά της μαγικής σκέψης" της Τζόαν Ντιντιόν ή το ακόμα καλύτερο "Όσο κρατάει ένας στεναγμός" της Ανν Φιλίπ, εξαντλημένο δυστυχώς.
Η Καρολίνα, μια νέα γυναίκα μ' ένα οχτάμηνο βρέφος, ξαφνικά, ένα πρωί βρίσκει τον άντρα της νεκρό. Με χρονικές εναλλαγές, καλύπτοντας τα χρόνια 2009-2017, η Καρολίνα αφηγείται τη ζωή της. Τη γνωριμία με τον άντρα της, τη γέννηση του παιδιού, τον ξαφνικό θάνατο εκείνου, τη ζωή της μετά. Ως θέμα φαίνεται ενδιαφέρον, όμως η αφήγηση παραμένει πολύ επιφανειακή. Κανένας προβληματισμός πάνω στο θέμα ζωή-θάνατος, καμιά βαθύτερη φιλοσοφική σκέψη. Είναι απλώς μια ιστορία που έχουν βιώσει και θα μπορούσαν να αφηγηθούν χιλιάδες γυναίκες.
Για λίγο αναζωπυρώνεται το ενδιαφέρον του αναγνώστη όταν, ενάμισυ χρόνο μετά τον θάνατο του συζύγου της, η Καρολίνα αισθάνεται την ανάγκη για έναν καινούριο σύντροφο, έχει τους προβληματισμούς της, και τελικά ενδίδει στην επιθυμία να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Όμως γρήγορα και πάλι η αφήγηση ξεπέφτει στο συνηθισμένο και επίπεδο ύφος.
Αν κάτι βρήκα χρήσιμο σ' αυτό το βιβλίο, είναι η σύγκριση της δικής μας κοινωνίας με τη σουηδική, την οποία ασφαλώς ξέρουμε και από πολλά άλλα βιβλία, προπάντων την ανθηρή σουηδική αστυνομική λογοτεχνία. Π.χ. η έλλειψη συχνής επικοινωνίας με συγγενείς λόγω αποστάσεων, η δυσκολία εξεύρεσης κατοικίας, η παροχή γονικής άδειας και στους δύο γονείς, η πρσφορά κρατικής ψυχοθεραπείας όταν χρειάζεται, ο τρόπος της κηδείας και του πένθους κ.λπ. Δεν μπορώ να μη σημειώσω κάτι που μου φάνηκε από παράξενο έως εξωφρενικό και αστείο. Για να πάρουν ένα γατάκι για το σπίτι έπρεπε να κάνουν κράτηση καιρό πριν και μάλιστα χρειάστηκε να μεταβούν κάπου αεροπορικώς για να το παραλάβουν!!
Γενικά είναι ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο που όποιος δεν έχει διαβάσει άλλα ανάλογα, μπορεί να το βρει αρκετά καλό.

Τετάρτη, Απριλίου 01, 2020

Ζευγάρια που έγραψαν την Ιστορία της Ελλάδας

Λένα Διβάνη
Ζευγάρια που έγραψαν την
ιστορία της Ελλάδας
Πατάκης, 2019
Πολύ καιρό είχα να ξενυχτήσω για ένα βιβλίο. Ένα βιβλίο που δεν μπορείς να το αφήσεις, αγωνιώντας για τη συνέχεια και το τέλος. Και το πιο αξιοπερίεργο, μου συνέβη με ένα βιβλίο που ήξερα και τη συνέχεια και το τέλος!
Η Λένα Διβάνη, καθηγήτρια Ιστορίας Εξωτερικής Πολιτικής στη Νομική Αθηνών και συγγραφέας, αιχμαλωτίζει τη σκέψη μας, μας παρασύρει μ' ένα ανάγνωσμα που άπληστα διαβάζουμε κι ας ξέρουμε τι θα συμβεί, μάλλον τι συνέβη. Κι όμως διαβάζουμε και διαβάζουμε κι όλο σκεφτόμαστε, αχ, γιατί να γίνει έτσι, γιατί δεν πάρθηκαν διαφορετικές αποφάσεις, γιατί τα πράγματα δεν συνέβησαν αλλιώς; Κλείνοντας το βιβλίο ένιωσα μια απέραντη θλίψη, έναν καημό για τον Ελληνισμό που θα μπορούσε να 'χει άλλη τύχη, που θα μπορούσε να πορευτεί διαφορετικά στην Ιστορία αν...
Η Λένα Διβάνη, καλύπτοντας μια περίοδο περίπου ενάμισυ αιώνα και ακολουθώντας αντίστροφη χρονολογική  σειρά, εξιστορεί τη ζωή οχτώ ζευγαριών που, όπως λέει, έγραψαν την Ιστορία της Ελλάδας: Γεώργιος Παπανδρέου και Κυβέλη, Παύλος και Φρειδερίκη, Νίκος Μπελογιάννης και Έλλη Παππά, Ελευθέριος Βενιζέλος και Έλενα, Ίων Δραγούμης, Πηνελόπη Δέλτα και Μαρίκα Κοτοπούλη, Χαρίλαος και Σοφία Τρικούπη, Όθωνας και Αμαλία, Μαντώ Μαυρογένους και Δημήτριος Υψηλάντης.
Στον πρόλογό της η συγγραφέας δικαιολογεί ως εξής την απόφασή της να ερευνήσει, να μελετήσει και να γράψει την ιστορία αυτών των ζευγαριών: "Κατάλαβα ότι η αθέατη προσωπική ζωή των πρωταγωνιστών της ιστορίας παίζει έναν τεράστιο ρόλο στις αποφάσεις, στις κινήσεις τους. Άνθρωποι είναι κι αυτοί σαν και μας. Πώς θα κατανοήσουμε τις αποφάσεις ενός δημόσιου προσώπου, χωρίς να γνωρίζουμε, έστω και στοιχειωδώς, τα κίνητρά του, τα τραύματά του, τις ανομολόγητες ανάγκες του; Πώς να καταλάβεις τη στάση του Μεταξά αν δεν διαβάσεις το ημερολόγιό του, όπου συνεχώς θρηνεί ότι είναι κοντός; Πώς να ερμηνεύσεις τη στάση του Ανδρέα Παπανδρέου απέναντι στην Ένωση Κέντρου αν δεν ξέρεις την άβυσσο που τον χώριζε από τον πατέρα του; Η "μικρή" ιστορία τους, η προσωπική, έχει αναμφισβήτητα επηρεάσει τη μεγάλη, αυτή με το "ι" κεφαλαίο, αυτή που υφιστάμεθα όλοι εμείς".
Μα το ενδιαφέρον και η σημασία του βιβλίου έγκειται κυρίως σε κάτι άλλο. Η εξιστόρηση της ζωής των οχτώ ζευγαριών τοποθετείται μέσα στο ευρύτερο ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον. Πέρα από τους πρωταγωνιστές πλήθος κομπάρσοι συμμετέχουν και επηρεάζουν την πορεία των γεγονότων. Οι διαφορετικές πολιτικές απόψεις, τα συμφέροντα και οι επεμβάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων, οι προσωπικές αντιπαλότητες, το συναίσθημα που συχνά κυριαρχεί και παρασύρει σε αντίθεση με τη λογική που άλλα υπαγορεύει, διαμόρφωσαν μια Ελλάδα που άργησε πολύ να βρει το δρόμο της μετά την Επανάσταση και την απαλλαγή από την τουρκική σκλαβιά. Δάνεια  συνάφθηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και φαγώθηκαν σε εμφυλίους πριν καλά-καλά ελευθερωθεί η χώρα, ο δημαγωγός Κωλέττης  παρασύρει εισάγοντας τη Μεγάλη Ιδέα κόντρα στη λογική, οι νεαροί βασιλιάδες, άπειροι, δεν είναι παρά ενεργούμενα των χωρών τους (αλήθεια, τι χρειάζονταν οι βασιλιάδες;). Κι εκεί που ξεπροβάλλουν κάποιες μεγάλες μορφές που  θα μπορούσαν να διαμορφώσουν μια άλλη Ελλάδα, τις περιμένει ο διωγμός και η εξουδετέρωση. Ο Καποδίστριας δολοφονείται, ο Βενιζέλος αναθεματίζεται και δέχεται δυο δολοφονικές απόπειρες, ο Τρικούπης δεν εκλέγεται καν βουλευτής...
Ας μη θεωρηθεί  ότι πρόκειται για ένα βαρύ βιβλίο Ιστορίας. Το αντίθετο. Με ύφος ανάλαφρο, συχνά με χιούμορ και εύστοχα σχόλια, η συγγραφέας δημιουργεί το ιστορικό περιβάλλον μέσα στο οποίο έδρασαν οι ήρωές της. Τα ζευγάρια δεν ήταν πάντα ζευγάρια με την κλασική έννοια του όρου. Για παράδειγμα, η Μαντώ Μαυρογένους και ο Δημήτριος Υψηλάντης δεν παντρεύτηκαν ποτέ (αμφισβητείται μάλιστα αν υπήρξαν καν εραστές), ο Ίωνας Δραγούμης, αυτή η "ιδεώδης" μορφή, δεν παντρεύτηκε ούτε την αιώνια αγαπημένη Πηνελόπη Δέλτα, ούτε τον κατοπινό του έρωτα, τη Μαρίκα Κοτοπούλη. Ο Βενιζέλος δεν ξέχασε ποτέ την πρώτη του γυναίκα που πέθανε στη γέννα του δεύτερού τους παιδιού, δεν παντρεύτηκε ούτε τη χήρα Παρασκευούλα Βλουμ με την οποία δημιούργησε δεσμό, παντρεύτηκε όμως την πλούσια, αγγλοθρεμμένη Έλενα Σκυλίτση για λόγους εθνικού συμφέροντος. Ο Τρικούπης έζησε πάντα με φύλακα-φρουρό την επίσης άγαμη αδελφή του Σοφία, ο Νίκος Μπελογιάννης, ο "άνθρωπος με το γαρύφαλλο", εξιλαστήριο θύμα της Αριστεράς, αφού παντρεύτηκε και χώρισε δυο φορές, δημιουργεί δεσμό με την επίσης παντρεμένη Έλλη Παππά, που γεννά το παιδί τους στη φυλακή, ο Γεώργιος Παπανδρέου εγκαταλείπει την πρώτη του γυναίκα, τη Σοφία Μινέικο, για χάρη της ηθοποιού Κυβέλης.
Όταν κλείνω το βιβλίο, ένα βιβλίο που θα μπορούσε να αποτελέσει ένα  χρήσιμο βοήθημα ιστορικής γνώσης, ένας βαθύς αναστεναγμός μου ξεφεύγει: Αχ, Ελλάδα...

Πέμπτη, Μαρτίου 26, 2020

Η Πανούκλα


Αλμπέρ Καμύ
Η Πανούκλα
ΠΑΠΥΡΟΣ-ΒΙΠΕΡ, 1975
Μετ. Νάτα Κυριακοπούλου
Τούτες τις μέρες του εγκλεισμού, τώρα που η πανδημία μας περιορίζει στο σπίτι, η σκέψη μετεωρίζεται, αναπολεί, συγκρίνει. Δεν ξέρω αν αποτελεί μικρή παρηγοριά το να θυμηθούμε παρόμοιες καταστάσεις που βίωσε η ανθρωπότητα και μάλιστα κάτω από πολύ χειρότερες συνθήκες. Καταστάσεις που η δύναμη της λογοτεχνίας αποτύπωσε με τρόπο μοναδικό.
Στη σκέψη έρχεται πρώτα ο μεγάλος λοιμός του 5ου π.Χ. αιώνα, έτσι όπως γλαφυρότατα και λεπτομερέστατα τον περιγράφει στο Β΄ βιβλίο των Ιστοριών του ο Θουκυδίδης. Έχοντας προσβληθεί και ο ίδιος, όπως ομολογεί, ξέρει ακριβώς τα συμπτώματα, το πώς εκδηλώνεται η αρρώστια, τις συνέπειές της. (Πυρετός, αιμορραγία από τα μάτια, εμετός, εξανθήματα, διάρροια, θάνατος). Αναφέρει το πώς η αρρώστια επηρέασε τους ανθρώπους όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά, κοινωνικά, ηθικά. Κυκλοφορούν φήμες ότι η αρρώστια ήρθε από την Αιθιοπία, ή ότι οι Σπαρτιάτες δηλητηρίασαν τα πηγάδια, θυμούνται προφητείες παλαιοτέρων (τι ομοιότητα με σήμερα! Προφητείες, συνωμοσίες κ.λπ.)
Η σκέψη μεταπηδά στον 19ο αι., στην ενδιαφέρουσα νουβέλα του Παπαδιαμάντη "Βαρδιάνος στα σπόρκα". Κι εκεί ένας λοιμός, μια χολέρα, περιορίζει σε καραντίνα τους χολεριασμένους. "Η γριά Σκεύω έμαθε την νέαν είδησιν, ότι ο υιός της έμελλε όταν έλθει (...) να διατρίψει είκοσιν μία ημέρας εις την Τσουγκριάν και άλλας ένδεκα εις τα Λαζαρέτα, σωστάς τριανταδύο ημέρας καραντίνα".
Για να φτάσουμε στο κλασικό αριστούργημα του Αλμπέρ Καμύ, "Η Πανούκλα". Το ξαναδιαβάζω σε μια παλιά έκδοση ΒΙΠΕΡ του 1975 και μένω "ενεή" με τις απίστευτες ομοιότητες με τη σημερινή μας κατάσταση του κορονοϊού.
Ο Καμύ τοποθετεί το έργο του στη δεκαετία του 1940, στην πόλη Οράν της Αλγερίας. Ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο γιατρός Μπερνάρ Ριέ, ενώ βγαίνει μια μέρα από το σπίτι του, σκοντάφτει πάνω σ' έν νεκρό ποντίκι. Το ένα θα γίνουν σε λίγο τρία, τα τρία χιλιάδες. Τα πρώτα ανθρώπινα κρούσματα μιας αρρώστιας που αναγνωρίζεται ως βουβωνική πανώλη εμφανίζονται. Οι νεκροί πληθαίνουν, χιλιάδες. Συμπτώματα: Πυρετός, λήθαργος, κόκκινα μάτια, σκασμένα χείλη, πρησμένοι βουβώνες, παραλήρημα, θάνατος. Οι αρχές κλείνουν τις πύλες εξόδου της πόλης. Κανείς δεν μπορεί να φύγει. Οι συγγενείς των προσβεβλημένων απομονώνονται σ' ένα γήπεδο που γίνεται καταυλισμός-καραντίνα.
Μα οι ομοιότητες με το σήμερα δεν σταματούν εδώ. Η θρησκεία έρχεται να διαδραματίσει τον ρόλο της, οι εκκλησιαστικές αρχές της πόλη οργανώνουν "εβδομάδα ομαδικών προσευχών" κι ο ιερέας Πανελού φωνάζει στο κήρυγμά του: "Αδελφοί μου σας βρήκε δυστυχία. Αδελφοί μου, το αξίζατε". Και οι προφητείες, όπως στην εποχή του Θουκυδίδη ή όπως και σήμερα, διαδίδονταν ευρέως. "Μερικές από αυτές τις προφητείες δημοσιεύτηκαν μάλιστα σαν αναγνώσματα συνεχείας στις εφημερίδες και διαβάζονταν με την ίδια απληστία όπως και οι αισθηματικές ιστορίες που μπορούσε να βρει κανείς στον καιρό της υγείας".
Ανάμεσα σ' όλο αυτό το κακό ο Καμύ μας προβάλλει κάποιους τύπους-υποδείγματα. Είναι ο  Ταρρού που οργανώνει εθελοντικές ομάδες, ο δημοσιογράφος Ραμπέρ που απεγνωσμένα, δωροδοκώντας τους φρουρούς, θέλει να φύγει από την πόλη, αλλά τελικά μπαίνει κι αυτός στον αγώνα εναντίον της αρρώστιας, είναι ο κατώτερος υπάλληλος του δήμου που καταγράφει τις στατιστικές, αλλά που θα προσβληθεί και θα πεθάνει και τέλος ο υπέροχος γιατρός Ριέ που, παραβλέποντας την κούραση, την αγρύπνια, τον κίνδυνο που διατρέχει, αφοσιώνεται στην περίθαλψη των αρρώστων.
Ο ήρωάς του Καμύ, ο γιατρός Ριέ,  ενσαρκώνει για μια ακόμη φορά "το παράλογο", το οποίο τόσο απασχόλησε τον Καμύ στα έργα του. Το παράλογο, η αντίφαση ανάμεσα στη θνητότητα , τον πόλεμο, την αρρώστια, την πείνα και τη δημιουργία, τον έρωτα, τη φιλία, την ελπίδα. Ξέρουμε από τη στιγμή που γεννιόμαστε ότι θα πεθάνουμε κι όμως ζούμε δημιουργώντας, ελπίζοντας...τι; Ο μύθος του Σισύφου πολύ απασχόλησε τον Καμύ. 
Ο Ριέ δεν πιστεύει στον Θεό. Όταν κάποια στιγμή ο Ταρρού τον ρωτάει: "Γιατί δείχνετε τόση αφοσίωση αφού δεν πιστεύετε στον Θεό;" του απαντά πως αν πίστευε σ' έναν παντοδύναμο Θεό θα σταματούσε να θεραπεύει τους ανθρώπους αφήνοντας σ' εκείνον τη φροντίδα αυτή!
Κάποτε η επιδημία, ξαφνικά όπως ήρθε, το ίδιο ξαφνικά τελειώνει. Ο κόσμος ξεχύνεται πασιχαρής έξω. "Ακούγοντας τις κραυγές της χαράς που ανέβαιναν από την πόλη, ο Ριέ αναλογιζόταν πως η χαρά αυτή δεν θα ήταν σίγουρη. Γιατί ήξερε αυτό που αγνοούσε το χαρούμενο πλήθος και που μπορεί κανείς να το διαβάσει στα βιβλία, δηλαδή πως ο βάκιλλος της πανούκλας δεν πεθαίνει ούτε εξαφανίζεται ποτέ, πως μπορεί να μείνει δεκάδες χρόνια κοιμισμένος μέσα στα έπιπλα και στα ρούχα, πως περιμένει υπομονετικά μέσα στα δωμάτια, στα υπόγεια, στα σεντούκια, στα μαντήλια και στα χαρτιά και πως ίσως θα ερχόταν μια μέρα που, για τη δυστυχία και τη γνώση των ανθρώπων, η πανούκλα θα ξυπνούσε τα ποντίκια της και θα τα έστελνε να ψοφήσουν σε μια ευτυχισμένη πόλη".

Είναι άραγε τα ποντίκια του Καμύ ο σημερινός ιός; Ποιος ξέρει...

Τρίτη, Μαρτίου 17, 2020

Όσα παίρνει ο άνεμος

Margaret Mitchell
Όσα παίρνει ο άνεμος
Μετ. Γιάννης Λάμψας
"Οι φίλοι του βιβλίου", 1948
Το βρήκα σ' ένα παλαιοβιβλιοπωλείο. Ίσως μια από τις πρώτες εκδόσεις του περίφημου, μοναδικού, ανεπανάληπτου μυθιστορήματος. Διερωτώμαι ποιος μπόρεσε να αποχωριστεί ένα τέτοιο θησαυρό! Η πρώτη μου κίνηση ήταν να γυρίσω στην τελευταία (1095η) σελίδα, για να διαβάσω την ιστορική φράση με την οποία κλείνει το μυθιστόρημα: "Αύριο ξημερώνει μια καινούρια μέρα". Κρίμα. Αν και μεταφραστής της παλιάς αυτής έκδοσης είναι ο εξαιρετικός Γιάννης Λάμψας (1921-2002), την είχε αποδώσει ως "Στο κάτω-κάτω κι αύριο μέρα είναι". Η ελαφρά απογοήτευση δεν με εμπόδισε να αποκτήσω τον πολύτιμο, συλλεκτικό ίσως, τόμο.
Πέρασα μαζί του απίθανες ώρες απολαυστικού διαβάσματος. Πλάι στη τζαμόπορτα, αντικρίζοντας την ανθισμένη φύση, με ηχητική υπόκρουση την ανοιξιάτικη βροχή (κι είχαμε πολλές τέτοιες βροχές φέτος) έζησα ώρες και μέρες πολλές με την καταπληκτική Σκάρλετ Ο' Χάρα, τον γοητευτικό, πολύπλευρο χαρακτήρα του Ρεττ Μπάτλερ, την ήρεμη δύναμη της Μελανίας, τον ονειροπόλο Άσλεϋ, το πλήθος τόσων άλλων προσώπων που πλημμυρίζουν το βιβλίο. Είχα ξεφύγει  από το θλιβερό περιβάλλον των ημερών, ο επικίνδυνος κορωνοϊός δεν με άγγιζε, ο εγκλεισμός στο σπίτι ήταν απόλαυση, όχι μελαγχολία.
Δεν ωφελεί, άλλωστε είναι δυσκολότατο έργο, να αποδώσω το περιεχόμενο του βιβλίου. Όλοι εμείς οι παλαιότεροι το ξέρουμε, αν όχι από το βιβλίο, τουλάχιστον από την εξαιρετική ταινία του 1939 με τα 8 Όσκαρ, μια ταινία σταθμό στην ιστορία του κινηματογράφου. Όμως το διάβασμα του βιβλίου είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Οι λεπτομερείς,
ολοζώντανες εικόνες της Margaret Mitchell μας μεταφέρουν από την πλούσια, ξένοιαστη, ευτυχισμένη ζωή του Νότου πριν από τον Αμερικανικό Εμφύλιο (1861-1865) στον πόλεμο και στη φρίκη που τον συνοδεύει, πάντα βέβαια βλέποντάς τον από τη σκοπιά των Νοτίων. Οι ζωντανοί διάλογοι, η δύναμη της περιγραφής σκηνών που καρφώνονται στη μνήμη του αναγνώστη, άλλοτε ένας χορός, άλλοτε μια πόλη που φλέγεται, συνθέτουν ένα σπάνιο λογοτεχνικό έργο. Και πάνω απ' όλα βέβαια, με τη ζωή τους να συμβαδίζει και να επηρεάζεται από τις ιστορικές στιγμές της πατρίδας τους, οι δυο βασικοί πρωταγωνιστές: Η Σκάρλετ και ο Ρεττ. Δυο πρόσωπα που τα συνδέει έλξη και απώθηση. Δυο όμοιοι χαρακτήρες που θα συναντηθούν στις πρώτες κιόλας σελίδες, αλλά θα ενώσουν τις ζωές τους, μετά από πλήθος περιπέτειες, μόνο κάπου στην 800η σελίδα.
Το δουλεμπόριο, το πώς έβλεπαν οι Νότιοι τους μαύρους και πώς οι Βόρειοι, το πως οι μαύροι βιώνουν την απελευθέρωσή τους, προβάλλει όχι ως θεωρία αλλά έμπρακτα, μέσα από τις σχέσεις των μυθιστορηματικών προσώπων. 
Το "Όσα παίρνει ο άνεμος" είναι ένα βιβλίο που συνδυάζει την ιστορική γνώση με το ρομάντζο, τις μεγάλες πολυπληθείς σκηνές με τις ατομικές περιπέτειες των ηρώων του, ένα βιβλίο που μπορεί να χαρίσει πάμπολλες ώρες βιβλιοφιλικής απόλαυσης.

Σημ.1. Η Margaret Mitchell (1900-1949) πέθανε πολύ νέα μετά από ένα ατύχημα.
2. Κυκλοφορούν πολλές ελληνικές εκδόσεις.Μερικές απεικονίζονται στα εξώφυλλα που ανάρτησα.

Πέμπτη, Μαρτίου 05, 2020

Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς

Λέων Τολστόη
Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς
Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, 1989
Μετ. Αντρέας Σαραντόπουλος
Άνοιξη και πάλι. Όργιο χρωμάτων, ήχων, αρωμάτων. Οι αμυγδαλιές ολάνθιστες πανηγυρίζουν, κίτρινες μαργαρίτες, κόκκινες παπαρούνες, τιτιβίσματα, χαρούμενα πετάγματα ξετρελαμένων πουλιών. Μέσα σ' αυτή την πανέμορφη φύση που με κάθε τρόπο και μέσο υμνεί τη ζωή, τι γυρεύει μια νουβέλα που πραγματεύεται τον θάνατο; Κι όμως, αυτή ακριβώς η αντίθεση, η αναγέννηση, η φύση που κάθε χρόνο πεθαίνει και πάλι ανασταίνεται, φέρνει στη σκέψη την αδυναμία του ανθρώπου για τον οποίο ο θάνατος σημαίνει το τέρμα, το οριστικό τέλος και μια μελαγχολία άθελα μας κυριεύει.
Αυτή η μελαγχολία οδήγησε τη σκέψη και την αναγνωστική μου διάθεση στην περίφημη νουβέλα του Τολστόη "Ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς". Επανειλημμένες εκδόσεις από το 1886 που πρωτοκυκλοφόρησε, μέχρι σήμερα, μεταφορά στο θέατρο, κριτικές και μνημόνευσή της από πολλούς μελετητές, αποδεικνύει τη σημασία και τη διαχρονικότητά της. Την έχω σε μια αρκετά παλιά έκδοση (1989) που περιλαμβάνει άλλες τέσερις νουβέλες του Τολστόη: Πάτερ Σέργιος- Πολικούσκα-Ο διάβολος-Οικογενειακή ευτυχία. Τη ξαναδιαβάζω. Θαυμάζω όχι μόνο τον μεγάλο λογοτέχνη αλλά και τον αξεπέραστο γνώστη της ανθρώπινης ψυχολογίας.
Αρχίζει με την είδηση του θανάτου του Ιβάν Ιλίτς, όπως την πληροφορούνται στο δικαστικό μέγαρο τρεις δικαστικοί συνάδελφοί του. Οι σκέψεις τους; "Πέρα από τις μεταθέσεις, τις πιθανές προαγωγές και τις άλλες αλλαγές που μπορούσε να προκαλέσει στην υπηρεσία ο θάνατος του Ιβάν Ιλίτς, το ίδιο το γεγονός του θανάτου ενός φίλου προκάλεσε σ' όλους αυτούς που το έμαθαν, όπως συμβαίνει συχνά, κι ένα αίσθημα χαράς-πέθανε αυτός κι όχι εγώ. "Τι τυχερός που δεν είμαι εγώ στη θέση του", είπε μέσα του ή ένιωσε ο καθένας."
Με δυσφορία οι φίλοι του σκέφτονται πως πρέπει να εκτελέσουν θλιβερά καθήκοντα, να επισκεφθούν το σπίτι του νεκρού. Χαρακτηριστική η αντίδραση ενός απ' αυτούς καθώς φεύγει από την επίσκεψη: "Ο Πιότρ Ιβάνοβιτς ανάπνεε τώρα ευχάριστα τον καθαρό αέρα ύστερα από το λιβάνι, την πτωμαΐνη, το φαινικό.
-Για πού πάμε, ρώτησε ο αμαξάς.
-Δεν είναι αργά. θα πάω στου Φιόντορ Βασίλιεβιτς.
Και πήγε. Τους βρήκε στο τέλος της πρώτης παρτίδας κι ευχαριστήθηκε που θα 'παιζε πέμπτος".
Στη συνέχεια ο συγγραφέας, ως ετεροδιηγητικός αφηγητής (για να χρησιμοποιήσω έναν νεοφανή λογοτεχνικό όρο που, μαζί με άλλους ανάλογους, ταλαιπωρούν τους σημερινούς μαθητές χωρίς κατ' ανάγκη να τους κάνουν ν'αγαπήσουν περισσότερο τη λογοτεχνία), δηλαδή ως τριτοπρόσωπος αφηγητής, μας παρουσιάζει την πορεία ζωής του Ιβάν Ιλίτς. Πώς δηλαδή κατόρθωσε με κατάλληλες ενέργειες να ανέλθει επαγγελματικά (ανώτερος δικαστικός), οικονομικά, κοινωνικά, να δημιουργήσει μια "αξιοπρεπή" οικογένεια. Και ξαφνικά, ύστερα από ένα χτύπημα στο πλευρό καθώς στερέωνε μια κουρτίνα, άρχισε να μη νιώθει καλά. "Παραπονιόταν πότε-πότε για μια παράξενη γεύση στο στόμα του και για κάτι που τον ενοχλούσε στην αριστερή πλευρά της κοιλιάς του". Η αναζήτηση ιατρικής συμβουλής, η καταφυγή σε δεύτερη και τρίτη γνωμάτευση σε τίποτε δεν ωφελεί. Η κατάστασή του ολοένα χειροτερεύει. Αναλογίζεται την περασμένη του ζωή. Φέρνει στη σκέψη του τις πιο ευχάριστες στιγμές του. "Να μην έζησα, τάχα, έτσι όπως έπρεπε να ζήσω;" αναρωτιέται. Απορρίπτει αυτό το ενδεχόμενο και μένει απορώντας για τη σχέση ζωής-θανάτου. "Άρχισε να κλαίει σαν παιδί. Έκλαιγε για την ανημποριά του, για τη φοβερά μοναξιά του, για τη σκληρότητα των ανθρώπων, για τη σκληρότητα του θεού, για την απουσία του θεού".
Οι γύρω, η σύζυγος, η κόρη, ο γιος του συνεχίζουν τη ζωή τους. Σκέφτεται πως τους είναι ενόχληση κι ίσως εύχονται σύντομα να τους απαλλάξει από την παρουσία του. Μονάχα ένας νεαρός μουζίκος, ο Γεράσιμος, του παραστέκεται με γνήσιο ενδιαφέρον και τον βοηθά ακόμα και στις ταπεινωτικές φυσικές του ανάγκες.
Το τέλος αναπόφευκτα φτάνει. Ένα τόσο σύντομο έργο (μόλις 71 μικρού μεγέθους σελίδες) κι όμως τόσα βαθιά νοήματα, τόσες λεπτές ψυχολογικές παρατηρήσεις, τόση φιλοσοφική σκέψη αντλημένη από την ίδια τη ζωή. Πολλοί το θεωρούν ισοδύναμο με τα μεγάλα έργα του Τολστόη, την Άννα Καρένινα, το Πόλεμος και ειρήνη, την Ανάσταση και δεν έχουν άδικο νομίζω.

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 20, 2020

Είμαι όσα έχω ξεχάσει

Ηλίας Μαγκλίνης
Είμαι όσα έχω ξεχάσει
Μεταίχμιο, 2019
Ήταν άραγε μια τυχαία αναγνωστική σύμπτωση ή μήπως μια σύγχρονη τάση συγγραφής που με οδήγησε στο διάβασμα δυο όμοιων βιβλίων; Όμοιων όχι ως προς το περιεχόμενο αλλά ως προς το κίνητρο των συγγραφέων τους να θυμηθούν, να αναζητήσουν την ιστορία της χώρας τους μέσα από την αληθινή ιστορία της οικογένειάς τους και με επιβεβαίωση αδιάψευστα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Ο ένας Γερμανός της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, ο άλλος Έλληνας. Στην αναγνωστική μου πορεία μετά το "Ψηλά τις καρδιές"  ακολούθησε, εντελώς τυχαία, το "Είμαι όσα έχω ξεχάσει".
"Μονάχα θραύσματα θυμόμαστε είτε από έναν εμφύλιο πόλεμο είτε από έναν ανολοκλήρωτο έρωτα. Νησιά μνήμης η ζωή μας".  Αυτά τα θραύσματα προσπαθεί να σώσει ο Μαγκλίνης, είτε πρόκειται για θραύσματα της δικής του μνήμης είτε της μνήμης μελών της οικογένειάς του. Προπάντων μιας ηλικιωμένης θείας που μπορεί να οδηγήσει τα βήματα των αναμνήσεων και σε γεγονότα που συνέβησαν πριν ο ίδιος γεννηθεί, και ειδικά στο γεγονός που σημάδεψε για πάντα την οικογένεια. Στις 24 Ιανουαρίου 1944, σ' ένα δρόμο του Αγρινίου, ο παππούς του συγγραφέα Νίκος Μαγκλίνης πέφτει νεκρός από μια σφαίρα της ΟΠΛΑ, πριν ακόμα αρχίσει ο καθαυτό εμφύλιος. Τον φέρνουν στο σπίτι νεκρό πάνω σε μια ξεχαρβαλωμένη πόρτα, σκηνή που επαναλαμβάνεται στο βιβλίο, μέσα στην αναζήτηση των γεγονότων και του κλίματος της εποχής.
Ο συγγραφέας αναζητεί, ψάχνει. Επιστρέφει μετά από χρόνια στο Αγρίνιο, αναζητεί το σκοτεινό δρόμο όπου ένα χειμωνιάτικο βράδυ ο παππούς του έπεφτε νεκρός. Γυρεύει το σπίτι όπου έζησε ο πατέρας του, ψάχνει σε αρχεία, εφημερίδες, στις αναμνήσεις όσων έζησαν τα γεγονότα, σε παλιές φωτογραφίες. Ανασυνθέτει τη ζωή μιας οικογένειας και ταυτόχρονα γεγονότα της Ιστορίας του 20ου αι. Μικρασιατική Εκστρατεία, Γερμανοί, Κατοχή, βασανιστήρια, εκτελέσεις, Εμφύλιος. Χωρίς χρονολογική σειρά αλλά έτσι όπως τα ιστορικά γεγονότα αγγίζουν την οικογένειά του, ο συγγραφέας μας θυμίζει "οικεία κακά".
Τι είναι ένας θάνατος μέσα στο σφαγείο των εκατομμυρίων; Μια αμελητέα ανθυπολεπτομέρεια. Αλλά γι' αυτούς που υπέστησαν τις συνέπειες αυτός είναι όλος ο κόσμος τους, αυτό καθόρισε και στοιχειώνει τη ζωή τους γενιές μετά.
Την αφήγηση διακόπτουν πρωτοπρόσωπες ποιητικές εκφορές σκέψεων, συναισθημάτων και βιωμάτων του συγγραφέα. Κλείνεις το βιβλίο κι αναλογίζεσαι τη δική σου ζωή, τα δικά σου "νησιά μνήμης". "Και αν τελικά η μνήμη δεν είναι άλλο παρά διάσπαρτα νησιά μέσα σε μιαν απέραντη θάλασσα μνήμης; Με άλλα λόγια, μήπως είμαστε όσα έχουμε ξεχάσει;"

Παρασκευή, Ιανουαρίου 31, 2020

Ψηλά τις καρδιές

Μαξίμ Λέο
Ψηλά τις καρδιές
(Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία)
Μετ. Γιώτα Λαγουδάκου
Δώμα, 2019


Όσοι είμαστε κάποιας ηλικίας, όσοι ζήσαμε το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, όσοι έχουμε έστω και μια απόμακρη εικόνα των ιστορικών του γεγονότων, όλοι εμείς γνωρίζουμε το μοίρασμα της Γερμανίας σε δυο κράτη, Ανατολική και Δυτική Γερμανία (1949), βιώσαμε και την επανένωσή της (1989). Τα ζήσαμε όμως όλα αυτά κάπως απόμακρα, σαν κάτι που συνέβαινε σ' έναν άλλο κόσμο που δεν μας αφορούσε. Κι έτσι ήταν. Πώς τα έζησαν όμως οι ίδιοι οι Γερμανοί; Πώς τα έζησε προπάντων μια νεότερη γενιά Γερμανών που γεννήθηκε μέσα στην ΛΔΓ (Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας), που δεν γνώρισε τη Γερμανία πριν αυτή χωριστεί, που μεγάλωσε με την ιδέα "από κεί οι κακοί απ' εδώ οι καλοί";
Ο συγγραφέας, Μαξίμ Λέο, γεννημένος το 1970, προσπαθεί να καταλάβει. Προσπαθεί μέσα από την ιστορία της δικής του οικογένειας: "Πήγα σε αρχεία, έψαξα σε ντουλάπια και κιβώτια, βρήκα παλιές φωτογραφίες κι επιστολές, ένα ημερολόγιο προ πολλού ξεχασμένο, φακέλους κρυφούς. Έκανα ερωτήσεις στην οικογένειά μου, ρωτούσα τον ένα μετά τον άλλο, επί μέρες κι εβδομάδες". Ουσιαστικά το βιβλίο είναι μια πραγματική ιστορία, η ιστορία της οικογένειας του συγγραφέα, που αντιπροσωπεύει χιλιάδες γερμανικές οικογένειες. Ξεκινά από τους δυο του παππούδες, τον Γκέρχαρτ από την πλευρά της μητέρας του και τον Βέρνερ από την πλευρά του πατέρα του κι απλώνεται στα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τις αρχές του 21ου αι. Είναι η ιστορία ενός τόπου κι ενός λαού όχι όπως την εκθέτουν τα επίσημα βιβλία της Ιστορίας, αλλά μέσα από την καθημερινότητα απλών ανθρώπων. Που άλλοι απ' αυτούς πίστεψαν σ' αυτό το κράτος και με δάκρυα στα μάτια είδαν να χάνεται ένα όνειρο κι άλλοι να διαδηλώνουν πανηγυρίζοντας για το γκρέμισμα του Τείχους.
Δεν είναι εύκολο βιβλίο. Δεν ακολουθείται μια αυστηρά χρονολογική σειρά. Άλλωστε δεν είναι βιβλίο Ιστορίας, είναι μια βιωματική εξιστόρηση που πηγαινοέρχεται στο χρόνο και στα πρόσωπα.  Καλογραμμένη, διανθισμένη με οικογενειακές φωτογραφίες που ζωντανεύουν πρόσωπα και γεγονότα η ιστορία του Λέο αποκτά γενικότερο ενδιαφέρον. Γεγονότα όπως αυτό της εισβολής στη Τσεχοσλοβακία (1968), με τη διαφορετική ερμηνεία που δίνεται από το επίσημο κράτος, ακατανόητες απαγορεύσεις: "Όποιος φοράει μπλουτζίν και τσόκαρα είναι ταξικός εχθρός. Όποιος στέκεται μ' ένα φορητό ραδιόφωνο στην άκρη του δρόμου δέχεται απειλές από βοηθούς της Λαϊκής Αστυνομίας. Απαγορεύεται ν' ακούς δυτικό ραδιόφωνο και να συμμετέχεις σε συναθροίσεις. Όποιος έχει τα μαλιά του κοκοράκι, έπρεπε να στέκεται με τα πόδια ανοιχτά κολλημένος στον τοίχο όσο έλεγχαν την ταυτότητά του", η στενή παρακολούθηση των πάντων η γνώση της ελευθερίας την οποία απολαμβάνουν οι Δυτικογερμανοί, δημιουργούν ρωγμές στην πανίσχυρη διακυβέρνηση, ρωγμές που σιγά σιγά γίνονται ομιλίες διαμαρτυρίας, επαναστατικά φέιγ βολάν, διαδηλώσεις, ώσπου ένα βράδυ του Νοεμβρίου του 1989 θα γκρεμίσουν οριστικά το διαχωριστικό Τείχος.
Ψάχνοντας για ένα γενικό χαρακτηρισμό αυτού του ενδιαφέροντος βιβλίου δεν βρίσκω προσφυέστερο απ' αυτόν της γερμανικής εφημερίδας Frankfurter Allgemeine Zeitung: "Μια μοναδική αποτύπωση της γερμανικής ψυχής στον 20ο αιώνα. Σχεδόν ποτέ προηγουμένως δεν μπόρεσε κάποιος να μας κάνει να καταλάβουμε πώς σκέφτονταν οι άνθρωποι στην Ανατολική Γερμανία και γιατί φέρονταν όπως φέρονταν".

Δευτέρα, Ιανουαρίου 20, 2020

Κάτι κρυφό μυστήριο

Καρολίνα Μέρμηγκα
Κάτι κρυφό μυστήριο
Μελάνι, 2019
"Είσαι παντού και πουθενά. Σε ερειπωμένα κτίρια, μισογκρεμισμένα, που καμιά φορά όταν το απογευματινό φως γέρνει πάνω τους, αποκαλύπτουν μέσα από τους λίγους όρθιους αρμούς τους το απεγνωσμένο εγνωσμένο πείσμα σου. Σε πέτρες που κρατάνε ακόμα λίγο από τον ήλιο κάτω από τον οποίο πελεκήθηκαν, και κάποιαν ηχώ της φωνής και της θέλησής σου-αλλά μετά η ηχώ σβήνει και οι πέτρες έχουν κιόλας πέσει. Είσαι στη γέρικη ελιά της αυλής του σχολείου, στη μυρωδιά της κιμωλίας στην τάξη, στη λάμψη των άσπρων πουκάμισων της παιδικής ορχήστρας. Είσαι στις κουρασμένες προσόψεις καλυμμένες από γκράφιτι-αλλά κανένα γκράφιτι δεν διάλεξε να μη γραφτεί για να σωθεί η πρόσοψή σου".
Πάνε μέρες που τέλειωσα το "Κάτι κρυφό μυστήριο" κι όμως δεν μπορώ ακόμα να συνέλθω, δεν μπορώ να αποτραβήξω τη σκέψη μου απ' αυτή την ωραία μορφή που σαν διάττοντας πέρασε πάνω από την Ελλάδα, που έλαμψε για μια στιγμή, που φώτισε για λίγο με το πέρασμά της τον βασανισμένο τόπο κι έσβησε τόσο γρήγορα. 3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες επαναλαμβάνει η συγγραφέας. Τόσο κράτησε η διακυβέρνησή του. Τόσο τον άφησαν ν' αγωνιστεί σ' αυτόν τον ρημαγμένο τόπο, να στήσει κράτος, να δημιουργήσει από το μηδέν, μέσα σε αντίξοες συνθήκες, πολεμούμενος από εσωτερικούς κι εξωτερικούς εχθρούς. Ο Καποδίστριας. Όταν έρχεται στην Ελλάδα, ένα μικρό τμήμα αυτού που ονομάζουμε Ελλάδα είχε ελευθερωθεί. Σύνορα δεν υπήρχαν, κράτος δεν υπήρχε, ο Ιμπραήμ ήταν ακόμα στηνΠελοπόννησο, η επανάσταση δεν είχε τελειώσει.
3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες. Μέσα σ'αυτό το διάστημα έστησε κράτος, ίδρυσε σχολεία, μοίρασε γη στους ακτήμονες (κι ας διαμαρτύρονταν οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες), ίδρυσε την πρώτη Τράπεζα, έκοψε νομίσματα, φρόντισε τα ορφανά, οργάνωσε τον στρατό...
Μυθιστόρημα χαρακτηρίζει το βιβλίο της η συγγραφέας. Κι όμως πιο πολύ, νομίζω, βαραίνει το δεύτερο συνθετικό της λέξης: Ιστόρημα και όχι μύθος. Δεν είναι βιογραφία παρ' όλα τα βιογραφικά στοιχεία που δίνονται, χωρίς αυστηρή χρονολογική σειρά, πολλά μέσα από πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις προσώπων που σχετίζονταν με τον Καποδίστρια ή μέσα από φανταστικούς διαλόγους, όπως θα μπορούσαν να είχαν γίνει. Μιλάει ο πιστός γραμματέας του Νικόλαος Δραγούμης, μιλάει η τρυφερή, ερωτική του σχέση, η Ρωξάντρα, Κυρία επί των Τιμών της Τσαρίνας, μιλάνε άλλοι πολλοί.
Θαυμασμός και απεριόριστη αγάπη για τη μοναδική αυτή προσωπικότητα που ανέδειξε ο τόπος προβάλλουν μέσα από το βιβλίο καθώς σκιαγραφείται η πορεία της ζωής του. Παιδί στην Κέρκυρα, νέος με σπουδές στην Ιταλία, υπουργός εξωτερικών του Τσάρου, σημαντικός παράγοντας στο Συνέδριο της Βιέννης που καθόρισε την τύχη της Ευρώπης μετά τον Ναπολέοντα, ιδρυτής του κράτους της Ελβετίας.
Εγκαταλείπει μια άνετη ζωή και μια λαμπρή καριέρα για να έρθει σ' αυτόν τον ερειπωμένο τόπο, να προσπαθήσει να τον ξαναστήσει όρθιο, να πεινάσει, να ξενυχτήσει, να αγαπηθεί και να μισηθεί. Ποτέ δεν πήρε μισθό κι όποια περιουσία είχε τη διέθεσε γι' αυτό το φτωχό, χρεωκοπημένο κράτος (Να το ξέρουν άραγε οι πολιτικοί μας; Να περνά καμιά φορά απ' το μυαλό τους;)
Με το βιβλίο της η Καρολίνα Μέμηγκα δεν νομίζω ότι μας δίνει κάτι καινούριο, κάτι που δεν ξέραμε γι' αυτή την ιστορική μορφή. Άλλωστε από το πρώτο κεφάλαιο ξέρουμε το τέλος. Ο ένας από τους δολοφόνους, αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, κείτεται νεκρός, λιντσαρισμένος από το πλήθος. Ο άλλος, ο γιος του Πετρόμπεη, καταφεύγει στο σπίτι του Γάλλου πρέσβυ, για να δικαστεί και να εκτελεστεί σε λίγες μέρες. Μονάχα ο απλός λαός, αυτός για τον οποίο πάλαιψε ο Καποδίστριας, ξεσπάει σε θρήνο. "Ήδη ο θρήνος απλώνεται. Όλη η χώρα, σε λίγες ώρες, θα θρηνεί".

ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του
πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν
και τον σκοτώνουν

αντιγράφει η Μέρμηγκα τον T.S.Eliot στην προμετωπίδα του βιβλίου της.
Ναύπλιο, Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831, 06:00 π.μ. Η σφαίρα που τον σκότωσε βρίσκεται ακόμα εκεί, στη γυάλινη προθήκη. Μελαγχολούμε κι αναλογιζόμαστε. Τι θα γιόταν άραγε αν...

Κυριακή, Ιανουαρίου 12, 2020

Άγρια φύση

Jane Harper
Άγρια φύση
Μεταίχμιο, 2019
Μετ. Χίλντα Παπαδημητρίου
Αν κάποιος θέλει να ξεκουραστεί διαβάζοντας ένα βιβλίο με αστυνομικό ενδιαφέρον αλλά όχι καθαρά αστυνομικό, αν δεν έχει διάθεση για μεγάλα κλασικά έργα, αν θέλει απλώς να ξεκουραστεί περιπλανώμενος μέσα σε μια άγρια φύση, μακριά από την κοσμοσυρροή και τον θόρυβο των μεγαλουπόλεων, τότε ας βυθιστεί για λίγο στον μυθιστορηματικό κόσμο της Jane Harper. Είχα διαβάσει το πρώτο της βιβλίο, "Ξηρασία", είδα μια ενδιαφέρουσα γραφή από μια νέα Αυστραλο-Αγγλίδα συγγραφέα κι έτσι δεν δίστασα να πάρω και τη δεύτερη συγγραφική της δημιουργία.
Όπως και το πρώτο της βιβλίο (το οποίο έχει βραβευτεί, έχει πολυμεταφραστεί κι έχει γυριστεί σε ταινία) έτσι και το δεύτερο διαδραματίζεται στην Αυστραλία, με κεντρικό ήρωα τον ομοσπονδιακό πράκτορα Άρον Φαλκ. Μια μεγάλη εταιρεία, για να αναπτύξει τη συναδελφικότητα και το ομαδικό πνεύμα των υπαλλήλων της, οργανώνει ολιγοήμερες ομαδικές εκδρομές, κατά τις οποίες οι συμμετέχοντες πρέπει να ζήσουν μέσα στη φύση με λιγοστά εφόδια, χωρίς επικοινωνία (απαγορεύονται τα κινητά τηλέφωνα), κουβαλώντας μέσα στα σακίδιά τους τα απαραίτητα, βρίσκοντας με χάρτες τη διαδρομή που πρέπει να κάνουν, κατασκηνώνοντας τα βράδια σε συγκεκριμένους χώρους.
Δυο ομάδες, μια ανδρών και μια γυναικών, αποτελούμενες κάθε μια από πέντε άτομα, παίρνουν μέρος σ' αυτή τη δοκιμασία. Σε τρεις μέρες η ομάδα των ανδρών επιστρέφει επιτυχώς. Λίγο αργότερα και η ομάδα των γυναικών. Όχι όμως πέντε γυναίκες, όπως είχαν ξεκινήσει, αλλά μόνο τέσσερις. Τι συνέβη; Τι έχει γίνει η πέμπτη γυναίκα; Πού βρίσκεται; Ζει ή κάτι άλλο συνέβη; Η συγγραφέας κεφάλαιο με κεφάλαιο, πηγαινοερχόμενη στο χρόνο, μας μεταφέρει από το παρόν της διάσωσης στο παρελθόν, στο ξεκίνημα της πορείας. Με ένα πολύ αργό ρυθμό, όπως διασχίζει κανείς μια πυκνή, αδιαπέραστη βλάστηση με οδηγό μόνο χάρτες και πυξίδα, με εξαντλητικές λεπτομέρειες, βαδίζουμε με τις πέντε γυναίκες, που πέρα από τον κοινό χώρο εργασίας τους, συνδέονται με πολλούς άλλους δεσμούς. Παραμένουν όμως ίδιοι αυτοί οι δεσμοί, όταν μπροστά στον κίνδυνο ξυπνά το ένστικτο της επιβίωσης; Η συγγραφέας δεν περιορίζεται στην εξωτερική περιγραφή. Το ψυχογράφημα των ηρωίδων της κατέχει εξίσου σημαντική θέση.
Ο πράκτορας Φαλκ και η βοηθός του Κάρμεν, ερευνώντας για ύποπτες δραστηριότητες στις οποίες πιθανόν να εμπλέκεται η συγκεκριμένη εταιρεία, βοηθούν την αστυνομία στην ανεύρεση των γυναικών. Πέρα όμως απ' αυτό, πολλά είναι τα θέματα που η συγγραφέας εμπλέκει στο μυθιστόρημά της. Θέματα σχέσεων, θέμα ενός προ εικοσαετίας σίριαλ κίλλερ, θέμα νευρικής ανορεξίας ή διαπόμπευσης στο διαδίκτυο, που σχετίζονται μεν, αλλά κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να περιοριστούν. Εκείνο όμως που, τουλάχιστον σε μένα έμεινε, είναι αυτή ακριβώς η άγρια φύση. Το κρύο, η πείνα και η δίψα, η αγωνία όταν χάνεσαι σ' αυτό το απέραντο άγνωστο και δεν έχεις τρόπο διαφυγής, μόνο εύχεσαι να σε βρουν το συντομότερο οι διασώστες. Στα θετικά του μυθιστορήματος οι ωραίες περιγραφές της φύσης, άλλοτε τρομακτικές κι άλλοτε ειδυλλιακές. 
Γενική αποτίμηση: ένα αξιοπρεπές μυθιστόρημα.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 27, 2019

Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό

Agatha Christie
Τα Χριστούγεννα του Ηρακλή Πουαρό
Μετ. Χρήστος Καψάλης
Ψυχογιός, 2019 
 Έξω κρύο. Ψιλόβροχο. Μέσα η θαλπωρή του σπιτιού (αν υπάρχει και τζάκι ακόμα καλύτερα). Χριστουγεννιάτικη μουσική. Το ιδανικό σκηνικό για το διάβασμα μιας περιπέτειας του Ηρακλή Πουαρό που διαδραματίζεται κι αυτή χριστουγεννιάτικα. Κι ας ήταν ογδόντα χρόνια πριν...
Είναι παραμονή Χριστουγέννων. Στο μεγάλο του σπίτι ο ηλικιωμένος και ιδιότροπος εκατομμυριούχος Σίμεον Λι, στο οποίο ζει με τον πρωτότοκο γιο του Άλφρεντ και τη σύζυγο του Άφρεντ Λίντια, καλεί και τα άλλα παιδιά του για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα. Τον Τζορτζ, βουλευτή, και τη σύζυγό του Μάγκταλεν, τον Ντέιβιντ, καλλιτέχνη, που είχε χρόνια να επικοινωνήσει με τον πατέρα του, και τη σύζυγό του Χίλντα και τον Χάρι, "το μαύρο πρόβατο" της οικογένειας. Τέλος, προσκεκλημένη είναι και η Πιλάρ, εγγονή του Σίμεον, που τώρα θα την γνωρίσει μια και η μητέρα της, που τώρα έχει πεθάνει, παντρεύτηκε έναν Ισπανό και είχε φύγει από την Αγγλία. Στα πρόσωπα αυτά θα προστεθεί και ένα απρόσκλητο, ο Στίβεν, γιος ενός άλλοτε συνεταίρου του Σίμεον, που καταφθάνει από τη Νότιο Αφρική. Βεβαίως υπάρχει και πολυάριθμο υπηρετικό προσωπικό. Κι ενώ ετοιμάζονται να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα, μια τρομερή κραυγή τους κάνει όλους να τρέξουν στο δωμάτιο του Σίμεον, όπου τον βρίσκουν νεκρό μέσα σε λίμνη αίματος. Καλείται η αστυνομία και μαζί έρχεται και ο Πουαρό, που έτυχε να φιλοξενείται από τον τοπικό διοικητή. Οι ανακρίσεις αρχίζουν. Ο καθένας από όσους βρίσκονταν στο σπίτι είχε λόγο, είχε κίνητρο να σκοτώσει τον γέρο Σίμεον. Κάποιος είχε οικονομικές δυσχέρειες και μια κληρονομιά θα ήταν ευπρόσδεκτη. Άλλος φοβάται  την αλλαγή της διαθήκης τώρα που εμφανίστηκε και άλλη κληρονόμος. Άλλος δεν μπορεί να ξεχάσει πόσο υπέφερε η μητέρα του (σύζυγος του Σίμεον Λι) από την κακή συμεριφορά του  πατέρα του. Άλλο ερώτημα. Θα μπορούσε ο φόνος να είχε διαπραχθεί από γυναίκα; Και ο Πουαρό, βοηθώντας την αστυνομία, να υποστηρίζει πως πέρα από όλα αυτά η αλήθεια θα βρεθεί προπάντων εξετάζοντας τον χαρακτήρα του θύματος. Βεβαίως ο ένοχος θα βρεθεί στο τέλος, δεν ξέρω όμως πόσοι από τους αναγνώστες θα το είχαν υποπτευθεί.
Πιστεύω ότι η αξία των μυθιστορημάτων της Άγκαθα Κρίστι δεν βρίσκεται μόνο στην αστυνομική πλοκή. Με σκόρπιες  πινελιές διανθίζει τα έργα της με πολλά στοιχεία, σύντομες και εύστοχες παρατηρήσεις. Γράφει για παράδειγμα: "Τα Χριστούγεννα συναντάμε μια έντονη υποκρισία, μια υποκρισία με κίνητρο αγαθό, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν παύει να συνιστά υποκρισία". Άλλοτε χαρακτηρίζει υποτιμητικά τους Άγγλους (κι ας είναι η ίδια Αγγλίδα) κι άλλοτε εκφράζει φεμινιστικές απόψεις: "Ο κόσμος είναι πολύ άδικος απέναντι στις γυναίκες" γράφει κάπου. 
Ένα έργο του 1938 που έχει γίνει ταινία, διασκευάστηκε για την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, το θέατρο και διατηρεί  την ίδια φρεσκάδα ενός σύγχρονου έργου. Αθάνατη Άγκαθα Κρίστι!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 19, 2019

Οι ρετσίνες του βασιλιά

Ισίδωρος Ζουργός
Οι ρετσίνες του βασιλιά
Πατάκης, 2019
Από το πρώτο του βιβλίο που διάβασα (Η σκιά της πεταλούδας), ο Ισίδωρος Ζουργός με γοήτευσε και τον παρακολουθώ σε κάθε καινούρια του συγγραφική δημιουργία. Έτσι, παρ' όλες τις επιφυλάξεις μου λόγω του αινιγματικού, περίεργου τίτλου, διάβασα και το πιο πρόσφατο βιβλίο του, Οι ρετσίνες του βασιλιά. Δεν φτάνει βέβαια ούτε ως περιεχόμενο ούτε ως λογοτεχνική γραφή το Λίγες και μια νύχτες, ούτε το Σκηνές από τον βίο του Ματίας Αλμοσίνο, δεν παύει όμως να ελκύει και να διαβάζεται με ενδιαφέρον.
Έχει γραφτεί και είναι φανερό τόσο από τα αποσπάσματα που προτάσσει ο συγγραφέας όσο και από την ανάγνωση του μυθιστορήματος ότι αυτό αποτελεί μια αναγνώριση των οφειλών του συγγραφέα αφενός προς τον Σαίξπηρ και ειδικά τον Βασιλιά Ληρ και αφετέρου προς τον αναγεννησιακό Γάλλο γιατρό και συγγραφέα Φρανσουά Ραμπελαί. Δεν θα αναφερθώ στη σχέση αυτή. Το αφήνω για ειδικότερους κριτικούς.
Σ' ένα ελληνικό χωριό που δεν κατονομάζεται καταφθάνει ο ηλικιωμένος Λεόντιος Έξαρχος. Αποτραβηγμένος από την επαγγελματική του δραστηριότητα (υπήρξε επιτυχημένος επιχειρηματίας πολιτικός μηχανικός) έρχεται να περάσει τα τελευταία του χρόνια στον Πύργο του πενθερού του, όπως  ονομάζουν οι κάτοικοι του χωριού το χτισμένο σ' ένα ύψωμα σπίτι του πεθαμένου πια Γαβριήλ Ζαμάνη. Ο Ζαμάνης υπήρξε γιατρός, βουλευτής, αλλά  και με πολιτική ισχύ του παρασκηνίου. Πεθαμένη από χρόνια είναι και η Ουρανία, κόρη του Ζαμάνη και σύζυγος του Έξαρχου. Οι τρεις κόρες του Λεόντιου ζουν η μια στο Λονδίνο, η άλλη στις Βρυξέλλες, η τρίτη στην Αθήνα. Τίποτα δεν τον συνδέει μαζί τους. Τους γράφει μόνο ανεπίδοτα γράμματα όπως γράφει και στη νεκρή πια γυναίκα του, εκφράζοντας σε πρωτοπρόσωπη γραφή σκέψεις, συναισθήματα, αναφορές σε γεγονότα του παρόντος και του παρελθόντος. 
Στο υπόλοιπο βιβλίο παρακολουθούμε σε τριτοπρόσωπη γραφή τη ζωή του Έξαρχου στο χωριό κατά τη διάρκεια ενός χρόνου. Πολλά είναι τα πρόσωπα που διακινούνται: Ο ιερέας του χωριού, ο Φώτης ο καφετζής, βασικό πρόσωπο, το καφενείο του οποίου αποτελεί χώρο συνάντησης και κέντρο ζωής του χωριού και πλήθος άλλοι, γνωστοί με τα παρωνύμιά τους, συχνά προερχόμενα από το επάγγελμά τους. Ξεχωρίζει ο Ζαχαρίας ή Μασούρης, ο τρελός του χωριού, που προσκολλάται και αφοσιώνεται στον Λεόντιο Έξαρχο, ως ένα είδος υπηρέτη ή ακολούθου.
Το βιβλίο χωρίζεται σε τέσσερα μεγάλα τμήματα που ακολουθούν τις εποχές: Φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι. Ωραίες περιγραφές της φύσης, συγκεντρώσεις στο καφενείο και οινοποσία με αναφορά στη ρετσίνα όπως ωρίμαζε παλιά, σε βαρέλια και όχι η σύγχρονη βιομηχανοποιημένη. Πλήθος θέματα αναδεικνύονται. Παλιά μυστικά που ξεθάβονται, εξώγαμα παιδιά, εγκλήματα που ποτέ δεν αποκαλύφθηκαν, η ερήμωση των χωριών, τα προβλήματα των γηρατειών, οι οικογενειακές σχέσεις. Πάνω απ' όλα ωραίες, χαρακτηριστικές εικόνες της φύσης με τις αλλαγές των εποχών που μόνο στην ύπαιθρο μπορούμε να δούμε.
Ένα απροσδόκητο τέλος επισφραγίζει το ενδιαφέρον μυθιστόρημα κι ο αναγνώστης απομένει να αναπολεί όλο αυτόν τον κόσμο με τον οποίο έζησε όσο διάβαζε το μυθιστόρημα. Τόσο φανταστικό αλλά και τόσο πραγματικό.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 07, 2019

Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία

Τεύκρος Μιχαηλίδης
Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία
Πόλις, 2019
Αστυνομικό μυθιστόρημα; Ιστορικό; Μαθηματικό; Όλα αυτά μαζί. Αυτά που κάνουν το καινούριο μυθιστόρημα του Τεύκρου Μιχαηλίδη ένα γοητευτικό ανάγνωσμα και τον αναγνώστη να μην το αφήνει από τα χέρια του  (κι ας ξενυχτήσει) πρά μόνο όταν φτάσει στην τελευταία σελίδα.
Για τους λάτρεις βέβαια των μαθηματικών ή/και των αστυνομικών μυθιστορημάτων ο Τεύκρος Μιχαηλίδης δεν χρειάζεται συστάσεις. Καθηγητής Μαθηματικών ο ίδιος, αφιερωμένος στον κλάδο αυτόν της γνώσης και της φιλοσοφίας, έχει γράψει πλήθος βιβλία, άρθρα, μεταφράσεις, συνδυάζοντας επιστήμη και λογοτεχνία.
Αρχίζοντας από τα "Μαθηματικά Επίκαιρα" που μου χάρισε η αείμνηστη θεία του Μαρίκα Ρώσου (ο Τεύκρος είναι κυπριακής καταγωγής) τον παρακολουθώ ανελλιπώς και ανυπομονώ για κάθε καινούριο του βιβλίο. Πιστεύω το "Φονικό στη Μεγάλη Εκκλησία" είναι από τα καλύτερα. Συνδυάζοντας ιστορικά και μυθοπλαστικά πρόσωπα, ιστορία και φαντασία, δημιουργεί ένα ολοζώντανο περιβάλλον. Διαβάζοντάς το δεν έχεις την αίσθηση ενός μακρινού παρελθόντος, αλλά ενός ολοζώντανου παρόντος του οποίου είσαι μέρος.
Αρχίζει στις 27 Δεκεμβρίου 537 μ.Χ. όταν η Κωνσταντινούπολη ετοιμάζεται να γιορτάσει τα Θυρανοίξια της Εκκλησίας της του Θεού Σοφίας, που χτίστηκε στη θέση εκείνης που λίγα χρόνια πριν είχε καταστραφεί στη Στάση του Νίκα. Το αυτοκρατορικό ζεύγος, ο Ιουστινιανός και η Θεοδώρα, παρόντες. Παρούσα όλη η αριστοκρατία της Πόλης, παρόντες οι συντελεστές της δημιουργίας αυτού του θαύματος, παρόντα και τα μυθιστορηματικά πρόσωπα, όπως η κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Θεανώ. Μια ωραία νέα, γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, παθιασμένη με τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία, με δίδυμη την εντελώς διαφορετική αδελφή της, Αναστασία. Κραυγαλέα όμως η απουσία του Ιωάννη, σημαντικού βοηθού του αρχιτέκτονα Ισίδωρου. Σε λίγο ο Ιωάννης θα βρεθεί νεκρός στο σπίτι της Θεανώς. Όμως δεν θα πάμε αμέσως στη λύση του μυστηρίου. Ο συγγραφέας μας πάει πρώτα αρκετά πίσω. Μας παρουσιάζει την αγάπη της Θεανώς για τα Μαθηματικά, τη σφοδρή επιθυμία της να φοιτήσει στην Ακαδημία του Πλάτωνος στην Αθήνα, τη μετάβασή της εκεί, τη φιλία της με μια άλλη αξιόλογη νέα, τη Σωσάννα, τη γνωριμία και τον δεσμό της με ένα νέο συμπατριώτη της, τον Ερμόδωρο. Βέβαια, τα Μαθηματικά πάντα παρόντα, με σχήματα και προβλήματα που και ο πιο άσχετος με τα Μαθηματικά μπορεί να κατανοήσει και να απολαύσει. Θα ακολουθήσουν πολλά επεισόδια, πολλές περιπέτειες, πολλά γεγονότα, θα φτάσουμε σχεδόν στο τέλος του μυθιστορήματος για να ξανασυνδεθούμε με την αρχή και να βρούμε τη λύση του μυστηρίου του φόνου του Ιωάννη που συναντήσαμε στις πρώτες σελίδες.
Ένας ολόκληρος κόσμος ζωντανεύει στο βιβλίο του Τεύκρου Μιχαηλίδη. Τόσο διαφορετικός αλλά και τόσο όμοιος ο κόσμος του 6ου μ.Χ. αιώνα με τον κόσμο του 21ου! Οι φιλομαθείς και οι αρριβίστες, οι αφοσιωμένοι στην επιστήμη κι αυτοί που πλουτίζουν με τις απάτες, ο έρωτας και η συκοφαντία, ο αιώνιος άνθρωπος με τις αρετές και τις κακίες του. 
Ένα βιβλίο που προσφέρει όχι μόνο απόλαυση αλλά και γνώση. Ένα βιβλίο που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην τάξη από τους διδάσκοντες Ιστορία. Να διαβάσουν, για παράδειγμα, μια ωραία περιγραφή του τρούλου της Αγίας Σοφίας, ή της Στάσης του Νίκα ή να γνωρίσουν μια πλευρά της προσωπικότητας της Θεοδώρας που (πέρα από όσα συκοφαντικά της αποδίδονται) δεν είναι και τόσο γνωστή. Όπως το ότι φρόντισε για τη βελτίωση της θέσης της γυναίκας, ότι οι νόμοι του Ιουστινιανού υπέρ των γυναικών έφεραν τη δική της σφραγίδα.
Οι σημειώσεις και η βιβλιογραφία στο τέλος του βιβλίου όχι μόνο τεκμηριώνουν τα γεγονότα, αλλά πλουτίζουν τις γνώσεις μας και καθίστανται κίνητρα για περαιτέρω μελέτη. Εν ολίγοις: ένα εξαιρετικό βιβλίο.

Παρασκευή, Νοεμβρίου 29, 2019

Εξιλέωση

Ιαν Μακ Γιούαν
Εξιλέωση
Μετ. Γιάννης Σκαρπέλος
Νεφέλη, 2002
Θεωρείται το καλύτερο έργο του Μακ Γιούαν, έχει γίνει μια επιτυχημένη ταινία, βιβλίο που διαβάζεται ξανά και ξανά. Από την πρώτη ανάγνωση που είχα κάνει όταν πρωτοκυκλοφόρησε στα ελληνικά διατηρούσα μια αόριστη ανάμνηση: Ένα σιντριβάνι, δίπλα ένα ζευγάρι, μακριά ένα παράθυρο από όπου ένα κοριτσάκι κοιτάζει τη σκηνή, ύστερα μια επίπονη πορεία στρατιωτών που υποχωρούν, τέλος ένα νοσοκομείο με φριχτές σκηνές τραυματιών, ακρωτηριασμών, πόνου και θλίψης.
Πραγματικά άξιζε η δεύτερη ανάγνωση ύστερα από κάπου δεκαεφτά χρόνια. Ο χρόνος τώρα άπλετος (ένα από τα αγαθά των μεγάλων ηλικιών!) μου επέτρεψε το αργό διάβασμα, την απόλαυση της λεπτομέρειας, την παύση και τον συλλογισμό πάνω σ' αυτά που διάβαζα...
Το έργο αρχίζει το 1935, ένα καλοκαίρι, σ' ένα πλουσιόσπιτο στην αγγλική εξοχή. Ένοικοι η οικογένεια Τάλλις, αποτελούμενη από τον πατέρα (απόντα όταν αρχίζει το έργο), τη μητέρα Έμιλυ που οι ημικρανίες την κρατάνε για ώρες σε σκοτεινό δωμάτιο (πόσο καλά τα ξέρω αυτά τα συμπτώματα) και τα τρία παιδιά τους: Τον Λήον, που έρχεται για διακοπές με τον πλούσιο εργοστασιάρχη φίλο του, την Σεσίλια και τη δεκατριάχρονη Βρυώνη. Φιλοξενούνται ακόμη τρία ξαδέλφια τους, παιδιά της αδελφής της Έμιλυ. Σημαντικό ρόλο διαδραματίζει από την αρχή ως το τέλος, κεντρικός ήρωας θα λέγαμε, ο Ρόμπι, γιος της παραδουλεύτρας της οικογένειας, παιδικός φίλος των παιδιών και ερωτευμένος με τη Σεσίλια. Το καλοκαίρι κυλάει χαρούμενο, ο πόλεμος είναι ακόμα μακριά, αν και τα μαύρα σύννεφα έχουν αρχίσει να μαζεύονται.
Σε τρία μέρη χωρίζεται το μυθιστόρημα. Στο πρώτο, και πολύ εκτενέστερο από τα άλλα δύο, γνωρίζουμε τα πρόσωπα, τις σχέσεις τους, τα όνειρά τους, τις σκέψεις τους. Κυρίως τη Βρυώνη που γράφει ένα θεατρικό, αλλά απότομα το εγκαταλείπει, γιατί θέλει να γίνει μυθιστοριογράφος. Αργός ρυθμός, εξαντλητικές λεπτομέρειες στην περιγραφή του εξωτεερικού περιβάλλοντος αλλά και της εσωτερικής ψυχολογικής κατάστασης των ηρώων. Η Βρυώνη παρεξηγεί μια σκηνή που βλέπει, καταγγέλλει για βιασμό τον Ρόμπι, ο οποίος και φυλακίζεται.
Το δεύτερο μέρος του έργου, πέντε  χρόνια αργότερα, περιγράφει με δυνατές, εντυπωσιακές στο ρεαλισμό τους εικόνες, το επίπονο βάδισμα του διαλυμένου συμμαχικού στρατού που υποχωρεί, στην προσπάθειά του να φτάσει στη Δουνγκέρκη για να επιβιβαστεί στα πλοία. Ανάμεσά τους και ο Ρόμπι.
Στο τρίτο μέρος η Βρυώνη που έχει αναγνωρίσει το λάθος της και μετανιώνει για το κακό που προκάλεσε με το ψέμα της, εγκαταλείπει τα όνειρα για σπουδές, μπαίνει στο νοσοκομείο ως εκπαιδευόμενη νοσοκόμα και επισκέπτεται την αδελφή της ζητώντας συγγνώμη.
Σε λίγες σελίδες σ' ένα τέταρτο μέρος, σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, η εβδομηνταεπτάχρονη πια Βρυώνη γιορτάζει ανάμεσα σε πλήθος συγγενών-απογόνων κυρίως των προσώπων του μκαρινού εκείνου καλοκαιριού τα γενέθλιά της στο παλιό αρχοντικό που έχει γίνει ξενοδοχείο. Πάσχει ήδη από την αρχή μιας ασθένειας, της αγγειακής άνοιας. Μπορεί όμως ακόμα να αναλογίζεται το παρελθόν, τα πρόσωπα, τα γεγονότα, τη ζωή της. Προβληματίζεται με τη σκέψη μήπως μπορούσε να δώσει ένα διαφορετικό τέλος στην ιστορία. Και μας αφήνει με την απορία: Μήπως όλο αυτό που διαβάσαμε ήταν μια μυθιστορηματική δημιουργία της Βρυώνης;

Σάββατο, Νοεμβρίου 16, 2019

Βοτσαλωτή

Κώστας Λυμπουρής
Βοτσαλωτή
εκδ.Το Ροδακιό, 2019
Παρακολουθώ τη λογοτεχνική πορεία του Κώστα Λυμπουρή από το πρώτο του βιβλίο μέχρι σήμερα. Τις συλλογές διηγημάτων "Προσωρινά κλειστό", "Για μια μικρή παύλα", "Των ημετέρων άλλων" (Κρατικό βραβείο), το μυθιστόρημα "Επιβάτες φορτηγών" και τώρα ακόμα μια συλλογή διηγημάτων, "Βοτσαλωτή". Ελκυστικό ήδη από το ωραίο, πρωτότυπο εξώφυλλο και μ' ένα πρώτο ξεφύλλισμα από την εξαιρετική έκδοση, τέτοια που δεν συναντάμε συχνά.
Βοτσαλωτή. Ένας τίτλος που παραπέμπει σε πολλές εκδοχές. Συναντάμε τη λέξη ως επίθετο: βοτσαλωτή παραλία, παραλία γεμάτη βότσαλα, όμορφα, πολύχρωμα χαλίκια. Στη συλλογή του Λυμπουρή τη συναντάμε και ώς ουσιαστικό, όνομα χωριού που έχει οπωσδήποτε σχέση με τη θάλασσα και το δέσιμο των ανθρώπων μ' αυτή ("Η Σταυρούλα"). Ως τίτλος της συλλογής των διηγημάτων ανταποκρίνεται αφενός στην ποικιλία της τεχνικής που χρησιμοποιήθηκε, στην ποικιλία των θεμάτων, των χαρακτήρων, των εμπειριών που υποκίνησαν τη δημιουργικότητα και την έμπνευση του συγγραφέα, αλλά και την πολυμορφία των συναισθημάτων που κατακλύζουν τον αναγνώστη.
Όταν, εδώ και μερικές δεκαετίες, δίδασκα Νεοελληνική Λογοτεχνία, θυμάμαι τον ορισμό του διηγήματος που απαιτούσαμε να ξέρουν οι μαθητές: "Διήγημα είναι η εξιστόρηση ενός κομματιού ζωής, πραγματικής ή φανταστικής, με αρχή, μέση και τέλος...". Αυτό  τον ορισμό μου θύμισαν και τα 27 διηγήματα της "Βοτσαλωτής". Κομμάτια ζωής, άλλοτε πιο σύντομα, άλλοτε εκτενέστερα. Άλλοτε καταγραμμένα σε 5-6 γραμμές (διηγήματα "μπονζάι") που "σαν πρόκες" σου καρφώνονται στη σκέψη, άλλοτε σαν "facebook διήγημα- ("Μπιρίτσα στα σύννεφα"), άλλοτε πάλι σαν ταξιδιωτικό διήγημα, ένα συγκινητικό προσκύνημα στην κατεχόμενη γη μας, ("Τ' Αϊ-Συμιού τ' αέρι"). Κάποτε σαν χρονογραφικό διήγημα, ("Σε-Βιμ-Σε-Βιμ") κι άλλοτε πάλι σαν επιστολικό διήγημα ("Γράμμα στον Κυριάκο Μάτση").
Συντομότερα ή εκτενέστερα, μια στιγμιαία εικόνα σαν φωτογραφική απεικόνιση, ή κλασική αφήγηση μιας ιστορίας, τα διηγήματα του Λυμπουρή, σαν πολύχρωμα βότσαλα μιας ήρεμης παραλίας, διαβάζονται με ενδιαφέρον, ευχαρίστηση, συχνά με σγκίνηση. Έμπνευση αντλημένη από τη γύρω σύγχρονη ζωή, πλημμυρισμένη από αγάπη για τον τόπο, από κατανόηση για τα ανθρώπινα, τρυφερότητα. Παράδοση και πρωτοτυπία, συναίσθημα και ρεαλισμός συναντιούνται για να συνθέσουν αυτή την όμορφη,"βοτσαλωτή" λογοτεχνική παραλία.

Τρίτη, Νοεμβρίου 05, 2019

Τι χορούς να χορέψω


Αθηνά Τσάκαλου
Τι χορούς να χορέψω
Εκδ. Τόπος, 2019
Τέλειωνα την παρουσίαση του προηγούμενου βιβλίου της Αθηνάς Τσάκαλου «Οι λεηλάτες του μεσημεριού» με την εξής σκέψη: «Η καταπληκτική περιγραφική δύναμη, η συναισθηματική φόρτιση, οι αξεπέραστες εικόνες από τη φύση, η δύσκολη ζωή ενός ορεινού χωριού που σιγά-σιγά ερημώνει, οι διαλογικές συζητήσεις, η θρησκευτική αύρα, όλα με γοήτευσαν και με συνάρπασαν. Πώς να συνδυάσω τη γοητεία όλων αυτών με την έντονη αντίθεσή μου στον τρόπο δράσης των αναρχικών ομάδων; Το μεγάλο ερώτημα παραμένει: Μπορεί να αλλάξει ο κόσμος με την ένοπλη δράση αυτών των ιδεολόγων; Μήπως υπάρχουν άλλοι τρόποι;»
Και να τώρα, σαν να έρχεται με το καινούριο της βιβλίο η συγγραφέας να δώσει απάντηση στο ερώτημά μου: Ναι, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι. Κεντρική ηρωίδα κι εδώ μια μάνα: (Στη μάνα της άλλωστε είναι αφιερωμένο το βιβλίο και η ωραία, ποιητική εισαγωγή). Η Ήρα. Βυθισμένη στη θλίψη, με τη σκέψη στραμμένη διαρκώς στον εξαφανισμένο, καταζητούμενο γιο της, ταυτίζεται μ’ όλους αυτούς που αναζητούν παντού τα παιδιά τους. «Στους σταθμούς των τρένων, στις αποβάθρες των λιμανιών, στις αίθουσες των αεροδρομίων». Να τα δουν έστω από μακριά, ν’ ακούσουν μ’ ένα τηλεφώνημα τη φωνή τους, να ξέρουν ότι είναι καλά κι ας μην είναι κοντά τους. Ο άντρας της, ο Μιχάλης, υποφέρει κι αυτός, αλλά αντιμετωπίζει το θέμα πιο ρεαλιστικά, αποδεχόμενος τους λόγους για τους οποίους εξαφανίστηκε ο γιος τους: «Δεν εξαφανίστηκε από μια κακοτυχία, εξαφανίστηκε από δική του επιλογή, όπως δική του επιλογή ήταν και οι δρόμοι που ακολούθησε, δεν γίνεται ο καθένας μέλος μιας αναρχικής ένοπλης ομάδας έτσι απλά. Ήταν μια  απόφαση ζωής και ξέρεις τι σημαίνει αυτό. Ήταν μια απόφαση που δεν είχε θέση για εμάς τους γονείς του στη ζωή που διάλεξε. Τα βρίσκω όλα αδιέξοδα, αλλά βαθιά μέσα μου σέβομαι την απόφασή του για τη δική του ζωή και με πόνο λέω, αφού αυτό ήθελε, ας είναι καλά». Η σχέση του ζεύγους διασαλεύεται. Θα ξανάρθουν όμως και πάλι κοντά, όταν κάποιες πληροφορίες για τον γιο τους φτάνουν. Ένα ονειρώδες, υπερφυσικό στοιχείο διαπνέει το έργο. Άραγε για να δώσει η συγγραφέας και έμπρακτα τον ιδεατό, ονειρικό κόσμο για τον οποίο οι ομάδες στις οποίες ο γιος τους ανήκει αγωνίζονται;
Συναντήσεις με τη μάνα της Ήρας, ιστορίες από τα παλιά, θρύλοι, αναμνήσεις, αγάπη για τη φύση διαπνέουν το βιβλίο. Μια μυστηριώδης γυναικεία μορφή οδηγεί τον Μιχάλη και την Ήρα σ’ ένα απόκοσμο τοπίο, όπου ομάδες ανθρώπων εργάζονται μυστικά για τη δημιουργία ενός καινούριου κόσμου. Είναι ένας κόσμος όπου πρυτανεύει η αγάπη, η ηρεμία, η καλοσύνη, τα φυτά, η φύση, οι ήρεμες συζητήσεις, οι χοροί της χαράς. Η Ήρα αποδέχεται αυτό τον κόσμο, αποδέχεται τις επιλογές του γιου της, έστω κι αν ξέρει πως εκείνος, προετοιμαζόμενος γι’ αυτό τον καινούριο κόσμο, θα ζει μακριά της.
Παρ’ όλο που ο κόσμος για τον οποίο οι ήρωες της Τσάκαλου εργάζονται είναι ο ιδεατός, ειρηνικός, καινούριος κόσμος τον οποίο ο καθένας μας ονειρεύεται, δεν μας πείθει ότι ο κόσμος αυτός μπορεί να πραγματωθεί. Θυμίζει κάπως τον κόσμο που το κομμουνιστικό ή το χριστιανικό ιδεώδες αποπειράθηκε να δημιουργήσει και ξέρουμε τα αποτελέσματα. Ο Θουκυδίδης, αθάνατος πάντα, μας το φωνάζει από τα βάθη των αιώνων: «Τα ίδια γίνονται και θα γίνονται όσο η φύση του ανθρώπου παραμένει η ίδια».